en ru


ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ εἰς Σεβ. Ἀγαθόνικο
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου

Μὲ αἰσθήματα βαθειᾶς ἀνθρώπινης λύπης γιὰ τὸν χωρισμὸ ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῆς παρηγορίας καὶ ἀναπαύσεως γιὰ τὴν αἰώνια προοπτική του, βρισκόμαστε αὐτὴ τὴ στιγμή, ποὺ τὴν περιμέναμε ἀλλὰ δὲν τὴν θέλαμε, ἐνώπιον τοῦ σεπτοῦ σκηνώματός τοῦ πολυσεβάστου σὲ ὅλους μας μακαριστοῦ πλέον γέροντος πρώτου Μητροπολίτου τῆς Μητροπόλεως Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Ἀγαθονίκου.

Ἡ στιγμὴ αὐτή σηκώνει τὸ βάρος μιᾶς μακρᾶς ἐπίγειας πορείας, ἑνὸς περίπου αἰῶνος, ποὺ ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἦταν προσανατολισμένη στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Σεβαστέ μας γέροντα, κάποιοι ἀπὸ μᾶς συντηροῦν ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ νεανικά σου χρόνια, κάποιοι σχετίστηκαν μαζί σου ὡς συγγενεῖς καὶ φίλοι, πολλοὶ σὲ ἔζησαν ὡς ἱερέα καὶ πατέρα τους καὶ σὲ θυμοῦνται μπροστὰ στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο, ὁ εὐλογημένος αὐτὸς τόπος τῶν Μεσογείων καὶ τῆς Λαυρεωτικῆς ἔζησε τὴν ζῶσα πνοή σου ὡς ἐπισκόπου γιὰ τριάντα ὁλόκληρα χρόνια. Πολλοὶ ἐμπιστεύθηκαν τὴ ζωή τους στὴν προσευχή σου, περισσότεροι στὴν ἅγια εὐχή σου, πλῆθος πιστῶν μετέλαβαν τὰ ἄχραντα μυστήρια ἀπὸ τὰ τιμημένα χέρια σου, χιλιάδες κόσμου ἀντίκρυσαν τὸ καθαρὸ βλέμμα σου, ἄκουσαν τὴν ἁγιασμένη φωνή σου, δέχθηκαν τὴν πατρικὴ εὐλογία σου. Περισσότεροι ἀπὸ 100 κληρικοί δέχθηκαν τὴ χάρι τῆς ἱερωσύνης ἀπὸ τὴ δική σου ἀρχιερατικὴ χάρι. 80 ναοὶ ἐγκαινιάστηκαν ἀπὸ σένα. Μιὰ ὁλόκληρη Ἐκκλησία ὀργανώθηκε ἀθόρυβα ἀπὸ τὸ διακριτικὸ πέρασμά σου. Κάποιοι, λιγότεροι, εὐλογηθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ γνωρίσουμε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ἐπώδυνης ἀλλὰ τόσο ἀξιοπρεποῦς πορείας σου.

Ὅλοι μας διατηροῦμε ὡς καταγραφὴ στὶς ἐντυπώσεις τῆς μνήμης καὶ στὰ βιώματα τῆς καρδιᾶς μας τὴ γλυκύτητα τοῦ προσώπου σου, τὴν εὐγένεια τῶν τρόπων σου, τὴν καθαρότητα τῆς πολιτείας σου, τὴν ἀγαθωσύνη τῆς ψυχῆς σου, τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῆς ὅλης βιοτῆς σου.

Μποροῦσες νὰ ζεῖς μέσα στὸ πιὸ σκανδαλιστικὸ περιβάλλον μὲ ἐντελῶς ἄθικτη τὴν ἀκεραιότητα καὶ καθαρότητά σου. Ἐπετέλεσες τὴ διακονία σου μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου, χωρὶς νὰ εἶσαι προσκολλημένος στὸ θρόνο σου. Ἐνῶ ἡ κάθε κίνησή σου εἶχε ἀρχοντιὰ καὶ μεγαλοπρέπεια, ἐπάνω σου δὲν ὑπῆρχε ἴχνος σκληρῆς ἔπαρσης ἢ κούφιας ματαιοδοξίας. Ἤξερες νὰ τιμᾶς τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή σου, νὰ ἀγαπᾶς τοὺς συγγενεῖς σου, νὰ ἀναγνωρίζεις ἐλεύθερα τὴν ἀξία τοῦ κάθε συνανθρώπου σου, νὰ σέβεσαι τὸν ἐαυτό σου. «Κατὰ τὸ ὄνομά σου οὕτω καὶ ἡ πολιτεία σου», καλὲ καὶ ἀγαθέ μας, Γέροντα.

Δὲν μποροῦμε νὰ ξεχάσουμε πῶς χαιρόσουν τὴν ἱερωσύνη σου, πῶς ἀπολάμβανες σὰν πρώτη τὴν κάθε λειτουργία σου, πῶς εὐτυχοῦσες μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς τέλεσης τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, πῶς συμπολιτευόσουν μὲ τοὺς ἁγίους Του. Πάντα ἀργὸς ὡς λειτουργὸς ἔδινες τὴν αἴσθηση τῆς ἀδιάλειπτης ὑπερουράνιας λατρείας. Ἐπίμονος, ὄρθιος, ἀκούραστος, ἄκαμπτος μέχρι τὰ βαθιὰ γεράματά σου, ἀρνιόσουν νὰ συμβιβασθεῖς μὲ τὴν ἰδέα μιᾶς ζωῆς χωρὶς δική σου συμμετοχὴ στὴ θεία ἱερουργία. Στάθηκες ὄρθιος μέχρι ποὺ σὲ πρόδωσαν οἱ φυσικὲς δυνάμεις σου καὶ αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ πληγώσει ἀφάνταστα τὴν εὐαίσθητη ψυχή σου.

«Ἐπἰ τῷ Κυρίῳ ἐπερρίφης ἐκ κοιλίας μητρός σου», γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σχέση σου μὲ τὴν παράδοση, τὴν ἱερωσύνη καὶ τὴν Ἐκκλησία ἀπετέλεσαν τὴ μητρική σου διάλεκτο ζωῆς, τὸν κόσμο τῶν ὁραμάτων καὶ τῶν ἐνδιαφερόντων σου, τὴν κύρια ἀγάπη σου, τὴν ἀτμόσφαιρα καὶ τὴν ἀνάσα σου.

Ὅλοι γνωρίζουμε πὼς πόθος σου ἦταν νὰ φύγεις ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο ἱερουργῶν. Δὲν σοῦ τὸ ἔδωσε ὁ Θεός. Σὲ ἀξίωσε ὅμως νὰ φύγεις «ὅλος ἱερωμένος Θεῷ», ὅπως οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πλήρης ἡμερῶν, ὅπως ὁ Θεοδόχος Συμεών, νὰ ἀποτελεῖς ἱερωσύνης κανόνα, ὅπως ὁ ἀγαπημένος σου Ἅγιος Νικόλαος, μὲ ἀγαθότατη μνήμη, ὅπως ὁ ἅγιός σου Ἀγαθόνικος. Ἀξιώθηκες λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάπαυσή σου νὰ συνομιλήσεις μὲ τὴν ἁγία τῆς καρδίας σου, τὴν Ἁγία Θέκλα καὶ νὰ ἀποτυπώσεις στὴ χάρι τοῦ προσώπου σου καὶ στὴ συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ τιμημένη καὶ ἀκηλίδωτη τὴν ἱερωσύνη σου, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι κληρικοὶ πρότυπά σου.

Καὶ τώρα μπροστά σου ἡ ἄληκτη κατάσταση τῆς «γῆς τῶν πραέων», ἡ ἀνέσπερη δόξα τῶν ἁγίων, ἡ ἀκατάπαυστη δοξολογία τῶν ἀγγέλων, ἡ αἰώνια λειτουργία τοῦ ὑπερουρανίου θυσιαστηρίου, ἡ ἀδιάλειπτη θέα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Χωρὶς κανέναν δισταγμό, μπορεῖς πλέον νὰ ἀκολουθεῖς τὸν ρυθμὸ τῆς θείας ἱερουργίας, τοὺς χρόνους τῆς ἄχρονης μακαριότητος, τὴ διαύγεια καὶ καθαρότητα τῆς ἄληκτης βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐμπειρία τοῦ «καιροῦ» τῆς ἀτελεύτητης ζωῆς, «ἔνθα οὔκ ἐστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός».

Βέβαιοι πὼς κι ἐσύ, μαζὶ μὲ τὸν εὐλογημένο χορὸ τῶν ἁγίων «εὗρες πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ θύραν παραδείσου», πὼς ἤδη ζεῖς τὶς πρῶτες στιγμὲς τῆς καταπαύσεώς σου ἐν χώρᾳ ζώντων καὶ ὅτι αἰωνίως πλέον μετέχεις τῆς ἀκαταπαύστου ἐπουρανίου λειτουργίας, ὡς καταγεγραμμένος στὶς δέλτους τῆς σωτηρίας καὶ ἀνεξίτηλα ἐγκεχαραγμένος στὴν ἁγία μνήμη τοῦ Θεοῦ, εὐχόμεθα κι ἐμεῖς γιὰ τὴν ἀνάπαυσή σου καὶ ζητοῦμε ὡς περιλειπόμενοι τὴν πολύτιμη εύχή σου.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε, πάτερ καὶ Ποιμενάρχα μας, αἰωνία σου ἡ μνήμη, αἰωνία σου ἡ μνήμη!


pdf


sev1
Μητροπολίτης 
Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς & Κονίτσης Σεβαστιανὸς 


Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου*


     20 ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Περισσότερα ἀπὸ 90 ἀπὸ τὴ γέννησή του. Ἄπειρα καὶ αἰώνια τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του. Μᾶς λείπει ἡ φωνὴ καὶ ἡ εἰκόνα του, τὸ πρότυπο καὶ ἡ ζωντάνια του, ὁ λόγος καὶ ἡ μαρτυρία του. Μᾶς παρηγορεῖ ἡ μνήμη του καὶ ὁ ἀπόηχος τῆς δράσεως καὶ τοῦ ἔργου του• οἱ συνεχεῖς ἐκπλήξεις τῆς αὐθεντικῆς παρουσίας του, ἡ ἀνάμνηση τῶν γεγονότων ποὺ καταδεικνύουν τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμή του, ἡ ἀποτίμηση τῆς τεράστιας πνευματικῆς προσφορᾶς του. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ξεχνιέται καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ξεθωριάσει ὁ χρόνος ἢ νὰ τὸν σκεπάσουν οἱ νέες ἐμπειρίες. Ὅσο λειώνει τὸ σῶμα του τόσο δυναμώνει ἡ θύμησή του.

Γεννήθηκε σὲ ἕνα πεδινὸ χωριὸ τῆς Καρδίτσας ἀπὸ γονεῖς δασκάλους. Γεύθηκε τὸ σχολεῖο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Μεγάλωσε μὲ σεβασμό, ἀρχές, ἰδανικά, παιδεία, ἐθνικὴ συνείδηση, φιλοπατρία, πίστη, ὄχι ξερὲς καὶ ἀνούσιες ἀνθρωπιστικὲς ἀξίες ποὺ ἐπιπεδοποιοῦν τὴν ἱστορία, καταβροχθίζουν λαούς, ἰσοπεδώνουν πολιτισμοὺς καὶ νεκρώνουν τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλο σχολεῖο τότε, ἄλλο σήμερα! Μὲ χάρισμα τὴ φυσικὴ ζωντάνια καὶ τὴν αὐθεντικότητα, τὴν ἀθωότητα καὶ ὠριμότητα, αὐθόρμητος καὶ ἀρχοντικός, ὁλοκλήρωσε τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του καὶ βρέθηκε στὴν Ἀθήνα.

Γεμᾶτος ὄρεξη γιὰ σπουδή καὶ προσφορά, γνωρίζει ἱεραποστολικοὺς κύκλους καὶ ἀνθρώπους, ἐμπνέεται, ὀργανώνει τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, ἀντικρύζει τὸν ἑαυτό του, ἀνακαλύπτει τὴν κλήση του, ἀφιερώνεται στὸν Θεό, διακονεῖ ὡς νεωκόρος στὴν Καπνικαρέα, ἐντάσσεται στὴν ἀδελφότητα θεολόγων «Η ΖΩΗ», ὑποτάσσεται, σὰν ἄλλος σπόρος... σαπίζει, ἑτοιμάζει τὴν καρποφορία του. Δυό χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο, προερχόμενον ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ ὡς ἐπίσκοπος ἔμελλε μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ ἴδιος νὰ διακονήσει καὶ νὰ ἀναδείξει, τὴν Κόνιτσα, τὸν πρωτοσυναντάει στὸ Μεσολλόγι ὡς συστρατιώτης του στὶς διαβιβάσεις. Ἡ συνυπηρέτησή τους στὸν στρατὸ τῆς πατρίδος, προμηνύει τὴν μυστικὴ συνυπηρέτησή τους στὸ εὐζωνικὸ τάγμα τῆς Ἐκκλησίας.

Σὲ λίγα χρόνια, ἀφοῦ περιῆλθε ὡς ἱεροκήρυκας καὶ πραγματικὸς ἱεραπόστολος καὶ πνευματικὸς δάσκαλος διάφορες πόλεις, τὸν συναντοῦμε στὰ Γιάννενα νὰ κρατάει στὰ χέρια του ὁλόκληρο τὸν διψαμένο γιὰ λόγο καὶ παράδειγμα ἐκεῖ λαό. Ὁ λόγος του ἁπλός, πρακτικός, κατανοητός, ἐξαιρετικὰ ζεστός, καρδιακὸς καὶ διεισδυτικός. Ἡ χροιὰ τῆς φωνῆς του, ἡ χαρακτηριστικὴ προφορά του, ἡ μοναδικὴ ἐκφραστικότητα τοῦ προσώπου του, τὸ διαπεραστικὸ καὶ πεντακάθαρο βλέμμα του συνόδευαν τὸν λόγο του, ὑπογραμμίζοντας τὴν ἀληθινότητα τοῦ κομιζόμενου μηνύματός του. Ἔπειθε ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ὅτι ὅ,τι ἔλεγε τὸ πίστευε, ἀλλὰ κυρίως ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ἦταν ἀληθινό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ νωρὶς ἀγαπήθηκε. Χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ στρογγυλεύει τὸν λόγο του καὶ νὰ ἐπιτηδεύεται στὴ συμπεριφορά του, χωρὶς νὰ ἱκανοποιεῖ ἐγωισμοὺς καὶ μικρόνοιες, ζῶντας μὲ ἀνιδιοτέλεια καὶ εἰλικρίνεια, ἔστω καὶ ἂν ἀπὸ κάποιους κάποτε ἀμφισβητήθηκε, ἀναγνωρίσθηκε. Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος «τοῦ Σεβαστιανοῦ δὲν πρέπει οὔτε μπορεῖς νὰ τοῦ χαλάσεις χατίρι. Εἶναι τόσο καθαρός, ὅπως ὅταν τὸν γέννησε ἡ μάνα του».

Ὅλα αὐτὰ τὸν ἔκαναν νὰ ἀγαπηθεῖ ἀπὸ τὴ νεότητα καὶ νὰ περάσει ἀπὸ τὸ ἀπαιτητικό της φίλτρο μὲ ἰδιαίτερη ἐπιτυχία. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἔκανε ἀνώτερο κατηχητικὸ σὲ 300 μαθητὲς λυκείου ποὺ τοὺς εὕρισκε στὰ σχολεῖα, σὲ γειτονιές, ἀπὸ φίλους καὶ γνωστούς του. Αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὰ παιδιὰ οὐσιαστικὰ διαμόρφωσε τὴν προσωπικότητά του καὶ τὸν βοήθησε νὰ διατηρήσει τὸν νεανικὸ παλμὸ τῆς καρδιᾶς του μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Εἶχε ἐνθουσιασμό, ὁρμὴ καὶ πάθος γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀλήθεια, ἐπινοητικότητα, ἀποφασιστικότητα, μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ νέα παιδιὰ ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν.

Σεβόταν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία καὶ νοοτροπία ὅσο ἴσως λίγοι, εἶχε ὅμως τέτοια σαφήνεια, δύναμη καὶ ἐλευθερία στὴν ἔκφρασή του, ὥστε μπόρεσε νὰ διατηρεῖ τὴ διαφορετικότητα τῆς πνευματικῆς φυσιογνωμίας του ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος. Δὲν κατάφερε κανένας ἰδεολογικὸς ὁδοστρωτήρας νὰ τὸν πατήσει καὶ νὰ τοῦ παραμορφώσει τὴ μοναδικότητα τοῦ προσώπου του.

Ἐκεῖ στὰ Γιάννενα δέχθηκε τὸν μεγαλύτερο αἰφνιδιασμὸ τῆς ζωῆς του. Γιὰ πρώτη φορὰ ὑποχρεώθηκε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ δὲν ἤθελε, αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ἀποτέλεσε ἐπιδίωξη καὶ ὅραμά του. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης στὰ 45 χρόνια του. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσει τὰ Γιάννενα καὶ νὰ ἐξορισθεῖ στὴ φθίνουσα πληθυσμιακὰ ἀλλὰ μαρτυρικὴ γῆ τῆς Κονίτσης. Ἀπὸ τὴν πόλη μὲ τὸ καινούργιο πανεπιστήμιο, στὰ χωριὰ μὲ τὰ δημοτικὰ ποὺ τὸ ἕνα ἔμελλε νὰ κλείνει μετὰ τὸ ἄλλο. Ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ τοῦ ἔδιναν ζωὴ στὸν γηρασμένο πληθυσμὸ ποὺ τὴν ἀποχαιρετοῦσε. Ἀπὸ ἕναν λαὸ ποὺ κυνηγοῦσε τὸ μέλλον σὲ ἕνα ποίμνιο ποὺ ἀγωνιζόταν νὰ μὴν ξεχάσει τὸ παρελθόν. Ἀπὸ ἕναν κόσμο ποὺ διψοῦσε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν θησαυρὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὸς τοῦ τὸν προσέφερε σὲ ἕνα ταλαιπωρημένο καὶ ξεχασμένο κόσμο ποὺ δὲν ἤξερε νὰ ἐλπίζει καὶ δὲν μποροῦσε νὰ θέλει.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀντέδρασε σὲ αὐτὴ τὴν ἀπόφαση ὅσο έλάχιστοι. Ἴσως ἀπὸ ταπείνωση καὶ ἄρνηση τοῦ ἀξιώματος, ἴσως ἀπὸ ἀνάγκη νὰ συνεχίσει τὴν ἤδη μεσουρανοῦσα ἀποστολή του, ἴσως ἀπὸ ἀγάπη στοὺς ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους προσφέρθηκε ὁλόκληρος, ἴσως ἀπὸ τὴν ὑποψία ὅτι πιθανὸν αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ νὰ ἔκρυβε τὴν πονηρὴ σκοπιμότητα μιᾶς μεθοδευμένης ἐξορίας καὶ διαγραφῆς του ἀπὸ τὸ προσκήνιο τῆς ζώσης διακονίας. Πάντως ἀντέδρασε, εὐγενῶς ἀλλὰ σταθερὰ ἀρνήθηκε, παρακάλεσε γιὰ ἀνάκληση τῆς ἀποφάσεως, δὲν βιάστηκε νὰ συμβιβαστεῖ καὶ νὰ ὑποχωρήσει. Τοῦ ζητήθηκε ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία καὶ ὑποχώρησε. Εὐτυχῶς ποὺ ἔκανε τὸ λάθος! Συνήθως τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἀντίθετο ἀπὸ τὸ δικό μας.

Σύντομα τὸν συναντοῦμε στὰ χωριὰ τῆς Κονίτσης. Παντοῦ καὶ ἀδιάκοπα νὰ περιτρέχει μονοπάτια, ἀπόμακρους οἰκισμούς, μικρὰ σχολεῖα, ἄδειες πλατεῖες, σκονισμένες ἐκκλησιές, νὰ συναντᾶ ἀνθρώπους, νὰ γεμίζει μὲ τὴν πληθωρικὴ παρουσία καὶ τὸν πλούσιο λόγο του, νὰ δίνει ξανὰ ἀγάπη, κίνηση, ζωή, χαρὰ καὶ ἐλπίδα• νὰ βρίσκει νέους, νὰ τοὺς ἐμπνέει, νὰ φτιάχνει τὸ σπίτι τους, οἰκοτροφεῖα, νὰ ὀργανώνει ἐκδηλώσεις, νὰ χειροτονεῖ ἐξαιρετικοῦ ἤθους ἱερεῖς, νὰ ξαναχτυποῦν οἱ καμπάνες. Αὐτοὶ ποὺ σπάνια ἔβλεπαν ἄνθρωπο καὶ περιοχὲς ποὺ δὲν εἶχαν παππὰ ἀντίκρυσαν γιὰ πρώτη φορὰ δεσπότη. Ὄχι δεσπότη περιφρουρημένο στὸ ψεύτικο καὶ κούφιο μεγαλεῖο του, ὄχι βουλιαγμένο στὴν ὑποτιθέμενη δόξα τοῦ νοσηροῦ ἐγωισμοῦ του, ὄχι ἐπισκέπτη ποὺ ἀγωνιζόταν νὰ ἐπιβεβαιώσει τὸ κῦρος του, ἀλλὰ πιστὸ κάτοικο τῆς περιοχῆς τους, πατέρα καὶ κοντινὸ ἀδελφό, ὁδηγὸ καὶ συμπαραστάτη στὴν καθημερινότητά τους. Ἔκρυβε περισσότερα ἀποθέματα ζωῆς μέσα του ἀπὸ ὅσα ὅλα τὰ μέλη τοῦ ποιμνίου του μαζί. Ἔδωσε ἀναπνοὲς ζωῆς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή. Ἔδωσε τὰ πάντα. Δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του τίποτα.

Ὅμως δὲν πρόσεξε. Ὑπερέβαλε τὶς δυνάμεις του. Δὲν ἄντεξε τὸ σῶμα του, ὁ φυσικὸς ἑαυτός του. Τὸν λύγισε τὸ φιλότιμο καὶ ἡ εὐθύνη του. Γονάτισε. Ἔλειωσε. Γιὰ κάποια χρόνια ἀχρηστεύθηκε.

Τελικὰ ἡ ψυχή του ἔδωσε ζωή στὸ σῶμα καὶ ξαναγεννήθηκε ἐκ τῆς τέφρας τῆς δοκιμασίας του. Ἐπανέκαμψε. Ἕνας ἄλλος Σεβαστιανός, πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν προηγούμενο, πιὸ ὁρμητικὸς ἀπὸ τὸν παλιό, πολὺ πιὸ νέος ἀπ’ ὅ,τι στὴν ἄλλοτε νεανικὴ ἡλικία του. Στὸ μεταξὺ κατασκευάστηκε καὶ ἐγκαινιάστηκε ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο τὸν Α΄ ὁ Προσκυνηματικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ στὴν Κόνιτσα. Δὲν εἶναι τόσο ὅτι ὅλα ἔγιναν πολὺ ὄμορφα καὶ γρήγορα, οὔτε ὅτι ἀποδείχθηκε ἡ δραστηριότητά του καὶ ἡ ἀνταπόκριση τῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ κόσμου. Εἶναι ὅτι δημιουργήθηκε ἕνας ἐμβληματικὸς ναὸς γιὰ νὰ στεγάζει τὸ ἀναγεννητικὸ κήρυγμα τοῦ σύγχρονου Πατροκοσμᾶ καὶ νὰ δώσει ἐλπίδα στὸν ἀναστεναγμὸ τοῦ φυλακισμένου ποιμνίου, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βλέπει, γιατὶ τοῦ σφράγισαν τὰ μάτια• μόνο λίγο μποροῦσε νὰ ἀκούει, γιατὶ ἡ φωνὴ τοῦ Σεβαστιανοῦ ἦταν πολὺ δυνατὴ καὶ ἔφτανε μακριά• καὶ περισσότερο μποροῦσε νὰ φαντάζεται καὶ νὰ ὀνειρεύεται, γιατὶ ἡ ψυχὴ καὶ ἡ πίστη του ἦταν ἀκόμη ζωντανές.

Ὁ ἀγώνας του γιὰ τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς Βορείου Ἠπείρου μετέφεραν τὴν Κόνιτσα ἀπὸ τὴν ἀφάνεια στὴν ἐπικαιρότητα καὶ ἀπὸ τὴν περιφέρεια στὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος, συσπειρώνοντας ὅλον τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς πατρίδας μας γύρω ἀπὸ ἕνα θέμα εὐρείας ἐθνικῆς σημασίας, ἀναντίλεκτης ἀνθρωπιστικῆς σπουδαιότητος καὶ ἐμφανῶν πνευματικῶν προεκτάσεων.

Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἐξελέγη Μητροπολίτης, Ὑπέρτιμος καὶ Ἔξαρχος Βορείου Ἠπείρου, καθὼς ἡ ἄνοδός του στὸν Ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Δρυϊνουπόλεως συνέπεσε μὲ τὴν συνταγματικὴ ἀπαγόρευση τῆς θρησκείας καὶ τῆς θείας λατρείας στὴν Ἀλβανία, καθιστώντας την τὴν μοναδικὴ χώρα στὸν κόσμο ποὺ νομικὰ θέσπισε κάθε ἀναφορὰ στὸν Θεὸ ποινικὸ ἀδίκημα, ὑποσχέθηκε ἄνευ ὅρων ἀγώνα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν σκλαβωμένων Βορειοηπειρωτῶν ἀδελφῶν μας. Ἀφοῦ ὀργάνωσε τὴ Μητρόπολή του, ἀφοῦ ἰσχυροποίησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ βάση του, ἀφοῦ οἰκοδόμησε τὸ σῶμα τῶν πιστῶν συνεργατῶν του, ἀνέδειξε τὸ Βορειοηπειρωτικὸ ζήτημα στὴν πολιτικὴ σκηνὴ καὶ τὸ ἔκανε σημαία καὶ λάβαρο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα του. Ἡ Κόνιτσα τῆς ἀφάνειας ἔγινε γνωστὴ σὲ ὅλον τὸν κόσμο.

Ἔδεσε μὲ ἐπιτυχία τὴν φιλοπατρία μὲ τὴν πίστη καὶ ἔδωσε στὸ ἐθνικὸ θέμα χριστιανικὴ διάσταση. Τὸν πολέμησαν μὲ ὅπλα τὴ συκοφαντία, τὴν παραπλάνηση, τὶς ἀπειλὲς καὶ τοὺς ἐκφοβισμοὺς καὶ δὲν πτοήθηκε. Προσπάθησαν νὰ τὸν ξεγελάσουν, νὰ τὸν κολακεύσουν, νὰ τοῦ ὑποσχεθοῦν. Τὸν κατηγόρησαν ὡς ἀναρμόδιο. Δὲν τὰ κατάφεραν. Τὸν ἀποκάλεσαν ἐθνικιστή, φασίστα καὶ πατριδοκάπηλο σὲ μέρες ποὺ ἡ ἀντεθνικὴ προπαγάνδα ἀπέκτησε θεσμικὴ πολιτικὴ κατοχύρωση. Ὁ ἄνθρωπος τῆς γενικευμένης ἀναγνώρισης στὴν κοινωνία τῶν Ἰωαννίνων ἀπέκτησε ἐχθροὺς μέσα στὴν Κόνιτσα καὶ ἀνάμεσα στὰ κατευθυνόμενα ἀπὸ σκοπιμότητες καὶ συμβιβασμοὺς ὄργανα τῶν βορειοηπειρωτῶν τῆς ἐλεύθερης πατρίδας, οἱ ὁποῖοι προτιμοῦσαν νὰ ξεχάσουν τοὺς σκλαβωμένους συγγενεῖς τους παρὰ νὰ ἀκούσουν τὸν ἀναστεναγμό τους ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Σεβαστιανοῦ. Ὅμως «τόξον δυνατῶν ἠσθένησεν καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν».

Ὁ ἤρεμος, πρᾶος καὶ ἁγνὸς ἡρωισμὸς καὶ ἡ τόλμη του ἐνέπνευσαν νέα παιδιὰ καὶ τὰ συσπείρωσαν κοντά του. Ἡ νεολαία του χωρὶς καμμία ἀμφιβολία ἢ ἀνόητη ὑπερβολὴ ἦταν ὅχι πολυάριθμη ἀλλὰ ἡ δυνατότερη νεολαία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Γιατὶ δὲν στηριζόταν στὴν ὀργὴ τοῦ ἀδικημένου οὔτε στὴν ἀγανάκτηση καὶ τὸν ἐγωισμὸ τοῦ φανατισμένου ποὺ φιλοδοξει νὰ γίνει ἥρωας. Τὸ θεμέλιό της ἦταν καθαρὰ πνευματικό. Εἶχε πίστη στὸν Χριστό, ἀνιδιοτέλεια, πάθος γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ δίκαιο, ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ξεχασμένο καὶ σκλαβωμένο. Ἡ ΣΦΕΒΑ δὲν κατέβηκε στὸν δρόμο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει κάποιες σκοπιμότητες ἢ νὰ προβάλει τὸ φιλόδοξο ὅραμα ἑνὸς φαντασμένου Ἱεράρχη, οὔτε ἀργότερα ὁ ΠΑΣΥΒΑ ὀργάνωσε συνέδρια γιὰ νὰ βροῦν ἀντικείμενο ἐνασχόλησης κάποιοι παροπλισμένοι ἐκπαιδευτικοί, στρατηγοὶ καὶ διπλωμάτες. Ὅλα γίνονταν γιὰ ἕναν ἱερὸ σκοπό• γιὰ νὰ ἀκουσθεῖ ἡ φιμωμένη φωνὴ τῶν βορειοηπειρωτῶν ἀδελφῶν μας καὶ νὰ ὁμολογηθεῖ στὸν ναρκωμένο κόσμο μας ἡ πίστη στὸν Χριστό. Ὁ Σεβαστιανὸς αὐτοανακηρύχθηκε πρέσβυς τῶν ἀδικημένων, ἐκπρόσωπος τῶν σκλαβωμένων, κραυγὴ τῶν προδωμένων, παρηγορία τῶν πονεμένων, ἀνύστακτος προστάτης τῶν διωκομένων καὶ μόνιμος πονοκέφαλος τῶν ἔνοχα συμβιβασμένων πολιτικῶν καὶ δῆθεν ἰσχυρῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Πάντα πρᾶος καὶ δυναμικὸς μαζί. Ταπεινὸς καὶ σεμνὸς παρὰ τὴ δημόσια προβολή του, ἀκούραστος παρὰ τὴν ἀσθενικὴ φύση του, ἱεραποστολικὸς καὶ μοναχός ταυτόχρονα. Ἡ μυστικὴ κραυγὴ τῆς καρδιᾶς του πιὸ εὔλογη ἀπὸ τὸ χαρισματικὸ στόμα του. Ἕνας πονεμένος ἄρχοντας μὲ ἐκεῖνο τὸ ἔξυπνο χαμόγελο, ἄνθρωπος προσευχῆς καὶ ἀλάνθαστης σκέψης. Λεβέντης πραγματικός!

Μὲ τὰ ὑλικὰ εἶχε ἰδιάζουσα σχέση. Ἀνοιχτοχέρης, φιλόξενος, δοτικὸς στοὺς ἄλλους, ὁλοκληρωτικὰ αὐτοπροσφερόμενος. Καθόλου νοσηρὰ προστατευόμενος καὶ ἀσφαλιζόμενος. Ὁ ἴδιος ὀλιγαρκής, καὶ ὄχι μόνον. Φτωχὸς κατ’ ἐπιλογήν. Τὰ ροῦχα του πάντα στὸ ὅριο τῆς φθορᾶς. Ἀπὸ ἀρχιερατικά τὰ ἀναγκαῖα. Εἶχα τὴν εὐλογία, τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του νὰ διανυκτερεύσω στὸ κελλί του. Κελλὶ ἀσκητῆ, οὔτε κἂν συνήθους μοναχοῦ. Μιὰ κουρελοῦ στὸ πάτωμα. Ἕνα κρεβάτι σιδερένιο νοσοκομειακό, παλαιοῦ τύπου μὲ σοῦστες, στρῶμα βαμβακερό, πατημένο, σκεπασμένο μὲ μιὰ ὑφαντὴ παλιὰ κουβέρτα. Μιὰ ξυλόσομπα κυλινδρικὴ μαντεμένια. Λίγα ράφια μὲ τὰ ἀπαραίτητα βιβλία, Καινὴ Διαθήκη, Προσευχητάρι, Ὡρολόγιο κ.λπ. Κανὰ δυὸ εἰκόνες ἁπλές. Ἕνας μικρὸς σταυρός. Ἀπέναντι στὸν τοῖχο κρεμασμένα δύο ζωστικά παλιά, τὸ ἕνα ἐμφανῶς ξεθωριασμένο, καὶ ἕνα παντελόνι, τὸ ὁποῖο ὅταν ἀργότερα τὸ κληρονόμησα διαπίστωσα ὅτι ἦταν λειωμένο καὶ μπαλωμένο. Εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ σχίζεται. Ἕνα δωμάτιο γεμᾶτο ἀλήθεια, χωρὶς κανένα βάρος ματαιότητος. Αὐτὸς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύονταν ὁ κόσμος τὰ χρήματα καὶ τὶς οἰκονομίες του, αὐτὸς ποὺ διαχειριζόταν ἑκατομμύρια δραχμές, αὐτὸς ποὺ τάιζε καὶ ἔντυνε χιλιάδες πεινασμένους, δὲν εἶχε οὔτε σκέψη νὰ κρατήσει κάτι γιὰ τὶς ὑποτιθέμενες ἀνάγκες του.

Στὶς μέρες του, ἡ Κόνιτσα εἶδε κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε φαντασθεῖ. Τὰ ξενοδοχεῖα της γέμιζαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Σεβαστιανοῦ, τὰ μαγαζιὰ λειτουργοῦσαν χάρις σ’ αὐτόν. Στὴν ἀξέχαστη κηδεία του περισσότεροι ἀπὸ 12.500 ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς καὶ ὄχι μόνον, ἔτρεξαν νὰ ὁμολογήσουν τὴν ἀναγνώρισή τους στὸν ἥρωα καὶ πατέρα τους, στὸ πρότυπο καὶ παράδειγμά τους.

Πέρασαν εἴκοσι χρόνια ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του, καὶ ἡ ζωή του δὲν μπορεῖ νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὴν ὀθόνη τῶν ἀναμνήσεών μας. Γεγονότα, περιστατικά, συζητήσεις, λόγια, ἐντυπώσεις ἔρχονται καὶ ἐπανέρχονται ἐνισχυμένα μέσα μας. Ρίχνοντας μιὰ ματιὰ στὴ σύγχρονη πραγματικότητα, ζῶντας μιὰ ὕπουλη πνευματικὴ ὑποδούλωση κάτω ἀπὸ ἐξαιρετικὰ ἀπειλητικὲς συνθῆκες γιὰ τὴν ὑπόσταση τοῦ ἔθνους μας, ψάχνοντας ἀπεγνωσμένα κι ἐμεῖς γιὰ τὴν παρηγοριὰ μιᾶς ἀνάλογης προφητικῆς παρουσίας στὶς μέρες μας, διαπιστώνουμε ὅτι οἱ μεγάλοι εἶναι σπάνιοι καὶ ἀδιάδοχοι, καὶ ὅτι τέτοιοι δὲν γεννιῶνται ἀπὸ μόνοι τους, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοὺς δίνει ὅποτε καὶ σὲ ὅποιους Ἐκεῖνος κρίνει. Ὡστόσο, ἐμεῖς πρὶν καταρρεύσουμε ἀπὸ ἀπογοήτευση γιὰ τὴ σημερινή μας παρακμή, κρατιόμαστε πάνω στὸν ἀντίλαλο τῆς δυνατῆς φωνῆς του στὸ Μαυρόπουλο καὶ στὴν κοιλάδα τοῦ Δρίνου ποταμοῦ κάθε Πάσχα: «Κουράγιο, ἀδελφοί μας Βορειοηπειρῶτες, μὴν ἀποκάμνετε! Δὲν εἶσθε μόνοι. Κοντά σας εἶναι ὁ Νικητὴς τοῦ Θανάτου, ὁ Ἀναστὰς Κύριος. Αὐτὸς πιστεύομεν ἀκραδάντως, σύντομα θὰ δώσει καὶ τὴν ἰδικήν σας ἀνάστασιν, τὴν ἀνάστασιν τῆς Βορείου Ἠπείρου. Καὶ ὅλοι μαζὶ ἐν ἀγαλλιάσει θὰ ψάλλουμε τὸν νικητήριο παιᾶνα: Χριστὸς Ἀνέστη καὶ ἡ Βόρειος Ἤπειρος Ἀνέστη!».

Κι ἐμεῖς, ὅσοι κρατᾶμε τὴν πίστη, τὴν ὁμολογία καὶ τὴν προσευχή μας, δὲν ἀποκάμνουμε, γιατὶ πιστεύουμε ὅτι ὁ Σεβαστιανὸς ζεῖ. Μόνο ποὺ ἐμεῖς ζῶντας στὰ ἑλληνοχώρια τῆς γήινης σκλαβιᾶς μας, μὲ σβησμένα τὰ φῶτα τῶν πνευματικῶν πόθων μας, σὰν ἄλλοι φοβισμένοι βορειοηπειρῶτες, ἀκοῦμε ἀπὸ τὸ Μαυρόπουλο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καθὼς αὐτὸς γιορτάζει τὸ αἰώνιο Πάσχα στὶς κορυφές της, στεντόρια τὴ φωνή του νὰ ἀντηχεῖ στὰ αὐτιά μας παρηλλαγμένη: «Κουράγιο περιλειπόμενοι, ἀδελφοί μου, ὅσοι κρατιέστε στὴν πίστη στὸ Χριστὸ καὶ στὴν ἀγάπη στὴν Ἑλλάδα, μὴν ἀποκάμετε μὲ ὅσα βλέπετε. Δὲν εἶσθε μόνοι. Κοντά σας εἶναι ὁ Νικητὴς τοῦ Θανάτου, ὁ Ἀναστὰς Κύριος. Σύντομα θὰ περάσει ὁ πνευματικὸς διωγμός καὶ ὅλοι μαζὶ ἐν ἀγαλλιάσει θὰ ψάλλουμε τὸν νικητήριο παιᾶνα: Χριστὸς Ἀνέστη καὶ ἡ Ἑλλάδα μας κι ὁ κόσμος μας Ἀνέστη!».


* Παρουσίαση στἠν Αἴθουσα Τελετῶν τοῦ ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 30.11.2014 καὶ στὴν Κόνιτσα, 14.12.2014
(20 ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως τοῦ Μητροπολίτου Σεβαστιανοῦ).

pdf


Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΦΩΤΟΝΙΩΝ*

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου


photons-s

Ζοῦμε σὲ ἕναν πανέμορφο κόσμο ποὺ τὸ μυστικό τῆς ζωῆς τὸ σηκώνουν μικροσκοπικὲς ὀντότητες ποὺ λέγονται γονίδια. Εἶναι δυσδιάκριτα, δὲν φαίνονται. Ὅμως αὐτὰ προσδιορίζουν τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἰδιώματά της. Αὐτὰ χαρακτηρίζουν τὸ κάθε πρόσωπο, καθορίζουν τὴν ταυτότητα. Μὲ ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρειες.

Κολυμπᾶμε μέσα σὲ ἕναν ὠκεανὸ ἄπειρων σωματιδίων, ποὺ ταυτοποιοῦνται μὲ ποικίλα καὶ παράξενα ὀνόματα: Quarks, γκλουόνια, μποζόνια, λεπτόνια, βαρυόνια, νετρίνα, φωτόνια καὶ πλῆθος ἄλλων. Καὶ ποὺ δὲν φαίνονται. Ὅμως αὐτὰ τὰ μικρὰ στηρίζουν τὸ μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτὰ κρύβουν τὸ μυστήριό του. Ὅλα ἔχουν τὴν ἀποστολὴ καὶ τὴ σημασία τους. Ὅσο μικρὰ κι ἂν εἶναι. Κάποια εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὴ μᾶζα. Λέγονται μποζόνια. Οὔτε καταλαβαίνουμε γιατί. Χωρὶς ὅμως αὐτὰ δὲν θὰ ψηλαφούσαμε τὸν κόσμο μας. Ἄλλα πάλι βοηθοῦν στὴ διάδοση τῶν δυνάμεων. Κάποια εἶναι γνωστὰ ὡς γκλουόνια. Κι αὐτὸ κακόηχο. Καὶ ἄλλα συγκροτοῦν τὸ φῶς. Αὐτὰ λέγονται φωτόνια. Πιὸ εὔηχο ὄνομα.

Μᾶζα, δυνάμεις, φῶς.

Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἑρμηνεύεται ἡ μᾶζα ἢ νὰ δικαιολογεῖται ἡ διάδοση τῶν δυνάμεων. Ἡ ὕλη ψηλαφεῖται, οἱ δυνάμεις συντηροῦν τὴν κίνηση καὶ διατηροῦν τὶς ἰσορροπίες. Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν ὕλη καὶ τὴ βαρύτητα.

Γιὰ κάποιον ὅμως λόγο, τὸ φωτόνιο ἔχει ἕνα μοναδικὸ μεγαλεῖο. Εἶναι πολὺ εὐγενές, δὲν ἔχει μᾶζα, ἀλλὰ ὅμως ὑπάρχει. Καὶ μάλιστα μπορεῖ νὰ γεννήσει μᾶζα. Κουβαλάει ἐνέργεια. Κυρίως ὅμως δείχνει καὶ φανερώνει. Χάρις στὰ φωτόνια ἀπολαμβάνουμε τὸ αἴσθημα τῆς ὅρασης. Ὁ κόσμος φαίνεται. Καὶ εἶναι τόσο ὄμορφος. Πλῆθος χρωμάτων, ἐντυπωσιακὲς συμμετρίες, ἐκπληκτικὲς ἀσυμμετρίες, ἀντιθέσεις, ἀνακλάσεις, ἁρμονία, βάθος, ἐναλλαγές. Χωρὶς τὰ φωτόνια δὲν θὰ ξέραμε τὶ θὰ πεῖ κάλλος, ὀμορφιά, αἰσθητική, ποικιλία, ὀπτικὴ ἁρμονία. Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ συγκρίνουμε. Σὰν αὐτὰ νὰ δίνουν ζωὴ στὴν ὕλη.

Τὰ φωτόνια ἐπιβεβαιώνουν τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, κυρίως ὅμως ἀποκαλύπτουν τὴν ὀμορφιά του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν δεῖς, πρέπει νὰ τὰ ἀνακαλύψεις.

Σ’ αὐτὸ βοηθοῦν τὰ μάτια μας. Ὅταν αὐτὰ χάνουν τὴν ἀκρίβεια ἢ τὴν εὐαισθησία τους, τότε χρησιμοποιοῦμε διορθωτικοὺς φακούς. Γιὰ νὰ ἀντικρύσουμε τὰ μικρὰ ἀντικείμενα ποὺ δὲν διακρίνονται, ἔχουμε τὰ μικροσκόπια. Γιὰ τὰ μακρινὰ ποὺ ἐπίσης εἶναι ἀθέατα, κατασκευάσαμε τὰ τηλεσκόπια. Κι ἔτσι βλέπουμε καὶ αὐτὰ ποὺ ...δὲν φαίνονται. Εἶναι πολὺ ὄμορφος ὁ κόσμος μας. Καὶ περικλείει πολλὴ σοφία. Ἡ ὀμορφιὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ αὐτὸς δείχνει. Καὶ ἡ σοφία μέσα σὲ αὐτὸ ποὺ κρύβει. Τὸ πρῶτο τὸ ἀπολαμβάνει τὸ μάτι. Τὸ δεύτερο μαγεύει τὴ σκέψη. Χωρὶς τὸ ἐρέθισμα τῆς θεατῆς ὀμορφιᾶς, ἡ σκέψη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ διεισδυτικὰ ταξείδια της. Γι’ αὐτὸ εἶναι τόσο πολύτιμα τὰ φωτόνια.

Ἄλλοτε πάλι μὲ τὰ τηλεσκόπια φωτογραφίζουμε ἢ ἀνιχνεύουμε. Δὲν βλέπουμε. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Ἡ ἀνίχνευση προκαλεῖ τὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς διαπίστωσης. Ἡ σκέψη τὴ μαγεία τῆς ἀνακάλυψης. Ἡ θέα ὅμως εἶναι αὐτὴ ποὺ γεννᾶ τὴ συγκίνηση τῆς ἀμεσότητας. Εἶναι ὑπέροχο πράγμα οἱ αἰσθήσεις μας. Καὶ κυρίως ἡ ὅραση.

Λέγει ὁ Ἐλύτης: Θεέ μου, πόσο μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε! Κι ἐμεῖς συμπληρώνουμε: Θεέ μου, πόσα φωτόνια ἔφτιαξες γιὰ νὰ σὲ ὑποψιαζόμαστε!

«Εἶπεν ὁ Θεός: γενηθήτω φῶς∙ καὶ ἐγένετο φῶς». Μάλιστα «ἐν ἀρχῇ», τὸ πρῶτο πράγμα. Τελικά, τὸ σωμάτιο τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τὸ μποζόνιο οὔτε λέγεται higgs∙ αὐτὸ δὲν θὰ πεῖ τίποτα. Τὸ σωμάτιο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ φωτόνιο. Καὶ ἡ πύλη πρὸς τὸν κόσμο τὸ τηλεσκόπιο. Βάζεις τὸ μάτι σου στὸν φακὸ καὶ ξεχύνεσαι στὸ ἄπειρο. Ἐκεῖ ποὺ συναντᾶται ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν ἀλήθεια. Τὸ μάτι βλέπει. Ἡ καρδιὰ χτυπάει. Ἡ σκέψη καλπάζει. Διαλέγεται μὲ τὰ φωτόνια.

Εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ θέα, ἡ ζωντανὴ εἰκόνα. Ἰδίως στὴν πατρίδα μας. Θάλασσες, νησάκια, οὐρανός. Κόλποι, παραλίες, λόφοι, ὅλα μαζί. Ἡ φυσική της ὀμορφιὰ σὲ ταξειδεύει. Σὲ κάνει νὰ θέλεις ἢ νὰ μείνεις γιὰ πάντα στὴ γῆ ἢ νὰ φύγεις. Θέλεις νὰ ζεῖς γιὰ πάντα. Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν γίνεται στὴ γῆ, θέλεις νὰ πᾶς ἀλλοῦ. Ἡ ὀμορφιὰ ἐνδυμανώνει τὴν αἰωνιότητά σου. Βάζεις τὸ μάτι στὸ τηλεσκόπιο καὶ φεύγεις. Φεύγεις στὸ ἄπειρο. Χάνεσαι στὸν χῶρο. Ἐλευθερώνεσαι ἀπὸ τὸν χρόνο. Τί ὡραία ἡ αἴσθηση τοῦ σύμπαντος!

Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ τὸ ἄπειρο σοῦ εἶναι πεπερασμένο. Καὶ ὁ χρόνος λίγος. Θέλεις νὰ φύγεις κι ἄλλο. Θέλεις ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν ὁρωμένων νὰ περάσεις στὴ ἐμπειρία τῶν ἀθεάτων. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ χρωστᾶς στὰ φωτόνια. Τὰ φωτόνια σοῦ δείχνουν τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κτιστοῦ καὶ σὲ ὑποψιάζουν γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ ἀκτίστου. Τὰ φωτόνια δείχνουν Αὐτὸν ποὺ δὲν φαίνεται. Δείχνουν τὸν Θεό.

Θέλω νὰ ἐκφράσω τὴ χαρά μου γιὰ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀποψινῆς βραδιᾶς καὶ τὶς πολλὲς εὐχαριστίες μου στὸν κ. Τσίγκανο καὶ γιὰ τὴν πρόσκληση καὶ γιὰ τὴ δυνατότητα νὰ ἀνοίξω γιὰ λίγο μπροστά σας τὴν καρδιά μου. Εἶναι πολὺ ὡραῖο πράγμα ἡ ζωή σου νὰ φιλοξενεῖ καὶ αἴσθηση Ἀστροφυσικῆς καὶ ἐμπειρία ἱερωσύνης.

Καὶ εἶναι θαυμάσιο νὰ περνᾶς μιὰ ὄμορφη βραδιὰ στὴν Πεντέλη μὲ ἀνοιχτὸ τὸν θόλο κυνηγώντας φωτόνια. Ἴσως καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ ψάχνεις χρόνια ὁλόκληρα ἕνα μποζόνιο στὴ Γενεύη!

Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.


*Δυὸ λόγια στὴν ἐκδήλωση τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀστεροσκοπείου Ἀθηνῶν, μὲ ἀφορμὴ τὴν πλήρη ἀποκατάσταση τοῦ ἱστορικοῦ τηλεσκοπίου Newall, Παλ. Πεντέλη, 21.9.2013.

Ὁμιλία pdf


Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου

(Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς κ.Νικολάου) 


05.02-estayrwmenos

   Ἡ Ἐκκλησία στὸ κέντρο τῶν ναῶν, στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς μας προβάλλει καὶ θέλει νὰ προβάλλει τὸν Χριστὸ ἐσταυρωμένο. Αὐτὲς τὶς μέρες προσφέρει ὅλους τοὺς χυμοὺς τῆς θεολογίας της καὶ τοῦ λειτουργικοῦ πλούτου της γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν θεολογικὴ ἀλήθεια ἡ ὁποία κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐσταυρωμένου Θεοῦ.

   Συχνὰ ἔρχεται ἡ ἐρώτηση στὸν καθένα μας: ἄραγε τὸ πάθος τοῦ Κυρίου, ὁ σταυρός, τί εἶναι; Εἶναι οἱ κολαφισμοί, εἶναι τὰ ραπίσματα, εἶναι οἱ ἐμπαιγμοί, εἶναι ὁ ἀκάνθινος στέφανος, εἶναι ἡ χλαμύδα, εἶναι ὁ κάλαμος, εἶναι τὰ καρφιά; Ὄχι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Αὐτὰ ὅλα καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἴσως τὰ πέρασαν. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ ἐγκόσμιο πλαίσιο, τὴν εἰκόνα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πάθος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

   Ὁ ἀληθινὸς ὅμως σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἔχει τρία σκέλη. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ σταυρὸς τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ, αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας τὴν ὁποία ὅλοι μας τὴν νοιώθουμε ὡς ροπή, ὡς στροφή, ὡς εὐκολία πρὸς τὸ κακό. Ὁ Κύριος λοιπὸν δέχεται πάνω στὸν σταυρὸ αὐτὸ τὸ βάρος τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας καὶ τάσεως ποὺ ὅλοι μας ἔχουμε κληρονομήσει.

   Τὸ δεύτερο εἶναι ὁ τρόπος τῆς σωτηρίας μας. Αὐτὸς ὁ φοβερὸς τρόπος ποὺ περιγράφεται στὶς εὐαγγελικὲς περικοπές. Τί ἀσύλληπτο πρᾶγμα! Νὰ πρέπει ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος ἐνδύθηκε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, πολιτεύθηκε καὶ ἔζησε μαζί μας, αὐτὸς ὁ Θεὸς νὰ ραπισθεῖ, μὲ ποιό χέρι; Νὰ δεχθεῖ εἰρωνίες, μὲ ποιά γλῶσσα; Νὰ προδοθεῖ, ἀπὸ ποιὰ καρδιά; Νὰ ὑπομείνει ὅλες αὐτὲς τὶς ἀτιμώσεις, ἀπὸ ποιὰ παραγωγικὰ ἀνθρώπινα μυαλά; Ὁ ξεπεσμὸς τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ποὺ ἀποκορυφώνεται μὲ τὸν τρόπο τῆς σταυρικῆς θυσίας καὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τὴν δεύτερη οὐσιαστικὴ αἰτία τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, τὴν δεύτερη ἔκφραση τοῦ σταυροῦ Του.

   Ὑπάρχει καὶ μία τρίτη καὶ αὐτὴ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν κραυγὴ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Κυρίου «Θεέ μου, Θεέ μου ἱνατί μὲ ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. κζ΄ 46). Ἀπίστευτος λόγος! Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς νὰ ἀποκαλεῖ τὸν Θεὸ πατέρα «Θεέ μου, Θεέ μου»; Πῶς εἶναι δυνατόν νὰ μιλάει γιὰ ἐγκατάλειψη ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν Θεό; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀνάγκης καὶ ἀγωνίας; Αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλύτερη δοκιμασία τῆς Τριαδικῆς θεότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόκληση τῆς Τριαδικῆς θεότητος καὶ τῆς Τριαδικῆς ἑνότητος τῶν προσώπων.

   Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας τὸ ζοῦμε κι ἐμεῖς. Τὸ γεγονὸς τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας ἐπίσης τὸ ζοῦμε κι ἐμεῖς. Καὶ τὸ γεγονὸς ἐπίσης τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Θεοῦ κι ἐμεῖς μποροῦμε καὶ εἶμαι σίγουρος πὼς καθημερινὰ τὸ διακρίνουμε στὴ ζωή μας. Οἱ μέρες αὐτὲς ἀποτελοῦν γιὰ τὸν καθένα μας μία ἀφορμὴ νὰ ξεπεράσουμε αὐτὲς τὶς ζυμωμένες μὲ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν βαθύτερη ὑπόστασή μας καταστάσεις. Καὶ αὐτὸ θὰ γίνει ἂν σηκώσουμε κι ἐμεῖς τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἂν μπορέσουμε, νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴν ἁγιότητα στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι Ἐκκλησία τὰ ἔθιμα. Δὲν εἶναι Ἐκκλησία οἱ τύποι καὶ τὰ σύμβολα. Δὲν εἶναι Ἐκκλησία οἱ ἀναμνήσεις τῶν ἀγίων. Δὲν εἶναι Ἐκκλησία οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων στοὺς ναούς μας. Δὲν εἶναι Ἐκκλησία τὰ κτίρια τῶν ναῶν. Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐξαγιασμένη ζωή μας. Εἶναι τὸ ξεπέρασμα τῆς ἁμαρτίας μέσα μας. Εἶναι ὁ ἀγώνας νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ὅπως τὴν ἔχουν ζήσει 2000 χρόνια τώρα οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας.

  Αὐτὸ θὰ μᾶς ἀξιώσει ὄχι μόνον νὰ εἴμαστε συμμέτοχοι στὰ παθήματα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς μεγάλης χαρᾶς καὶ τῆς μεγάλης εὐλογίας νὰ εἴμαστε συμμέτοχοι καὶ στὴ δική Του ἀνάσταση, ἀρχῆς γενομένης -γιατί ὄχι;- ἀπὸ φέτος. Σᾶς εὔχομαι μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, μᾶς εὔχεται ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅλους,
Καλὴ Ἀνάσταση!


Ὁμιλία pdf




«Ἔφθασε καιρὸς ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή…
…τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται»

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου


M.SarakosthἩ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀποτελεῖ τὴν περίοδο τῶν πνευματικῶν εὐκαιριῶν καὶ προσδοκιῶν ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Τὴν περιμένουμε ὅλο τὸν χρόνο καὶ ἡ Ἐκκλησία σιγά-σιγά μᾶς προετοιμάζει γι᾿ αὐτήν. Τρεῖς ἑβδομάδες τώρα, διαβάζουμε κάθε μέρα ἀνάλογα εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, ψάλλουμε σχετικὰ τροπάρια, σταδιακὰ προχωροῦμε καὶ πρὸς τὴν νηστεία καὶ φτάνουμε σὲ αὐτὴν τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς συγχωρήσεως ἡ ὁποία σημαδεύει καὶ τὴν ἔναρξη τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἀλλάζει ὁ διάκοσμος τῶν ναῶν μας. Ἀλλάζει ὁ φωτισμός, ἀλλάζουν τὰ χρώματα, ἀλλάζουν τὰ ἐξωτερικά, γιὰ νὰ γίνει μιὰ σχετικὴ ἀλλαγὴ ποὺ θὰ βοηθήσει τὴν ψυχή μας ὄχι δημιουργώντας κατάσταση ψεύτικης θλίψης, ἀλλὰ δημιουργώντας τὶς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ ἐσωτερικὴ συνοχή, γιὰ μιὰ στροφὴ πρὸς τὰ μέσα μας, γιὰ αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε ὅλοι μας, διότι τὴν ἐντελῶς διαφορετικὴ πορεία συνήθως ἀκολουθοῦμε.

Ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη μὲ περισπασμούς. Εἴμαστε πολὺ εὔκολοι νὰ περιπολεύουμε περὶ τὰ καθημερινά, νὰ μεριμνοῦμε γιὰ τὰ δευτερεύοντα, νὰ γλυστράει τὸ μυαλό μας, νὰ εἶναι πολυπόρευτος ὁ νοῦς καὶ ὀλισθηρὰ -κατὰ τὴν γλώσσα τῶν πατέρων- ἡ διάνοιά μας.

Λέει ἕνα πολὺ ὡραῖο πατερικὸ ρητὸ ὅτι «νοῦς μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω ἐπάνεισι πρὸς ἑαυτὸν καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεόν». Ἕνας νοῦς, μιὰ καρδιά, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν σκορπίζει πρὸς τὰ ἔξω ἐπιστρέφει στὸν ἑαυτό του καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του πρὸς τὸν Θεό. Ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη φυσικὴ παρατήρηση, ποὺ λέει ὅτι τὰ φωτεινὰ χρώματα εἶναι τὰ χρώματα τὰ ὁποῖα ἀκτινοβολοῦν πολύ, ἐνῶ τὰ σκοτεινὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀπορροφοῦν τὴν ἀκτινοβολία. Κάτι τέτοιο ἴσως γίνεται καὶ τέτοιες μέρες ποὺ μὲ τὸν χαμηλὸ φωτισμό, μὲ τὴν ἁπαλὴ φωνή τῶν ψαλτῶν, μὲ τὰ ροῦχα τὰ σχετικῶν χρωμάτων τῶν ἱερέων καὶ τὰ χρώματα τὰ σχετικά τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς βοηθάει, ἀντὶ νὰ σκορπίσει τὸ μυαλό μας πρὸς τὰ ἔξω, νὰ μαζευτεῖ λίγο πρὸς τὰ μέσα, νὰ μπεῖ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός, νὰ ἐπιστρέψουμε δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸ τὸν Θεὸ ὁ κάθε ἕνας μας.

Καὶ ἐρχόμαστε λοιπὸν ἔτσι στὴν Μεγάλη Σαρακοστή, σὲ αὐτὴ τὴν ὄμορφη περίοδο, μὲ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ δίψα, αὐτὰ τὰ ἀπροσδιόριστα πολλὲς φορὲς ὄνειρα, ποὺ ὅμως εἶναι τόσο βαθειά, γιατί ὑπόσχεται ὁ Θεὸς μεγάλα καὶ γιὰ αὐτὴν τὴν περίοδο ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ζωή μας.

Ἂς ποῦμε λοιπόν δυὸ λόγια παρμένα μέσα ἀπὸ τοὺς ὕμνους, μέσα ἀπὸ τὶς ἀφορμὲς ποὺ δίνει ἡ Ἐκκλησία, μέσα ἀπὸ τὸν πατερικὸ λόγο καὶ τὸ φρόνημα ποὺ σίγουρα θὰ ἦταν πολύτιμα στὸ ξεκίνημά μας σὲ αὐτὴν τὴν πορεία. Τί χαρακτηριστικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε ξεκινῶντας τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πολλὰ ὑπάρχουν, λίγα ἐμεῖς θὰ ποῦμε.

Τὸ πρῶτο θὰ τὸ πάρω ἀπὸ τὴν λέξη «συγχώρηση». Αὐτὸ πού μᾶς ζητάει ὁ Θεός, αὐτὸ πού μᾶς προτείνει ἡ Ἐκκλησία εἶναι νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν χῶρο μας, τὸν χῶρο τοῦ ἐγωισμοῦ μας, τὸν χῶρο τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μας, τὸν χῶρο πού μᾶς κάνει νὰ εἴμαστε ἔνοχα δικοί μας καὶ νὰ μποῦμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ποὺ μποροῦμε νὰ συναντήσουμε τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει τὸ δικό μου καὶ τὸ δικό σου. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔχουμε διαφορές. Ἐκεῖ ποὺ τῶν ἄλλων τὰ ἐλαττώματα εἶναι ἀφορμὲς γιὰ τὴν δική μας ἀγάπη. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἁμαρτίες τῶν ἄλλων εἶναι δικές μας καὶ οἱ δικές μας ἀρετὲς ἀνήκουν καὶ στοὺς ἄλλους. Ἐκεῖ ποὺ οἱ εὐλογίες τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλων μας. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι ἄλλοι ἀλλὰ ἀποτελοῦν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, κομμάτια καὶ τοῦ δικοῦ μας ἑαυτοῦ. Ἐκεῖ ποὺ νοιώθουμε ὅλοι μαζὶ, καὶ ὅλοι καὶ μαζὶ, καὶ ἀλλήλων μέλη. Ἐκεῖ πλέον ποὺ δὲν ἔχουμε νὰ χωρίσουμε τίποτε, ἀλλὰ ἔχουμε τὸν κοινὸ στόχο πού μᾶς κάνει ὅλους νὰ ἀποτελοῦμε λατρευτικὴ σύναξη καὶ ἐκκλησία.

Τὸ πρῶτο λοιπὸν πράγμα εἶναι ἡ συγχώρηση. Εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης, ἡ αἴσθηση τῆς κοινωνίας, τὸ ὅτι εἴμαστε ὅλοι καὶ μαζὶ ὁμονοοῦντες καὶ ὁμοφρονοῦντες σὲ αὐτὴν τὴν πορεία, σὲ αὐτὴν τὴν ἐπιδίωξη, σὲ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, σὲ αὐτὴν τὴν προσδοκία τῶν εὐλογιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἀφήνουμε τὸν δικό μας χῶρο καὶ μπαίνουμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ ὅπου χωροῦν ὅλοι καὶ ὅπου δέν μᾶς ξεχωρίζει τίποτε. Καὶ ἂς ἕχουμε τὰ στραβά μας, ἂς ἔχουμε τὰ ἐλαττώματά μας, ἂς ἔχουμε τὰ πάθη μας. Μπορεῖ νὰ τὰ ἔχουμε, μπορεῖ νὰ τὰ ἐκφράζουμε ἀλλὰ μποροῦμε ταυτόχρονα καὶ νὰ συγχωρούμεθα, νὰ μοιραζόμαστε τὸ γεγονός τῆς σωτηρίας καὶ τὴν προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὅλοι καὶ μαζί.

Τὸ δεύτερο πράγμα εἶναι ὅτι ὄχι μόνο νὰ μποῦμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ μποῦμε στὸν χρόνο τοῦ Θεοῦ, σὲ αὐτὸν τὸν καιρό ὅπου ὁ Θεὸς πλέον κυριαρχεῖ. Ἐκεῖ ποὺ δὲν παίζουν ρόλο τὰ κοσμικὰ γεγονότα. Ἐκεῖ ποὺ καὶ ἡ δική μας προσωπικὴ ἱστορία ἔχει τὴν σημασία της, ἀλλὰ ἐκφυλίζεται -ἂν μποροῦμε νὰ ποῦμε- μπροστὰ στὸ πῶς ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ.

Ὅταν ὁ ἰερὲας ἐτοιμάζεται νὰ λειτουργήσει λέει μιὰ εὐχὴ «καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ»• ἦρθε ὁ χρόνος, ὁ καιρός, ἡ ὥρα ποὺ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ὁ Θεὸς πλέον στὴν ζωή μας. Ὁ Θεὸς πάντα ἐνεργεῖ στὴν ζωή μας. Ἐμεῖς καλούμεθα τέτοιες μέρες νὰ ἀφήσουμε ὅλους τοὺς περισπασμοὺς -ὅσους μποροῦμε- τὶς μέριμνες, τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, τὰ προγράμματα, τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ γεγονότα. Θὰ βρεθοῦμε σὲ μεγάλους πειρασμοὺς αὐτὲς τὶς μέρες, διότι ἡ πρόκληση τῶν κοσμικῶν γεγονότων θὰ εἶναι μεγάλη. Παρὰ ταῦτα, ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ δώσουμε σ΄ ὅλα αὐτὰ τὴν βαρύτητα ποὺ τοὺς ἁρμόζει, γιὰ νὰ προχωρήσουμε πιὸ πολὺ στὰ γεγονότα τοῦ Θεοῦ, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Αὐτὸς ἐνεργεῖ στὴν ζωή μας, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Αὐτὸς εἰσέρχεται στὴν ἱστορία, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Αὐτὸς ἀσκεῖ τὴν Θεία Οἰκονομία.

Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, χρειάζεται ἡ ψυχή μας λίγη ἡσυχία. Χρειάζεται λίγο νὰ φροντίσουμε τὶς ἐντάσεις καὶ νὰ τὶς περιορίσουμε. Νὰ ρυθμίσουμε τὸ πρόγραμμά μας ἔτσι ὥστε νὰ ἐκδηλώνεται στὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀφήσει λίγη ἰκμάδα πνευματική, λίγες δυνάμεις γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε αὐτὰ ποὺ ἐνεργοῦνται, νὰ ἀκούσουμε τὴν φωνή τοῦ Θεοῦ, νὰ διαπιστώσουμε κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ γεγονός τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Θείας Οἰκονομίας στὴν ζωή μας.

Αὐτὸς εἶναι ὁ καιρός στὸν ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ τρόπάριο «ἔφθασε καιρὸς ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή». Αὐτὸ τὸ τριήμερο θὰ ἀκοῦμε συνέχεια αὐτὴν τὴν λέξη, «καιρός». Δὲν θὰ ἀκοῦμε τὴν λέξη χρόνος, δὲν θὰ ἀκοῦμε τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν λέξη «καιρός». Αὐτὸς ὁ καιρός εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ χρόνου σὲ κάτι πνευματικό, μέσα στὸ ὁποῖο μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ μποῦμε καὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀξιοποιήσουμε τὶς εὐκαιρίες ποὺ σὲ ὅλους μας δίνει.

Τὸ πρῶτο λοιπὸν εἶναι νὰ μποῦμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ, νὰ συγχωρηθοῦμε μὲ τὴν ἀγάπη. Τὸ δεὺτερο νὰ μποῦμε στὸν χρὸνο τοῦ Θεοῦ, νὰ συγχρονιστοῦμε μὲ τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυνατότητα τῆς ἡσυχίας στὸ μέτρο ποὺ ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ τὴν ἀσκήσει.

Ὑπάρχει ἕνα τρίτο πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλάει πολὺ ἡ Ἐκκλησία. Μᾶς λέει ὅτι καλούμαστε νὰ ἀσχοληθοῦμε λίγο μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν. Οἰ εὐαγγελικὲς περικοπὲς αὐτες τὶς μέρες μιλοῦν γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη, γιὰ τὴν νηστεία, γιὰ τὴν προσευχή, γιὰ τὴν ἀνεκτικότητα, τὴ συγχωρητικότητα καὶ γιὰ τὴν μετάθεση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοός μας στὸν οὐρανὸ καὶ στὰ πνευματικά. «Ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ἡμῶν ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ἡμῶν» (Ματθ. στ΄ 21), ὅπου ὑπάρχει δηλαδὴ ἡ τάση μας, ἡ ροπή μας, ἡ ἐπιλογή μας, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ καρδιά μας. «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς...» (στ. 19), ὰλλὰ νὰ «θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανοῖς» (στ. 20) οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄφθαρτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν χάνονται, οἱ ὁποῖοι εἶναι θησαυροὶ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Αὐτὸ σημαίνει νὰ μεταθέσουμε τὸ φρόνημα καὶ τὴν καρδιά μας σὲ κάτι οὐράνιο, σὲ κάτι πνευματικό, σὲ κάτι ποὺ δὲν φθείρεται, σὲ κάτι ποὺ εἶναι τόσο ἀληθινό.

Μᾶς προτείνει λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία μιὰ ἁλυσίδα ἀρετῶν: τὴν κατὰ Θεὸν νηστεία ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶναι κατὰ Θεόν• τὴν κατὰ Θεὸν προσευχὴ ποὺ κι αὐτὴ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι κατὰ Θεὸν καὶ νὰ εἶναι ἀργολογία καὶ βατολογία καὶ ἐπίδειξη• τὴν κατὰ Θεὸν ἐλεημοσύνη, τὴν προσφορὰ ἐν τῷ κρυπτῷ, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο. Μᾶς δίνει αὐτὴν τὴν δυνατότητα, διαβάζοντας σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν περίοδο τὸ βιβλίο τῆς Κλίμακας τῶν ἀρετῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, νὰ ἐργαστεῖ ὁ καθένας μας κάποιες ἀρετὲς μαζὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ του, μαζὶ μὲ τὴν συμπαράσταση τῶν ἀδελφῶν του ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ ἀρετὲς εἶναι τὰ παράθυρα μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα πέφτουν οἱ ἀκτίνες τῆς θεϊκῆς παρουσίας. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἀνοιχτὰ αὐτὰ τὰ παράθυρα, ποὺ ἀντὶ γιὰ ἀρετὲς κυριαρχεῖται ἀπὸ πάθη, δυσκολεύεται νὰ διαπιστώνει τὸν Θεὸ στὴν ζωή του. Ὁ Θεὸς τοῦ εἶναι ἀνύπαρκτος, τοῦ εἶναι δύσκολος, τοῦ εἶναι κάτι παράξενο, δέν τοῦ εἶναι εὔκολος.

Τὸ τρίτο λοιπὸν πράγμα εἶναι ἡ προθυμία στὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν, αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ποὺ χρειάζεται στὴν παροῦσα κατάσταση ἡ δική μας ψυχή. Δὲν χρειάζεται νὰ συγκρινόμαστε μὲ τοὺς ἄλλους. Οἱ ἀρετὲς καὶ οἱ δικές τους καὶ οἱ δικές μας εἶναι κοινές, ὅπως καὶ τὰ πάθη καὶ οἱ ἀδυναμίες καὶ ἡ πτώση τους χρεώνουν κι ἐμᾶς. Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λὸγο, αὐτό τὸ ὁποῖο ζητάει ὁ Θεὸς εἶναι ὁ κάθε ἕνας νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν ἐργασία τῶν δικῶν του ἀρετῶν, αὐτῶν ποὺ θὰ τὸν ἀπελευθερώσουν, αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ δικά του παράθυρα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ μποῦν οἱ ἀχτίδες τῆς θεϊκῆς παρουσίας.

Ὑπάρχει καὶ ἕνα τέταρτο. Εἶναι ἡ προσδοκία καὶ ἡ προετοιμασία γιὰ τοὺς πειρασμούς. Μιὰ ἀνάλογη περίοδος πρὸς τὴν δική μας περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἦταν ἡ περίοδος ποὺ ὁ Κύριος βρέθηκε στὴν ἔρημο ἀμέσως μετὰ τὸ βάπτισμα. Λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος «τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου» (δ΄1). Τὸ Ἂγιο Πνεῦμα πῆρε τὸν Κύριο καὶ Τὸν ἀνέβασε ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποὺ ἦταν χαμηλὰ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ πειρασθεῖ ἀπὸ τὸν διάβολο. Βρέθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πειρασμοῦ. Καὶ σχολιάζουν οἱ ἅγιοι πατέρες μας ὅτι αὐτὸ συμβαίνει κάθε φορὰ ὅπου ὑπάρχουν μεγάλες εὐλογίες• ὅπου ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐκχύνεται ἐμφανῶς, παραχωρεῖ ὁ Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἕνας πειρασμός, μὲ ὅλους μας. Τὸ ἴδιο συνέβη και στὸν Κύριο ὀλίγον πρὸ τοῦ πάθους, ὀλίγον πρὸ τῆς δόξης Του, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ.

Ἔτσι κι ἐμεῖς σὲ αὐτὴν τὴν περίοδο τῶν ὑψηλῶν στόχων, τῶν μεγάλων πόθων, τῶν σπανίων καὶ μοναδικῶν εὐλογιῶν δὲν θὰ ἦταν καθόλου παράξενο νὰ βρεθοῦμε μέσα σὲ πειρασμούς, ἀπροσδόκητους, ποὺ δὲν μπορούσαμε ἐκ τῶν προτέρων νὰ τοὺς φανταστοῦμε. Ὄχι πειρασμοὺς ποὺ τοὺς δημιουργεῖ ἡ δική μας ἐμπάθεια, ἀλλὰ πειρασμοὐς ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ λογική μας, ἡ αἴσθησή μας λέει πὼς δὲν φταῖμε, δὲν κάναμε κάτι ἐμεῖς. Ὑπάρχει πειρασμὸς καὶ ὑπάρχει προσωποποιημένο καὶ τὸ κακό. Αὐτὸ εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ὀποῖος θὰ μᾶς βάλει τέτοιες παγίδες, ὅπως ἔβαλε καὶ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ αὐξήσει ὅμως τὴν δόξα Του. Καὶ σχολιάζοντας οἱ πατέρες λένε ὅτι ἦρθε ὁ πειρασμὸς ἀμέσως μετὰ τὴν φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ κατὰ τὴν βάπτιση. ῞Ολο αυτὸ τὸ γεγονός, ὅπως περιγράφεται στοὺς συνοπτικοὺς εὐαγγελιστές, ἔχει τρία πράγματα νὰ μᾶς πεῖ, τρεῖς ἀλήθειες νὰ μᾶς ἀποκαλύψει.

Πρῶτον, ὅτι ὁ πειρασμὸς εἶναι πραγματικός• δεύτερον, ὅτι νικήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό• καὶ τρίτον, ὅτι ἡ νίκη κατὰ τοῦ πειρασμοῦ εἶναι, γιὰ νὰ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ νικοῦμε στοὺς πειρασμούς. Ὅπως λέει στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ «οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθεῖσαι εἰς ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» (Ἑβρ. δ΄ 15, ἀλλά, εἶναι «πεπειραμένος», ἔχει δεχθεῖ δηλαδὴ πειρασμὸν καθ᾿ ὅλα, σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡμεῖς, χωρὶς ὅμως ἁμαρτίες. «Καὶ ἐνῶ γὰρ πέπονθε αὐτὸς πειρασθεὶς δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» (Ἑβρ. β΄ 18). Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δέχθηκε τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου καὶ τὴν ἀπέκρουσε καὶ τὸν ἐνίκησε, δύναται νὰ καταλάβει καὶ ἐμᾶς καὶ νὰ συμπαθήσει στὴν δική μας ἀσθένεια καὶ νὰ παράσχει ἀποτελεσματικὰ τὴν βοήθειά Του. Τί μεγάλη παρακαταθήκη αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὴν πάλη κατὰ τοῦ διαβόλου, ὄχι μόνο κατὰ τῶν παθῶν, ποὺ ὁ κάθε ἕνας μας ἔχει νὰ διεξαγάγει!

Μπαίνουμε λοιπὸν στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ συγχωρούμεθα. Μπαίνουμε στὸν χρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ ἡσυχάζουμε. Ἐργαζόμαστε τὶς ἀρετὲς μὲ προθυμία καὶ φιλότιμο καὶ ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τοὺς πειρασμοὺς καὶ προσευχόμεθα καὶ ζοῦμε τὰ σημεῖα τῆς θεϊκῆς βοηθείας.

Θὰ κλείσω καὶ μὲ ἄλλα δυὸ στοιχεῖα. Αὐτὰ βγαίνουν ἀπὸ τὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Τὸ ἕνα εἶναι ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ἀρετῶν τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς προσευχῆς πρέπει νὰ γίνεται «ἐν τῷ κρυπτῷ». Εἶναι ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀγώνας, ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, ὄχι μὲ τυμπανο-κρουσίες ἐξωτερικές, ὄχι μὲ ἐπίδειξη ψεύτικων ἀρετῶν. Αὐτὸ ἔκανε ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἀγώνας τῶν ἀρετῶν λοιπόν δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ θυμίζει τὸν Φαρισαῖο, οὔτε τὸ καλὸ παιδί τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά τοῦ Τελώνη, ἡ μεταβολὴ ποὺ διενεργεῖται μέσα στὴν καρδιά τοῦ Ἀσώτου, αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός μας. Ὁ φανερὸς ἀγώνας, αὐτὸς ποὺ ἔχει ἐπίδειξη, εἰκόνα, ἐξωτερικὴ παράσταση εἶναι ἕνας ἀγώνας ποὺ γίνεται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι μιὰ τροφοδοσία τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀγώνας εἶναι ὁ ἀγώνας γιὰ τὸν Θεό. Εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται μυστικῶς, μέσα στὴν καρδιά μας, μὲ ταπείνωση, εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται γιὰ τὸν μὴ φαινόμενο ἀλλὰ ὑπάρχοντα Θεό.

Τὸ πέμπτο λοιπὸν στοιχεῖο πού μᾶς καλεῖ στὸ ξεκίνημα αὐτῆς τῆς πορείας ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀγωνισθοῦμε ἐν τῷ κρυπτῷ καὶ νὰ ἀνακαλύψουμε τὸν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο ὁ κάθε ἕνας μας μέσα του.

Καὶ θὰ ὁλοκληρώσω μὲ ἕνα τελευταῖο. Ἔλεγε τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὅταν νηστεύεις μὴν κάθεσαι καὶ θλίβεσαι καὶ ἔχεις ἐξωτερικὴ εἰκόνα ταλαίπωρου ἀνθρώπου, ἀλλὰ «ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴ καὶ τὸ πρόσωπό σου νίψαι» (Ματθ. στ΄ 17), δεῖξε χαρά, βγάλε ἐξωτερικὴ εὐφροσύνη, χαμόγελο, ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε. «Τόν τῆς νηστείας καιρόν» ἔλεγε τὸ τροπάριο «φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα». Τὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας νὰ τὸν ἀρχίσουμε μὲ χαρά, «ἀνέτειλε τὸ ἔαρ τῆς νηστείας καὶ ἐξήνθισε τὸ ἄνθος τῆς μετανοίας». Ξεσπάει ἔτσι μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ διψασμένος γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας ὑμνωδὸς καὶ μεταφέρει τα αἰσθήματα τὰ ἅγια στὶς καρδιὲς ὅλων μας. Ἀνέτειλε ἡ ἄνοιξη τῆς νηστείας, ὄχι ἡ θλίψη ἀλλὰ ἡ χαρὰ καὶ ἐξήνθισε τὸ λουλούδι τῆς μετανοίας.

Ἔρχονται οἱ εὐκαιρίες αὐτὲς ποὺ φαιδρῶς καὶ ἐμεῖς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὸν πνευματικὸ θὰ ἀρχίσουμε. Ἀκόμη καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀπεργάζεται χαρά, εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση, ὅπως τὸ λένε οἱ εὐχὲς καὶ οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησία μας. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὴν χαρά μας. Πολλοὶ ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι Μεγάλη Σαρακοστὴ σημαίνει περίοδος τεχνητῶν, μηχανικῶν, ἐξωτερικῶν, ψεύτικων, ἀπατηλῶν θλίψεων. Ὄχι. Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἡ περίοδος τῆς χαρᾶς, ὅπου ἀρχίζει κανεὶς νὰ ἀνακαλύπτει τὶς ὑποψίες της, ὂχι βέβαια στὰ καρναβάλια, οὔτε στὶς ψεύτικες σχέσεις, οὔτε στὶς κοσμικὲς ἐπιτυχίες καὶ χαρὲς, ἀλλὰ νὰ τὶς ἀνακαλύπτει μέσα στὴν καρδιά του μὲ τὴν φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸν τὸν ἀγῶνα λοιπὸν καλούμεθα νὰ τὸν ἀρχίσουμε μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμό.

Βλέπετε ὅλη αὐτὴ ἡ ἁλυσίδα τῶν ἕξι στοιχείων ποὺ ἀποτελοῦν βασικὲς προϋποθέσεις τῆς πορείας μας στὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τί ὡραία λουλούδια δὲν ἀφήνουν στὴν ψυχή μας νὰ ἀνθίσουν• τὴν ἀγάπη, τὴν ἡσυχία, τὴν προθυμία καὶ τὸ φιλότιμo. Δίνουν τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, τὴν ἀνακάλυψη καὶ τὴν ἀποκάλυψη του ἐν κρυπτῷ ἀνθρώπου, τὴν ταπείνωση, δηλαδή, καὶ τέλος αὐτὴν τὴν χαρὰ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό. Ἡ πρώτη λέξη εἶναι ἡ λέξη ἀγάπη, τὸ τελευταῖο ποὺ εἴπαμε εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση. Θὰ διαλέξω τὴν λέξη ἀγαλλίαση, γιὰ νὰ πῶ ὅτι καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀγαλλίαση κρύβουν κάτι πολὺ κοινό. Ἄνοιξα κάποτε ἕνα λεξικὸ νὰ δῶ ἀπὸ ποὺ προέρχεται αὐτὴ ἡ σπάνια λέξη ποὺ λέγεται ἀγάπη. Δὲν θέλω νὰ κάνουμε φιλολογικὸ μάθημα, ἀλλὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἄγαν ποιῶ ἢ ἀπὸ τὸ ἄγαν πάομαι τὸ ὁποῖο σημαίνει πολλὰ κάνω καὶ πολλὰ λαμβάνω. Αὐτό τὸ ἄγαν, αὐτὴ ἡ ὑπερβολὴ εἶναι ποὺ δείχνει τὴν σχέση μας μεταξύ μας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀγάλλομαι θὰ πεῖ ὅτι κάτι ὑπερβολικό, ἄγαν ζῶ μέσα στὴν ψυχή μου.

Ἂς ξεκινήσουμε λοιπὸν τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ μὲ αὐτὰ τὰ ὑπέρμετρα ἐσωτερικὰ αἰσθήματα, αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ὑπερβολὴ καὶ στὴν ἀγάπη μας καὶ στὸν πόθο μας καὶ στὸ φιλότιμό μας καὶ στὴν προσδοκία τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσουμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅλοι μαζὶ στὸ τέλος αὐτῆς τῆς περιόδου νὰ ἀπολαύσουμε ὑπερβολικὰ καὶ τὰ δῶρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα δὲν φυλάσσονται γιὰ τοὺς ἀγγέλους, ἀλλὰ προσφέρονται μέσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὸν κάθε πιστὸ καὶ συνεπῶς στὸν κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς.

Εὔχομαι σὲ ὅλους νὰ δώσει ὁ Θεὸς καλὴ καὶ εὐλογημένη καὶ παραγωγικὴ καὶ καρποφόρα καὶ χαρούμενη καὶ μὲ πλούσια συγκομιδὴ Μεγάλη πραγματικὰ Τεσσαρακοστή! Ἀμήν!

 Ὁμιλία pdf


KΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ...ΚΑΡΔIA*
Σχόλιο στὴν προσωπικότητα τοῦ Αὐξέντιου Καλαγκοῦ


Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου


   Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν κ. Ἀναστασιάδη γιὰ τὴν σκέψη καὶ πρόσκληση ὄχι μόνο νὰ παρευρεθῶ σὲ αὐτὴ τὴν ἐκδήλωση, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφρασθῶ δημόσια. Ἀλλὰ τί θὰ μποροῦσα νὰ πῶ; Πῶς νὰ μιλήσω γιὰ κάποιον ποὺ δὲν ἔχω γνωρίσει; Πῶς νὰ ἀνοίξω τὴν καρδιά μου γιὰ κάποιον τὸν ὁποῖο ποτέ μου δὲν ἔχω δεῖ ἢ ἀκούσει; Πῶς νὰ ἀναλύσω δημόσια τὸ ἔργο του, ὅταν κάτι ἀνάλογο ποὺ ποτέ μου δὲν ἔχω πράξει; Ἴσως τὸ συνετότερο θὰ ἦταν νὰ ἀρνηθῶ τὴν τιμή.

   Τελικά, ὑπέκυψα στὴν πρόκληση, ἀντὶ νὰ ὑποταχθῶ στὴ σκέψη μου, νὰ ὑπακούσω στὴ φωνὴ τῆς καρδιᾶς μου. Στὴν οὐσία νὰ πῶ κάτι ποὺ πιστεύω πὼς ἐκφράζει μιὰν ἀλήθεια, ποὺ ἐπειδὴ σπανίζει, ἡ ἀξία της εἶναι ἀπροσμέτρητη.

   Θὰ ξεκινήσω μὲ τὴ λέξη καρδιὰ καὶ τὴ βαθειὰ συναισθηματικὴ καὶ πνευματικὴ ἔννοιά της, ἀφοῦ μάλιστα στὴν δική της ἀπαίτηση ὑποχώρησα. Ἡ πιὸ δυνατὴ ἔκφραση μιᾶς μάνας γιὰ τὸ παιδί της εἶναι «τί κάνεις, καρδιά μου;» Καὶ μόνον αὐτὴ ἡ χρήση τῆς λέξης ποὺ ἀποτυπώνει τὰ βαθύτερα καὶ ἐντονότερα αἰσθήματα μιᾶς τόσο ἱερῆς σχέσης μᾶς ὑποχρεώνει κατὰ τὴ ἀποψινὴ βραδιὰ νὰ ἀναλύσουμε τὴ σημασία της καὶ νὰ προσδιορίσουμε τὸ νόημά της καὶ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιβλήθηκε στὸ λεξιλόγιό μας. Τὸ ἴδιο φαίνεται καὶ σὲ ἐκφράσεις, ὅπως: «ὅ,τι θέλει ἡ καρδιά σου», ἢ «αὐτὸς ἔχει καρδιὰ περιβόλι», ἢ «μίλα μὲ τὸ χέρι στὴν καρδιά», ἢ «μοῦ ράγισες ἢ μοῦ ἔκλεψες τὴν καρδιά» κ.ἄ.

   Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα προκειμένου νὰ ἐκφράσουμε βαθύτερες καταστάσεις μιλοῦμε γιὰ «καρδιακὴ προσευχή», ὁ Ἀπόστολος Πέτρος προτρέπει «νὰ ἁγιάσουμε τὸν Θεὸν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Α' Πέτρ. γ' 15), ὁ δὲ Ἀπόστολος Ἰωάννης λέγει ὅτι «Μείζων ἐστὶν ὁ Θεὸς τῆς καρδίας ἡμῶν» (Α' Ἰω. γ', 20).

   Γιατὶ τελικὰ δανειζόμαστε αὐτὴ τὴ λέξη ὡς τὴν καταλληλότερη, προκειμένου νὰ περιγράψουμε τὰ βαθύτερα αἰσθήματά μας ἢ τὶς μυστικότερες σχέσεις μας;


Ἡ σωματικὴ καρδιὰ

   Ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ βιολογικὸ ὄργανο τῆς καρδιᾶς. Κάθε ὄργανο ἔχει τὴν ἀποστολή του, τὴ σημασία του, τὴν ἀναγκαιότητά του, τὴ σοφία του, τὸ μυστικὸ τῆς ἀνατομίας του, τὴν κρυμμένη ἰδιοφυΐα του. Οἱ πνεύμονες ὀξυγονώνουν τὸ αἷμα, οἱ νεφροὶ καὶ τὸ ἦπαρ τὸ φιλτράρουν καὶ τὸ καθαρίζουν, τὸ ἔντερο συλλέγει τὶς θρεπτικὲς οὐσίες κ.ο.κ. Ὅλα ὀνομάζονται ζωτικὰ ὄργανα, γιατὶ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἂν μία ἀπὸ τὶς λειτουργίες ποὺ αὐτὰ ἐπιτελοῦν καταρρεύσει, τότε ὁ ὀργανισμὸς ἀδυνατεῖ νὰ συντηρηθεῖ στὴ ζωή. Ἡ σοφία τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ ἔγκειται στὸν συνδυασμό, στὸν συντονισμό καὶ στὴ συμπληρωματικότητα τῶν λειτουργιῶν.

   Παρὰ ταῦτα, ὁ ἐγκέφαλος καὶ ἡ καρδιὰ φαίνεται πὼς κρύβουν κάτι τὸ μοναδικὸ καὶ μεγαλειῶδες. Στοὺς νεφροὺς καὶ στὸ ἦπαρ ἡ διεργασία ποὺ ἐπιτελεῖται εἶναι βιοχημικὴ, στὸν ἐγκέφαλο βιοηλεκτρικὴ καὶ στὴν καρδιὰ βιοδυναμική. Αὐτὸ ὅμως δὲν κάνει τὴ διαφορά. Ἂς στρέψουμε γιὰ λίγο τὴν προσοχή μας σὲ κάποιες πολὺ ὄμορφες λεπτομέρειες, παίρνοντας βέβαια καὶ ἕνα ρίσκο μήπως κάνουμε λάθος.

   (α) Ἡ φυσιολογία τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι ἐξαιρετικὰ πολύπλοκη καὶ δυσνόητη, ἐντυπωσιάζει μὲ τὴν πολυπλοκότητά της. Ἡ φυσιολογία τῆς καρδιᾶς εἶναι ἰδιοφυὴς ἀλλὰ ἁπλῆ καὶ κατανοητή, ξεκουράζει μὲ τὴν ἁπλότητά της. Ἐπιπλέον, δείχνει αὐτὴ νὰ εἶναι τὸ ὄργανο ποὺ κουράζεται περισσότερο γιὰ νὰ ζήσει κανείς.
Τὸν ἐγκέφαλο τὸν θαυμάζεις, τὴν καρδιά σου τὴ νοιώθεις.

   (β) Εἶναι τὸ μόνο ὄργανο ποὺ ἡ παρουσία καὶ λειτουργία του ἐπιβεβαιώνεται ἄμεσα μὲ τὶς αἰσθήσεις, ἀφοῦ ἡ λειτουργία της διαπιστώνεται μὲ τὴν ψηλάφηση τοῦ καρδιακοῦ παλμοῦ στὶς ἀρτηρίες καὶ ἀφοῦ μόνο αὐτὴ ἀπὸ ὅλα τὰ ὄργανα ἀκούγεται ρυθμικὰ καὶ ἀκατάπαυστα. Αὐτὸ δημιουργεῖ ἰδιάζουσα καὶ ἄμεση σχέση μαζί της.

   (γ) Μιὰ ἀρρυθμία τῆς καρδιᾶς τὴν αἰσθάνεσαι τὴν ἴδια στιγμή. Μιὰ ἀνακοπὴ στὴ λειτουργία της σοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τοῦ ἄμεσα καὶ ἀνεξέλεγκτα ἐπερχόμενου θανάτου. Ἕνας κωλικὸς τοῦ νεφροῦ ἢ τοῦ ἐντέρου σὲ κάνει νὰ νοιώθεις ὅτι πονᾶς ἀνυπόφορα. Μιὰ σουβλιὰ ὅμως στὴν καρδιά, νομίζεις πὼς πεθαίνεις, πὼς τελειώνεις ψυχοσωματικά. Νοιώθεις τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητά της. Δὲν τὴν καταλαβαίνεις, δὲν τὴν αἰσθάνεσαι∙ τὴν νοιώθεις.

   (δ) Ἡ καρδιὰ εἶναι κεντρικὸ ὄργανο, ὁ ρόλος της εἶναι αὐτὸς μιᾶς μηχανικῆς ἀντλίας, ἀλλὰ ὄχι μόνον. Ἡ ἐνέργειά της δικτυώνεται σὲ ὅλο τὸ σῶμα μέσω τῶν ἀγγείων. Ἀγκαλιάζει, ὅπως ἐξάλλου καὶ τὸ νευρικὸ σύστημα, κάθε σημεῖο τοῦ σώματος. Ἡ θέση της ὅμως εἶναι τόσο κεντρικὴ στὸ σῶμα! Νοιώθει κανεὶς πὼς κατέχει τὸ κέντρο τῆς βιολογικῆς του ὕπαρξης.

   Ἴσως κάποιοι τέτοιοι λόγοι, ἡ ἰδιάζουσα αἴσθησή της, ἡ ἀπόλυτη ἀμεσότητἀ της, ἡ μοναδικὴ ἀναγκαιότητά της, ἡ ὑπομονητικὴ καὶ κοπιώδης μηχανικὴ λειτουργία της, ἡ κεντρικὴ θέση της, νὰ τὴν καθιστοῦν τὸ πιὸ ἀγαπητὸ ὄργανο καὶ νὰ δικαιολογοῦν τὴν ὑπερβολὴ νὰ τὴν ζοῦμε καὶ ὡς τὴν ἕδρα τοῦ βαθύτερου ἀνθρώπου.


Καρδιοχειρουργική ἐνηλίκων

   Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ χειρουργικὴ τῆς καρδιᾶς παρουσιάζει μιὰ ἰδιαιτερότητα συναισθηματικὴ καὶ γιὰ τὸν ἀσθενῆ ποὺ τὴν φαντάζεται χωρὶς νὰ ξέρει καὶ γιὰ τὸν εἰδικὸ ποὺ τὴν ἐπιτελεῖ. Ὅταν ἡ καρδιὰ κάτι παθαίνει, εἴτε κάποια βαλβίδα της παρουσιάζει βλάβη εἴτε κάποια ἀπὸ τὰ στεφανιαῖα ἀγγεῖα ἔχουν ἀποφραχθεῖ, πρέπει νὰ χειρουργηθεῖ. Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, πρέπει νὰ παρακαμφθεῖ καὶ ἡ λειτουργία της νὰ ὑποκατασταθεῖ. Εἶναι τὸ μόνο ὄργανο ποὺ δὲν χειρουργεῖται ἐν λειτουργίᾳ. Ἀπὸ αὐτὴν παίρνουν αἷμα ὅλα τὰ ὄργανα. Ἀκόμη καὶ οἱ πνεύμονες, ποὺ συνυπάρχουν λειτουργικὰ μὲ τὴν καρδιά, ἀπὸ αὐτὴν ἐξαρτῶνται. Περιμένουμε νὰ λειτουργήσει ἄμεσα. Αὐτὸ εἶναι ποὺ βασικὰ διαφοροποιεῖ τὴ χειρουργικὴ τῆς καρδιᾶς ἀπὸ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων ὀργάνων.


Καρδιοχειρουργική παίδων

   Ἂς προχωρήσουμε στὴ χειρουργικὴ τῆς παιδικῆς καρδιᾶς, πιὸ συγκεκριμένα τῆς βρεφικῆς. Τί διαφέρει αὐτὴ ἀπὸ τῶν ἐνηλίκων;

   Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι ἡ Παιδοκαρδιοχειρουργικὴ εἶναι κατὰ βάσιν ἀναπλαστική. Δὲν διορθώνει ἀνατομικὲς ἢ λειτουργικὲς βλάβες ἀντικαθιστῶντας (ἀντικατάσταση βαλβίδων, by-pass), ἀλλὰ ἀναπλάθοντας τὴν παθολογικὴ ἀνατομία (τετραλογία Fαllot ἢ μετάθεση μεγάλων ἀγγείων ἢ στενώσεις, ἀτρησίες, ἐπικοινωνίες κ.λπ.). Εἶναι ἄλλο πράγμα ἐπεμβαίνεις σὲ κάτι ὑγιὲς ποὺ χάλασε μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἄλλο σὲ κάτι ποὺ ἐξ ἀρχῆς ἦταν παθολογικό. Εἶναι ἄλλο πράγμα διορθώνεις κάποιον γιὰ νὰ συνεχίσει γιὰ λίγα ἀκόμη χρόνια τὸ ταξείδι τῆς ζωῆς καὶ ἄλλο βοηθᾶς καθοριστικὰ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ νὰ τὸ ἀρχίσει.

   Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐπιτελοῦνται σὲ μιὰ καρδούλα, στὰ βρέφη, μικρὴ σὰν ἕνα καρύδι καὶ ἀνοίγοντας ἕνα σῶμα παιδικὸ καὶ τρυφερό. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ κλαδεύω ἕνα δένδρο καὶ στὸ σκαλίζω ἕνα ξύλο, στὸ κάνω τομές σὲ κάτι σκληρὸ καὶ κουρασμένο ἀπ’ ὅ,τι σὲ κάτι φρέσκο, τρυφερὸ καὶ νέο, ἀλλὰ ἄκαιρα ἀρρωστημένο.

   Eἶναι μοναδικὸ νὰ χειρουργεῖς ἔχοντας μπροστά σου ἕνα παιδάκι ἀνήμπορο νὰ ἐκφρασθεῖ, νὰ ἀμυνθεῖ ἤ νὰ προτείνει ἐκ τῶν προτέρων∙ μιὰ ταπεινὴ ὕπαρξη στὸ ξεκίνημά της, ἐντελῶς ἀδιαμόρφωτη ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ ἀθώα, ἀνίκανη νὰ συνεργασθεῖ, ποὺ ὅμως δὲν ἀντιδρᾶ ἀλλὰ παραδίδεται. Δὲν συνεργάζεται ἐπειδὴ συμφωνεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ σοῦ ἐμπιστεύεται.

   Καὶ κάτι ἀκόμη∙ ἔξω ἀπὸ τὸ χειρουργεῖο ἔχεις κάποιους γονεῖς ποὺ ἡ φόρτισή τους βρίσκεται σὲ ἀνυπολόγιστο μέτρο καὶ ἡ ἐξάρτησή τους ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέμβασης εἶναι ἀπρόβλεπτη στὶς ἐκφράσεις καὶ τὶς μορφές της.


Καρδιοχειρουργικὴ μὲ ...καρδιὰ

   Αὐτὰ ὅλα δὲν γίνονται μὲ ἐπιδεξιότητα οὔτε μὲ τὰ χέρια. Οὔτε πάλι μόνο μὲ τὸ μυαλὸ καὶ τὶς γνώσεις. Ὁ καρδιοχειρουργὸς παίδων χειρουργεῖ τὴν καρδιὰ μὲ ...καρδιά.

    Φέρνω στὸ μυαλό μου τὸν Dr. Aldo Kastanẽda στὸ Children’s Hospital τῆς Βοστώνης, περισσότερο ἀπὸ εἴκοσι πέντε χρόνια πίσω. Ἕνας ἐξαιρετικὸς καρδιοχειρουργὸς ἀπὸ τὴ Γουατεμάλα. Ἕνας λεπτὸς ἄνθρωπος καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Δὲν ἦταν συνηθισμένος νὰ χάνει παιδάκια. Κάθε περιστατικὸ εἶχε τὴ μοναδικότητά του. Τὸ κάθε παιδάκι δὲν ἦταν μιὰ ἐνδιαφέρουσα περίπτωση, ἐνδεχομένως καὶ γιὰ πρωτότυπη δημοσίευση. Ἦταν ἕνα μοναδικὸ πρόσωπο.

   Θυμοῦμαι μιὰ φορὰ ποὺ ὕστερα ἀπὸ ἕξι ἐπεμβάσεις τελικὰ ἕνα κοριτσάκι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν τὰ εἶχε καταφέρει. Κατέβαινα ἀπὸ τὸν ὄγδοο ὄροφο μὲ τὶς σκάλες. Τὸν πέτυχα στὸ κλιμακοστάσιο, στὸ ἐπίπεδο τῶν χειρουργείων. Ἦταν ἀκουμπημένος μὲ τὸ χέρι σὲ ἕνα παράθυρο. Σκεπτικός, μόνος, ἀμίλητος καὶ ἀπαρηγόρητος.

- Τὴν χάσαμε τὴ Μιχαλίτσα, μοῦ εἶπε.

- Δὲν χάσατε τὴν ἀξιοπρέπειά σας, τοῦ ἀπάντησα. Τόσο παλέψατε. Ὅλοι μαζί.

- Ἂς χάναμε τὴν ἀξιοπρέπειά μας, καὶ ἂς ζοῦσε αὐτὸ τὸ μικρὸ κοριτσάκι. Ἤθελα πολύ νὰ ζήσει, ἀποκρίθηκε συνταραγμένος.

   Ἡ Μιχαλίτσα ἔχασε τὴ μάχη, σκέφθηκα. Ἡ καρδιακὴ ...καρδιοχειρουργική ὅμως τελικὰ τὴν κέρδισε. Γιατί ὅ,τι ἔκανε ὁ Dr. Kastanẽda τὸ ἔκανε μὲ πολλὴ καὶ ἁγνὴ ἀγάπη. Τὸ ἔκανε μὲ πολλὴ καὶ καλὴ καρδιά.


Καρδιοχειρουργικὴ μὲ ...πλεόνασμα καρδιᾶς

   Σήμερα τιμοῦμε τὸν Αὐξέντιο Καλαγκό. Αὐτὸς δὲν κάνει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ καθῆκον του. Ἔχοντας μέσα του γονίδια Κωνσταντινουπολίτικης ἀρχοντιᾶς, προχωρεῖ πολὺ πέραν ἀπὸ αὐτό. Αὐτὸ ποὺ μᾶς συγκινεῖ εἶναι ὅτι ἔχει ταυτίσει τὸ ὄνομά του μὲ τὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων. Αὐτὸ ποὺ αὐτὸς κάνει δὲν ἔχει ἁπλὰ ποιότητα, ἱκανότητα, εὐγένεια, τρόπο, καρδιά. Τὸ ἔργο του ἔχει ἐπινοητικότητα στὴν ἐπιλογή του, ἀκαταπόνητη πρωτοβουλία καὶ ἀκρότητα στὶς ἀποφάσεις του, ὑπερβολὴ καὶ περίσσευμα στὰ αἰσθήματά του.

   Θεραπεύει τὶς στενώσεις μὲ εὐρύτητα γνώσης, τὰ ἀνατομικὰ ἐλλείμματα μὲ περίσσευμα ἀγάπης καὶ τὶς ὑποπλασίες, μὲ τὴ δική του ὑπερπλασιακὴ καρδιά καὶ δὲν φυλακίζεται σὲ ἔννοιες ὅπως: ἀμοιβή, κόπος, ὑποχρέωση, καθῆκον, τόπος ἐργασίας καὶ εὐθύνης, χρονικὰ περιθώρια, ὅρια ἀντοχῆς, προσωπικὴ ζωή, ἀλλὰ ζεῖ κάθε στιγμὴ σκορπισμένος σὲ ὅλον τὸν κόσμο, ἀγκαλιασμένος μὲ χιλιάδες παιδάκια καὶ τὶς οἰκογένειές τους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ φυλή, χρῶμα, γλῶσσα καὶ θρησκεία, ἔξω ἀπὸ συμβατικὲς λογικὲς καὶ συνήθειες, ἔξω ἀπὸ κοινὰ ἀποδεκτοὺς καὶ ἀπόλυτα κατανοητοὺς περιορισμούς, ἐλεύθερος ἀπὸ τὸ βαρυτικὸ πεδίο τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ του. Σκέφτεται ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Εἶναι παγκόσμιος, εἶναι ὑπερβατικός, εἶναι ὁ πιὸ ὑγιὴς γιατρός, γιατὶ πάσχει ἀπὸ ...συγγενῆ μεγαλοκαρδία.

   Λέγει ἕνας σοφὸς ἐρημίτης, ὁ Φιλόθεος Σιναΐτης: ὅπου ὑπάρχει «προσευχῆς καὶ ἀγάπης πυκνότης, ἔστιν ἄρα ἐκεῖ ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, ἤτοι καρδιακὸς οὐρανός». Λέγει καὶ ἕνας ἄλλος μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Αἰγύπτου, ὁ ἀββὰς Παμβώ: «εἰ ἔχεις καρδίαν, δύνασαι σωθῆναι». Λέμε κι ἐμεῖς: ἐφόσον, γιατρέ μας, ἔχεις τέτοια καρδιά, μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἐλπίζουμε. Γιατὶ στὰ χέρια σου διακρίνεται ἡ σοφία τῆς ἀγάπης σου, στὸ πρόσωπό σου ἀντικατοπτρίζεται ἡ λάμψη τοῦ καρδιακοῦ σου οὐρανοῦ καὶ στὴν καρδιά σου κατοικεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός.


*Τιμητικὴ ἐκδήλωση γιὰ τὸν καρδιοχειρουργό Αὐξέντιο Καλαγκό, Θεσσαλονίκη, Μέγαρο Μουσικῆς, Σάββατο 2.2.2013

Ὁμιλία  Μητροπολίτου pdf                                                 Δείτε ἐπίσης τὸ ἀφιέρωμα στὸν Αὐξέντιο Καλαγκό


Θεὸς τὸ τεχθέν, ἡ δὲ μήτηρ Παρθένος!
Τί γὰρ μεῖζον ἄλλο καινὸν εἶδεν ἡ κτίσις;


Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου

ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

     Σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς προφητεῖες, στὰ πολλὰ ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα ποὺ διαβάζονται στὶς Ὧρες τῶν Χριστουγέννων καὶ στὸν Ἑσπερινό, διακρίνουμε δύο κεντρικὲς θεολογικὲς ἀλήθειες, δύο ἀλήθειες ποὺ συνδέονται ἡ μία μὲ τὸ γεγονὸς καὶ ἡ δεύτερη μὲ τὸν τρόπο τοῦ μυστηρίου. Ἡ πρώτη κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ βρέφους καὶ ἡ δεύτερη ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Θεοτόκου. Ἂς τὶς δοῦμε προσεκτικά.

    Ἡ μία εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος. Δηλαδὴ αὐτὸ τὸ βρέφος ποὺ ἀντικρύζουμε ταπεινωμένο, περιφρονημένο, σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐξευτελιστική, κενωτική, θὰ λέγαμε, κατάσταση, μέσα στὸ σπήλαιο, μέσα στὴ φάτνη, μέσα στὸ κρύο, μὲ συντροφιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, αὐτὸ τὸ βρέφος, εἶναι ὁ τέλειος Θεός. Δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, δὲν εἶναι κάποιος προφήτης, δὲν εἶναι ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι κάποιος σχεδὸν Θεός, δὲν εἶναι ἕνας Θεός• εἶναι ὁ Θεός. Αὐτὸ λέγουν τὰ τροπάρια. Αὐτὸ ὑπογραμμίζουν τὰ ἀναγνώσματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη ἀλήθεια. Αὐτὴν τιμοῦμε κατὰ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων.

     Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία δεύτερη μεγάλη δογματικὴ ἀλήθεια• ἡ ἀλήθεια ὅτι ἡ κόρη αὐτὴ ποὺ ἐμφανίζεται στὴν εἰκονογραφία, στὴν ὑμνογραφία, στὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, εἶναι παρθένος. Δηλαδὴ ὁ Κύριος γεννᾶται, ὁ Θεὸς ἔρχεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ παρθενικὴ μήτρα. Δὲν ἔρχεται διὰ τῆς φυσιολογικῆς ὁδοῦ, ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος, δὲν συλλαμβάνεται «ἐκ σπέρματος ἀνδρός», ἀλλὰ ἔρχεται μ᾿ ἕναν «ξένον» τρόπο• ἀσπόρως καὶ παρθενικῶς.

     Ὅσο κι ἂν ἡ ὀρθολογισμένη σκληροκαρδία τῆς ἐποχῆς μας σκανδαλίζεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Κύριος «ἐτέχθη ἐκ Παρθένου Μητρός». Γιὰ ποιόν ὅμως λόγο νὰ γεννηθεῖ ἐκ παρθένου; Τὴν ἴδια ἀπορία ποὺ ἴσως ταπεινῶς κι ἐμεῖς ἔχουμε, τὴν ἴδια ἀπορία διατυπώνει καὶ ἡ Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτὸ συχνὰ στοὺς ὕμνους τονίζεται αὐτὸς ὁ θαυμασμός, αὐτὴ ἡ ἔκπληξη. «Ὁ ἀχώρητος παντὶ πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί;», «Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον» κ.ο.κ. Οἱ ὕμνοι παλεύουν μὲ τὴν ἰδέα τῆς παρθενικῆς γεννήσεως. Ἡ Ἐκκλησία, ἐνῶ ἀπορεῖ μὲ τὸ μυστήριο, δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ. Πιστεύει μόνον σ᾿ αὐτό. Αὐτὴ ἡ πίστη της γεννᾶ καὶ σαφεῖς ἀπαντήσεις, τόσο ἰσχυρές, ποὺ θὰ μᾶς ἔλεγε ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθεῖ ὁ Κύριος ἀπὸ μὴ παρθενικὴ μήτρα. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος. Ἂς δοῦμε ὁρισμένους λόγους ποὺ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὴν τὴν θεολογικὴ ἀλήθεια.

    Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ μυστηριακὸς λόγος. Ἔπρεπε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει ὄχι μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἀλλὰ μὲ ὑπερφυσικοὺς τρόπους. «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι». Σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ ἐρχόταν ὁ Θεὸς χωρὶς νὰ δημιουργήσει τὴν θεϊκὴ ὑποψία. Ἐρχόμενος ὅμως μέσα ἀπὸ τὴν παρθενικὴ μήτρα, ἐρχόταν μ᾿ ἕναν τρόπο ποὺ σήμαινε ὅτι τὸ πρῶτο στοιχεῖο ποὺ ἔκανε εἶναι νὰ καταργεῖ ἐντελῶς τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Ἀνακαινίζει τὰ πάντα. Γεννᾶ ἐλπίδες σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Δὲν ἦλθε μὲ φυσικὸ τρόπο. Συνεπῶς δημιουργεῖ τὴν θεολογικὴ ὑποψία ὅτι κάτι γίνεται. Παρὰ ταῦτα, ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ γεγονός, ὅπως βεβαιώνει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. α' 19). «Κατεπλάγη Ἰωσὴφ τὸ ὑπὲρ φύσιν θεωρῶν», ἐπαναλαμβάνει ὁ ὑμνογράφος. Ἡ ἴδια ἡ Παναγία δὲν τὸ ὑποψιάστηκε τὴν στιγμὴ τοῦ εὐαγγελισμοῦ (Λουκ. α' 34). Καὶ μόνον ὅταν ὑπετάγη στὴν προτροπὴ τοῦ ἀγγέλου, τότε ἄρχισε νὰ καταλαβαίνει περίπου τὸ τί θὰ τῆς συμβεῖ.

   Δεύτερη αἰτία εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς καθαρότητος. Ἔπρεπε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει μ᾿ ἕναν πεντακάθαρο, τὸν καθαρότερο τρόπο. Ὄχι μ᾿ ἕναν τρόπο ὁ ὁποῖος εἶναι πτωτικός, ὅπως ὁ φυσικός. Ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως καὶ τῆς γεννήσεως τοῦ καθενός μας εἰσήχθησαν στὴν ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν πτώση. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅ,τι ἡ μὲν σύλληψη εἶναι ἐνήδονη, δηλαδὴ ἡδονικῶς κανεὶς συλλαμβάνεται, ἡ δὲ γέννηση ἐπώδυνη, δηλαδὴ μὲ πόνους κανεὶς γεννᾶται. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ καὶ στὴν γέννηση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ στὴν γέννηση τῆς Θεοτόκου ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔδωσε ἰδιάζοντα, μὴ ἡδονικὸ χαρακτήρα. Ἔτσι ἡ Παναγία γεννήθηκε ἀπὸ γέρους, στείρους γονεῖς, ὥστε ἡ γέννησή της νὰ μὴν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιθυμίας, διαθέσεως πρὸς ἡδονὴ καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα πόθου πρὸς παιδοποιΐα καὶ μόνον. Ἂν αὐτὸ συνέβη μὲ τὴν Παναγία, πολὺ περισσότερο ἔπρεπε νὰ συμβεῖ γιὰ τὸν Χριστό. Σκοπὸς λοιπὸν τῆς παρθε-νικῆς συλλήψεως καὶ γεννήσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ καθαρότητα μὲ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἔλθει ὁ πεντακάθαρος Θεὸς σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο.

   Ἡ ἐκ παρθένου γέννηση ὅμως παραπέμπει καὶ στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Λέγουν οἱ Πατέρες ὅτι, ὅπως ὁ Ἀδὰμ πλάσθηκε ἀπὸ τὴν παρθενικὴ γῆ, δίχως σπέρμα ἀνδρός, κατὰ μείζονα λόγο ὁ Νέος Ἀδάμ, ὁ ἐναθρωπήσας Κύριος, δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ προέλθει ἀπὸ παρθενικὴ γέννηση. Καὶ «ὥσπερ ὁ Ἀδὰμ ἄνευ γυναικός γυναῖκα ἤνεγκεν, οὕτω καὶ σήμερον ἡ παρθένος ἄνευ ἀνδρὸς ἄνδρα ἔτεκεν». Διαφορετικὰ πῶς θὰ ἦταν δυνατόν, ἂν ὁ Κύριος ἦταν ὑποκείμενος στοὺς νόμους τῆς φύσεως περισσότερο ἀπὸ ὅσο ὁ Ἀδάμ, νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν παίδευση καὶ τὴν σκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποία ὁ ἀρχέγονος πατέρας μας μᾶς ὑποδούλωσε;

     Θὰ ἀναφέρω καὶ ἕναν ἄλλο θεολογικὸ λόγο. Ἂν ἐδέχετο ὁ Κύριος νὰ γεννηθεῖ ἐκ σπέρματος ἀνδρός, δηλαδὴ ἀνθρώπου, θὰ εἶχε ὑποτάξει τὴν θεϊκή Του φύση στὴν ἀνθρώπινη φύση. Δὲν συνέβη ὅμως αὐτό. Ὁ Κύριος ἦλθε γιὰ νὰ δώσει νέα ζωὴ ὄχι γιὰ νὰ πάρει ζωή, νὰ μολυνθεῖ ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς παλαιᾶς ζωῆς. Δὲν ἦταν δυνατὸν ὁ ἴδιος νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα σπέρματος ἀνθρωπίνου, νὰ κληρονομήσει χαρακτηριστικὰ κάποιου ἐπίγειου πατέρα. Δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρχει κυριαρχία ἀνθρώπινη στὴν ἔλευσή Του. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει κυριαρχία θεϊκὴ στὸν ἐρχομό Του, γιατί αὐτὸς θὰ ἀπεργάζετο τὴν ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἐρχομός Του προκάλεσε τὴν πνευματικὴ γονιμοποίηση, τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴν ἀναγέννηση τοῦ προσώπου τοῦ καθενός μας.

     Θὰ κλείσω καὶ μ᾿ ἕναν ἄλλον μυστικὸ λόγο, ποὺ δὲν φαίνεται μὲ πρώτη ματιὰ καὶ λίγο ὑπαινίχθην προηγουμένως. Ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἔρχεται νὰ σημάνει καὶ νὰ καθορίσει τοὺς τρόπους τῆς δικῆς μας πνευματικῆς γεννήσεως. Ὁ καθένας μας πρέπει νὰ πάρει τὸν Θεὸ μέσα του καὶ νὰ Τὸν γεννήσει ξανά. Αὐτὸ σημαίνει ἀναγέννηση. Καὶ δὲν γεννοῦμε τὸν Θεό, ἀλλὰ μᾶς γεννᾶται ὁ Θεὸς μέσα μας. Στὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἔλεγε παντοῦ «Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ ἐγέννησε...», (Ματθ. α' 2) ὁ ἕνας ἐγέννησε, ὁ ἄλλος ἐγέννησε καὶ καταλήγει ὁ εὐαγγελιστὴς «Ἰακὼβ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ίησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός» (στ. 16). Τὸν Κύριο δὲν τὸν γέννησε κανείς, ἀλλὰ ὁ Κύριος γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παναγία. Καὶ ἐνῶ ὅλους τοὺς γεννοῦσαν ἄνδρες, Αὐτὸς ἐγεννήθη ἐκ τῆς Παρθένου. Εἶναι ὁ Μόνος ποὺ ἦταν ἀδύνατον νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ ἄνδρα. Γι᾿ αὐτὸ γεννήθηκε ὄχι ἀπὸ γυναῖκα ἀλλὰ ἀπὸ παρθένο «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Ἔτσι ὁ καθένας μας γιὰ νὰ ἐπιτρέψει τὸν Θεὸ νὰ γεννηθεῖ μέσα του πρέπει νὰ τὸ κάνει αὐτὸ μὲ τρόπο παρθενικὸ καὶ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

     Ὑπάρχουν τρεῖς προϋποθέσεις γιὰ νὰ ζήσουμε ἐσωτερικὰ Χριστούγεννα καὶ νὰ προκύψει ἀπὸ τὴ μήτρα τῆς ὑπάρξεώς μας ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας. Εἶναι οἱ προϋποθέσεις ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὰ μητρικὰ ἰδιώματα τῆς Θεοτόκου: τὴν παρθενία, τὸ ἄσπορον καὶ τὸ ἀειπάρθενον. Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ ἄσπιλον, ἡ καθαρότητα• αὐτὸ σημαίνει παρθενία. Τὸ δεύτερο εἶναι τὸ ἄσπορον τῆς Παρθένου, τὸ ὅτι δὲν δέχθηκε σπέρμα ἀνδρός• αὐτὸ σημαίνει λιτότητα καὶ ἁπλότητα. Καὶ τὸ τρίτο, τὸ ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου, ὅτι ἡ Παναγία γέννησε παρθενικῶς καὶ παρέμεινε παρθένος. Ἡ κοιλιά της, ἡ μήτρα της δηλαδή, ἦταν γιὰ μιὰ χρήση, τὴν θεϊκὴ χρήση τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.

     Καὶ ἡ δική μας ἀκριβῶς μήτρα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν ἀντέχεται αὐτό, νὰ γεννήσει τὸν Θεὸ μὲ πτωτικούς τρόπους, ἀλλὰ πρέπει νὰ Τὸν γεννήσει, νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ μέσα της μὲ πνευματικοὺς τρόπους. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται τὸ πρῶτο πρᾶγμα, παρθενικὴ καθαρότητα. Ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτό, ἔκτρωμα θὰ βγάλουμε. Θεὸς δὲν θὰ προκύψει στὴ ζωή μας.

     Τὸ δεύτερο, εἶναι ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἁπλότητα. Δὲν πρέπει νὰ Τὸν ἀναμεί-ξουμε τὸν Θεὸ μὲ τὸ σπέρμα τοῦ παχὺ ἑαυτοῦ μας: μὲ τὴ λογική μας, μὲ τὸν ὀρθολογισμό μας, μὲ τὰ συναισθήματά μας, μὲ τὴ μιζέρια μας, μὲ τὴν τραχύτητα της φύσης μας. Πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ μέσα μας, ὄχι ἀνθρώπινος Θεός, κατασκεύ-ασμα δικό μας, ἀλλὰ Θεὸς δῶρο καὶ χάρις νὰ ἐνανθρωπήσει στὴ καρδιά μας• Θεὸς ποὺ νὰ εἶναι Θεός. Γιατί ἐμεῖς συχνὰ ἐθελοθρησκοῦμε, μὲ δικούς μας ἄρρωστους τρόπους συλλαμβάνουμε τὸν Θεὸ μέσα μας: μὲ θελήματα, μὲ πάθη, μὲ ὀρθολο-γισμό, μὲ ἔντονα συναισθήματα, μὲ προκαταλήψεις, μὲ φυσικούς, νοσηρούς, πτωτικοὺς τρόπους. Ἀντὶ νὰ πιστεύουμε στὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, προκρίνουμε μέσα μας ὄχι τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ἀλλὰ ἕναν ἐξανθρωπισμένο δικό μας θεό.

     Καὶ τὸ τρίτο ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζει τὴν ζωή μας εἶναι τὸ ἀειπάρθενο. Ὅπως ἦταν ἡ Παναγία. Ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ μέσα μας νὰ μὴ νοθευτεῖ, νὰ μὴν γεννάει «ἀλλότρια» ἡ ψυχή μας. Νὰ μὴν δημιουργεῖ γεννήσεις, ἀλλὰ νὰ φιλοξενεῖ τὴν μία γέννηση τῆς χάριτος.

     Ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν ὑπερβολές. Εἶναι στοιχεῖα θεολογικὰ ποὺ ὑπαγο-ρεύουν τὸν τρόπο τῆς μυστικῆς πνευματικῆς ζωῆς γιὰ τὸν καθένα μας. Ὅταν ἀρχίζει ἡ νοθεία τοῦ φρονήματος μέσα μας, τότε βγαίνει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὅταν εἰσάγουμε καὶ τὴν ἁμαρτία στὸ σπίτι, ὅταν ἐπιτρέπουμε καὶ τὰ πάθη στὴ ζωή μας, τότε ὁ Θεὸς ποὺ νομίζουμε ὅτι γεννήσαμε δὲν εἶναι Θεός, εἶναι προέκταση τῶν δικῶν μας παθῶν.

     Ἡ παρθενικὴ γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι καὶ προφητεία καὶ πρόρρησις τῶν προφητῶν. Ἀποτελεῖ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ὅμως καὶ ἀνάγκη τῆς φυσικῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας. Ἀποτελεῖ πρότυπο πνευματικῆς ζωῆς. Μ᾿ αὐτὴν τὴν καθαρότητα, μ᾿ αὐτὴν τὴν λιτότητα, καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν μονιμότητα καὶ σταθερότητα καλεῖται ὁ καθένας μας ν᾿ ἀποτελέσει μιὰ μήτρα πνευματικὴ ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ βγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, θὰ μαρτυρηθεῖ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο ἀφοῦ προηγουμένως θὰ ἔχει προκύψει ὡς χάρις καὶ εὐλογία καὶ στὴ δική μας τὴ ζωή.



pdf


ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ*

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου



       Ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου εἶναι καὶ μεγάλη καὶ ὡραία γιορτή. Καὶ εἶναι μεγάλη γιορτή, διότι προεικονίζει τὸ γεγονὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καὶ ὑπογραμμίζει τὴν ἐλπίδα τῆς ἐκ Θεοῦ σωτηρίας. Καὶ εἶναι ὡραία γιορτή, διότι πολὺ διακριτικὰ κρύβει τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ὀμορφιά της. Εἶναι μιὰ γιορτὴ ποὺ δὲν ἐμφανίζεται ὡς γεγονὸς μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία μας ἀντλεῖ τὶς πληροφορίες της γι΄αὐτὴν ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἀπόκρυφα εὐαγγέλια. Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς λίγες ἐξαιρέσεις ποὺ κάνει. Παρουσιάζεται ἡ Θεοτόκος νὰ προσφέρεται, νὰ ἀφιερώνεται, στὸν ναὸ σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν.

       Τί θὰ εἶχε νὰ πεῖ ἕνα τέτοιο γεγονὸς καὶ γιατί νὰ εἶναι τόσο σημαντικὸ στὴν ἀντίληψη τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τὸ καταθέτουν μέσα ἀπὸ τὴ δική τους γραφίδα καὶ τὸν δικό τους λόγο ὡς τροφὴ στοὺς πιστοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησία; Εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἱστορία ἢ μήπως ἕνα θεολογικὸ γεγονὸς ποὺ ἔχει καὶ κάποια ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας;

       Στὰ λίγα λεπτὰ ποὺ θὰ ἀφιερώσουμε σκέφτηκα πὼς θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε, τώρα στὴν ἀρχὴ τοῦ Σαρανταημέρου, στὸ ξεκίνημα τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων, νὰ μείνουμε γιὰ λίγο στὸ μυστικὸ αὐτῆς τῆς θαυμάσιας ἑορτῆς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔχει δυὸ ὑπέροχους ἀποκαλυπτικοὺς θεομητορικοὺς λόγους στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Τὴν ἀγαποῦσε πολὺ τὴν Παναγία. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τὸν θησαυρὸ καὶ τὴν περιουσία τῆς Θεοτόκου δὲν τὰ ἔχει μόνο γιὰ νὰ τὴν ἐπικαλούμαστε μηχανικά, ἀλλὰ τὰ ἔχει τοποθετημένα στὴν καρδιά τῆς θεολογίας της, δηλαδὴ στὴν καρδιά τοῦ μυστηρίου τῆς ἀληθείας της, τὸ ὁποῖο καὶ προσφέρει γιὰ οἰκοδομὴ ὅλων μας.

       Ἔτσι τονίζει ἰδιαίτερα τὸ γεγονὸς τῆς ἐκ παρθένου γεννήσεως τοῦ Κυρίου• ὅτι ὁ Κύριος δηλαδὴ δὲν ἦρθε σὲ αὐτὸν τὸν κὸσμο μὲ τὸν φυσιολογικὸ τρόπο, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τοῦς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως συνέβη μὲ θαυματουργικὸ ὑπερφυσικὸ τρόπο. Ὁ Κύριος γεννήθηκε «ἀσπόρως», ἀπὸ παρθενικὴ μήτρα.

       Ἡ ὑπογράμμιση τῆς παρθενικότητος τῆς Θεοτόκου καὶ συνεπῶς τῆς διὰ τῆς Παρθένου εἰσόδου τοῦ Κυρίου στὴν ἱστορία καὶ ἔχει δυὸ βασικὰ στοιχεῖα.
       
       Τὸ ἕνα εἶναι ὅτι ἔπρεπε μὲ θαῦμα νὰ ἔρθει ὁ Κύριος, μὲ ὑπερφυσικὸ δηλαδὴ τρόπο -καὶ νομίζω αὐτὸ λίγο τὸ καταλαβαίνουμε ὅλοι μας- καὶ τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔρθει μὲ πεντακάθαρο τρόπο, δηλαδὴ μὲ τρόπο ποὺ δὲν ἀφήνει ὑποψία μολυσμοῦ ἐξ ἀδυναμίας ἢ ἁμαρτίας ἢ ἐμπαθοῦς κινήσεως. Ἡ προαιώνιος βουλὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου ἐκ παρθένου αὐτὰ τὰ δυὸ κρύβει: τὸν ὑπὲρ φύσιν χαρακτήρα της καὶ τὸ καθαρό, τὸ ἀμόλυντο στοιχεῖο της. Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ συναντῶνται στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν τὸ συζητᾶ. Εἶναι μυστήριο• δὲν τὸ διαπραγματεύεται. Τὸ δέχεται, τὸ ὁμολογεῖ, φρίττει ἐνώπιόν του καὶ τὸ μαρτυρεῖ.

       Στὴν σημερινὴ ἐποχὴ μὲ ὅλον αὐτὸν τὸν ὀρθολογισμό, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ ἀμφισβητεῖ, ἡ Ἐκκλησία μὲ μεγάλη σταθερότητα, λιτότητα καὶ σαφήνεια προσφέρει αὐτὸ τὸ γεγονός σὲ ὅλους μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὡς ἀλήθεια, τὴν ὁποία καλούμαστε νὰ δεχθοῦμε στὴν ψυχή μας μετὰ πίστεως καὶ νὰ τὴν μεταμορφώσουμε σὲ ζωή. Λέγει ἡ γνωστὴ προσευχὴ πρὸς τὴν Παναγία: «ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνή, παρθένε, θεόνυμφε, Δέσποινα». Ὅλες αὐτὲς οἱ λέξεις τὸ ἴδιο πράγμα ὑπογραμμίζουν, τὴν καθαρότητα. Ἄσπιλος εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει σπίλο, δὲν ἔχει λεκέ. Ἀμόλυντος, αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει μολυνθεῖ. Ἄφθορος, αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει φθορά. Ἄχραντος, αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν ἔχει ἀκουμπήσει μολυσμός. «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνή, παρθένε». Μιὰ ἁλυσσίδα συνωνύμων λέξεων ποὺ ἡ μία δίπλα στὴν ἄλλη στὴν οὐσία προσπαθοῦν νὰ περιγράψουν μετ’ ἐπιτάσεως τὴν ἀπόσταση τοῦ Κυρίου ἀπὸ κάθε ἴχνος ἁμαρτίας. Χαίρεται ἡ Ἐκκλησία, καὶ οἱ ὑμνογράφοι καὶ οἱ θεολόγοι καὶ οἱ Πατέρες νὰ ἔρχονται καὶ νὰ ἐπανέρχονται καὶ νὰ περιστρέφονται γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός τῆς παρθενικῆς καθαρότητος.

       Ἂν ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τονίζει τὴν ὑπακοὴ τῆς Θεοτόκου στὸ θεῖο θέλημα καὶ τὴν ταπείνωσή της, ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων εἶναι ἀφιερωμένη στὴν καθαρότητα τῆς Θεοτόκου καὶ προκαλεῖ τὸν κάθε ἕναν μας σὲ μιὰ καθαρότητα βίου. Ἔλεγε τὸ κοντάκιο ποὺ ψάλαμε «ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ παρθένος». Τί θὰ πεῖ «πολυτίμητος παστὰς καὶ παρθένος»; «Πολυτίμητος» σημαίνει ὁ ἀκριβός, ὁ δαπανηρός, αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη τιμή καὶ ἀξία. Ἡ λέξη «παστάς» πάλι τὴν καθαρότητα ὑπογραμμίζει. «Παστάς» εἶναι ὁ νυμφώνας, τὸ νυφικὸ δωμάτιο, τὸ ὁποῖο ἦταν πεντακάθαρο μὲ τὰ πάντα καινούργια καὶ ἀχρησιμοποίητα. Ἔτσι πεντακάθαρη παρουσιάζεται στὴν διάλεκτο τῶν ὑμνογράφων καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ Παναγία. «Τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», ὁ ἱερὸς θησαυρὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν δόξα του Θεοῦ. Δὲν χωρεῖ λοιπὸν ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων τιμᾶ καὶ ἀποκαλύπτει τὴν καθαρότητα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

       Τί ἀκριβῶς ὅμως εἶναι αὐτὴ ἡ πολυδιάστατη καθαρότητα τῆς Θεοτόκου;

       Τὸ πρῶτο στοιχεῖο ποὺ ἔχει ἡ Παναγία εἶναι ἡ καθαρότητα στὴν προέλευση. Καὶ ἡ δική της γέννηση ἦταν ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν πιὸ καθαρὴ ποὺ μποροῦσε νὰ γίνει. Αὐτὸ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ γονεῖς της ἦταν στεῖροι καὶ «ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν» (Λουκ. α΄ 7), δηλαδὴ δὲν εἶχαν μπορέσει νὰ κάνουν παιδὶ καὶ εἶχαν γεράσει οἱ ἄνθρωποι. Ἡ γέννηση λοιπὸν τῆς Θεοτόκου ἐπισυμβαίνει καὶ αὐτὴ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἐλπίδων ποὺ δίνουν οἱ φυσικοὶ νόμοι, διότι δὲν εἶναι οὔτε σύνηθες οὔτε φυσικὸ δυὸ γέροντες νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Ἡ γέννησή της ὅμως ἀπὸ ἡλικιωμένους γονεῖς σημαίνει ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἀποτέλεσμα λογικῆς προσδοκίας ἢ ἐπιθυμίας πρὸς ἡδονή, ἀλλὰ καρπὸ πίστεως καὶ ἱερῆς ἐπιθυμίας πρὸς τεκνογονία. Αὐτὸ ὑποκρύπτει τὸ ὅτι οἱ γονεῖς της, ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἦταν στεῖροι καὶ γέροντες ὅταν τὴν γέννησαν. Ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν καθαροτέρα καὶ κατὰ Θεὸν ἱεροτέρα.

       Δὲν ἔχει ὅμως μόνο τὴν καθαρότητα στὴν προέλευσή της. Ἔχει τὴν καθαρότητα στὸν λόγο της. Ἂν ἀνοίξει κανεὶς τὰ εὐαγγέλια, δὲν θὰ δεῖ φλυαρίες ἀπὸ τὸ στόμα τῆς Παναγίας, δὲν θὰ συναντήσει διαλέξεις καὶ διδασκαλίες. Ἡ διδασκαλία ἀνήκει μόνο στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἡ ὁμολογία στὰ χείλη τῶν ἀποστόλων. Αὐτὰ βρίσκουμε στὰ εὐαγγέλια• καὶ ἀπὸ τὴν Παναγία δυὸ τρεῖς μόνο φορὲς νὰ ἀνοίγει τὸ στόμα της. Ἡ μιὰ συνδέεται μὲ τὴν συνάντησή της μὲ τὴν Ἐλισάβετ ποὺ στὴν οὐσία εἶναι μιὰ ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ συνάντησή της μὲ τὸν Κύριο στὸν ναό, ὅταν ἦταν δωδεκαετὴς καὶ χάθηκε, καὶ ἐκεῖ ἐκφράζει τὴν ἀνησυχία της. Στὴν οὐσία προκαλεῖ τὸν δωδεκαετῆ τότε Κύριο νὰ τῆς ἀποκαλύψει ὁ Ἴδιος γιὰ πρώτη φορὰ τὴ θεότητά Του, ὑπαινισσόμενος ὅτι ὁ ἀληθινὸς πατέρας Του δὲν εἶναι ὁ κοινωνικός, ὁ Ἰωσήφ, ἀλλὰ ὁ ἐν οὐρανοῖς Πατήρ∙ καὶ μὴ ἀποφεύγοντας νὰ ἀναφερθεῖ στὴ μητέρα Του, ὅτι εἶναι «ἀμήτωρ ἐκ Πατρός» κατὰ τὴν θεότητα. Συνεπῶς, ὁ λόγος της προκαλεῖ τὴν πρώτη ὁμολογία τοῦ Κυρίου περὶ τῆς Θεοτητός Του. Ὑπάρχει καὶ μία Tρίτη περίπτωση ποὺ ἡ Παναγία σπάει τὴ σιωπή της. Εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦ θαύματος στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας. Λέει στὸν Υἱό της «οἶνον οὐκ ἔχουσι» (Ἰω. β΄ 3), δὲν ἔχουν κρασί, τέλειωσε τὸ κρασί∙ καὶ στοὺς διακονητές: «ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε» (στ. 5) καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος ἐπιτελεῖ τὸ θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σὲ οἶνο, σὲ κρασί. Πάλι ὁ λόγος της προκαλεῖ τὸ θαῦμα καὶ ὑποδεικνύει τὴν ὑπακοὴ στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. Τρεῖς καὶ μόνο φορές. Τρεῖς φορὲς ποὺ ὅλες ὁδηγοῦν σὲ μεγάλες ἀποκαλύψεις. Λόγος ἀργὸς ἢ συμβατικὸς δὲν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ στόμα της.

       Ἂς προχωρήσουμε ἕνα βῆμα παραπέρα• ἡ Παναγία δὲν δέχθηκε τὸν μολυσμό τῆς θύραθεν κοσμικῆς γνώσεως. Ἐμεῖς ἂν τὸ παιδί μας πάει στὰ πανεπιστήμια, ἂν ἔχει πάρει μερικὰ διπλώματα, καμαρώνουμε καὶ φουσκώνουμε ἀπὸ κοσμικὴ ἔπαρση. Λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι ἡ Παναγία μὲ τὸ νὰ πάει τριῶν ἐτῶν στὸν ναὸ μεταμόρφωσε τὸν ναὸ σὲ σχολεῖο της, σὲ δικό της ἐκπαιδευτήριο. Δὲν δέχθηκε τὸν μολυσμό τῆς ἐγκόσμιας, φυσικῆς, παχυλῆς γνώσεως. Νὰ τὸ πῶ ἁπλά• δὲν ἔμαθε νὰ λύνει ἐξισώσεις, δὲν ἐκτέθηκε στὴν μὴ ἀναγκαία γνώση αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀπέκτησε ὅμως τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ναό. Ἀνετράφη καὶ μεγάλωσε μὲ αὐτὴν τὴν ἀδολότητα καὶ ἀθωότητα. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι κακὸ νὰ μαθαίνουμε γράμματα, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ μόρφωση ἐνέχει τὴν παχύτητα τῶν φθειρομένων καὶ παρερχομένων. Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου εἶναι ὅτι ἡ γνώση της, ὁ κόσμος της ὅλος, ἦταν ἀποκλειστικὰ τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸ διδάχθηκε μέσα στὸν ναό.

       Ἡ Παναγία, λοιπόν, δὲν δέχθηκε τὸν μολυσμό τῶν ἄχρηστων γνώσεων ποὺ ἐμεῖς κατ’ ἀνάγκην ἀποκτοῦμε, ἀλλὰ διακρίνεται γιὰ τὴν πλήρη καθαρότητα τῆς διανοίας καὶ τῆς σκέψεως.

       Αὐτὴ ἡ καθαρὀτητα συνδέεται καὶ μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Δὲν εἶχε καρδιὰ λερωμένη ἀπὸ ἐπιθυμίες, ἀπὸ ἀπαιτήσεις, ἀπὸ ἐσωτερικές, ψυχολογικὲς ἀνάγκες. Πῶς φαίνεται αὐτό; Στὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐνῶ τῆς προτείνει ὁ ἄγγελος τὸ μυστήριο τῆς ἐξ αὐτῆς παρθενικῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ αὐτὴ ἀρχικῶς συστέλλεται μετ’ ἐκπλήξεως καὶ φόβου, τελικὰ ὑποτάσσεται ταπεινὰ στὴν ἐπιμονή του λέγοντας: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου• γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α΄ 38). Δὲν καταλαβαίνω γιατί σὲ ἐμένα καὶ δι᾿ ἐμοῦ τὸ μυστήριο, ἀλλὰ ἀφοῦ τὸ λές, κάτι παραπάνω ξέρεις ἀπὸ ἐμένα, ἂς γίνει σύμφωνα μὲ τὸν λόγο σου. Αὐτὸ δὲν λέγεται εὔκολα ἀπὸ καρδιὲς ποὺ ἔχουν ὀρθολογισμό. Αὐτὸ δὲν λέγεται εὔκολα ἀπὸ καρδιὲς ποὺ εἶναι μολυσμένες ἀπὸ φιλοδοξίες, ἀπὸ προσωπικὲς ἐπιθυμίες ἀπὸ ἄκρατα θελήματα. Ἡ Παναγία εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτά∙ μᾶς τὸ πιστοποιεῖ μὲ τὸν λόγο της καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς της.

       Θὰ ἦταν παράλειψη ἂν δὲν ὑπογραμμίζαμε καὶ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, δηλαδὴ τὴν ἁγνότητα γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ ὁποία τελικῶς ἀπετέλεσε τὴ βασικὴ καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου νὰ μπορέσει ἀπὸ τὸ δικό της σῶμα νὰ δώσει τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση στὸν Κύριο.

       Θὰ κλείσω καὶ μὲ μιὰ ἕκτη μορφὴ καθαρότητος, τὴν ὁποία δὲν εἶναι εὔκολο νὰ καταλάβουμε, πρέπει ὅμως νὰ τὴν ἀναφέρουμε. Ἡ Παναγία ὀνομάζεται «ἀειπάρθενος» ποὺ σημαίνει ὅτι τὴν παρθενικότητά της δὲν τὴν ἔχασε μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρὸνου, ἀλλὰ παρέμεινε καὶ «μετὰ τόκον παρθένος». Τὸ σῶμα της χρησιμοποιήθηκε μόνον γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἐξ αὐτῆς ὁ Κύριος∙ κανένας ἄλλος! Αὐτὸ θὰ πεῖ ἀειπάρθενος∙ διὰ βίου παρθένος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶχε καὶ τὴν καθαρότητα τοῦ χρόνου. Δὲν εἶχε τοὺς λεκέδες ποὺ ἀφήνει ὁ χρόνος πάνω στὴν πορεία ἑνὸς ἀνθρώπου. Πολλὲς φορὲς ζοῦμε μιὰ ἐμπειρία, ἔχουμε μιὰ ἔξαρση, ἡ καρδιά μας λειτουργεῖ σὲ κάποια χαρὰ πνευματικὴ καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἔρχονται τὰ γεγονότα, διαδέχονται οἱ καταστάσεις ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ οἱ λεκέδες τοῦ χρόνου ἀποτυπώνονται πάνω στὴν ζωή μας σὰν σφραγίδες ἀνεξίτηλες.

       Τί καθαρότητα λοιπὸν γενικευμένη δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντήσει στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου! Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἀξιώνει ὁ Κύριος νὰ ἔχει ἄλλα τέσσερα χαρακτηριστικά. Ἔχει τέσσερα ὀνόματα ποὺ τὰ ἀκούσαμε στὴν ἀκολουθία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Εἶναι πρῶτον ἡ πύλη του οὐρανοῦ• δεύτερον κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ• τρίτον σκηνὴ ἐπουράνιος καὶ τέταρτον ναός τοῦ Θεοῦ.

       Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Πρῶτον ὅτι εἶναι πύλη, εἴσοδος, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία εἰσέρχεται κανεὶς στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικὰ δὲν μποροῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν οὐράνια κατάσταση. Σὲ ἕναν χῶρο δὲν μπαίνεις ἀπὸ τὸν τοῖχο. Χρειάζεται νὰ μπεῖς ἀπὸ μιὰ πόρτα. Καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ σὰν κυρία εἴσοδό του ἔχει τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου. Ὁ ὀρθολογισμός, ἡ κατανόηση, ἡ ἐμπαθὴς ζωή, ἡ οἴηση εἶναι ψηλὰ τείχη ποὺ παρεμποδίζουν τὴν μετοχὴ στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστη, ἡ ταπείνωση, ἡ ὑποταγὴ στὸ θεῖο θέλημα, ἡ κατὰ Θεὸν ἄσκηση, οἱ πρεσβεῖες τῶν ἁγίων, ἀποτελοῦν μικρὲς εἰσόδους σὲ αὐτό. Ἡ κεντρικὴ πύλη τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ ὀνομάζεται Ὑπεραγία Θεοτόκος.

       Δεύτερον• ἡ Παναγία ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χώρα τοῦ Ἀχωρήτου, χῶρος ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ Θεός τὰ μυστικά του, χῶρος ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους. Κάθε πιστὸς ποὺ ἀποκαθιστᾶ μιὰ πνευματικὴ σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου δὲν γνωρίζει μόνον τὴν Θεοτόκο∙ κυρίως γνωρίζει τὸν Κύριο.

       Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ εἶναι καὶ σκηνή τοῦ Θεοῦ, τόπος ἀναπαύσεως τοῦ Θεοῦ. Ὄχι τόπος διαμονῆς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀναπαύσεώς Του, τόπος ὅπου ὁ Θεὸς πραγματικὰ εὐηρεστήθη, τόπος ὅπου ὁ Θεὸς ἐκφράζει τέλεια τὴν προαιώνια βούλησή Του, ὅπου θεωρεῖ πὼς ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμητὴ κοινωνία μαζί Του, ὅπου «ἁγιάζεται τὸ ὄνομά Του, ἐγκαθίσταται ἡ βασιλέια Του, ἐπιτελεῖται τὸ θέλημά Του». Αὐτὴ εἶναι ἡ Παναγία.

       Τέλος, εἶναι καὶ ναός τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ τόπος ποὺ φανερώνει τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ ποὺ ξεπερνοῦν τὴν λογική μας, αὐτὰ ποὺ καταργοῦν τὴν παχύτητα καὶ τὴ μικρότητά μας, αὐτὰ ποὺ ἐξαφανίζουν τὴ λογική μας καὶ φανερώνουν τὴν ἄλλη λογικὴ καὶ ἀποκαλύπτουν τὴν ἄλλη ζωή, καταδεικνύουν ἕναν ἄλλον κόσμο, τὸν πραγματικὸ κόσμο, τὸν κόσμο στὸν ὁποῖον καλεῖται ὁ καθένας μας νὰ μπεῖ μέσα καὶ νὰ ζήσει. Ἔτσι εἶναι τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Εἶναι πεντακάθαρο, εἶναι πύλη στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ, εἶναι κατοικητήριο, εἶναι σκηνὴ τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁδὸς γιὰ νὰ ζήσουμε ὡς Ἐκκλησία τὴ δόξα Του, εἶναι ὁ ναός Του.

       Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν χαίρεται αὐτὴν τὴν γιορτή. Τὴν πανηγυρίζει καὶ θέλει σὲ αὐτὴν τὴν χαρά, σὲ αὐτό τὸ πανηγύρι νὰ συμμετέχει ὁ καθένας μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο μήνυμα ποὺ μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπὸ ὅσα εἴπαμε• τὸ νὰ χαροῦμε γιὰ αὐτὸν τὸν θησαυρὸ ποὺ ἀνήκει στὴν ἀνθρώπινη φύση, διότι ἡ Παναγία εἶναι ἄνθρωπος σὰν ἐμᾶς.

       Τὸ δεύτερο εἶναι νὰ κάνουμε χρήση αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ. Ὄχι ἁπλῶς νὰ χαιρόμαστε καὶ νὰ πανηγυρίζουμε, νὰ ἀνάβουμε κεριὰ καὶ λαμπάδες καὶ ἀνταλλάσσουμε εὐχὲς καὶ «χρόνια πολλά» μεταξύ μας, ἀλλὰ νὰ κάνουμε χρήση αὐτῆς τῆς δυνατότητος πού μᾶς δίνει ὁ Θεός. Πρέπει νὰ γνωρίσουμε τὴν Παναγία. Κάτι νὰ διαβάσουμε, κάτι νὰ καταλάβουμε. Νὰ τὴν ἐπικαλεστοῦμε, νὰ ζητήσουμε τὶς πρεσβεῖες της. Εἶναι δυνατὴ ἡ προσευχή της. «Πολλὰ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένεια Δεσπότου», λέγει ἡ Ἐκκλησία. Ἔχει μεγάλη δύναμη ἡ προσευχή τῆς μητέρας, γιὰ νὰ ἐξευμενίσει ἀπέναντί μας τὸν Δεσπότη, τὸν Κύριο καὶ Θεό μας. Ἂς μὴν ἀφήσουμε αὐτὸν τὸν θησαυρό, αὐτὴ τὴν δυνατότητα.

       Καὶ ἕνα τρίτο• νὰ ἐμπνευστοῦμε ἀπὸ τὸ παράδειγμά της. Δὲν θὰ γίνει τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ πραγματικότητα, ἂν ἡ καθαρότητα ἡ δική της δὲν ἀποτελέσει πρότυπο γιὰ τὴν δική μας καθαρότητα. Καὶ ἡ δική μας ζωὴ πρέπει νὰ ἔχει τὴν καθαρότητα τῆς προελεύσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ βάπτισμα, αὐτὸ ποὺ τὸ ἔχουμε πάρει ὅλοι καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐνεργοποιήσουμε.

       Πρέπει νὰ ἔχει τὴν καθαρότητα τοῦ λόγου. Ἡ εἰλικρίνεια, γιὰ νὰ τὸ πῶ πρακτικά, στὴν καθημερινή μας σχέση εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦ λόγου. Ἕνα στόμα ποὺ βρίζει, ποὺ καταρᾶται, ποὺ δημιουργεῖ ἔχθρες, ποὺ πληγώνει τοὺς συνανθρώπους του, ποὺ ψεύδεται, ἕνα τέτοιο στόμα δὲν εἶναι καθαρὸ στόμα.

       Καθαρότητα τῆς σκέψης• πόσες φορὲς οἱ μολυσμοί τῶν λογισμῶν μας δὲν διαταράσσουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς μας, δὲν μολύνουν τὴν εἰρήνη τῶν σχέσεών μας, δὲν ἀναστατώνουν τὴν εἰρήνη τῆς πίστεώς μας, δὲν καταστρέφουν τὴν εἰρήνη τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνίας μας ἀποστερῶντας τὶς καρδιές μας ἀπὸ τὶς ἀνάσες τῆς θεϊκῆς παρουσίας!

       Τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τῶν αἰσθημάτων. Δὲν ἀγαπιόμαστε, δὲν μποροῦμε νὰ συγχωρεθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νὰ συνυπάρχουμε, δυσκολευόμαστε νὰ ἀνεχθοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε αὐτὸν τὸν θησαυρό τοῦ νὰ εἴμαστε μαζί, γιὰ νὰ τρεφόμαστε ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, γιὰ νὰ μοιραζόμαστε τὰ δῶρα Του, γιὰ νὰ ἐξαγιαζόμαστε, γιὰ νὰ βλέπουμε στὸ πρόσωπο καὶ στὴ ζωή τοῦ ἄλλου ὁ καθένας μας τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς παρουσίας Του.

       Νὰ ποῦμε καὶ δυὸ λόγια γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος. Μιὰ ἀρρώστια ποὺ ὑπάρχει στὴν ἐποχή μας εἶναι οἱ μολυσμοὶ τῆς σαρκός. Ἔφτασε πλέον τὸ πράγμα στὸ ἀπροχώρητο. Ποιοί ἀπὸ ἐμᾶς διατηροῦν τὸ σῶμα τους κρυστάλλινο, καθαρὸ σὰν τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ δέχεται καὶ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Ἂν δὲν ζήσαμε ὣς τώρα ἔτσι, ἂς ζήσουμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν στιγμὴ καὶ μετά, γιατί μόνον ἔτσι, ἂν εἶναι παρθενικὴ ἡ ὅλη μας ζωὴ καὶ ὑπόσταση, ἂν λάμπει ἀπὸ καθαρότητα ἢ τουλάχιστον ἂν ἔχει τὸν ἀγῶνα τῆς καθάρσεως, θὰ μπορέσει καὶ νὰ φωτιστεῖ καὶ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ ναό• νὰ γίνει σκηνή τοῦ Θεοῦ• νὰ γίνει κατοικητήριό Του• νὰ γίνει ὁ χῶρος τῆς δικῆς Του ἀναπαύσεως• νὰ γίνει φάτνη στὴν ὁποία θὰ γεννηθεῖ. Νὰ μπορέσει ἡ ζωὴ τοῦ καθενός μας νὰ κάνει τὸ γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου πραγματικότητα μέσα της.

       Πράγματι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μπορεῖ ὁ κάθε ἕνας μας νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς του, νὰ κάνει τὴν ἀρχὴ τῆς μεταμορφώσεώς του, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ζήσει τὶς μέρες πού μᾶς ἔρχονται κάτι ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, λίγο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, κάτι ἀπό τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου στὴν δική του τὴν ψυχή.

       Εὔχομαι νὰ δώσει ὁ Θεὸς μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ μυστηρίου τῆς καθαρότητος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μέσα ἀπὸ τὴν δική της πύλη νὰ εἰσοδεύσουμε ὁ καθένας μας στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσουμε ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα, τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ὅλοι μας ἀνεξαιρέτως νὰ τὸν συναντήσουμε «μεθ᾿ ἡμῶν», ἀνάμεσά μας, μαζί μας, μέσα στὴν καρδιά μας καὶ νὰ Τὸν κρατήσουμε διαρκῶς ὡς θησαυρὸ στὴν πορεία μας σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, ἕως ὅτου ὄχι «δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, ἀλλὰ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. 12) θὰ Τὸν ἀντικρύσουμε στὴν Βασιλεία Του. Ἀμήν.


* Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα ποὺ ἐκφωνήθηκε στὸ Ἱ. Μετόχιον τῆς Ἀναλήψεως στὸν Βύρωνα στὶς 23 Νοεμβρίου 2003.

 

pdf



ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ*

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου



Θὰ ἤθελα νὰ ξεκινήσω τὴν ὁμιλία μου ἐκφράζοντας τὴ μεγά­λη μου χαρὰ γιὰ τὴ μοναδικὴ αὐτὴν εὐκαιρία νὰ βρεθῶ σὲ πολὺ συγγενικό μου χῶρο, ποὺ ὅμως ἔχω μόνον μία φορὰ ἐπισκεφθεῖ, νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ πολὺ οἰκείους ἀνθρώπους, ποὺ ὅμως δὲν γνωρίζω, γιὰ νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ἕνα πολὺ δικό μας θέμα ποὺ ὅμως, ἐνῶ πολὺ συζητεῖται, στὴν οὐσία δὲν ἀξιο­λογεῖται σωστά.
Σᾶς εὐχαριστῶ λοιπὸν πολὺ γιὰ τὴν πρόσκληση, δίνοντάς σας ὅμως ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴ διαβεβαίωση ὅτι τὸ θέμα μοῦ φαίνεται πολὺ μεγάλο γιὰ νὰ τὸ δια­πραγματευτῶ σφαιρικά, μάλιστα σὲ τόσο περιορισμένο χρόνο, καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ σᾶς ἀπογοητεύσω, θὰ ἀποφύγω καθαρὰ τεχνικὲς σκέ­ψεις, ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα καὶ προτάσεις. Ἁπλᾶ θὰ περιοριστῶ στὴν κατάθεση μιᾶς μόνο δικῆς μου συνιστώσας σκέψης καὶ προβληματισμοῦ.

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ
Ἡ ἐποχή μας, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἔχει τρία μοναδικὰ χαρακτηρι­στικά· δημι­­ουρ­γεῖ ἐκπληκτικὰ ἐπιτεύγματα, προξενεῖ ἀσύλληπτα καὶ ἀνυ­πέρ­βλητα προ­βλή­ματα καὶ εἶναι ἐξαιρετικὰ πα­ρεμ­­βατικὴ στὶς ἐφαρμογές της.
Ἡ διείσδυση στὴ γνώση εἶναι ἐντυπωσιακή. Ἡ κατανόηση τῶν φυσι­κῶν μηχανισμῶν τοῦ ἀρχέγονου κόσμου καὶ ἡ πειραματικὴ ἐπιβεβαίωσή τους, ἡ θε­ω­ρητικὴ καὶ παρατηρησιακὴ προσέγγιση τῶν κοσμικῶν ἐσχατιῶν μας, ἡ ψη­λά­φηση τοῦ πιὸ ἐνδότερου μυστικοῦ τῆς ὕλης μας, ἡ ἀνάγνωση τῶν γονι­διω­ματι­κῶν λεπτομερειῶν καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἀποτυπω­μά­των τῆς φυσικῆς ἐξέ­λιξής μας, ἡ ἀνακάλυψη τοῦ ἀλφάβητου τῆς πρωτεϊ­νικῆς διαλέκτου τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀνίχνευση τοῦ μυστικοῦ τῆς κυτταρικῆς φθορᾶς, ἡ ἀνάπτυξη τῶν νευρο­επι­­στημῶν ἀποτελοῦν λίγες μόνον ἀπὸ τὶς ἀνακαλύψεις ποὺ ἔχουν οὐσιαστικὰ ἐπαναπροσδιορίσει τὴ θέση τοῦ ἀν­θρώπου στὸ γνωστικὸ καὶ φιλοσοφικὸ στε­ρέωμα. Ἔννοιες ὅπως λογική, αὐτεξούσιο, ψυχή, ζωή, κοινω­νικὲς σχέσεις ἀπο­κτοῦν καινούργια σημα­σία καὶ προοπτική.
Ἀλλὰ καὶ ἡ σύγχρονη ἀνθρώπινη παρεμβατικότητα δὲν ἔχει προ­η­γού­μενο. Ἤδη μηχανικὲς συσκευὲς ἐμφυτεύονται στὸ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ ἐπι­τελοῦν φυσιολογικὲς λειτουργίες· ἡ ὕλη τεχνολογεῖται στὸ ἐπίπεδο τῆς νανο­κλίμακας, ὅπου ἐκδηλώνεται μὲ ἄγνωστες ὣς τώρα ἰδιότητες· ἡ ζωὴ ἐπίσης τεχνολογεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν γονι­δίων, ὅπου ἐμφανίζει πρωτό­γνωρη δυναμικὴ καὶ ἐντυπωσιακὴ συμπεριφορά· τὸ ἴδιο καὶ ἡ φύση στὸ ἐπίπεδο τῶν κλιμα­το­λο­γικῶν ρυθμίσεων. Τὸ νευρικὸ κύτταρο φαίνεται ἀπόρθητο, ἀλλὰ ὅλο καὶ πλη­θαί­νουν οἱ παρεμβάσεις στὸν ἐγκέ­φαλο μὲ μικρο­συσκευὲς ἢ φάρμακα ποὺ μπο­ροῦν νὰ ἐπηρεάσουν ἢ καὶ νὰ προσ­διορίσουν τὴ συμπεριφορά. Ὅροι ὅπως μικρο­χειρουργικὴ ἢ κυβερνο­χειρουρ­γικὴ ἢ ψυχοχει­ρουργικὴ ἢ βιονικὴ φυσιο­λο­γία ἢ βιοπληροφορικὴ πιστοποιοῦν τὴ σύζευξη τοῦ μηχανικοῦ μὲ τὸ βιο­λο­γικό, καὶ καταδεικνύουν τὸ εὖρος καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἀνθρώπινης παρεμ­βατικό­τητας.
Ὅλη αὐτὴ ἡ γνώση διευρύνει ὁρίζοντες, δίνει μεγάλες ἐλπίδες, ἀνοί­γει προοπτικές, ἀνακουφίζει ἀπὸ δυσκολίες, συχνὰ ὅμως παίρνει δια­στά­σεις τυραν­νίας, ἡ δὲ παρεμ­βατικότητα ἀναπόφευκτης ἀπειλῆς ἢ ἀνυπέρ­βλητων διλημ­μά­των. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα ἡ τεχνολόγηση τοῦ γενετικοῦ ἢ νευρικοῦ κυττά­ρου ἢ ἡ ἄνευ ὅρων ἐπέμβαση στὴν ψυχικὴ σφαῖρα ἀπο­τελοῦν παρεμβατικὸ μέγε­θος ποὺ φοβίζει. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ διεθνὴς νομοθεσία τὰ ἀπαγορεύει.
Ἀπὸ ὅλο τὸ φάσμα τῶν νέων τεχνολογικῶν ἐφαρμογῶν δὲν ἦταν δυνα­τὸν νὰ ἐξαιρεθεῖ ὁ χῶρος τῆς ἀναπαραγωγῆς, μὲ συνέπειες πολὺ μεγάλες σὲ θεσμούς, ἀντιλήψεις καὶ προτεινόμενες λύσεις.
Ἡ τεχνολογικὴ παρέμβαση στὴ διαδικασία τῆς σύλληψης, εἴτε μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀποφυγῆς εἴτε μὲ αὐτὴν τῆς ὑποβοήθησης, σὲ σχέση μὲ τὴ δυνα­τό­τη­τα τοῦ προεμφυτευτικοῦ ἐλέγχου, τῆς ἐπιλογῆς τοῦ φύλου, τῆς ἑτερό­λογης ἢ καὶ μεταθανάτιας γονιμοποίησης, τῆς παρένθετης μητρό­τητας, τοῦ προ­­γεννη­τικοῦ ἐλέγχου, τῆς διακοπῆς τῆς κύησης σὲ πρόωρο ἢ καὶ προχω­ρημένο στάδιο δημι­ουργεῖ ἰσχυρότατες ἐσωτερικὲς ροπὲς στὸ ἀξιακὸ περι­εχό­μενο τοῦ ἀνθρώ­που καὶ ἐξ ἴσου μεγάλες τάσεις στὴ συνε­κτικὴ δυναμικὴ τῶν κοι­νωνικῶν σχέ­σεων.
Ἂς δοῦμε τὸ θέμα πιὸ ἀναλυτικά.


Β. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ
Μὲ τὸν ὅρο οἰκογενειακὸς προγραμματισμὸς ἐννοοῦμε μία γενικότερη πο­λιτικὴ ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν σεξουαλικὴ ἐκπαίδευση, τὴν πρό­ληψη καὶ δια­­χεί­ριση τῶν σεξουαλικὰ μεταδιδόμενων μολύνσεων, τὴν διαχείριση τῆς στει­ρό­­τη­τας καὶ κυρίως τὴν ἐνημέρωση τῶν ζευγαριῶν πάνω σὲ θέματα ἀνα­παρα­γω­γι­κῆς ἀγωγῆς, ὥστε νὰ ἀποφεύ­γονται οἱ λεγόμενες ἀνεπιθύμητες ἐγκυ­μο­σύνες, δηλαδὴ νὰ ἀποκτοῦν τὸν ἐπι­θυ­μητὸ ἀριθμὸ παιδιῶν στὸν ἐπιθυμητὸ χρόνο.
Ἐνῶ κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἀπόλυτη ἀνάγκη κάθε ἐγκυμοσύνη νὰ εἶναι ἐπιθυμητή, διότι εἶναι φοβερὸ νὰ ἔρχεται στὸν κόσμο ἕνας ἄνθρωπος ἀνεπιθύμητος εἴτε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του εἴτε ἀπὸ τὴν κοινωνία, ταυ­τόχρονα θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι ὁ ὅρος ἐπιθυμητὴ ὡς προσ­διοριστικὸ τῆς ἐγκυμοσύνης θέλει τὴν ἀνάλυσή του. Μὲ ἄλλα λόγια, ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ μὴν εἶναι ἐπιθυμητὴ μία ἐγκυμοσύνη γιατὶ συνδέεται μὲ διεγνωσμένο παθο­λογικὸ ἔμβρυο ποὺ προϊδεάζει γιὰ μία τυραννικὴ ἐπιβίωση, ἄλλο εἶναι ὅταν στα­τιστικὰ μία ἐγκυμοσύνη ἐγκρύπτει τὸ ἐνδεχόμενο ἐνδη­μούσης σὲ κοινωνικὲς ὁμάδες γενετικῆς νόσου, ἄλλο εἶναι ἡ ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη ποὺ σχετίζεται μὲ τυχαία ἀνεύθυνη συνεύρεση, ἄλλο αὐτὴ ποὺ συνδέεται μὲ φιλοσοφία ἀποξέ­νωσης τοῦ γάμου ἀπὸ τὴν τεκνογονία καὶ θεώ­ρησής του ἁπλὰ ὡς νομιμο­ποι­ημένης κοινωνικῆς συμβίωσης, ἄλλο εἶναι ὅταν ἡ ἐγκυμοσύνη εἶναι μὴ ἐπιθυ­μητὴ ὡς ἀντιμετώπιση τυχὸν ὑπερπληθυσμιακῆς ἀπειλῆς συγκεκριμένων χωρῶν ἢ τοπικῶν κοινωνιῶν καὶ ἄλλο ὅταν ἐκφράζει καθαρὰ ρατσιστικὲς ἀντιλήψεις.
Συνεπῶς τὸ πρόβλημα ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὸν ὅρο ἐπιθυμητὴ εἶναι ἀρκε­τὰ σύνθετο, σὲ τελικὴ δὲ ἀνάλυση οἱ ἔννοιες τοῦ ἐπιθυμητοῦ καὶ τοῦ ἀγαπητοῦ συγχέονται. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ κυριαρχοῦσα ἀντίληψη εἶναι ὅτι μόνον ἂν ἕνα παιδὶ εἶναι ἐπιθυ­μητὸ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ ἀγαπητό. Ἀντί­θετα, θὰ μπο­ροῦσε κάθε παιδὶ νὰ εἶναι ἀγαπητὸ καὶ ἔτσι νὰ γίνει ἐπιθυμητό, ἀκόμη καὶ τὸ προβληματικό.
Ἕνα ἄλλο πρόβλημα εἶναι ὅτι συχνὰ ὁ ἔλεγχος τῶν γεννήσεων γίνεται σὲ ὕστερο στάδιο, δηλαδὴ ἐξυπονοεῖ διακοπὴ τῆς κυήσεως. Ἔτσι στὴ χώρα μας, γιὰ κάθε τοκετὸ ἀντιστοιχοῦν περισσότερες ἀπὸ τρεῖς ἐκτρώσεις, ποσοστὸ ἰδιαί­τερα ἀνησυχητικό, ἂν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη ὅτι, πέραν τῶν ἠθικῶν διλημμάτων ποὺ ἀνα­φέρονται στὴν καταστροφὴ μιᾶς ἀνθρώπινης ζωῆς ποὺ παλεύει νὰ ἐπιβιώ­σει, οἱ ἐπιπλοκὲς ποὺ μπορεῖ μία ἔκτρωση νὰ προκαλέσει εἶναι πολλὲς καὶ μεγά­λες καὶ σὲ ψυχικὸ καὶ σὲ σωματικὸ ἐπίπεδο.
Ἔτσι, σὲ ψυχικὸ μόνον ἐπίπεδο, λόγῳ συμπιέσεως τῶν συναισθημάτων, μπορεῖ νὰ ἐμφανιστοῦν προβλήματα μειωμένης σεξουαλικῆς ἱκανοποίησης ἢ καὶ ἀπο­στρο­φῆς πρὸς τὴν ἐρωτικὴ συνεύρεση ἢ καὶ στοὺς ἄνδρες γενικότερα, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποδυνάμωση τῆς ταυτότητας τοῦ φύλου, τὴ διαταραχὴ τῶν σχέσεων τοῦ ζευγαριοῦ, τὴν κατάθλιψη, τὴν αὔξηση τοῦ καπνί­σματος ἢ τῆς κατανάλωσης οἰνοπνεύματος κ.ἄ.
Παρὰ ταῦτα, ἀπὸ ἠθικῆς πλευρᾶς, στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναφυομένων προ­βλημά­των, συχνὰ οἱ κίνδυνοι μιᾶς ἐγκυμο­σύ­νης γιὰ τὴ μητέ­ρα ἢ τὸ παιδὶ ἢ οἱ φόβοι ποὺ αὐτὴ ἐγκυμονεῖ ὑπερτονίζονται καὶ ἡ πρόταση τῆς διακοπῆς της παρουσιάζεται παραπλανητικά, ἀφοῦ δικαι­ολογεῖται ὡς ἀγάπη, ἔλεος καὶ κατα­νόηση, τὰ ὁποῖα ὅμως λαμβάνουν ὑπόψη κυρίως τὸ θέλημα τῶν γονέων.
Γενικά, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι τὰ ἐργαλεῖα ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὸν οἰκογενειακὸ προγραμματισμὸ εἶναι οἱ στατιστικές, οἱ πιθανολογικὲς ἐκτι­μήσεις καὶ ἡ ἐνημέρωση, ποὺ γίνονται μέσῳ τῶν κέντρων οἰκογενειακοῦ προ­γραμ­ματισμοῦ ποὺ προσφέρουν τὶς συμβουλευ­τικὲς ὑπηρεσίες τους δωρεὰν καὶ σὲ ἐπίπεδο προσωπικὸ καὶ αὐστηρὰ ἐμπι­στευ­τικό. Οἱ λύσεις ὅμως ποὺ προτεί­νονται βασίζονται στὶς ἀντισυλληπτικὲς τεχνικές, στὶς τεχνικὲς ὑποβοήθησης τῆς ἀναπαρα­γωγῆς, στὸν προεμφυτευτικὸ καὶ στὸν προγεννητικὸ ἔλεγχο, ἐνίοτε δὲ καὶ στὶς μεθόδους διακοπῆς τῆς κυήσεως. Ὅλα αὐτὰ θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ συμπερι­λάβουμε κάτω ἀπὸ τὸν ὅρο περιγεννητικὴ τεχνολογία.


Γ. ΗΘΙΚΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

1) Ἀλλοίωση τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου
Ἡ πρώτη ἠθική, μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου, συνέπεια τῶν ἐφαρ­μογῶν τοῦ οἰκογενειακοῦ προγραμματισμοῦ ἀπορρέει ἀπὸ τὴ λέξη προ­γραμ­ματισμός. Ἤδη ἡ σύγχρονη περιγεννητικὴ τεχνολογία χρησιμοποιεῖ ὅρους ὅπως προεμφυτευτικὸς ἢ προγεννητικὸς ἔλεγχος, ἐπιλογὴ φύλου, διορ­θωτικὲς παρεμ­βάσεις, ἀντι­συλληπτικὲς προφυλάξεις, κ.λπ. Μὲ ἄλλα λόγια γινόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο ρυθμιστικοὶ τῶν ὅρων τῆς ζωῆς μας. Προγραμ­μα­τίζουμε, ἐλέγ­χου­με, ἐπιλέ­γουμε, προφυλασσόμαστε στὴν οὐσία ἀπὸ τὴ φύση καὶ τοὺς μυ­στικοὺς νόμους της. Σὰν νὰ τὴν ἀντι­μετωπίζουμε ὡς ἀντίπαλο καὶ ὄχι ὡς σύμμαχο, ἀφοῦ δὲν περιοριζόμαστε νὰ διορθώσουμε τὴν παθολογία της, ἀλλὰ τελικά καταρ­γοῦμε καὶ τοὺς ἐσωτερικοὺς λόγους της. Δὲν προγραμματίζουμε τὴν οἰκο­γένεια γιὰ νὰ προλάβουμε βιολογικὲς ἀτέλειες ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ ἐπιβάλουμε κοινωνικές μας προτιμήσεις. Ἡ τεχνολογία ἔχει ἐπιβληθεῖ στὶς ἐπιλογὲς καὶ στοὺς νόμους τῆς φύσης. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀνθρώπινη θέληση.
Αὐτό, ἐνῶ αὐξάνει τὸν ἄνθρωπο ὡς δύναμη, τὸν μειώνει ὡς ἀξία. Ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ καταφέρνει πολλά, ἀλλὰ ἀξίζει λιγότερο. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἐπιθυμητὸς στὴν προσπάθεια ὑποστασιοποίησής του, ἡ δὲ ἀξία του νὰ ὑπο­βαθμίζεται ὅταν ἡ βιολογική του ποιότητα δὲν ἱκανοποιεῖ συγκεκριμένες αὐθαί­ρετες προδιαγραφές. Δὲν ἔρχεται στὸν κόσμο ὡς μυστήριο, δὲν προκύπτει ὁπωσδήποτε τὴ στιγμὴ τῆς ἔκρηξης τῆς ψυχο­­σωματικῆς ἀγάπης τῶν γονέων του. Ἡ ἀναπαραγωγικὴ λειτουργία ἔχει ἀποδεσμευτεῖ ἀπὸ τὴν ἔκφραση τῆς ἀγα­πητικῆς σχέσης. Ἡ ἀνθρώπινη ἀρχὴ ὁρᾶται, ὁρίζεται, προγραμματίζεται, προσ­διορίζεται. Ἡ συνέχειά της ἐλέγχεται, ἐπιλεκτικὰ διακό­πτεται, συζητεῖται. Τὰ κριτήρια τῆς ἠθικῆς ἐλα­στι­­κοποιοῦνται, οἱ ἀναστολὲς ἐλα­χι­στοποιοῦνται. Ὁ ἄνθρωπος ὑποβαθμίζεται σὲ βιολογικὴ μο­νά­δα ποὺ ἱκανοποιεῖ καταστάσεις, βολεύει ἐπιθυμίες, ζεῖ λίγα χρόνια καὶ ζυγίζει περισσότερα κιλά.
Ἐπὶ πλέον ὑποκρύπτει ἢ καὶ ὑποθάλπει μιὰ ἀλαζονικὴ στάση ποὺ εὔκολα μᾶς ὠθεῖ ἀπὸ τὴ θεραπευτικὴ προσπάθεια σὲ μία τάση ἱκανο­ποί­ησης τῶν ἀλόγι­στων ἐπιθυμιῶν μας μὲ τὸ ὅποιο τίμημα. Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι σὲ σχετικὰ πρόσφατη δημοσκόπηση μεταξὺ ζευγαριῶν στὶς ΗΠΑ, ἕνα ποσοστὸ 11% δήλωσε ὅτι, ἂν ὑπῆρχε τρόπος νὰ διαγνωστεῖ ἡ προδιάθεση γιὰ παχυσαρκία στὰ ἔμ­βρυα, σὲ περίπτωση θετικὴ θὰ διέκοπταν τὴν κύηση.
Ἡ in vitro ὕπαρξη ἑκατομμυρίων πλέον ἐμβρύων ποὺ περιμένουν μέσα σὲ καταψύκτες τὴν ἐξέλιξη ἢ καταστροφή τους ὡς ἀποτέλεσμα ἀποφάσεων τρί­των, ποὺ συχνὰ ἀμφισβητεῖται μὲ ἐπιστημονικοφανῆ ἐπιχειρήματα ἡ ἀνθρώ­πινη ταυτότητά τους, ποὺ αὐτὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς κατὰ τόπους νομοθεσίες, ποὺ μποροῦν σὲ κάποιες χῶρες νὰ θεωροῦνται ἄνθρωποι καὶ σὲ ἄλλες ὄχι, ποὺ μποροῦν νὰ ξεχνοῦνται εὔκολα, νὰ γίνονται ἀποτέλεσμα πειραματισμοῦ ἢ καὶ νὰ καταστρέφονται ὡς ἱστοὶ καὶ ὄχι ὡς ἀνθρώπινες ὀντότητες πάλι φέρνει τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἀντιμέτωπη μὲ τὶς σύγχρονες πρακτικὲς καὶ λογικές.

2) Ὁ Θεσμός οἰκογένειας
Ἐκτὸς τούτου, μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ οἰκογενειακοῦ προγραμματισμοῦ στὸν Δυτικὸ κόσμο ἐπιβλήθηκε τὸ μοντέλο τῆς οἰκογένειας τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο παι­διῶν, μὲ ἄμεσες συνέπειες τὸν γηρασμὸ τῶν κοινωνιῶν, τὴν ἀποδυνάμωση τῆς οἰκο­γε­νειακῆς συνοχῆς, τὴν ἀλλοίωση βασικῶν κοινωνικοψυχολογικῶν ἐκ­φρά­σεων κυρίως τῆς παιδικῆς ἡλικίας, τὴ διαταραχὴ τῶν διαπολιτισμικῶν ἰσορ­ρο­πιῶν, τὴν ἀλλαγὴ τῶν ἠθῶν, τὴν ἀναστάτωση τῶν δημογραφικῶν ἀναλογιῶν μὲ ὅ,τι αὐτὰ συνεπάγονται. Οἱ κοινωνικὲς προτιμήσεις, συμπιέζουν ἀφόρητα τὸν ἀριθμὸ τῶν παιδιῶν ποὺ προτιμοῦν οἱ φυσικοὶ νόμοι.
Ἤδη τὸ παιδὶ ὑπερπροστατεύεται, τοῦ παρέχονται ἄφθονα τὰ ὑλικὰ ἀγα­θὰ καὶ ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ δημιουργήσει ἐγωιστικὴ ὑπερτροφία. Ἀπομονωμένο πλέον, δὲν ἀναπτύσσει φυσιολογικὴ κοινωνικότητα ἀφοῦ ζεῖ χωρὶς ἀδέλφια, μὲ γονεῖς ποὺ ἀπουσιάζουν στὴν ἐργασία, μὲ παποῦδες ποὺ ζοῦν παρκαρισμένοι σὲ γηροκο­μεῖα, χωρὶς στοργή, χωρὶς αἴσθηση χρόνου. Ἡ ἔννοια τῆς οἰκογενειακῆς κοινω­νίας ἔχει ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχρὴ λογικὴ ποὺ προϋπολογίζει τὸ ὕψος τοῦ μισθοῦ, τὸν χρόνο τῆς ψυχαγωγίας, τὴν ἰσχὺ τῶν συζυγικῶν δεσμῶν καὶ ἀνά­λογα ἀπο­φασίζει γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν παιδιῶν, τὸν χρόνο τῆς γεννήσεως, σύντο­μα καὶ τὸ εἶδος τῶν χαρακτηριστικῶν.
Κάποτε στὸ ἐρώτημα πόσα παιδιὰ ἔχεις, ἡ ἀπάντηση ἦταν «πέντε ἢ ἕξι τοῦ Θεοῦ» καὶ στὴν οἰκογένεια χωροῦσε καὶ τὸ παιδὶ ποὺ θὰ εἶχε κάποια ἀσθέ­νεια ἢ κάποιο παθολογικὸ σύνδρομο. Αὐτὸ ὑπογράμμιζε τὴν ἀξία ὁλό­κληρης τῆς οἰκογένειας. Σήμερα μιλᾶμε γιὰ τὸ παιδὶ ἢ τὸν γυιὸ καὶ τὴν κόρη σὲ ἑνικὸ ἀριθμό. Καὶ ἂν ὑπάρχει κάποιο παιδάκι μὲ πρόβλημα στὴν ὑγεία ἢ στὴ νοητικὴ λειτουργία του, τότε αὐτὸ θεωρεῖται λάθος λιγότερο τῆς φύσης ποὺ τὸ ἔκανε, καὶ περισσότερο δικό μας ποὺ δὲν τὸ προλάβαμε. Ἂν πάλι αὐτὸ μποροῦσε ἔγκαιρα ...θεραπευτικὰ (;) νὰ τοῦ στερηθεῖ ἡ προοπτικὴ τῆς ζωῆς καὶ κάποιοι ἀρνήθηκαν νὰ συμμορφωθοῦν, τότε σύμφωνα μὲ τὴ γνωμοδότηση τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς Βιο­ηθικῆς ἡ ἀπόφασή τους αὐτὴ «ἐλέγχεται ...ἠθικά».
Ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἐλεγχόμενου οἰκογενειακοῦ προγραμματισμοῦ σὲ συν­δυασμὸ μὲ τὶς δυνατότητες ποὺ προσφέρει ἡ σύγχρονη περιγεννητικὴ τεχνο­λογία ἔχει καίρια ἀλλοιώσει τὴν ταυτότητα τῆς οἰκογένειας.
Ἔτσι, ἡ ἀποδέσμευση τῆς γονιμοποίησης ἀπὸ τὸ μητρικὸ σῶμα δίνει πλέον τὴ δυνατότητα ἀπόκτησης τέκνων σὲ μονίμως συμβιοῦντες συντρό­φους ἐνδεχομένως καὶ τοῦ ἰδίου φύλου, σὲ ἄτομα ποὺ δὲν ἔχουν συντρό­φους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραβιάζονται βασικὰ ἰδιώματα τῆς διαχρονικῆς περὶ οἰκο­γένειας ἀντίληψης καὶ οἱ κοινωνίες νὰ βρίσκονται ἀντιμέτωπες μὲ σωρεία ἀναπάντητων ἐρωτημάτων.
Ἡ νομιμοποίηση τῆς παρένθετης μητρότητας καὶ τῆς ἑτερόλογης γονιμο­ποίησης παρεμβάλλει στὸ ἄβατο τῆς σχέσης τῶν δύο συζύγων τὴν εἴσοδο τρί­των προσώπων, σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ὥστε νὰ διαταράσσεται ἡ ἰσοτιμία τῶν γονέων ἀπέναντι στὸ παιδὶ καὶ νὰ προκαλοῦνται ἐπικίνδυνες ἐνδοοικογε­νειακὲς ροπές, ἀφοῦ ὁ δανεισμὸς σπέρματος καθιστᾶ τὸν πατέρα λιγότερο πατέ­ρα ἀπὸ ὅσο μητέρα εἶναι ἡ καὶ γενετικὰ συγγενής μὲ τὸ παιδὶ μητέρα.
Συνοπτικά, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι:
Τὸ νέο νομικὸ καθεστὼς ποὺ δημιουργήθηκε στὴ χώρα μας μετὰ τὶς άλλαγὲς τοῦ Ἀστικοῦ μας Κώδικα τὸ 2002, μὲ τὸ νὰ παρέχεται ἡ δυνατότητα ἀπό­κτησης τέκνων καὶ σὲ ἄτομα ποὺ δὲν βρίσκονται σὲ κοινωνία γάμου, δηλα­δὴ σὲ ζεύγη ποὺ συζοῦν, σὲ ἄγαμες μητέρες ἢ σὲ γυναῖκες ποὺ ὁ σύντροφός τους ἔχει πεθάνει, ἐκχωρεῖται τὸ βασικὸ δικαίωμα τῆς τεκνο­ποιίας -ποὺ ὡς τώρα ἀνῆκε ἀποκλειστικὰ στὸν γάμο- καὶ σὲ ἄλλες μορφὲς ἐξώ­γαμης συμ­βιώσεως ἢ ζωῆς μὲ ἀποτέλεσμα στὴν οὐσία νὰ προσ­βάλ­λεται ὁ θεσμὸς τῆς οἰκο­γένειας καὶ ἡ μοναδικὴ ἀξία τοῦ γάμου καὶ νὰ παραβιάζεται ἡ συντα­γμα­τικὴ ἐπι­ταγὴ ποὺ ἐπι­βάλλει στὴν πολιτεία τὴν προστασία τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκο­­γένειας (Ἄρθρο 21 παρ. 1), ποὺ τελικὰ ἐξισώνονται μὲ τὶς ἄνευ δε­σμεύσεων μὴ νόμιμες συμ­βιώσεις.
Γενικά, θεσμοθετεῖται μιὰ ἠθικὴ καὶ μία λογικὴ ποὺ καίρια πλήτ­τει τὸν γάμο καὶ τὴν οἰκογένεια «τόσο ὡς προσωπικὲς σχέσεις ὅσο καὶ ὡς κοινω­νικοὺς θεσμούς, ἑδραιωμένους βαθιὰ στὴν κοινωνικὴ συνείδηση καὶ προστα­τευό­με­νους συνταγματικά», ταυτόχρονα δέ, ἐνῶ «τὸ σύγχρονο Οἰκογενειακὸ Δίκαιο βλέπει ὅλα τὰ ζητή­­ματα ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀνηλίκου (ΑΚ. 1511), τοῦ παι­­διοῦ», στὴν προτεινόμενη νομικὴ ἀντίληψη, ὁ σκοπὸς τῆς ἀνα­πα­­ραγωγῆς δὲν φαί­νε­ται νὰ εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ ἴδιου τοῦ παιδιοῦ, ὅσο ἡ ἐπιθυμία τῶν κοινω­νικο­συναι­σθη­ματι­κῶν γονέων νὰ ἀποκτήσουν τέκνο.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ κάποιοι ἔγκριτοι νομικοὶ θεωροῦν ὅτι μὲ τὴν ψήφιση τοῦ νέου αὐτοῦ νόμου στὴν οὐσία «ὀπισθοδρομοῦμε ὡς πρὸς τὴν σπουδαία αὐτὴ κατά­κτηση τοῦ Οἰκογενειακοῦ Δικαίου».

3) Κοινωνικὲς καὶ Δημογραφικὲς συνέπειες
Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς παραπάνω συνέπειες, ὁ οἰκογενειακὸς προγραμματισμὸς ἔχει καὶ τεράστιες συνέπειες κοινωνικὲς καὶ δημογραφικές.
Ἔτσι γιὰ παράδειγμα, ἐνῶ ἡ φυσικὴ ἀναλογία ἀνδρῶν πρὸς γυναῖκες στὴ γέννηση (natural human sex ratio at birth) σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο εἶναι 1.07 (στὴν Ἑλλάδα 1.06, γενικὰ ποικίλλει ἀπὸ 1.03 μέχρι 1.08), ἡ προνοητικὴ αὐτὴ σταθερὰ μὲ τὶς ἐπιλεκτικὲς σύγχρονες μεθόδους σὲ ποικίλες χῶρες τείνει νὰ ἀλλοιωθεῖ μὲ ἀπρόβλεπτες κοινωνικὲς συνέπειες. Ὁ λόγος αὐτός, ἐξαιτίας τῆς μεγαλύτερης διάρκειας ζωῆς τῶν γυναικῶν, γιὰ τὶς ἡλικίες ἀνω τῶν 65 ἐτῶν περιορίζεται στὸ μέχρι καὶ 0,70 στὴ Γερμανία ἢ 0,72 στὶς ΗΠΑ.
Κοινωνιολόγοι προβλέπουν ὅτι περίπου 24 ἑκατομμύρια ἄνδρες θὰ ἀδυ­νατοῦν νὰ βροῦν σύζυγο τὸ 2020 στὴν Κίνα, καθώς ἡ παραδοσιακὴ προτί­μηση γιὰ τὰ ἀγόρια, ἡ ἀνεπαρκὴς κοινωνικὴ ἀσφάλιση (οἱ ἡλικιωμένοι ἀγρότες μπο­ροῦν νὰ στηριχθοῦν μόνο στὰ παιδιά τους) καὶ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ οἰκογε­νειακοῦ προγραμματισμοῦ ἔχουν ἀλλοιώσει τὴν ἀναλογία τῶν δύο φύλων στὴ χώρα.
Ὅπως ἀναφέρεται σὲ ἔκθεση ποὺ δημοσιεύεται στὰ κινεζικὰ μέσα ἐνημέ­ρωσης, ἡ ἀναλογία ἀγοριῶν-κοριτσιῶν στὶς γεννήσεις ζωντανῶν βρεφῶν τὸ 2005 εἶχε ἀνέλθει σε 1,19, ἀπὸ 1,16 ποὺ ἦταν τὸ 2000.
Ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἑλλάδα, σύμφωνα μὲ στατιστικές:
α) ἡ φυσικὴ αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ (γεννήσεις μεῖον θάνατοι) ἀπὸ 963.249 τὴ δεκαετία τοῦ ’50 συρρικνώθηκε σὲ 20.536 τὴ δεκαετία τοῦ ’90.
β) Κατὰ τὴν τελευταία πεντηκονταετία τοῦ περασμένου αἰῶνα (1951-2000) ἡ συνολικὴ αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ στὴν Ἑλλάδα ὀφείλετο κατὰ 82% στὴ φυσικὴ αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ καὶ κατὰ 18% στὰ μεταναστευτικὰ ρεύ­ματα.
Ἀπὸ τὸ 2001 μέχρι τὸ 2007, μόλις τὸ 3,5% τῆς συνολικῆς αὔξησης ὀφεί­λεται στὴ φυσικὴ αὔξηση καὶ τὸ 96.5% στὴν καθαρὴ εἰσροὴ πληθυσμοῦ (σχε­δὸν στὸ σύνολό του μεταναστευτικοῦ)
γ) Ἐνῶ ἡ Ἑλλάδα τὸ 1961 εἶχε τὸν χαμηλότερο δείκτη γήρανσης (σχέση τῆς ὁμάδας ἡλικιῶν 65 ἐτῶν καὶ ἄνω πρὸς τὴν ὁμάδα ἡλικιῶν 0-14 ἐτῶν) μετὰ τὴ Φινλανδία στὴν Εὐρώπη, 0,27, τὸ 2007 εἶχε τὸν ὑψηλότερο ἀπὸ ὅλες τὶς Εὐρωπαϊκὲς χῶρες (3,81).
δ) Ἐκτιμᾶται ὅτι τὸ 2061, ἐπὶ συνόλου 11.000.000 κατοίκων στὴ χώρα μας, τὰ 3.500.000, ἤτοι τὸ 32%, θὰ εἶναι ἀλλοδαποί.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὡς Ἔθνος γηράσκουμε ταχύτατα καὶ ἐπικίνδυνα καὶ ἀλλοιώνεται ἡ Ἐθνική μας ὁμοιογένεια τὸ ἴδιο ταχύτατα καὶ ἐπικίνδυνα.


Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ
Θὰ τελειώσω μὲ ἕνα σχόλιο. Εἶδα στὸ πρόγραμμα τοῦ Συνεδρίου ἕνα τεράστιο φάσμα ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσας θεματολογίας. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη ὅλος αὐτὸς ὁ πλοῦτος γνώσεων καὶ ἐφαρμογῶν νὰ ἐνσωματωθεῖ στὸν δημιουρ­γικὸ προβληματισμό μας γιὰ τὸ μέλλον. Ἂν στόχος μας εἶναι νὰ βολέψουμε τὸ παρόν μας μυωπικά, τότε ἂς ἀρκεστοῦμε σὲ αὐτὰ ποὺ ξέρουμε καὶ κάνουμε. Ἂν ὅμως ἡ ἱερότητα τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας, ὁ σεβασμὸς στὸν δοκιμασμένο θεσμὸ τῆς οἰκογένειας, ἡ πίστη στὴ δύναμη τῆς ἱστορικῆς φυλετικῆς ὁμοιογένειας καὶ ἐθνικῆς μας συνείδησης ἀποτελοῦν ἀκόμη στόχους καὶ ἀξιοποίησης καὶ ἐπι­βίωσης, ἡ ἀπουσία ἢ ἀποδυνάμωση τῶν ὁποίων προσβάλλει τὴν ὑπαρκτική μας διεκδίκηση, τότε καλὸ εἶναι, μαζὶ μὲ τὰ καθαρὰ ἐπιστημονικὰ συμπεράσματα αὐτοῦ τοῦ Συνεδρίου, νὰ παρουσιαστοῦν καὶ κοινωνιολογικὲς μελέτες μὲ τολμη­ρὸ πνευ­­ματικὸ περιεχόμενο καὶ σαφεῖς πολιτικὲς προτάσεις.
Εἶναι πολὺ λεπτὰ τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴ θεραπεία καὶ τὴν ἀλόγιστη ἐπι­θυμία γιὰ νὰ τὰ προσδιορίσουμε. Εἶναι πολὺ λεπτὴ καὶ μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ βιο­λογικὴ ἡ μυστικὴ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὴν ἀγνοήσουμε. Εἶναι τεράστιο τὸ βάρος τοῦ ἱστο­ρικοῦ καὶ ἐθνικοῦ πολιτισμοῦ μας γιὰ νὰ ἀδιαφο­ρή­σουμε. Εἶναι πολὺ μεγά­λη ἡ ἐσωτερικὴ δυναμικὴ τῆς οἰκογένειας ὅπως κυοφο­ρεῖται ἀπὸ φυ­σι­κοὺς κοι­νω­νικοὺς μηχανισμοὺς γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴν προγραμματίσουμε.
Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ προγραμματίσουμε δὲν εἶναι ἡ ποσοτικὴ ἔκφραση τῆς οἰκογένειας, οὔτε ἡ προβολή της στο ἐφήμερο βιολογικό ἐπίπεδο, ἀλλὰ ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πνευματικὴ ποιοτική της ἀναζωογόνηση, στὴ φυσι­ο­λογική της ὀμορφιά, στὸν ἀξιολογικό της πλοῦτο.



ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΝΕΚΡΩΝ
Πρόκληση ποιμαντικῆς εὐθύνης καὶ μαρτυρίας
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου
Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
11 Mαΐου 2010



Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀρχιερεῖς,

Θὰ ἤθελα, ἐν πρώτοις, πολὺ νὰ εὐχαριστήσω τὴν Ἱερὰ Σύνοδο γιὰ τὴν τιμὴ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας στὴν παροῦσα συνεδρία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δυνατότητα νὰ ἐκφέρει κανείς ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου συνο­δικοῦ ὀργάνου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας λόγο καὶ νὰ καταθέσει τὶς σκέ­ψεις του μέσα σὲ μιὰ τόσο κρίσιμη γιὰ τὴν πορεία τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας χρονικὴ στιγμή, μάλιστα πάνω σὲ ἕνα θέμα ποὺ φαίνεται νὰ ἐπι­κεντρώνει τὴν πρακτικὴ ἔκφρα­ση τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐλα­βείας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν ὅπως ἐπιχειρεῖται ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἐκκοσμικευ­μέ­νη ἀντι­διαλεκτικὴ σκέψη, μὲ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ἀμφι­σβή­τη­σης, ἔμπρακτη ἀπαξίωση τῆς ἱερό­τητος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος καὶ τοῦ κατ’ εἰκό­να Θεοῦ πλασμένου ἀνθρώπου ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ τιμή, εἶναι ὅμως καὶ εὐθύνη.

Α. Περιγραφὴ τοῦ προβλήματος σήμερα
Μετὰ ἀπὸ μακροχρόνιες προσπάθειες, τὴν 1η Μαρτίου 2006, ἡ Ἑλλη­νι­κὴ Κυβέρνηση ἔκανε δεκτὴ τροπολογία 10 βουλευτῶν διακομματικῆς ὑπο­στή­ριξης, ἡ ὁποία παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς μεταθανάτιας ἀποτέφρωσης τῶν νεκρῶν στὴν Ἑλλάδα (Ἄρθρο 35, ΦΕΚ 57, Τεῦχ. Α΄ 15.3.2006), μὲ τὴν προ­ϋπό­θεση ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι συμβατὸ μὲ τὶς θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Τὸν περασμένο Μάρτιο ἐξεδόθη καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 31/2009  (ΦΕΚ 49/Α` /23.3.2009) Προεδρικὸ Διάταγμα ποὺ περιλαμβάνει τὶς «προϋποθέσεις καθο­ρι­σμοῦ τῶν χώρων δημιουργίας Κέντρων Ἀποτέφρωσης Νεκρῶν», ὅπως καὶ τοὺς «ὅρους, τὸν ἔλεγχο τῆς λειτουργίας τους καὶ εἰδικότερες προϋπο­θέσεις», τὴ δια­χείριση τῆς τέφρας κ.λπ.
Μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες, τὸν παρελθόντα Ἰούλιο, ὑπογράφηκε κοινὴ Ὑπουρ­γικὴ ἀπόφαση μὲ σχετικὲς τροποποιήσεις (Υ.Α. οικ. 141270/2009  (ΦΕΚ 1411/Β`/15.7.2009).
Κατόπιν τούτων, ἡ δυνατότητα ἀποτεφρώσεως τῶν νεκρῶν στὴ χώρα μας ἔχει πλέον θεσμικὰ κατοχυρωθεῖ καὶ ἤδη ὁ δρόμος γιὰ τὴν κατα­σκευὴ τῶν πρώ­των ἀποτεφρωτήρων ἔχει ἀνοίξει. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου προϋποθέτει τὴ συμβατότητα τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, πολὺ σύντομα, ἡ Ἐκ­κλησία μας θὰ συναντήσει τὸ πρόβλημα στὴν πράξη καὶ συναφῆ μὲ αὐτὸ ἐρω­τήματα καὶ διλήμ­ματα θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔν­νοια, τὸ ἐνδι­αφέρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι καὶ ἐπίκαιρο καὶ δικαιολο­γη­μένο καὶ συνετό.

Β. Ἱστορικὸ στὴν Ἑλλάδα
Στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα, τὸ θέμα πρωτοεμφανίσθηκε τὸ 1943 μὲ τὴν προσ­πάθεια ἱδρύσεως σωματείου μὲ τὴν ὀνομασία «Ἑταιρία πρὸς διάδοσιν τῆς καύ­σεως τῶν νεκρῶν», ἡ ὁποία ὅμως ἀπέτυχε λόγῳ ἀπορρίψεως τοῦ σχετικοῦ αἰτήματος ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖο Ἀθηνῶν. Μετὰ τρία χρόνια συνεστήθη ἡ λεγό­­μενη «Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρία πρὸς μελέτην τῶν διαφόρων συστημάτων τῆς μετα­χειρίσεως τῶν νεκρῶν». Λίγο ἀργότερα ὁ διάσημος μουσουργὸς Δημή­­­τρης Μητρό­πουλος ζήτησε νὰ καεῖ μετὰ θάνατον τὸ σῶμα του, πράγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη ἀναστάτωση, ὁδήγησε στὴν κυκλοφορία τοῦ προπα­γανδίζοντος τὴν ἰδέα βιβλίου τοῦ ἰατροῦ Δημητρίου Θεοδωρίδου «Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν» καὶ τέλος στὴ συζήτηση τοῦ θέματος ὑπὸ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν 106η περίοδό της, τὸ 1961.
Σύνοψις ὅλων αὐτῶν παρουσιάζεται στὴν πολὺ ἐνδιαφέρουσα μελέτη τοῦ Μητροπολίτου Κυθήρων Μελετίου Γαλανοπούλου τὸ ἑπόμενο ἔτος μὲ τὸν τίτλο: «Διατί ταφὴ καὶ ὄχι καῦσις τῶν νεκρῶν;»

Γ. Προφάσεις καὶ ἐπιχειρήματα
Μὲ βάση καὶ τὰ ἀρνητικὰ ἐρεθίσματα ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἄσχημη σήμερα πρα­γματικότητα τῆς κηδείας καὶ τῆς ταφῆς, τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ἐπιστρα­τεύ­ονται στὴν ὑπεράσπιση τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν ἀπὸ διάφορους πολιτι­κούς, φιλοσό­φους καὶ καλλιτέχνες εἶναι κατὰ βάσιν τὰ ἑξῆς:

α. Ἔλλειψη χώρου
Τὸ πρῶτο ἐπιχείρημα εἶναι ἡ ἔλλειψη χώρου. Αὐτὸ ἰσχύει κυρίως γιὰ τὴν Ἀθήνα καὶ τὶς μεγαλουπόλεις. Μιὰ τεράστια πόλη μὲ δυσανάλογο πρὸς τὴν ἔκτασή της πλη­θυσμὸ εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ διαθέτει περιορισμένης ἐκτάσεως κοιμητήρια γιὰ νὰ φιλο­ξενήσουν ἕνα διαρκῶς αὐξανόμενο ἀριθμὸ νεκρῶν. Κατὰ καιροὺς ἔχουν προταθεῖ λύσεις, λιγότερο ἢ περισσότερο πρακτικές, σχε­τ­ι­κὰ μὲ τοὺς οἰκο­γε­νειακοὺς τάφους ἢ τὴν ἀποσυμφόρηση τῶν κοιμητηρίων μὲ μετάθεση τῆς ταφῆς στὴν ἐπαρχία, ὅπου αὐτὸ εἶναι δυνατὸν κ.ο.κ.
Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἔχουμε χῶρο στὰ κοιμητήριά μας ἢ χώρους γιὰ κοιμητήρια εἶναι φαινομενικὰ αἰτιολογημένο, στὴν οὐσία ὅμως ἀποτελεῖ πρό­φαση. Ὅπως εἶναι ἀνάγκη στὴν πολύκοσμη Ἀθήνα νὰ δημιουρ­γηθοῦν χῶροι γιὰ parking, ἀναψυχή, γήπεδα, πολυκαταστήματα κ.τ.λ., ἔτσι μπορεῖ νὰ λη­φθεῖ καὶ ἡ δέουσα πρόνοια γιὰ τοὺς νεκρούς. Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς δημι­ουργοῦν καὶ χῶρο καὶ προϋποθέσεις.
Στὴν πραγματικότητα καῖμε ἕνα σῶμα ὄχι γιατὶ δὲν θέλουμε αὐτὸ νὰ ζήσει, ἀλλὰ γιατὶ δὲν θέλουμε ἐμεῖς νὰ ζήσουμε αἰώνια. Ἡ φυσικὴ ὕπαρξη, ἔστω καὶ τῶν ὀστῶν, ἔστω κι ἂν δὲν τὰ βλέπουμε, θυμίζει τὴ συνέχειά μας, παραπέμπει στὴν αἰω­νιό­τητα. Οἱ κοινωνίες μὲ αὐτὴν ἔχουν πρόβλημα, ὄχι μὲ τὸν χῶρο· μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ τὸν νεκρό.
Στὶς μωαμεθανικὲς χῶρες, ποὺ ἀπαγορεύεται ἡ ἐκταφὴ ἢ ἡ σὲ κατακό­ρυφα ἐπίπεδα ταφή, ποὺ οἱ πληθυσμοὶ εἶναι πυκνοὶ καὶ αὐξανόμενοι καὶ οἱ νεκροὶ πολὺ περισσότεροι, πῶς χωροῦν τὰ κοιμητήρια;
Τὸ κριτήριο τῆς ἔλλειψης τοῦ χώρου, εἶναι συναφὲς καὶ μὲ αὐτὸ τῆς ἔλλειψης τοῦ χρόνου. Δὲν ὑπάρχει χρόνος γιὰ τὴν κηδεία. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἑπόμενο βῆμα· καὶ εἶναι πιὸ λογικό. Δὲν προλαβαίνουμε. Ζητοῦμε τὴ συντόμευση τῆς κηδείας. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως πάντα θὰ προτιμᾶ τὴ διανυκτέρευση στὸ σπίτι, τὴν κηδεία στὴν ἐνορία καὶ τὴν ταφὴ στὸ κοιμητήριο.

β. Λόγοι ὑγείας, ἀποφυγὴ μικροβίων
Ἕνας δεύτερος λόγος ποὺ συχνὰ ἀκούγεται ὅτι ἐπιβάλλει τὴν καύση τῶν νεκρῶν εἶναι οἱ λόγοι ὑγιεινῆς. Ἀλλὰ τί εἰρωνεία! Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου, ἐντε­λῶς ἀδικαιολόγητα καὶ ἀπὸ χιλιάδες αἰτίες, ἔχει καταμολυνθεῖ τὸ οἰκοσύστημα καὶ ἀπει­λεῖται τὸ σύνολο τῆς γήινης βιόσφαιρας, ὅπου πετοῦμε πιὸ πολλὰ ἀπ᾿ ὅσα χρησιμοποιοῦμε καὶ ἡ τεχνολογία τῶν ἀποβλήτων συναγωνίζεται αὐτὴν τῶν προ­ϊόντων, εἶναι πράγματι ὑπο­κριτικό, ἐνῶ καταστρέψαμε περιβαλ­λοντικὰ ὅ,τι φαίνε­ται καὶ ζεῖ, τώρα νὰ νοιώ­θουμε πὼς κινδυνεύουμε ἀπὸ τὰ μικρόβια τῶν νεκρῶν, ποὺ οὔτε φαίνονται, οὔτε φυσικὰ ἀπειλοῦν∙ ὑπάρχουν μόνο στὰ μυαλὰ τῶν σύγχρονων μηδενιστῶν. Τὴ μόλυνση τὴ δημι­ουργοῦν οἱ ζωντανοί, ὄχι οἱ νεκροί.
Ἄν τὰ νεκροταφεῖα ἀποτελοῦν ἑστίες μολύνσεως, καλύτερα νὰ παρα­μεί­νουν ὡς ἔχουν παρὰ νὰ ἀποδοθοῦν γιὰ ὁποιαδήποτε χρήση μὲ τὸν μολυ­σμὸ ποὺ ἤδη δῆθεν φέρουν.

γ. Ἀνθρώπινο δικαίωμα. Νομιμοποίηση εὐθανασίας;
Ἕνας ἰσχυρὸς λόγος ποὺ κάποιοι προτάσσουν γιὰ τὴν καύση εἶναι τὰ λεγό­μενα ἀτομικὰ δικαιώματα, τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιάθεσης. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν ὅμως δὲν εἶναι ἀτομικὸ δικαίωμα τοῦ νεκροῦ πλέον ἀνθρώ­που· ἡ διατήρηση τοῦ σώματός τους ἀποτελεῖ κοινωνικὴ ὑποχρέ­ωση σεβα­σμοῦ καὶ ἐπιβιώσεως τοῦ προσώπου του. Εἶναι ἀδύνατο τὸ θέλημα τοῦ ἑνὸς -κι ἂς ἀποκαλεῖται αὐτὸ δικαίωμα- νὰ προσκρούει στὴν ἀνάγκη γιὰ σεβασμὸ τοῦ συνόλου -ἂν βέβαια ἀκό­μη ὑπάρχει κάτι τέτοιο. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δικαί­ωμα κάποιου νὰ τὸν ...κάψουν κάποιοι ἄλλοι! Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἂν κάποιος ἐπιθυμεῖ νὰ καεῖ· εἶναι ἂν ἡ κοινωνία θὰ δεχθεῖ νὰ τὸν κάψει. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν εἶναι πρόβλημα γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴν ἐπιτελεῖ καὶ ὄχι γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴν ὑφίσταται.
Τὸ κοινωνικὸ ἀγαθὸ ὡς ἀξία εἶναι ἀνώτερο κάθε ἀτομικῆς ἐπιλογῆς. Ἂν ἡ ταφὴ ἀποτελεῖ ἀξία, τότε ἡ καύση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὸ δικαίωμα. Ἂν πάλι ἡ ἐπιθυμία ἑνὸς νὰ καεῖ εἶναι ὑπερτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνίας γιὰ σεβασμὸ τοῦ νεκροῦ σώματος, τότε τὸ ἴδιο ἐπιχείρημα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φέρει στὸ προσ­κήνιο ἀπὸ νέα ὁπτικὴ τὸ θέμα τῆς εὐθανασίας; Ἂν ἡ κοινωνία ἔχει ὑπο­χρέ­ωση νὰ κάψει ὅποιον τὸ ἐπιθυμεῖ, τότε θὰ εἶναι καὶ ὑποχρεωμένη νὰ διευκολύνει καὶ τὸν θάνατο αὐτοῦ ποὺ τῆς τὸ ζητεῖ. Ἡ ὑποχώρηση στὴ καύση τῶν νεκρῶν μὲ τὸ αἰτιολογικὸ τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος θὰ καταστήσει τὴν εὐθανασία ἐπιβε­βλημένη κοινωνικὴ ὑποχρέωση.
Ἐπι πλέον, ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, ὅπως ὑποστηρίζει σὲ πρόσφατο δημοσίευμά του ὁ Σεβ. Μητρο­πολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, «τὸ σῶμα τοῦ κάθε πιστοῦ ἀνήκει καὶ στὰ λοιπὰ ἐκκλησιαστικὰ μέλη∙ ἄρα καὶ ἡ μετὰ θάνατον τύχη ἑνὸς σώματος δὲν ἀφορᾶ μόνον τὴν ἐπιθυμία τοῦ νεκροῦ, ἀλλὰ εἶναι ὑπό­θεση ὅλων τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος».
Ἀντίθετα πρὸς τὴν καύση νομικὰ ἐπιχειρήματα παρουσιάζει ἡ Ἰατρο­δικα­στικὴ Ὑπηρεσία, διότι δὲν θέλει νὰ χάσει στοιχεῖα ποὺ βοηθοῦν στὴν ἐξι­χνίαση διαπραχθέντων ἐγκλημάτων.

δ. Τὸ ἀποτρόπαιον τοῦ θανάτου
Ἡ ταφὴ ἀποτελεῖ ἀναντίρρητα μιὰ συναισθηματικὰ πολὺ δύσκολη εἰκό­να. Βλέπεις τὸ οἰκεῖο σου πρόσωπο δίχως πνοή, δίχως ζωή, γιὰ τελευταία φορὰ νὰ κατεβαίνει ἀνεπίστρεπτα στὰ σπλάγχνα τῆς γῆς. Δὲν θὰ ξανα­ντι­κρύ­σεις τὴν οἰκεία ὄψη. Ἤδη ἔχει ἀρχίσει ἡ διαδικασία τῆς ἀποσυνθέσεώς του. Ὁ πειρασμὸς νὰ ἀπο­φύγει κανεὶς τὴν ἐμπειρία δὲν εἶναι ἀμελητέος. Ἡ στρου­θοκαμηλικὴ νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας προκρίνει τὸ νὰ ἀγνοοῦμε ἢ νὰ μὴν ἀντι­κρύζουμε τὴν πραγμα­τι­κό­τητα, παρὰ νὰ τὴν προβάλλουμε πάνω στὴν ἀλή­θεια. Προτιμάει κανεὶς νὰ βλέ­πει ἕνα κουτάκι παρὰ νὰ ἀντικρύζει ἕνα πτῶ­μα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἁπλὸ ἀντικείμενο. Τὸ σῶμα εἶναι νεκρὸ ὑποκείμενο. Βλέπο­ντας τὸ πρῶτο ξεχνᾶς τὸ πρόσωπο. Ἀντι­κρύζοντας τὸ δεύτερο θυμᾶσαι τὸ πρόσωπο, σκέπτεσαι τὸ θάνατό του, αἰσθά­νεσαι τὴν ἀπειλή του. Καὶ αὐτὸ πονᾶ.


Δ. Βαθύτερα αἴτια τοῦ αἰτήματος τῆς καύσης
Πέραν ὅμως τῶν διαφόρων προφάσεων ὑπάρχουν βαθύτερα αἴτια τῆς ἐπίμονης ἐπιλογῆς τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν:

α. Ὁ μηδενιστικὸς τρόπος ζωῆς
Ἡ κοινωνία μὲ τὴν καύση τῶν νεκρῶν προσυπογράφει τὸ μηδενισμό της. Μιὰ κοινωνία ποὺ δὲν ἀντέχει τὸν ἄνθρωπο οὔτε στὴν ἀσθένειά του, οὔτε στὴν ἀδυναμία του, οὔτε στὸ θάνατό του, μιὰ κοινωνία ποὺ καίει τοὺς νεκρούς της, μιὰ κοινωνία ποὺ καταστρέφει καὶ τὴν ἀνάμνηση τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἐνθύμηση τῶν μελῶν της -αὐτὸ εἶναι τὰ λείψανα-, μιὰ κοινωνία ποὺ κάνει τὴν ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώ­που τεχνητὴ καὶ ἐπλεκτικὴ καὶ τὸ τέλος του ὁριστικὸ καὶ ἀμετάκλητο, μιὰ κοι­νωνία ποὺ ἀρνεῖται τὴν πνοὴ τοῦ αἰώνιου καὶ ἐγκλωβίζεται στὴν ἀσφυξία τοῦ ἐφήμε­ρου, τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει αὐτὴ ἡ κοινωνία μὲ τὴ ζωή; Ἀκόμη καὶ οἱ ἄθεοι ὑπογράμμιζαν τὴν ἀνάμνηση τῶν ἐπίγειων θεῶν τους μὲ ταριχεύσεις τῶν σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν) ἢ ὅπου αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὸν μὲ κατασκευὲς ἀγαλμάτων καὶ ψεύτικων ὁμοιωμάτων.
Φαίνεται πὼς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἀνθρωπισμοῦ χωρὶς Θεό, τοῦ πολι­τισμοῦ χωρὶς ἀξίες καὶ τοῦ μηδενισμοῦ χωρὶς σκοπό, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σύγ­χυσης τῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ ἐξαφάνιση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καύση καὶ τοῦ τελευ­ταίου ὑπολείμ­μα­τός του. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν ὁδηγεῖ στὴν καύση τῆς ἀνθρώ­πινης ἀξιοπρέ­πειας.

β. Ἡ ἐπιθυμία ἀποθρησκευτικοποιήσεως τῆς κοινωνίας
Στὴν ἀναζωπύρωση τοῦ ὅλου θέματος ὁδηγεῖ καὶ μιὰ προσπάθεια πρόκλη­σης τῆς Ἐκκλησίας καὶ σταδιακῆς νέκρωσης τοῦ αἰσθητη­ρίου τῆς πίστεως. Ἡ ἔννοια τῆς αἰωνιότητος ὅλο καὶ ἀπομα­κρύνεται ἀπὸ τὴν ἐμπει­ρία τῆς ζωῆς μας. Κάθε τι ποὺ τὴν ὑπενθυμίζει καὶ διακριτικὰ τὴν ὑπογραμ­μίζει βαθμιαία γίνεται ἀνε­πι­θύμητο στὴν ἀποδοχή του καὶ ἐνοχλητικὸ στὴν πρα­κτική του.
Ἡ ταφὴ ἔχει μιὰ τελετουργία ἐμφανῶς πιὸ ἔντονη ἀπὸ τὴν καύση. Ἡ προσπάθεια εἰσαγωγῆς τῆς καύσης δημιουργεῖ μιὰ ἀπότομη ἀλλοίωση στὰ κοινω­νικά μας ἤθη καὶ εἰσάγει εἰκόνες, παραστάσεις καὶ λογικὴ ἐντελῶς ξένες πρὸς τὶς ἐπικρατοῦσες στὸν τόπο μας. Αὐτὸ τὸ νέο σκηνικὸ καίρια προσβάλλει τὸ μονο­πώλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ μεταφυσικῆς εἰκόνας τῆς κηδείας ποὺ χαρακτη­ρίζεται ἀπὸ τὴν ταφή. Ἡ ταφὴ εἶναι περισσότερο μυστήριο, ἐνῶ ἡ καύση τελετὴ ἢ διαδικασία.
Πρόσφατα δημοσιεύθηκε ἄρθρο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ μὲ τίτλο «Γιατί τόσο ἀντιμεταφυσικὸ μένος;» στὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει ὅτι ὅλη ἡ δῆθεν ἐκσυγ­χρο­νιστικὴ νοοτροπία τῶν τελευταίων ἐτῶν στὸν τόπο μας, στὴν οὐσία χτυ­πάει τὸν πολιτι­σμό καὶ τὴν παράδοσή μας, μὲ ἐργαλεῖο καὶ λογικὴ ἐντελῶς ξένα πρὸς τὴν ταυτό­τητά μας. Ἀποτελεῖ «συμπλεγματικὴ ἀντιμεταφυσικὴ μονο­­μανία» ποὺ ἑδρά­ζεται σὲ μιὰ «βασανιστικὴ ψυχολογικὴ ἀνασφάλεια». Καὶ ὄχι μόνον.

γ. Ἡ κυριαρχία τῆς χρηστικῆς ἀντίληψης εἰς βάρος τοῦ σεβα­σμοῦ καὶ τῶν ἀξιῶν
Ἡ πρακτικὴ καὶ χρηστικὴ ἀντίληψη ἔχουν ἐπικρατήσει καὶ μᾶς ἔχουν πείσει γιατὶ μέσα στὴν καρδιά μας ἔχει ἔντονα ἀδυνατήσει ἡ πνευματικὴ καὶ βιωματικὴ διάσταση τοῦ γεγονότος. Τὸ ἀληθινὸ καὶ ὡραῖο ἔχει ὑποταγεῖ στὴ γύμνια καὶ σκληρότητα τῆς ὀρθολογιστικῆς πρακτικῆς. Ὅλα γίνονται βιαστικὰ καὶ τυπικά. Ὅ,τι ὅμως δὲν ἔχει ὑπομονὴ δὲν ἔχει οὔτε βάθος οὔτε διάρκεια. Οὔτε ρίζες οὔτε αἰωνιότητα. Ἔτσι ψέλνουμε «αἰωνία ἡ μνήμη», ἀλλὰ ταυτό­χρονα ἡ δική μας μνήμη εἶναι σφιχτὰ κλεισμένη· προσπαθοῦμε νὰ ξεχάσουμε.
Συχνὰ ἀκούγεται τὸ λογικοφανὲς ἐπιχείρημα: ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία κηδεύει κάποιον ποὺ ἔχει ἀπανθρακωθεῖ ἀπὸ ἀτύχημα χωρὶς καμμία δυσκολία ἢ ἐπι­φύλαξη, γιατί νὰ δυσκολεύεται νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν καύση κάποιου ποὺ οἰκειο­θελῶς τὴν ἐπιλέγει; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἄλλο καίγεται ἕνας ζωντανός καὶ ἄλλο καῖμε ἕνα νεκρό. Τὸ πρῶτο εἶναι τραγικὸ ἀτύχημα. Τὸ δεύτερο ἀδικαι­ολόγητη βία.
Ὑπάρχει περίπτωση ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἐκδηλώνει τὸν σεβασμό της μὲ καύση. Ὅταν παλιώσουν κάποια ἄμφια ἢ ὅταν ὑπάρχουν εἰκόνες κατε­στραμ­μένες, τότε ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ποὺ θεωρεῖ ἀσέβεια τὴν καύση τῶν εἰκόνων -αὐτὸ ἔκαναν οἰ εἰκονομάχοι- τὶς καίει γιὰ νὰ τὶς προφυλάξει ἀπὸ βεβήλωση.
Τέλος, δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ ἐπικαλοῦνται καὶ οἰκονομικοὺς λόγους γιὰ τὴν καύση, ἄσχετα ἂν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν φαίνεται ἀντικειμενικὰ νὰ εὐστα­θεῖ. Ἡ ἀναγωγὴ ὅμως καὶ μόνον τοῦ θέματος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ λειψά­νου τοῦ σώματος σὲ οἰκονομικὴ λογικὴ τί ἄλλο δείχνει παρὰ ὅτι οἱ ἀξίες καὶ οἱ ἰδέες τελοῦν ἐν διωγμῷ στὶς κοινωνίες μας;

δ. Λάθη καὶ σφάλματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ πρακτικῆς
Στὸ σημεῖο αὐτό, ἀξίζει νὰ γίνει ἀναφορὰ καὶ στὴν ἀσέβεια ἡ ὁποία συχνὰ ἐπι­τελεῖται ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς κληρικούς. Ἡ ζωή μας ὄχι μόνον ἀπέχει ἀπὸ τὸν λόγο μας, ἀλλὰ κάποιες φορὲς διαψεύδει τὴν πίστη καὶ θεολογία μας. Στὴν κατάσταση ποὺ ἐπι­κρατεῖ στὰ κοιμητήρια εἴμαστε ἀναντίρρητα συνυπεύθυνοι κι ἐμεῖς. Καὶ ἡ συμπεριφορά μας καὶ ἡ ἀπουσία ἐκκλησιαστικῆς αἰσθητικῆς καὶ ὁ σκληρὸς λόγος μας, ἔχουν ὡς συνέπεια ἀντὶ νὰ λειτουργοῦμε ἀνακουφιστικά, παρηγο­ρητικά καὶ ἐνισχυτικά, νὰ αὐξάνουν συχνὰ τὸν πόνο καὶ νὰ ἀποδυναμώνουν τὴν πίστη. Στὴν καλύτερη περί­πτωση, ἔχουμε ὑποτάξει τὴν προσευχὴ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς κοσμι­κῆς ψυχο­λογίας, καὶ ἔχουμε ἐκφυλίσει τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦμε σὲ τελετὴ τὴν ὁποία καταστρέψαμε.
Ἐπίσης, δὲν ποιμαίνουμε σωστὰ οὔτε κατηχοῦμε τὸν λαὸ μὲ λόγο καὶ ζωή. Θεωροῦμε ὡς ἐχθροὺς καὶ πολέμιους κάποιους ποὺ δὲν μᾶς κατανοοῦν καὶ ὄχι ἐμᾶς ποὺ ἡ ζωή μας καταργεῖ τὰ ἐπιχειρήματά μας. Δὲν κατανοοῦμε τὴν ἀλλαγὴ τῶν καιρῶν, τοῦ τρόπου σκέψης τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κοινω­νιῶν καὶ ἐφη­συχάζουμε ἐπαναπαυόμενοι στὸ μεγα­λεῖο τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ παρελθόντος μας. Κι ἔτσι ὁ μὲν λόγος μας δὲν εἶναι πειστικὸς γιατὶ δὲν εἶναι κατανοητός, ἡ δὲ ζωή μας γιατὶ δὲν ἐμπνέει.


Ε. Τὸ σήμερα καὶ τὸ χθὲς
Στὸ σημεῖο αὐτό, ἂς ἐπιχειρήσουμε μία περιγραφικὴ σύγκριση τοῦ παρελ­θόντος τῆς παραδοσιακῆς ταφῆς μὲ τὴ σύγχρονη πρακτική της, στὸ πλαίσιο μιᾶς μεγαλουπόλεως.
Ἡ σημερινὴ εἰκόνα
Σὲ μιὰ πόλη μεγάλη σὰν τὴν Ἀθήνα ἔχει πλέον δημιουργηθεῖ μιὰ νέα εἰκό­να τῆς κηδείας. Ὁ νεκρὸς δὲν διανυκτερεύει στὸ σπίτι του, ἀλλὰ σὲ ψυγεῖο. Οὔτε θαύεται τὴν ἑπομένη, ἀλλὰ συνήθως καθυστερεῖ. Οἱ γείτονες, ἀποξενωμένοι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ ἑρμητικὰ κλεισμένοι στὸν ἑαυτό του ὁ καθένας, ἀρνοῦνται τὸ θέαμα καὶ τὴν κατάσταση ποὺ δημιουργεῖ. Ἡ ἐκφορὰ τοῦ νεκροῦ δὲν γίνεται πλέον ἀπὸ τὸ σπίτι του -τὸν τόπο τῆς ἐκφράσεώς του- ἀλλὰ ἀπὸ τὸ δημόσιο κοι­μη­τήριο -τὸν τόπο τῆς δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεώς του, ποὺ συνήθως μάλιστα ἀποκαλεῖται νεκροταφεῖο. Ἔτσι δὲν τὸν ξαγρυπνοῦμε.
Ὁ χῶρος ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ νεκροῦ εἶναι τὸ ἀπρόσωπο περιβάλλον μιᾶς ψυχρῆς αἴθουσας ἑνὸς κοιμη­τηρίου, καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ ἄλλους. Τὸ γεγονὸς χάνει τὴ μονα­δικότητά του. Οἱ μεταφορεῖς τῆς σωροῦ, οἱ νεκρο­θάπτες, οἱ ψάλτες εἶναι ἄγνωστοι, ποὺ πληρώνονται καὶ ποὺ συνεχῶς αὐτὴ τὴ δουλειὰ κάνουν. Πρόσωπα ἐθισμένα καὶ ὡς ἄγνωστα ἐντελῶς ἀμέτοχα στὴν ἱερότητα ἢ τουλάχιστον στὸ συναισθηματικὸ δρᾶμα τῆς ἀκολουθίας καὶ στὸ πραγματικὸ τῆς οἰκογενείας. Οἱ φίλοι καὶ οἱ γνωστοὶ δὲν συμμετέχουν ἐνεργὰ στὴν πρακτικὴ διαδικασία τῆς κηδείας. Ἁπλά, παρακολουθοῦν παθητικά.
Ὁ ἱερέας, τὸ ἴδιο κουρασμένος, ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος. Ὅπως ὁ γιατρὸς ἔχει συνηθίσει τοὺς ἀσθενεῖς, αὐτὸς ἔχει συνηθίσει νὰ βλέπει τοὺς νεκρούς. Ἀδυνατεῖ νὰ συμμετάσχει. Τὰ λερωμένα του ἄμφια, ἡ σκληρὴ καὶ ξερὴ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴ συνήθεια φωνή του, ἡ μπουχτισμένη μορφή του, δίπλα στὸν κακό­γουστο διάκοσμο -ἀπογοητευτικὸ ἀποτέλεσμα τυποποι­ημένης ἐπαγγελμα­τικῆς διαδικασίας καὶ ὄχι εὐλαβοῦς εὐαισθησίας προσφιλῶν προσώπων-, τὰ χιλιοπατη­μένα χαλιά, τοὺς ἀνούσιους λόγους, καὶ τὶς παγερές ὄψεις τῶν δημο­τικῶν ὑπαλ­λήλων τοῦ κοιμητηρίου καὶ τὶς ἐπαγγελματικὲς τῶν ἐργολάβων, δεμένες μὲ τοὺς δυτικόπληκτους ξελαρυγγισμοὺς μιᾶς παράταιρης χορωδίας ἢ τὴν μοιρολογικὴ φωνὴ ἑνὸς ψάλτη τῆς παλαιολιθικῆς ἐποχῆς συνθέτουν μιὰ εἰκόνα ποὺ θυμίζει πιὸ πολὺ τὸ θάνατο ἀπ᾿ ὅσο ὁ ἴδιος ὁ νεκρός.
Ἡ κηδεία κατήντησε νὰ εἶναι περισσότερο μιὰ τελετὴ συμπαραστά­σεως στοὺς συγ­γενεῖς παρὰ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ πράξη συντόνου καὶ ἐντόνου προσευχῆς γιὰ τὸν ἀποθα­νόντα. Μιὰ πράξη ἀνθρώπινης παρηγοριᾶς παρὰ μιὰ κίνηση ἐκζητή­σεως τῆς θεϊκῆς παρακλήσεως. Κάτι ποὺ γίνεται γι᾿ αὐτοὺς ποὺ μένουν πίσω παρὰ κάτι ποὺ ἐπιτελεῖται γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναχωρεῖ.
Ὅλο αὐτὸ τὸ σενάριο δημιουργεῖ τέτοια τραυματικὴ ἐμπειρία συναι­σθη­ματικῆς καὶ ἰδεολογικῆς ἀηδίας πού, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται, θέλουν κάποιοι ὁριστικὰ νὰ τὴν ξεχάσουν. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν γίνεται, θέλουν νὰ ὑπο­βαθμίσουν τὸ γεγονός. Αὐτὸ εὔκολα στὶς μέρες μας ὁδηγεῖ στὴν πρόταση γιὰ καύση τῶν νεκρῶν.
Ἡ πραγματικότητα τοῦ παραδοσιακοῦ παρελθόντος
Δίχως νὰ πέσουμε στὴν παγίδα μιᾶς ἐξωραϊσμένης παρελθοντο­λο­γίας, νομίζω δὲν θὰ ἀδικούσαμε τὴν ἀλήθεια ἂν λέγαμε ὅτι τὸ παρελθὸν εἶχε πολὺ περισσότερη ἀνθρωπιά, σεβασμό καὶ ὑπογραμμισμένα τὰ πρόσωπα. Καὶ αὐτὸ συνεχίζεται μέχρι σήμερα σὲ ἀρκετὰ χωριά.
Οἱ κοινωνίες ἦταν μικρότερες, οἱ δεσμοὶ καὶ οἱ σχέσεις πολὺ πιὸ ἔντονες καὶ αὐθεν­τικές. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ καθενός σὲ τόσο ἰδιαίτατες στιγ­μές πολὺ πιὸ προσωπική. Στὰ χωριὰ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου ἦταν γεγονὸς ποὺ φαινόταν. Ἐπικέντρωνε τὸ ἐνδιαφέρον ὅλων. Μονοπω­λοῦσε τὶς συζητή­σεις. Ἔδινε ταυτότητα στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τοῦ συνόλου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἐπι­σφράγισμα τοῦ θανάτου, ἡ κηδεία καὶ ἡ ταφὴ εἶχαν σεβασμό, χρόνο, διάρ­κεια καὶ προσωπικὴ συμμετοχή.
Ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἡ κηδεία, σταματοῦσε κάθε κοσμικὴ ἢ ἐμπορικὴ συναλλαγή. Οἱ καταστηματάρχες κατέβαζαν τὰ στόρια -στὴ Θράκη καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀκόμη καὶ οἱ τοῦρκοι καὶ οἱ μωαμεθανοί-, ὅλοι σταυρο­κο­πιόνταν, σταμα­τοῦσε καὶ τὸ ἀντίθετο ρεῦμα τῆς κυκλοφορίας γιὰ νὰ ἀπο­δώσει κι αὐτὸ τὸν σεβασμό του.
Ἡ ἴδια εἰκόνα διατηρεῖται σήμερα καὶ στὰ μοναστήρια. Ὅλα ἐπιτε­λοῦ­νται μὲ μοναδικὴ προσοχὴ στὶς λεπτομέρειες -αὐτὲς ὑπογραμμίζουν τὴν πίστη μας στὸ μυστήριο καὶ τὸ σεβασμό μας σ᾿ αὐτὰ ποὺ διακηρύττουμε. Ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ναὶ στὴν καύση τῶν μοναχῶν, δὲν μπορεῖ νὰ συγκατατεθεῖ ποτὲ καὶ μὲ τὴν καύση τοῦ οἱουδήποτε πιστοῦ της.
Σήμερα στὴν ἐκταφή, ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Δήμου, ἔχει τὰ γάντια του γιὰ νὰ μὴν μολυνθεῖ, ἁπλώνει μιὰ τυποποιημένη σακκούλα «σκουπιδιῶν» ἢ «ἀπορριμμάτων» -ἔτσι γράφει ἡ κορδέλλα- ἀπὸ τὸν Βασι­λόπουλο ἢ τὸν Μαρι­νόπουλο καὶ ἀρχίζει βιαστικὰ νὰ σκάβει καὶ νὰ ψάχνει γιὰ τὰ ὁστᾶ. Δίπλα του, ἕνα καταλερωμένο καροτσάκι γεμᾶτο χώματα, ἄχρηστα ἀντικείμενα καὶ ἐργαλεῖα, τὸ ἴδιο μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ μεταφορὰ τῶν σκουπιδιῶν τοῦ κήπου, σοῦ ὑπενθυμίζει ἀπάνθρωπα τὸ ἐνδεχόμενο νὰ δεῖς τὸν ἀγαπημένο σου ἄλειωτο σκουπίδι νὰ πετιέται σὲ μιὰ γωνιὰ γιὰ ἕνα ἀκόμη χρόνο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ κάνει αὐτὰ ἐδῶ πληρώνεται. Σοῦ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ τοῦ πεῖς νὰ προσέξει μήπως κάτι παρα­μείνει θαμμένο. Μπορεῖ καὶ νὰ θυμώσει.
Τὸ παρελθὸν καὶ ἐδῶ εἶναι διαφορετικό· γυναῖκες μὲ καθαρὲς λεκάνες, ἄνδρες μὲ κασμάδες καὶ φτυάρια -ποὺ ἄφησαν γιὰ τὴ μέρα τὴ δουλειά τους-, ὁ παπάς καὶ οἱ συγγενεῖς πηγαίνουν γιὰ τὴν ἐκταφή. Ἁπλώνουν πρῶτα ἕνα πεντα­κάθαρο σεντόνι ἢ μιὰ ἀχρησιμοποίητη πετσέτα, ὅλα ἄσπρα, καὶ μέσα σὲ ὑπο­βλητικὴ ἡσυχία, μὲ συγκίνηση καὶ ἀγωνία, στὸν ἀπόμερο χῶρο τοῦ κοιμη­τηρίου, δίχως θορύβους ἐπιτελεῖται ἡ ἱεροτελεστία τῆς ἐκταφῆς. Ἀντὶ γιὰ γάντια ἡ ἀμεσό­τητα τοῦ δέρματος. Ἀντὶ γιὰ ἀδικαιολόγητος φόβος, ὁ πόθος τῆς καινούργιας συναντήσεως. Ἀντὶ γιὰ ψυχρή, ἐπαγγελματικὴ βιασύνη, ἡ τρυ­φ­ε­ρότητα τῶν αἰσθημάτων καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ σεβασμοῦ. Ὁ χρόνος τραβάει, διαρκεῖ. Ὅλα πλέ­νονται ὄχι σὲ φορμόλη ἢ ἄλλα χημικά, ἀλλὰ σὲ ἁγνὸ κρασάκι ἀπὸ τὸ ἀμπέλι -ἄσπρο γιὰ νὰ μὴν μαυρίσουν τὰ ὀστᾶ- καὶ μὲ πεντακάθαρο νερό. Ἔτσι ξανα­συναντᾶ κανεὶς τὸ τελευταῖο ὑπόλειμμα τοῦ θησαυροῦ τοῦ προσώπου. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ σκεφθεῖ κανεὶς νὰ τὸ κάψει. Δὲν μπορεῖ. Οὔτε ἡ φύση δὲν κατάφερε ἀπὸ μόνη της νὰ τὸ ἐξαφανίσει.
Σίγουρα ἡ εἰκόνα αὐτὴ μὲ κανένα τρόπο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπανέλ­θει στὴ σημερινὴ πραγματικότητα τῶν πόλεων. Ἡ γνώση ὅμως καὶ ἡ διαρκὴς ἀνά­μνησή της εἶναι βασικὴ προϋπόθεση στὴ διαμόρφωση μιᾶς σύγχρονης πνευ­ματικῆς πρα­κτικῆς, συμβατῆς μὲ τὰ δεδομένα τῆς σημερινῆς κοινωνικῆς πραγμα­τικότητος καὶ τῆς αἰώνιας καὶ διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας.
Ἡ κηδεία ἀπὸ ὑπόθεση δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεως πρέπει νὰ ξανα­γίνει ἱερὴ πράξη καθαρὰ ἐκκλησιαστικῆς φύσεως.

Στ. Ἱστορία/παράδοση
Ἀπὸ τὴ Μινωικὴ καὶ Μυκηναϊκὴ ἀκόμη ἐποχή, στὸν τόπο μας βλέπουμε τὴν παράδοση τῆς κήδευσης καὶ ταφῆς τῶν νεκρῶν νὰ συνδέεται μὲ βαθειὰ φιλο­σο­φική, συναισθηματικὴ σημασία, ὅπως αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἀρχαιο­λογικὰ εὑρήματα (τάφοι, ἀντικείμενα) ἀλλὰ καὶ κείμενα (Πλουτάρχου, Βίος Λυκούργου). Ἡ ταφὴ τῶν νεκρῶν ἐθεωρεῖτο κατ’ ἐξοχὴν ἱερὸ καθῆκον, ἡ στέρηση δὲ τῆς τιμῆς τοῦ ἐνταφιασμοῦ μεγάλο κακό. Οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι ἔθαβαν τοὺς νεκροὺς στὴν πόλη, τοὺς περιτύλιγαν μὲ σινδόνα ἐρυθροῦ χρώ­ματος καὶ ὑπεστρώνυαν τὸν τάφο μὲ φύλλα ἐλιᾶς. Ἡ περίοδος τοῦ πέν­θους ἦταν σχετικὰ σύντομη, 11-12 μέρες, καὶ ὁλοκληρωνόταν μὲ μία θυσία.
Οἱ τόποι ταφῆς βρισκόταν ἐκτὸς τῆς πόλεως εἰς σὲ καθορισμένους τόπους, τὰ νεκροταφεῖα, εἴτε σὲ ἰδιόκτητους κήπους, ὑπὸ τὴν μορφὴ ἀτο­μικῶν ἢ καὶ οἰκο­γενειακῶν τάφων. Σὲ περιπτώσεις διακεκριμένων προσώπων, ἡ ταφὴ λάμβανε χώρα ἐντὸς τῆς πόλεως σὲ δημὀσιους χώρους.
Στὴν Ὁμήρου Ὀδύσσεια, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ἐλπή­νορος, ὁ ὁποῖος ἐκλιπαρεῖ τὸν Ὀδυσσέα νὰ θάψει τὸ ἄταφο καὶ ἄκλαυστο σῶμα του, ὅπως καὶ τὸ παράπονο τοῦ Ὀδυσσέως, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ ναυαγίου ἐκφράζει τὴ θλίψη του ποὺ δὲν θὰ πέσει μαχόμενος ὥστε νὰ ἀπολαύσει τῶν ἐνταφίων τιμῶν.
Τὸ ἴδιο καὶ στὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου. Οἱ δύο μεγαλύτερες μάχες τοῦ Τρω­ϊκοῦ Πολέμου ἔγιναν γιὰ διεκδίκηση νεκροῦ σώματος: τοῦ Πατρόκλου καὶ τοῦ Ἕκτορα. Ὁλόκληρη ἡ Ραψωδία Ρ περιλαμβάνει τὶς μάχες ποὺ ἔγιναν γιὰ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου, ἀφοῦ ὁ Ἕκτορας πῆρε πάνω του τὴν πανοπλία τοῦ Ἀχιλ­λέα. Εἶναι ὅμως πολὺ ἐνδιαφέροντα καὶ τὰ ὅσα ἀναφέρονται στὴ Ραψωδία Ω, ὅπου οἱ θεοὶ ἐπεμβαίνουν γιὰ νὰ λάβει τέλος ἡ ἀνόσια συμπερι­φορὰ τοῦ Ἀχιλλέα στὸ πτῶμα τοῦ Ἕκτορα, ὅπως καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Πρίαμος γονυπετῶς ἱκετεύει νὰ τοῦ δοθεῖ τὸ σῶμα τοῦ γυιοῦ του. Ὁ Ἀχιλλέας κάμπτεται καὶ δίνει ἐντολὴ νὰ τὸ πλύνουν, νὰ τὸ μυρώσουν καὶ νὰ τὸ τυλίξουν μὲ δύο κουβέρτες, δῶρα τοῦ Πριάμου στὸν ἴδιο, τελικὰ δὲ ὁ ἴδιος τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στὸ ἅρμα τοῦ βασιλέως τῶν Τρώων, καταπαύουν οἱ ἐχθροπραξίες καὶ ἀποδίδεται ἡ δέουσα τιμὴ στὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ἕκτορα.
Κατὰ τὸν Δημοσθένη καὶ τὸν Λυσία, ἡ παράλειψη τοῦ καθήκοντος τοῦ ἐνταφιασμοῦ λογίζεται ὡς βαρὺ ἔγκλημα. Ἡ καύση ποτὲ δὲν ἐπικράτησε σὲ αὐτὸν τὸν τόπο. Εἶναι ἐντελῶς καινο­φανὴς συνήθεια, ξένη στὴν ψυχολογία καὶ παρά­δοσή μας. Μᾶς δυσκολεύει νὰ ἀντικαταστήσουμε κάτι πολὺ βαθύ, ἀνθρώπινο, σεβαστικὸ καὶ ἱερὸ μὲ κάτι ξένο καὶ βίαιο.
Πλεῖστες ὅσες ἀναφορὲς σχετικὲς μὲ τὴν παράδοση τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν καὶ τῆς σημασίας τῆς ἀποδόσεως τῶν σχετικῶν τιμῶν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς σὲ άρχαιοελληνικὰ κείμενα, σὲ ἰστορικὲς περιγραφές. Ἀνάλογα στοιχεῖα φανερώ­νουν τὴν κοινὴ παράδοση ταφῆς τῶν Περσῶν, Σκυθῶν, Μήδων, Αἰγυπτίων, Κινέ­ζων. Ἰαπώνων, Κελτῶν, Γερμανικῶν φύλων, Μουσουλμάνων κ.λπ.
Ἡ ὕπαρξη τῶν κατακομβῶν καταδεικνύει ἐπίσης ἐναργέστατα καὶ τὴν ἐπι­κρατοῦσα παράδοση μεταξὺ τῶν Ρωμαίων. Παρὰ ταῦτα φαίνεται ὅτι τὸ ἔτος 250 π.χ. ὑπῆρχε καὶ ὡς παράλληλη πρακτική, μάλιστα κατὰ περιόδους κυριαρχοῦσα, καὶ ἡ καύση τῶν νεκρῶν, ἡ ὁποία ἐξαλείφθηκε μὲ τὴν ἐπικρά­τηση τοῦ Χριστια­νισμοῦ περίπου τὸ 400 μ.Χ.

Ζ. Πρακτικὴ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν
Στὴ Δύση ἔξαρση τοῦ αἰτήματος τῆς καύσης τῶν νεκρῶν ἐμφανίσθηκε μετὰ τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, μὲ κύριο ἐπιχείρημα τοὺς κινδύνους τῆς μολύν­σεως ποὺ ἐγκυμονοῦσαν οἱ συνήθειες τῆς ταφῆς. Ἔτσι δημιουργήθηκαν σύν­δεσμοι ὑπὲρ τῆς καύσεως, ἀρχικὰ μὲν στὴ Γαλλία, στὰ τέλη δὲ τοῦ 19ου αιῶνος καὶ στὴν Ἑλβετία, Γερμανία καὶ Ἀγγλία. Αὐτὸ ὁδήγησε στὴν κατασκευὴ κρεμα­τορίων, παρὰ τὴν ἀντίδραση τῆς Καθολικῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Συνοδικοῦ της Κανόνος 1203 ἀπαγόρευσε ρητὰ τὴν καύση καὶ τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν της σὲ σωματεῖα ἢ συνδέσμους καύσης νεκρῶν. Τοῦτο διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ καύ­ση παρεκκλίνει τῆς Χριστιανικῆς παραδόσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπετέλεσε ἐπι­λογὴ ἀπίστων καὶ ἀντιδραστικὴ πρακτικὴ ἐχθρῶν τῆς ἐκκλησίας (Ἐλευθερο­τεκτόνων κ.ἄ.), οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν θέλησαν νὰ δείξουν τὴν περιφρόνησή τους στὴ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας.
Ἡ Καθολικὴ ἐκκλησία ἀπαγόρευσε τὴν ἀπόδοση κάθε ἐκκλησιαστικῆς τιμῆς σὲ τέτοιες περιπτώσεις συνειδητῆς προσβολῆς τῆς χριστιανικῆς διδα­σκαλίας, ὅπως καὶ τὴν τοποθέτηση τῆς τεφροδόχου σὲ ἐκκλησιαστικὸ νεκρο­ταφεῖο. Ἐπι­τρέ­πει τὴν ἐπιμνημὀσυνη δέηση μόνο σὲ περιπτώσεις ποὺ κάποιος ἐκάη ὄχι κατὰ δική του ἐπιθυμία ἀλλἀ κατὰ τὴν ἐπιλογὴ τρίτων συγγενικῶν του προσώπων.
Ἀντίθετα, ἀπὸ τὸ 1925 καὶ ἐντεῦθεν, ἡ παρακτικὴ τῶν βασικῶν προτε­στα­ντικῶν ὁμολογιῶν εἶναι πολὺ ἀνεκτικὴ ἔναντι τῆς καύσης.

Η. Προγενέστερες ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὴν προαναφερθεῖσα ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μὲ ἀφορμὴ τὸν προκληθέντα σάλο, ὁ ὁποῖος προέκυψε ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ γνωστοῦ μουσουργοῦ Δημη­τρίου Μητρό­πουλου, νὰ ταφεῖ καὶ τὴν ἀντίστοιχη ἐπιθυμία του νὰ καεῖ καὶ ἡ στάχτη του νὰ τοποθετηθεῖ ἐντὸς λιτῆς ληκύθου.
Κατὰ τὸ ἔτος 1959, σύμφωνα μὲ τὸν ἐπικήδειο ποὺ ἐξεφώνησε ὁ πρό­εδρος τοῦ Δ.Σ. τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν Κυριακίδης, ὁ Μητρόπουλος δήλωνε ὅτι «μετὰ τὸν θάνατόν του, ἐπεθύμει νὰ μὴν τοῦ γίνῃ πολυτελὴς κηδεία, ἀλλὰ νὰ ταφῇ χωρὶς τελετουργίας, ὅτι τὸ σῶμα του ἔπρεπε νὰ καῇ καὶ ἡ λήκυθος ποὺ θὰ περιέκλειε τὴν τέφραν του θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐτελοῦς ἀξίας, τοῦτο δὲ διότι τὸ σῶμα του τὸ ἔβλεπε γῆν καὶ σποδόν… ἐποθοῦσε δὲ διὰ τὸν ἑαυτόν του τὴν ἀνυ­παρξίαν καὶ ἔβλεπε τὸν θάνατον ὡς λύτρωσιν τῆς ψυχῆς».

Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὴν ἀπαγόρευση τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθη­νῶν Θεοκλήτου Β΄ τελέσεως ἐκκλησιαστικῆς κηδείας ἐπὶ τῆς τέφρας τοῦ Μητρό­πουλου ἐξεδόθη ἡ κάτωθι Ἱεροσυνοδικὴ Ἀπόφασις ὅπως:
1) Ἡ Ἐκκλησία ἀρνῆται τὴν ἐπιτέλεσιν νεκρωσίμου ἀκολουθίας ἢ ἐπι­μνη­μοσύνου Δεήσεως ὑπὲρ προσώπων ἅτινα οἰκείᾳ ἢ τῶν οἰκείων βου­λήσει ἐκάησαν ἅμα τῷ θανάτῳ αὐτῶν,
2) ἐκφρασθῶσι τῷ Μακαριωτάτῳ Ἀρχιεπισκόπῳ διὰ τὴν εὐθαρσῆ ἀπό­φα­σιν αὐτοῦ ὅπως ἀρνηθῇ τὴν ἐκκλησιαστικὴν νεκρώσιμον ἀκολου­θίαν εἰς τὴν τέφραν τοῦ Μητροπούλου καὶ τῷ Σεβ. Ἀργολίδος διὰ τὴν διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ὀρθὴν παρ’ αὐτοῦ τοποθέτησιν τοῦ θέματος καὶ δο­θεῖσαν τῇ Ἱερᾶ Συνόδῳ πολύτιμον ἀφορμὴν πρὸς μελέτην καὶ λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὰ συγχαρητήρια τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ
3) τὰ περὶ Ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς Σεβ. Ἱεράρχας ἀποφασισθῶσι κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς προσεχοῦς Παρασκευῆς.
Ταῦτα δὲ καθ’ ὅσον ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν ἀντιβαίνει πρός τε τὸ πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴν πολιὰν Παράδοσιν τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Παρὰ ταῦτα, τελικῶς ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς ἱερέα καὶ ἐτέλεσε τρισάγιο ἐπὶ τῆς ληκύθου, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε τὶς ἀντιδράσεις ἀρκετῶν ἐκ τῶν ἱεραρ­χῶν, ὡς ἀναιρούσης τὴν προαναφερθεῖσα ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ καὶ ὡς καθιερούσης τυπικὸ ταφῆς τῆς ληκύθου τῆς περιεχούσης τέφραν καέντος νεκροῦ.
Τὸ θέμα ἐπανῆλθε στὴν ἐπικαιρότητα τὸ ἔτος 1999, ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὀργάνωσε σχετικὴ ἡμερίδα τῆς ὁποίας μάλιστα τὰ πρα­κτικὰ καὶ τὰ συμπεράσματα δημοσιεύθηκαν σὲ ἀνάλογο τεῦχος.
Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ὑπολοίπων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν Εὐρώπη, Ἀμερι­κή, Βαλκάνια, Ρωσία, Ἀφρικὴ κ.λπ., ἐνῶ ἡ ἐμμονὴ στὴ διδασκαλία τῆς ταφῆς εἶναι καθολική, στὴν πράξη φαίνεται ὅτι σιωπηρῶς μὲ τὸ πρόσχημα τῆς οἰκο­νο­μίας παρατηροῦνται ἐνίοτε παρεκκλίσεις, ἰδίως στὶς χῶρες τοῦ Δυτικοῦ κόσμου, ὅπου ἡ καύση ἐπικρατεῖ.


Θ. Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ θεολογία
Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας βέβαια, ἡ ταφὴ ἀποτελεῖ πάγια πρα­κτική. Ἀπὸ τὴν Παλαιὰ ἀκόμη Διαθήκη, στο βιβλίο τῆς Γενέσεως παρου­σιάζεται ἡ ταφὴ τῆς Σάρρας, τοῦ Ἀβραάμ, τῆς Δεβώρας, τῆς Ραχήλ, τοῦ Ἰσαάκ, τῆς Ρεβέκ­κας, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Μωϋσέως κ.λπ., μάλιστα δὲ ἡ κήδευση τοῦ Ἰακὼβ τῇ ἀδείᾳ τοῦ Φαραὼ ὑπὸ τοῦ Ἰωσήφ καὶ τῶν ἀδελφῶν του (Γεν. ν΄ 3).
Ἡ ἀποφυγὴ τῆς ταφῆς ἐθεωρεῖτο ὡς βαρύτατη τιμωρία: «ἐν θανάτῳ νο­σηρῷ ἀποθανοῦνται, οὐ κοπήσονται καὶ οὐ ταφή­σονται∙ εἰς παρἀδειγμα ἐπὶ προσ­ώ­που γῆς ἔσονται καὶ τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρα­νοῦ». Ἡ περίπτωση μὴ τα­φῆς ἐθεωρεῖται μεγάλο κακὸ ἢ ἐκδίκηση καὶ τιμωρία τοῦ Θεοῦ.
Τὸ ἴδιο καὶ ἡ φροντίδα τοῦ νεκροῦ σώματος ἀποτελεῖ ἔκφραση σεβα­σμοῦ πρὸς τὸν νεκρὸ ἀλλὰ καὶ ἀπόδειξη τῆς συνεχιζόμενης ζωῆς του. Ἔτσι αὐτὸ ἐκ­φράζεται μὲ τὸ κλείσιμο τῶν ματιῶν τοῦ νεκροῦ, «Ἰωσὴφ ἐπιβαλεῖ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς σου», μὲ τὴν ἔνδυση τῶν προσφιλῶν ἐνδυμάτων τοῦ νεκροῦ μὲ τὴν πάνδημη κήδευση, «καὶ ἐκοιμήθη Ἀσᾶ καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν μνήματι, ᾧ ὤρυ­ξεν ἑαυτῷ ἐν πόλει Δαυΐδ, καὶ ἐκοίμησαν αὐτὸν ἐπὶ κλίνης καὶ ἔπλησαν ἀρω­μάτων καὶ γένη μύρων μυρεψῶν καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ἐκφορὰν μεγάλην ἕως σφόδρα».
Ἀλλὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται ἀναφορὰ στὴν ταφὴ τοῦ Τιμίου Προ­δρόμου· «καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ». Ἐπίσης βλέπουμε νὰ ἀποδίδεται τιμὴ στὸ νεκρὸ σῶμα τῆς Ταβιθᾶ μὲ τὸ λούσιμο, εἰς δὲ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου μὲ τὰ ἀρώ­ματα («μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν»), τὰ ὀθόνια («ἀγοράσας (ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας) σινδόνα») καὶ φυσικὰ τὴν ἐναπόθεση στὸ «λελα­τομημένον ἐκ πέτρας» «καινὸν μνημεῖον».
Ἡ λεπτομερὴς ἀναφορὰ ποὺ γίνεται –μάλιστα καὶ ἀπὸ τοὺς τέσσερεις εὐ­αγ­γελιστές- στὴ θεόσωμο ταφὴ τοῦ Κυρίου καταδεικνύει μὲ ἀδιαμφι­σβή­τητο τρό­πο τὴ μεγάλη σημασία της. Τὸ ἴδιο παρουσιάζεται στὴν εἰκονογραφία καὶ ὑμνο­λο­γία ἡ Κοίμησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ Μεγ. Βασιλείου, τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ, τῶν Ἁγίων μαρ­τύρων καὶ φυσικὰ ὅλων τῶν πιστῶν στὶς ὑπέροχες ἐπι­κή­δειες ἀκολουθίες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ περὶ μετανοίας κεφάλαιο τῆς Κλί­μακος τοῦ Ἰωάννου ἡ ἀποφυγὴ τῆς ταφῆς καὶ ἡ παράδοση τοῦ σώματος ὡς βορὰ τῶν ὀρνέων ἐπίσης ἀναφέρεται ὡς τιμωρία καὶ ἡ σκέψη της ὡς ἀφορμὴ μετανοίας.
Τέλος, οἱ ἑορτὲς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ περὶ αὐτὰ πα­ρά­δοση καὶ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ βαθειὰ πίστη διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ σὲ ὅλες τὶς παραδόσεις τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀλήθεια ποὺ αὐτὴ κρύβει. Ὅλη αὐτὴ ἡ πλούσια συμφωνία τῆς παραδό­σεως ἀποτελεῖ μία ἀδιάσειστη ἐπιβεβαίωση στὴν πίστη καὶ διαχρονικὴ πρακτικὴ τῆς Ἐκ­κλη­σίας ποὺ μὲ κανέναν τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ μετα­βληθεῖ.
Συνοπτικὴ θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ ὅλου θέματος παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο, σὐμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο «ἡ Ἐκκλη­σία δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ γιὰ τὰ μέλη της ἢ νὰ υἱοθετήσει τὴν ἀποτέ­φρωση τῶν σω­μάτων, ἐπειδὴ σέβεται τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ τὸ θεωρεῖ ναὸ τοῦ ἁγίου Πνεύ­ματος, τὸ ἕνα στοιχεῖο τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Δεδο­μένου δὲ ὅτι παρὰ τὸν χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ὑφίσταται αὐτὴ ἡ ἑνότητα, μιὰ τέτοια βίαιη πράξη μπορεῖ νὰ εἶναι βιασμὸς τῆς φύσης, άφοῦ τὸ φυσικὸ εἶναι ἡ ἀποσύνθεση... Ἔτσι, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς καύσεως κρύπτεται ἡ περι­φρόνηση πρὸς τὸ σῶμα, ἡ ἀπιστία στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἡ μετεμψύ­χωση καὶ ἴσως νὰ κρύβεται καὶ ἠ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεως τῆς ψυχῆς μετὰ τὸν θάνατο».
Στὸ προαναφερθὲν ἄρθρο του ὁ Σεβ. Μητρο­πολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσό­στομος, παραθέτει τὰ πορίσματα τῆς Ἡμε­ρίδος τοῦ 1999, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ σεβασμὸς στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἐπι­βάλλει καὶ τὸν σεβασμὸ στὸ ἀν­θρώ­πινο σῶμα, ὅτι ἡ καύση τοῦ νεκροῦ σώματος προσβάλλει τὴν πίστη τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ἀπο­τελεῖ προκλητικὴ διακήρυξη μη­δενι­στικῆς ἀποχρώσεως. Μάλιστα, ὁ Σεβασμι­ώ­τατος ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ ἀρνητικὴ τοποθέτη­σή μας ὡς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς καύ­σης τῶν νεκρῶν ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ διδασκαλία της γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὡς θείου δημιουργήματος καὶ τὴ στάση του ἔναντι τῆς κτιστῆς φύσεως καὶ τοῦ προορισμοῦ της».


Ι. Τὶ πρέπει νὰ κάνουμε ὡς Ἐκκλησία
Κατὰ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο, «πρῶτον ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία συνδέεται στενά μέ ὅραση ἀνθρω­πίνου σώματος καί ὄχι τέφρας. Ὅλα τά τροπάρια κάνουν λόγο γιά κεκοιμημένο καί ὄχι γιά ἀποτεφρωμένο, γιά σῶμα πού βρίσκεται μπροστά μας, γιά τελευ­ταῖο ἀσπασμό κ.λπ. Δεύτερον, ἡ ἐκκλη­σια­στική ἀκολουθία τῆς ταφῆς ἔχει σχέση μέ ἐνταφιασμό σώματος καί ὄχι μέ ἐντα­φιασμό τέφρας. Ὁπότε καί τά δύο αὐτά σημεῖα ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι δέν πρέπει νά γίνεται ἐξόδιος ἀκολουθία οὔτε πρός τῆς καύσεως οὔτε μετά ἀπό αὐτήν, ἐφ' ὅσον στήν πρώτη περίπτωση δέν θά ἀκολουθήση ταφή καί στήν δεύ­τερη δέν θά ὑπάρχει σῶμα, ἀλλά τέφρα.
Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά μείνη ἀνεπηρέαστη ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα καί νά ἐξακολουθῆ νά κηδεύη καί νά ἐνταφιάζη τά σώματα, τά ὁποῖα μπορεῖ νά εἶναι καί λείψανα, καί τά ὁποῖα θά κοιμοῦνται ἀναμένοντας τήν ἀνάστασή τους καί ὅταν γίνεται ἐκταφή νά μπορῆ νά διαπιστώνεται ἡ ἁγιότητα τοῦ κεκοιμημένου. Διότι ἡ ἀφθαρσία καί ἡ θαυματουργία τῶν λειψάνων εἶναι τεκμήριο θεώσεως τοῦ ἀν­θρώπου, ἀφοῦ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διαπορθμεύεται καί σέ ὁλόκληρο τό σῶμα. Καί ἀσφαλῶς, ἡ βεβαίωση ὑπάρξεως ἑνός ἁγίου ἔχει βαθειά σημασία, γιατί τότε θά ξέρουμε ὅτι οἱ πρεσβεῖες του θά συντελοῦν καί στήν δική μας σωτηρία».
Κατόπιν αὐτῶν, θὰ μπορούσαμε συμπερασματικά, νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς:
(α) Θὰ πρέπει νὰ ἐμμείνουμε στὴν συμβατὴ μὲ τὴν παράδοση καὶ θεολογία διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας δίχως φανατισμούς, δίχως ὅμως καὶ καμμία ὑπο­χώρηση. Ἡ ἀπαίτηση τῆς καύσης τῶν νεκρῶν ἀποτελεῖ στὴ βάση καὶ τὰ ἐλα­τήριά της κίνηση ἀμφισβήτησης θεμελειωδῶν δογματικῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεώς μας.
Ἡ Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τὴν καύση γιατὶ ἀδυνατεῖ μὲ αὐτὴν νὰ ἀντικα­τα­στήσει τὴ βεβαιότητα καὶ εὐλογία τῆς ταφῆς. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑποτάξει τὸν σεβα­σμὸ της πρὸς τὴν ἱερότητα τοῦ σώματος στὰ πείσμονα μηδενιστικὰ κηρύγ­ματα τῆς ἐποχῆς μας. Δὲν μπορεῖ κάτι βίαιο νὰ τὸ προσφέρει ὡς ἐναλλα­κτικὴ δυνατό­τητα δίπλα σὲ κάτι ἅγιο. Σὲ αὐτὸ πρέπει νὰ μείνουμε ἀνυποχώρητοι, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχει ἔντονη πολεμική ἢ ἀπόρριψη.
(β) Εἶναι ἀναγκαῖο ὅμως νὰ διορ­θώ­σουμε καὶ τὰ δικά μας λάθη, νὰ συμ­πλη­ρώσουμε τὶς παρα­λήψεις μας, νὰ βελτιώσουμε τὸ ἦθος τῆς παρουσίας μας καὶ ἔτσι νὰ μιλήσουμε ταπεινὰ γιὰ τὴν ταφὴ ὅπως τὴ ζεῖ ἡ Ἐκ­κλησία μας καὶ ἡ θεο­λογία της. Διαφορετικὰ ὁ λόγος μας εἶναι σκληρὸς καὶ αὐτοαναιρετικός. Ἐμεῖς δίνουμε ἐπιχειρήματα στοὺς ἄλλους.
Ὀφείλουμε ὡς Ἐκκλησία, ἐφ’ ὄσον ἐπιμένουμε στὴ μεγάλη σημασία τῆς ταφῆς, νὰ περιβάλλουμε τὶς σχετικὲς τελετουργικὲς πράξεις κηδεία, ταφή, ἐπιμνη­μόσυνη δέη­ση, ἐκταφή, φύλαξη τῶν ὀστῶν, μὲ ἀνάλογη πρὸς τὰ ψαλλόμενα καὶ θεο­λογικῶς ὑποστηριζόμενα τάξη, σοβαρότητα, καθαρότητα, σεβασμό, ἀνθρω­πιά, αἰσθητική. Θὰ μποροῦσε ἡ φροντίδα τῆς ἐπιστροφῆς μας στὴν ποιο­τικὴ βελτίωση ὅλων αὐτῶν τῶν ἀκολουθιῶν νὰ λειτουργήσει τόσο θερα­πευτικὰ καὶ παρηγορητικὰ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ τελικὰ τὸ ὅλο θέμα νὰ ἐκφυλι­σθεῖ. Πολὺ εὔκολα ἀντικαθιστᾶ κανεὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἐκμε­τάλ­λευσης ἢ τὴν ἀγανά­κτηση ποὺ προκαλεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀναισθησία μὲ μιὰ μηδενιστικὴ ἐπιλογή. Πολὺ δύσκολα ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ στὸν πόνο του τὸ χάδι τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀνακούφισης, τῆς εὐγενικῆς παραμυθίας, τῆς ἀλήθειας.
(γ) Πρέπει νὰ διδάξουμε μὲ εὐγένεια, νὰ ἐξηγήσουμε μὲ ὑπομονὴ καὶ νὰ ἀκούσουμε μὲ ἀγάπη τὸν λαό μας ἀκόμη καὶ ὅταν ἐκτρέπεται. Ἡ παράδοσή μας εἶναι πολὺ ἀληθινὴ καὶ ἀνθρώπινη. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μιλήσουμε στὴ διάλεκτο αὐτῶν ποὺ ἐπιχειρηματο­λογοῦν ἀντίθετα, μὲ φρόνημα ὅμως καὶ τρόπο ἐντε­λῶς διαφορετικό. Ἕνας τέτοιος λόγος ἐμπνέει καὶ καλλι­εργεῖ, ἀκόμη καὶ ἄν δὲν κατα­θέτει τὴν καλύτερη ἐπιχειρηματολογία.
Ἡ ἐπιμονὴ τῆς ἀποτέφρωσης εἶναι ἁμαρτία ὄχι τόσο γιὰ τὴ βιαιότητα τῆς καύσης –καὶ γι’ αὐτό- ὅσο γιὰ τὴ λάθος σχέση μας μὲ τὴν Ἐκκλησία. Κάθε ἀπό­κλιση ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀποξένωση ἀπὸ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνυπακοή μας στὶς προτροπὲς καὶ ἀποφάσεις της κλονίζει τὴν ἴδια τὴ σχέση μας μὲ τὸν Κύριο. Μὲ τὴν Ἐκκλησία δὲν συζητοῦμε, δὲν διεκδικοῦμε τὸ δίκαιό μας, δὲν προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε μὲ ἐπιχειρήματα γιὰ τὸ δῆθεν λάθος της. Στὴν Ἐκκλησία ἐξομολογούμεθα, μαθητεύουμε καὶ ὑπακούουμε∙ καταθέτουμε τὰ ἐρωτή­ματά μας καὶ συμμορφούμεθα μὲ τὶς ἀποφάσεις της. Πῶς μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ δυσκολία κάποιου νὰ συμμορφωθεῖ;
(δ) Γιὰ ὅσους ἐπιμένουν στὴν καύση, μάλιστα μὲ δημόσια δήλωση ἀπιστίας στὴν αἰώνια ζωή ἢ ἀσεβείας καὶ περιφρόνησης τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει κανένας ἀπολύτως λόγος νὰ τελεσθεῖ ἐξόδιος ἀκο­λουθία ἢ ἐπιμνημόσυνη δέηση. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ σεβαστεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῆς διδα­σκα­λίας της ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ ὄχι ἡ ἐνδεχόμενη ἐπιθυμία τῶν συγγε­νῶν, συχνὰ γιὰ κοι­νω­νικοὺς λόγους, τῆς τελέσεως ἐπικηδείου καὶ ἐπιμνημοσύνου ἀκολουθίας. Οἱ ἀκολουθίες αὐτὲς προϋποθέτουν τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ ἀποθανόντος στὴ μετὰ θάνατον ζωὴ καὶ τὸν σεβασμό του στὴν Ἐκκλησία. Δὲν τελοῦνται γιὰ κοινω­νικοὺς λόγους ποὺ ἱκανοποιοῦν τὶς ἐπιθυμίες, τὶς ἀνάγκες ἢ τὰ συναισθήματα τῶν συγγενῶν, ἀλλὰ ἀποτελοῦν προσευχὲς καὶ ἐκτενεῖς δεήσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐνώ­πιον τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν ἀγάπη της στὸν ἀποθανόντα ὡς πίστη στὸν Κύριο, ἐλπίδα στὴ σωτηρία, πόθο μετοχῆς στὴν αἰώνια ἐξανάσταση καὶ αἴτηση συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν παρὰ τοῦ Κυρίου. Πῶς νὰ ψάλουμε «Μακαρία ἡ ὁδός...» σὲ κάποιον ποὺ δηλώνει πίστη στὴ μετὰ θάνατον ἀνυπαρξία του;
Ἡ Ἐκκλησία μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μειώσει τὸν ἀπόλυτο χαρα­κτήρα αὐτῆς τῆς διδασκαλίας της. Κάτι τέτοιο ἀποδυναμώνει τὴ σχέση της μὲ τὴν ἀλήθεια.
(ε) Σὲ περιπτώσεις ὅμως ποὺ κάποιοι χωρὶς νὰ ἀσεβοῦν στὴν Ἐκκλησία, δυσκολεύονται νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὴ διδασκαλία της, ἐνδεχομένως γιὰ λόγους ψυχολογικοὺς ἢ ἐσφαλμένης οἰκολογικῆς συνείδησης ἢ κοινωνικῆς πίεσης ἢ πα­ρα­πλάνησης, θὰ μπορούσαμε νὰ συζητήσουμε τὸ ἐνδεχόμενο κάποιας οἰκονομίας.
Ἐὰν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος συμφωνήσει ὅτι ὑπάρχουν τέτοια περιθώρια, τότε θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν τελέσουμε μὲν ἀκολουθία ἀλλὰ νὰ ἔχουμε τὴν ἑτοιμό­τητα νὰ διαβάσουμε κατ’ οἰκονομίαν μία δέηση ὥστε νὰ μὴν φύγουν κατὰ τὸ δὴ λεγό­με­νον ἀδιά­βαστοι. Ἡ περίπτωση αὐτὴ ἐνέχει τὸ μειονέκτημα ὅτι εἰσά­γει κάτι και­νούργιο στὸ Εὐχολόγιο ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἐνστάσεις καὶ παρερμηνεῖες.
Στὴν περίπτωση ὅμως συμφώνου γνώμης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ δέηση αὐτὴ θὰ μπο­ροῦσε νὰ τελεσθῇ μὲ κάποιους ὅρους, δεῖγμα τῶν ὁποίων καὶ κατα­θέτω ὡς ἁπλῆ σκέψη, γιὰ ἐπεξεργασία ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους:
1) Μὲ τὴν κατὰ περίπτωσιν ἄδεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου καὶ μόνον,
2) Μὲ τὴν ἐμφανῆ αἴσθηση ὅτι δὲν ὑποχωροῦμε ἀλλὰ οἰκονο­μοῦμε,
3) Ἡ δέηση δὲν πρέπει νὰ ἀποκαλεῖται ἐπικήδειος, διότι δὲν ἔχει χαρα­­κτή­ρα κηδείας, δηλαδή φροντίδος τοῦ σώματος, ἀλλὰ κάπως διαφο­ρε­τικά, ἴσως νεκρώ­σιμος συγχωρητικὴ δέησις. Ὁ νεκρὸς πρέπει νὰ ἀποκαλεῖται νεκρὸς ἢ του­λάχιστον ἀποθανὼν ἢ ἐκλιπὼν καὶ ἴσως ὄχι κεκοιμημένος.
4) Ἡ νεκρώσιμος δέησις θὰ πρέπει νὰ εἶναι κυρίως συγχωρητικοῦ χαρα­κτῆρος, σαφῶς διαφοροποιημένη ἀπὸ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία, δηλαδὴ νὰ ἀπο­τε­λεῖται ἀπὸ ψαλμοὺς καὶ εὐχὲς συγχωρήσεως τοῦ ἀποθανόντος (κατὰ τὸ προ­η­γούμενο τῆς ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος εἰς διγάμους) καὶ ἀπὸ προσευχὲς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του.
5) Ἡ δέηση δὲν θὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνει τίποτε γιὰ τὴ δόξα τοῦ σώμα­τος ἢ γιὰ τὴ βεβαιότητα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀποθανόντος (ὄχι κοιμη­θέντος, π.χ. «Μα­κα­ρία ἡ ὁδός …», «Ἄμωμοι ἐν ὁδῶ …», «Μετὰ πνευμάτων δικαίων» κ.λπ.). Ἐπίσης τίποτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησια­στι­­κὴ φιλο­σοφία τοῦ θανάτου (Ὀκτώηχα τρο­πάρια, μακα­ρισμοί). Σὲ μία τέ­τοια δέηση, ὁ ἱερέας δὲν δίδει συγ­χώ­ρηση κατὰ τὴν ἀπο­στολική του ἐξουσία («ὅσα ἂν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς … ὅσα ἂν δήσητε…» κ.λπ.), ἀλλὰ αἰτεῖται τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἀποθανόντα, τὸν ὁποῖ­ον, ὡς ἐκ τούτου, δὲν συνο­δεύει ἡ συγχώρηση τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἡ προσ­ευχή της.
6) Ἡ δέηση δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς κανο­νικῆς κηδείας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνει μουσικοὺς ὕμνους. Μπορεῖ νὰ ἀπο­τελεῖται μόνον ἀπὸ διαβαστὰ κείμενα, ψαλμούς, εὐχές, δεήσεις. Ἐπίσης δὲν ἀρχί­ζει δοξολογικὰ μὲ «Εὐλογητὸς ὁ Θεός…», ἀλλὰ μὲ «Πρόσχωμεν! Ἀμήν» (ἐκ τρίτου) ἢ κάτι ἀνάλογο.
7) Θὰ πρέπει νὰ τελεῖται μόνο σὲ κοιμητηριακὸ ναὸ μὲ κρεματόριο, ὄχι σὲ ἐνοριακὸ ναό, παρεκκλήσι ἤ φυσικὰ μοναστήρι.
8) Νὰ τελεῖται κατὰ προτίμησιν γιὰ τὸν νεκρὸ καὶ ὄχι ἐνώπιον τοῦ νεκροῦ (γιὰ νὰ μὴν θεωρεῖται ἐπικήδειος ἀκολουθία) ἤ, ἐὰν ἀκολουθηθεῖ ἡ πλέον οἰκο­νομικὴ ὁδός, μόνον ἐνώπιον τοῦ νεκροῦ σώματος καὶ φυσικὰ πρὸ τῆς ἀποτε­φρώσεως καὶ ποτὲ ἐνώπιον τῆς τεφροδόχου. Ἐπίσης, ποτὲ ἀνεξαι­ρέτως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τελεσθεῖ κάποιας μορφῆς ταφὴ στὴν τέφρα, ἂν μᾶς ζητηθεῖ.
9) Μία τέτοια δέηση δὲν τελεῖται ποτὲ ἀπὸ ἐπίσκοπο ἢ μὲ συλλεί­τουργο. Τὴν διαβάζει μόνος του ἕνας ἱερέας, μὲ ἐπιτραχήλιον, ἄνευ φελωνίου, ἄνευ θυμιά­ματος καὶ δὲν ἐκφωνεῖται ἐκκλησιαστικὸς λόγος.
10) Τὴν ἴδια δέηση θὰ μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία νὰ διαβάζει σὲ αὐτό­χειρες ποὺ σίγουρα διέπραξαν τὴν αὐτοκτονία ἀλλὰ μὲ ἀδιευκρίνιστους ὅρους καὶ τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται ὅτι μπορεῖ καὶ πρέπει κάπως νὰ οἰκο­νο­μήσει. Τὸ ἴδιο καὶ σὲ περιπτώσεις ἐμφανῶς ἐκτραπέντων καὶ μὴ μετανο­η­σάντων (π.χ. βλασφήμων, δολοφόνων, ὅσων ἔχασαν τὴ ζωή τους κατὰ τὴ διάρκεια ἐγκλη­ματικῆς ἐνέργειας κ.λπ.) γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει τὸ ὑπόβαθρο παροχῆς συγχωρήσεως (ἀφοῦ ἔφυγαν καθ' ὅλες τὶς ἐνδείξεις χωρὶς μετάνοια), ὑπάρχουν ὅμως τὰ περιθώρια τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους (ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται γιὰ ὅλους).
11) Ἡ ἴδια ἀκολουθία θὰ μποροῦσε νὰ ἀναγνωσθεῖ καὶ ἀντὶ ἐπιμνη­μο­σύνου δεήσεως συνολικὰ τρεῖς φορές.
12) Τέλος καλὸ θὰ ἦταν νὰ ληφθεῖ πρόνοια ὥστε νὰ συνταχθεῖ μία σύντομη ἀκολουθία τῆς ἐκταφῆς μὲ ἐλπιδοφόρο μήνυμα, ἀναστάσιμη θεο­λογία καὶ κάποιο ἁπλὸ ἀλλὰ ὄμορφο τελετουργικό, ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὸ ἦθος τῶν ἑορτῶν ἀνακομιδῆς τιμίων λειψάνων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅλα αὐτὰ βέβαια ἐπαφίενται στὴ σοφὴ κρίση τῆς Ἱεραρχίας. Ἐκεῖνο ποὺ ἐν κατακλεῖδι θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι, ἐνῶ οἱ μεγάλες ἀλλαγὲς στὶς κοινωνικὲς ἀντιλήψεις καὶ στὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα καὶ σὲ ἄλλα συναφῆ φαίνεται πὼς ἀποτελοῦν μεγάλες προκλήσεις γιὰ τὴ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία και ἐνδεχομένως νὰ τραυματίζουν, ταυτόχρονα ἀποτελοῦν καὶ μονα­δικὲς εὐκαιρίες γιὰ τὴ σχέση καὶ τὴν ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ σῶμα τῶν πιστῶν. Εἶναι εὐκαιρία νὰ προβάλουμε τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ταφῆς.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ἀντουράκη, Γεωργίου: Ταφή, καύση καὶ ἀνάσταση νεκρῶν, Ἀθήνα 1981.
Θεοδωρίδου, Δημητρίου: Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν
Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ταφὴ ἢ καύση τῶν νεκρῶν; ΕΚΥΟ, Ἀθῆναι 2002.
Λέκκου, Εὐαγγέλου: Ταφὴ ἢ καύση τῶν νεκρῶν, ἐκδ. Ἀποστ. Δικαονίας, Ἀθῆναι 1994.
Μαντζουνέα, Εὐαγγέλου: Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν, Ἀθῆναι 1987.
Μητρ. Κυθήρων Μελετίου (Γαλανοπούλου): Διατὶ ταφὴ καὶ ὄχι καῦσις τῶν νεκρῶν, Ἀθῆναι 1962.
Μπαλάνου, Δημητρίου: Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν ὑπὸ θρησκευτικὴν ἔποψιν
Μπούμη, Παναγιώτη: Ἡ καύση τῶν σωμάτων, ἐκδ. Ἑπτάλοφος, 1999.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (Σαββάτου): Ταφὴ ἢ καύση τῶν νεκρῶν; Ἡ ἀπάντηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ΙΘΩΜΗ, αρ. τεύχ. 57 (58), 2008, σσ. 11-14.
Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου (Βλάχου): Ἡ θεολογικὴ ἄποψη καὶ οἱ ἐκκλη­σιολογικὲς συνέπειες τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, Ταφὴ ἢ καύση τῶν νεκρῶν; Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΕΚΥΟ, Ἀθῆναι 2002.
Ἀρχιμ. Νικολάου Χατζηνικολάου: Καύση νεκρῶν: ἀμετάκλητη λήθη ἢ αιὠνια μνήμη; ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17.1.1999.
Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: Ἡ ταφὴ τῶν νεκρῶν καρδιὰ τοῦ πολιτι­σμοῦ μας, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, 25.2.1999




Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
ΣΤΗΝ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου



Κατ’ ἀρχὰς θὰ ἤθελα πολὺ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν πρόσκληση τῆς συμμετοχῆς μου στὸ παρὸν συμπόσιο. Αἰσθάνομαι ὅτι τὸ κύριο ὄφελος αὐτῶν τῶν συνεδρίων, ὅταν μάλιστα ἔχουν καὶ μιὰ οἰκουμενικὴ ἐκπροσώπηση, δὲν εἶναι τὰ ὅσα οἱ ὁμιλητὲς καταθέτουν -ποὺ καὶ αὐτὰ βἐβαια ἔχουν τὴν ἀξία τους-, ἀλλὰ ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ κοινωνία ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸν διάλογο, τὴ γνω­ριμία, τὴ διαπίστωση τῆς κοινῆς πίστεως, τὸ αἴσθημα τῆς ἀδελφοσύνης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐκφρά­σω τὴ βαθειά μου εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτὴ τὴν εὐκαι­ρία τῆς μετ’ ἀλλήλων ἐν Χριστῷ κοινωνίας.

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Ὁ μοναχικὸς βίος ὀνομάζεται καὶ ἀναχωρητικός. Καὶ τοῦτο διότι ὁ μοναχὸς ἀναχωρεῖ ἐκ τοῦ κόσμου, ἐγκαταλείπει τὰ ἐγκόσμια. Ἡ κίνηση τῆς ἀποκοπῆς του ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου ἀποκαλεῖται στὴ μοναχικὴ ὁρολογία ἀποταγή. Καὶ μόνον οἱ λέξεις αὐτὲς ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταδείξουν ὅτι ὁ στόχος τοῦ μοναχι­σμοῦ δὲν εἶναι μὲ κανέναν τρόπο ποιμαντικὰ προσανατολισμένος.
Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος ἔζησε σὲ τέτοια μόνωση, ὥστε καθὼς γράφει βιο­γραφῶντας τον ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, εἶχε πενήντα χρόνια νὰ τὸν δεῖ ἄνθρωπος. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μέχρι τὰ 67 του χρόνια ἔζησε σὲ πλήρη μόνωση καὶ συστηματικὰ ἀπέφευγε τὶς ἀνθρώπινες συντυχίες. Ὁ Ἀββᾶς Ἀρσένιος, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Γεροντικό, ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς ἀπόλυτης σιωπῆς καὶ ἡσυχίας, ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος δὲν μπόρεσε νὰ ἀντέξει τὴ ζωὴ τοῦ ἐπισκόπου καὶ παραιτήθηκε μόλις ἕξι μῆνες μετὰ τὴν ἐκλογή του. Δίπλα σὲ αὐτοὺς ἔχουμε τοὺς στυλῖτες, ὅπως οἱ Ὅσιοι Συμεών, Ἀλύπιος καὶ Δανιήλ, ἢ τοὺς ἔγκλειστους ὁσίους, ὅπως ὁ Θεοφάνης τῆς Ρωσίας, ποὺ γιὰ μακρὲς περιόδους ζοῦσαν ἐντελῶς ἀπομονωμένοι «ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς», ἀποφεύγοντας συστηματικὰ κάθε μορφὴ ἀναστροφῆς μὲ τὸν κόσμο.
Ἡ πολιτεία ὅλων αὐτῶν τῶν ἁγίων πολὺ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ συμφι­λιωθεῖ μὲ τὴν ἰδέα τῆς ποιμαντικῆς ἀποστολῆς καὶ διακονίας, ὅπως αὐτὴ νοεῖται στὴ συνήθη ἀντί­ληψη, οἱ ἴδιοι ὅμως δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ξένοι μὲ τοὺς ἀδελφούς τους ἢ ἀδιαφοροῦντες γιὰ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ ἀγωνιζόμενη Ἐκκλησία. Γιὰ κάποιον λόγο, οἱ ἀσκητές, ἐνῶ ἀποφεύγουν τὸν κόσμο, λειτουργοῦν ὡς μαγνῆτες. Οἱ ὅσιοι «ἐπώλησαν τὸν κόσμο καὶ ἐπόλισαν τὰς ἐρήμους», ὅπως ἀναφέρεται χαρα­κτηριστικὰ στὴν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀντω­νίου. Μὲ ἄλλα λόγια ἀρνήθηκαν τὸν κόσμο, τὸν πούλησαν, ἀλλὰ ἔφεραν τὸν κόσμο στὶς ἐρήμους, τὶς «ἐπόλισαν», τὶς ἔκαναν πόλεις.
Ὁ μοναχὸς κατὰ τὴν Κλίμακα εἶναι «ἡγνισμένον σῶμα καὶ κεκαθαρμένον στόμα καὶ πεφωτισμένος νοῦς∙ βία φύσεως διηνεκὴς καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελ­λιπής, μοναχός ἐστιν κατώδυνος ψυχὴ ἐν διηνεκῇ μνήμῃ θανάτου ἀδολεσχοῦσα γρη­γορυῖά τε καὶ ὑπνώττουσα». Ταυτόχρονα ὅμως «μοναχός ἐστίν ὁ πάντων χωρι­σθεὶς καὶ πᾶσιν συνηρμοσμένος». Ὅπως δὲ γράφει ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «οὔκ ἐστιν ἄλλως σωθῆναι εἰ μὴ διὰ τοῦ πλησίον», ὁ δὲ Ἀββᾶς Ἰσαάκ: «ἡ κλεὶς τῆς καρδίας τῶν θείων χαρι­σμά­των ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ πλη­σίον δίδοται». Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ τῆς ἀπόλυτης μυστικῆς ἀσκήσεως καὶ ἡσυχίας ἐκφράζονται μὲ ἕναν ξεχωριστὰ ἔντονο τρόπο γιὰ τὴν ἀξία τοῦ πλησίον καὶ τοῦ ἀδελφοῦ στὴν ὑπό­θεση τῆς σωτηρίας. Ἡ ἔννοια τοῦ πλη­σίον στὴ ζωὴ τῶν μονα­χικῶν ἐπιλογῶν ἀπο­κτᾶ μιὰ μυστικὴ διάσταση, μὴ εὔκολα κατα­νοητὴ μὲ τὴ λογική.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἐρώτημα τῆς ἰσορροπίας ἀνάμεσα στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον πρὸς τὴν ὁποία εἶναι προσανατολισμένη ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἀγωνιζομένης Ἐκκλησίας καὶ τὴν ὁδὸ τῆς ἡσυχαστικῆς καθάρσεως, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ μοναχικὴ πολιτεία πάντοτε ἀπασχολοῦσε τὴν Ἐκκλησία. Χαρα­κτηριστικὴ εὶναι ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Θαυμαστορείτου.
Χαρακτηριστικὸ ἐπίσης εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ σύγχρονος ἁγιορείτης ἡσυχα­στής, ὁ Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Σπηλαιώτης, μπόρεσε μέσα ἀπὸ τὴν ἄκρα καὶ ἀσυμ­βί­βα­στη ἡσυχία του διὰ τῆς ἀλληλογραφίας νὰ στηρίξει πλῆθος πιστῶν στὴν πίστη καὶ στὴν κλήση τους.


ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
Αὐτὰ ὅλα, βέβαια, ἀποτελοῦν παραδείγματα ποὺ κυρίως ἐκφράζουν τὸν ἀνδρικὸ μοναχισμό. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ γυναικεῖος μοναχισμὸς δὲν παρουσιάζει παρὰ μόνον ὑπὸ τὴν μορφὴ ἐξαιρέσεων τὴν ἀκρότητα τέτοιου χαρακτῆρα ἀσκη­τικὸ καὶ ἀναχωρητικὸ βίο. Ἡ κύρια μοναχικὴ παράδοση τοῦ γυναικείου μονα­χισμοῦ εἶναι αὐτὴ τοῦ κοινοβίου. Ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, ὅπως τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ἢ τῆς Ὁσίας Σάρρας καὶ τῆς Ὁσίας Φωτεινῆς τῆς Ἐρημίτιδος καὶ ἄλλων τέτοιων ἡρωϊκῶν γυναικῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν καταργοῦν τὸν κανόνα.
Ἡ γυναικεία φύση εἶναι ἐφοδιασμένη μὲ συγκεκριμένα γνωρίσματα ποὺ καὶ σαφῶς προσδιορίζουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ. Ἡ μη­τρότητα, ὡς βασικὸ ἰδίωμα τῆς γυναίκας, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀνατομικὰ καὶ φυσιο­λογικὰ χαρα­κτηριστικὰ τοῦ γυναικείου σώματος, προσδιορίζει καὶ τὴ γυναικεία ψυχοσύνθεση. Ἔτσι, ἡ κυοφορία καὶ ὁ θηλασμὸς συνεπάγονται ψυχοσωματικὴ σχέση διαρκείας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐμβρύου καὶ τοῦ παιδιοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου προϋποθέτουν ἐκφράσεις κοινωνικότητος καὶ ἰδιάζουσας σχέσης μὲ τὸν χρόνο, ποὺ φυσικὰ δὲν διαθέτει ἡ ἀνδρικὴ φύση.
Ἡ γυναικεία φύση εἶναι προσανατολισμένη στὴ δεκτικότητα -δηλαδὴ στὸ νὰ ὑποδέχεται καὶ νὰ φιλοξενεῖ τὸν σύζυγό της-, στὴν κενωτικὴ κοινωνικότητα -δηλαδὴ στὸ νὰ ζεῖ γιὰ κάποιον ἄλλον, τὸ παιδί της- καὶ στὴ συμφιλίωση μὲ τὸν χρόνο -δηλαδὴ τὸ ὅ,τι κάνει νὰ ἔχει διάρκεια. Συνέπεια ὅλων αὐτῶν εἶναι ὁ ψυχι­κὸς κόσμος τῆς γυναίκας νὰ διαθέτει κοινωνικὲς εὐαισθησίες, νὰ χαρακτη­ρίζεται ἀπὸ ἐνδια­φέρον γιὰ τὸν ἄλλον, καὶ νὰ διευκολύνει τὴν ἀνάπτυξη ἀρετῶν, ὅπως ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ εὐγένεια, ἡ λεπτότητα τῶν τρόπων, ἡ τρυφερότητα, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀντοχή, ἡ μακροθυμία. Ἡ γυναικεία φύση μειονεκτεῖ ἔναντι τῆς ἀνδρικῆς σὲ δύ­να­μη καὶ σταθερότητα, ἀλλὰ πλεονεκτεῖ σὲ ἀντοχή καὶ ἀφοσίωση. Δύσκολα στη­ρίζεσαι ἐπάνω της, ἀλλὰ εἶναι ὑπηρετική, ψάχνει γιὰ ἀποδέκτη τοῦ ἐνδιαφέροντός της. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ὁ ἐρημητικὀς, ὁ ἀναχωρητικὸς καὶ ὁ ἀσκητικὸς τρόπος ζωῆς δὲν εἶναι τόσο συνήθης στὸν γυναικεῖο μοναχισμό, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ κυριαρχεῖ εἶναι ὁ κοινοβιακός δρόμος τῆς ὑπακοῆς.
Τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἔστω καὶ ἂν δὲν βρίσκουν ἔκφραση μέσα στὸ πλαίσιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ πολιτείας, ἐνυπάρχουν ὡς ἰδιώματα στὴν ψυχὴ τῶν μοναζουσῶν καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ ψάχνουν γιὰ ἔκφραση μέσα στὸ πλαίσιο τῶν μοναχικῶν ἐπιλογῶν.
Χωρὶς ἀμφιβολία, μαζὶ μὲ τὶς ἀρετὲς ποὺ προαναφέραμε, συνυπάρχουν καὶ ἐλαττώματα τοῦ γυναικείου φύλου, καταστάσεις ἀρνητικὲς στὶς ὁποῖες οἱ γυναῖ­κες ἐπιρρέπουν περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄνδρες. Στὴν παροῦσα ὅμως μελέτη, ἐμεῖς διερευνοῦμε τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δικαιολογήσουν μιὰ οὐσιαστικὴ συνεισφορὰ στὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἀπόλυτα συμβατὴ ὅμως καὶ μὲ τοὺς ὅρους τῆς μοναχικης πολιτείας.


ΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Μὲ τὸν ὅρο ποιμαντικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐννοοῦμε τὴν πάσης φύ­σεως φροντίδα τῶν λογικῶν προβάτων της, τῶν πιστῶν. Αὐτὴ ἡ ποιμαντικὴ φροντίδα περιλαμβάνει τὴν ἐνίσχυση τῆς πίστεως, τὴν περιποίηση τῶν ψυχικῶν τραυμάτων, τὴ συμπαράσταση στὰ κοινωνικὰ προβλήματα, τὸν στηριγμὸ τῶν σκαν­δαλιζομένων, τὴν ἐνεργὸ μετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν.
Τὸ ἔργο αὐτὸ τὸ ἐπιτελεῖ ἡ Ἐκλησία μέσω τοῦ κηρύγματος, τῶν φιλαν­θρωπικῶν δραστηριοτήτων καὶ κυρίως μέσῳ τῶν πνευματικῶν της πατέρων. Ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Κορινθίους, «χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπίστασίς μοι ἡ καθ’ ἡμέραν ἡ μέριμνα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν. Τίς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; Τίς σκανδαλίζεται καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;». Αὐτὸ τὸ φρόνημα, ὅπως μάλιστα ἀποτυπώνεται καὶ στὸν λόγο του πρὸς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἐφέσου «διὸ γρηγορεῖτε μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἠμεραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον», ἀποτελεῖ τὸν ἄξονα τῆς ποιμαντικῆς διακονίας, ὅπως τὸν βιώνει ἡ Ἐκκλησία μας, δηλαδὴ τὴν διαρκῆ μέ­ριμνα, τὴν κοινωνία στὶς ἀνάγκες καὶ τὶς δοκιμασίες καὶ τὴν ἀνύστακτη νουθεσία.
Ἐκ πρώτης ὄψεως, τὸ ποιμαντικὸ ἔργο ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὴ εὐθύνη τῆς ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ παρουσιάζονται ἐμφανῆ περιθώρια ἀνάμειξης σὲ αὐτὸ τῶν μοναχῶν. Θὰ μποροῦσε νὰ κατανοήσει κανεὶς τὸν εἰδικὸ ρόλο τῶν πνευματικῶν γερόντων πρὸς τοὺς ὁποίους δυνατὸν νὰ προσφεύγουν οἱ πιστοὶ γιὰ νουθεσία, στηριγμό, καθοδήγηση, ἐκζήτηση τῆς εὐχῆς καὶ τῆς προσευχῆς τους, πρᾶγμα ποὺ καὶ ἀποτελεῖ ἀρχαία παράδοση καὶ πρακτικὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πῶς ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ τυχὸν ἀνάμειξη τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ στὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας;


ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
(α) Στὸ σοφὸ βιβλίο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου, διαβάζουμε: «φῶς μὲν μονα­χοῖς ἄγγελοι, φῶς δὲ κοσμικοῖς μοναδικὴ πολιτεία», μὲ ἄλλα λόγια ἡ μοναχικὴ πολιτεία ἀποτελεῖ πρότυπο ζωῆς γιὰ τὰ μέλη τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἀγωνι­ζομένης Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ πολιτεία διακρίνεται γιὰ τὴν συστη­ματικὴ καλ­λιέργεια ἀρετῶν, ὅπως ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ἡ ἀκτη­μοσύνη, ἡ ὑπακοή, ἡ παρθενία, ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. Σίγουρα αὐτὸ τὸ πρότυπο ζωῆς στὴν εἰδική του μορφὴ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ μιμηθοῦμε στὸν κόσμο, δὲν βοηθοῦν οἰ συνθῆκες. Μποροῦμε ὅμως νὰ ἐμπνευσθοῦμε ἀπὸ αὐτό. Ἂν δὲν φτάσουμε στὸ ὕψος καὶ τὸ μέγεθος ἢ τὴν ἀπόλυτη μορφή, μποροῦμε νὰ ἐμπνευσθοῦμε ἀπὸ τὸ φρόνημα. Ἀρετὲς ὅπως ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἐγρήγορση, ἡ προσευχή, ἡ λιτότητα καὶ ὀλιγάρκεια, ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸ ἐμπαθὲς θέλημα, εἶναι ἀρετὲς ποὺ καλεῖται νὰ καλλιεργεῖ κάθε πιστός.
Ἡ μοναχική λοιπὸν ζωὴ ἀποτελεῖ σημεῖο ἀναφορᾶς γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία, ἡ δὲ ἀκρότητα τῆς μορφῆς της μοναδικὸ κριτήριο ζωῆς τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Αὐτὸ καταδεικνύει τὴν πρώτη σημαντική συνεισφορὰ τοῦ μοναχι­σμοῦ στὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸ μοναχικὸ φρόνημα οὐσιαστκὰ ποιμαίνεται ἡ Ἐκκλησία. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι οἱ νηστεῖες καὶ στὸ σύνολό της σχεδὸν ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας βασίζονται στὸ στέρεο θεμέλιο τῆς μοναστικῆς παραδόσεως. Ἀπὸ αὐτὸ ἐμπνεύσθηκε ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸ ἀγάπησε, αὐτὸ καὶ υἱοθέτησε, ἀπὸ αὐτὸ καὶ μέσα στὴν ἱστορία τρέφεται. Συνεπῶς, καὶ μόνον ἡ ὕπαρξη τῶν μονῶν ἀποτελεῖ οὐσιαστικὴ ποιμαντικὴ συνιστῶσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας.
(β) Ἡ ἐνίσχυση τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῶν μοναχῶν φαίνεται ἀπὸ τὴν προσφυγή τους σὲ αὐτές. Ὅπως ὅταν ὁ Μωϋσῆς εἶχε σηκωμένα τὰ χέρια νικοῦσαν οἱ Ἰσραηλῖτες τοὺς Ἀμαληκῖτες, ἔτσι καὶ ὅταν οἱ μοναχοὶ ἔχουν τὰ χέρια τους σηκωμένα πρὸς τὸν Θεό, ἐμεῖς οἱ ἀγωνιζόμενοι πιστοὶ στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου νικοῦμε τὸν νοητὸ Ἀμαλήκ. Ἐκεῖ ποὺ οἱ προτροπὲς τῶν πνευματικῶν, οἱ συμβουλές, οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες δὲν δίνουν λύσεις, ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ προσευχὴ τοῦ τάγματος τῶν ἀδιαλείπτως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παρι­στα­­μένων καὶ ἐν ταῖς προσευχαῖς συναγωνιζομένων μοναχῶν μπορεῖ ἀποτελε­σματικὰ νὰ ἀγκαλιάσει τὴ ζωὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κάθε πιστοῦ χωριστά. Ἡ Ἐκκλησία ποιμαίνει περισσότερο μὲ τὴν προσευχὴ παρὰ μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ κήρυγμα, ἀναπαύει περισσότερο μὲ τὴν προσευχὴ τῶν μονα­χῶν παρὰ μὲ τὸν λόγο τῶν χαρισματικῶν διδασκάλων.
(γ) Ἕνα τρίτο στοιχεῖο τῆς μοναχικῆς πολιτείας ποὺ οὐσιαστικὰ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν ἀγῶνα τῶν πιστῶν εἶναι ἡ ἡσυχία καὶ ἡ γαλήνη τῶν μονῶν. Σὲ μία ἐποχὴ καὶ ἕναν κόσμο ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ ὑψηλὲς ταχύτητες, ἰσχυροὺς θορύ­βους, ἀνταγωνισμούς, πολυμέριμνες προσπάθειες, ἀνεξέλεγκτα ἄγχη καὶ ἀβεβαιό­τητα, ἡ ἑτε­ρό­τητα τῆς ἀτμόσφαιρας ἑνὸς μοναστηριοῦ, ὅπου τὰ πάντα ἀκολου­θοῦν τὸ χρόνο τους καὶ τὸ δοκιμασμένο πρόγραμμα, ὅπου ἡ ἁπαλότητα τῆς ἡσυχίας καὶ ἡ γλῶσσα τῆς σιωπῆς ἀποτελοῦν τὴ φυσικὴ καὶ μητρικὴ διάλεκτο τῆς ζωῆς, ὅπου ὁ ἀμέριμνος βίος, γυμνὸς ἀπὸ ἄχρηστες πληροφορίες καὶ ἀνούσιες ἐπιδιώξεις, ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη σταθερά, ὅπου ὁ ἀνταγωνισμός, τὸ ἄγχος καὶ ἡ ἀβεβαιό­τητα εἶναι ἄγνωστες λέξεις στὸ λεξιλόγιο τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ὅπου αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ εἶναι ὁ νόμος τοῦ ἀπόλυτα ἀναγκαίου ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ φθαρτά, ὁ στόχος τοῦ ἁγίου ἀπὸ τὰ πνευματικὰ καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἡ προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ κυρίαρχο πολίτευμα, σὲ μιὰ τέτοια ἐποχὴ καὶ σὲ ἕνα τέτοιο κόσμο, μιὰ ἐπίσκεψη καὶ μόνο σὲ ἕνα μονα­στήρι ἀναδιατάσσει τὸν ὁρίζοντα τῆς ζωῆς καὶ μεταφέρει τὴν ἐξωτερικὴ γαλήνη μέσα στὴν καρδιὰ καὶ τοῦ πιὸ ταραγμένου ἀνθρώπου.
(δ) Ἐκ παραδόσεως τὰ μοναστήρια διακρίνονται γιὰ τὴν ἑκούσια πτωχεία, τὴ λιτότητα καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτὴ ἡ παράδοση ἔχει κάπως διασαλευθεῖ στὴν ἐποχή μας. Ὅπου ὅμως ὑπάρχει, δίνει τὴν καλύτερη ἀπάντηση στὴν ἀπάτη τοῦ ὑπερκαταναλωτισμοῦ καὶ στὸ ἀδιέξοδο τοῦ εὐδαιμονι­στικοῦ ὑλισμοῦ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀνεκτίμητη περιουσία τοῦ μοναχικοῦ βίου ποὺ μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ. Οἱ στενὲς καὶ χαμηλὲς πόρτες, ὁ περιο­ρι­σμένος φωτισμός, ἡ ἔλλειψη κοσμικῶν ἀνέσεων, ἡ ἔντονη σχέση μὲ τὴ φύση καὶ τοὺς φυσικοὺς τρόπους, ἡ ἀπουσία τῆς κοσμικῆς ποικιλίας τῶν ρούχων, τῶν χρω­μάτων καὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ περιορισμένα λόγια, χαμόγελα, διαχύσεις ἢ ἄλλες ἐκδηλώσεις, ἡ φειδωλότητα στὴν ποικιλία, στὸν τρόπο παρουσίασης καὶ στὴ διάρκεια τῆς δίαιτας τῶν μοναχῶν, τὸ λιτὸ καὶ ἐνίοτε μονότονο πρόγραμμα συν­θέ­τουν ἕνα περίγραμμα πολὺ ἁπαλῆς ζωῆς μὲ ἐξαιρετικὰ φειδωλὴ χρήση τῶν αἰσθήσεων ποὺ σίγουρα σπανίζει καὶ ἰδιαίτερα ξεκουράζει. Ὅλα αὐτὰ λείπουν ἀπὸ τὴ σύγχρονη ζωή, κατὰ κανόνα ὅμως ἐνδημοῦν στὰ μοναστήρια, γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἐπίσκεψη σὲ ἕνα μονα­στήρι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ προσκυνήματος καὶ τῆς ἡσυχίας ἀποζημειώνει καὶ μὲ σπάνια ἀνάπαυση τοῦ ψυχικοῦ ὑποβάθρου τοῦ ἀνθρώπου. «Ἡ ἡσυχία τὰς αἰσθήσεις τὰς ἔξω νεκροῖ καὶ τὰς κινήσεις τὰς ἔσω ἐγεί­ρει, ἡ δὲ τοῦ κόσμου ἀνα­στροφὴ τὰ ἐναντία τούτων πράσσει, ἤγουν τὰς κινήσεις τὰς ἔσω νεκροῖ καὶ τὰς αἰσθήσεις τὰς ἔξω ἐγείρει». Ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς ζωῆς ἑνὸς μοναστηριοῦ ξυπνᾶ τὸν μέσα κόσμο καὶ ξεκουράζει τὸν φυσικὸ ἄνθρωπο.
(ε) Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μοναχικὴ ζωὴ στηρίζεται στὴν ἀποταγὴ τοῦ κόσμου, ὅτι ἀποτελεῖ «ἄρνησιν φύσεως δι’ ἐπιτυχίαν τῶν ὑπερ φύσιν», μὲ ἄλλα λόγια ἐνέχει μέσα της βαθειὰ στοιχεῖα ἀκρότητος καὶ ἡρωισμοῦ, τῆς προσδίδει καὶ τὸ στοιχεῖο τοῦ αὐθεντικοῦ βίου. Ὁ ἀληθινὸς μοναχὸς δὲν δείχνει, δὲν παριστάνει, δὲν ἐκφράζει κάτι που ἔχει διαβάσει ἤ κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο κάποιοι τὸν ἔχουν πληροφορήσει, ἀλλά κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔχει καταθέσει τὸ τίμημα τῆς προσωπικῆς του ζωῆς ὡς ἐμπειρίας. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο ἀπὸ μόνο του ἐπενδύει τὴν μοναχικὴ ὁδὸ μὲ τὴν περιουσία τοῦ αὐθεντικοῦ λόγου καὶ τῆς γνήσιας ζωῆς. Ὁ τρόπος της δὲν χρειάζεται ἐπιχειρηματολογία. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἀλήθεια ἐδῶ ἐκφράζεται ὡς μητρικὴ γλῶσσα. Στὸ μοναστήρι ἡ ζωὴ δὲν ἀποτελεῖ λεκτικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ δοκιμασμένη πρακτική, ζωὴ καὶ ἐμπειρία.
Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια ὁ συνεπὴς μοναχὸς νὰ εἶναι ὁλοκληρωμένος, ἰσορ­ροπημένος, ἐλεύθερος, ἀναπαυμένος ὁ ἴδιος καὶ ξεκούραστος στοὺς ἄλλους, νὰ γνωρίζει τὰ μυστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τὴ λειτουργία τῶν παθῶν καὶ τοὺς μηχανισμοὺς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τὰ μυστικὰ καὶ τὶς δυσκολίες τοῦ πνευμα­τικοῦ ἀγῶνος∙ εἶναι «παθὼν καὶ μαθών», εἶναι ὁ καλύτερος ψυχολόγος, κατανοεῖ τὸν ἀδύνατο, τὸν ἐμπαθῆ, τὸν συντετριμμένο, τὸν κοπιῶντα καὶ πεφορτισμένο, τὸν πεινῶντα καὶ διψασμένο, τὸν διωγμένο καὶ ἀδικημένο.
Τὸ βλέπουμε αὐτὸ μέσα σὲ μοναχικὰ κείμενα ἁπλᾶ ὅπως τὸ Γεροντικό, ὁ Εὐεργεντινός, ἡ Φιλόθεος ἱστορία τῶν μοναχῶν τῆς Αἰγὐπτου, τὸ Λαυσαϊκὸ κ.ἄ. Τὸ βλέπουμε ὅμως καὶ σὲ κείμενα νηπτικὰ καὶ ἡσυχαστικοῦ προσανατολισμοῦ, ὅπως ἡ Βίβλος τοῦ Ἀββᾶ Βαρσανουφίου, ἡ Φιλοκαλία, τὰ ἀσκητικὰ τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου καὶ τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ, ἡ Κλίμακα τοῦ Ἰωάννου, τὰ ὁποῖα ἐνῶ ἀπευθύνονται καὶ περιγράφουν τὴ ζωὴ προχωρημένων ἀσκητῶν, διαβάζονται μὲ τόση δίψα καὶ ἀποτέλεσμα πνευματικῆς ὠφέλειας καὶ ἀπὸ κοσμικούς.
Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κάθε λόγος, κάθε κίνη­ση, κἀθε ἐπαφὴ μὲ τὴν μοναχικὴ ζωὴ λειτουργεῖ πιὸ πειστικά καὶ πιὸ ἐπι­στη­ρικτικὰ στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ λαοῦ.


Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
Μέσα στο πλαίσιο τῶν ὅσων ἀναφέραμε, στὴ σημερινὴ ἐποχὴ ἡ συνεισ­φορὰ τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μοναδικὴ καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα καὶ ὡς πρὸς τὴν μορφή. Τὰ γυναικεῖα μοναστήρια μποροῦν νὰ προσφέ­ρουν ποιμαντικὰ δῶρα τέτοια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ καταθέσουν οἱ ἐνορίες, οἱ μητροπόλεις, οἱ ἐφημέριοι, οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἐνοριακὲς δομές.
Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτό, πρέπει τὰ μοναστήρια μὲ σαφήνεια νὰ ἀποβάλουν κάθε στοιχεῖο ἐκκοσμικευμένης ἀντίληψης καὶ πρακτικῆς. Ὅπως ἡ μοναχικὴ ἀμφί­εση διατηρεῖ τὴν ἑτερότητά της μέχρι σήμερα, θὰ μποροῦσε καὶ ἡ διατήρηση τῆς βυζαντινῆς ὥρας καὶ τοῦ τυπικοῦ, τῆς δίαιτας, τῶν ἐκφράσεων, τῆς αἰσθη­τικῆς, τῶν συνηθειῶν, νὰ κρατήσουν τὸν διαχρονικό πνευματικό τους χαρακτήρα, ποὺ κατ’ ἀνάγκην θὰ τοὺς διαφοροποιήσει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὰ σύγχρονα σχήματα ποὺ προ­χωροῦν ἀπὸ ἀποτυχία σε ἀποτυχία. Ἡ κλασικὴ ἐκκλησιαστικὴ ποιμαντικὴ συνή­θως στηρίζεται στὴν γνώση τῶν συνηθειῶν τοῦ σύγχρονου κόσμου καὶ τῆς ἐπο­χῆς καὶ συνεπῶς στὴν πλούσια ἐνημέρωση καὶ πληροφόρηση. Ἀντίθετα, ἡ μονα­­στικὴ ποιμαντικὴ θὰ μποροῦσε νὰ ἀντλήσει τὴ δύναμη καὶ τὴ διεισ­δυτι­κότητά της ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπικαιρότητά ἀλλὰ ἀπὸ τὴ δοκιμασμένη διαχρο­νικότητα καὶ τὴν ποιοτικὴ ἑτερότητά της. Μὲ ἄλλα λόγια ὅσο περισσότερο κανεὶς εἶναι ξένος ἀπὸ τὰ τοῦ κόσμου, τόσο περισσότερο μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν κόσμο.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὰ γυναικεῖα μοναστήρια, ἀντὶ νὰ βοηθήσουν σὲ μιὰ κατεύθυνση πνευματικότερης αἰσθητικῆς, παραδείγματος χάριν στὰ κεντήματα, τὰ ἄμφια κ.λπ. ἔχουν κάπως ἀστοχήσει στὸν τομέα αὐτόν. Μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι συνεισφέρουν στὴν ἐπὶ τῆς γῆς ἀπεικόνιση τῆς οὐράνιας δόξας τοῦ Θεοῦ, εἰσή­γαγαν προ­κλητικὴ πολυτέλεια καὶ ἀνεπίτρεπτη θηλυκότητα εἰς βάρος τῆς ἀνδρο­πρέπειας καὶ τῆς ἀσκητικῆς αἰσθητικῆς.
Μποροῦν ὅμως κάλλιστα μέσα ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τῶν καλῶν τεχνῶν νὰ χαρίσουν στὴν Ἐκκλησία αἰσθητικὴ μὲ ἦθος καὶ φρόνημα ποὺ ἀπὸ μόνα τους μιλοῦν, νὰ χαρίσουν στὴν Ἐκκλησία μιὰ αἰ­σθη­τικὴ ποὺ συνδυάζει τὸ αὐστηρὸ μὲ τὸ εὐγενὲς καὶ τὸ ἀσκητικὸ μὲ τὸ ούράνιο. Θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν στὴν ἐκμάθηση τῆς Βυζαντινῆς ἢ ἐκκλη­σιαστικῆς Μουσικῆς σὲ κοπέλλες ὥστε αὐτὲς νὰ βοηθήσουν στὴν τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν, καθὼς ἐκ παραδόσεως ἡ γυνακεία φύση, διαφαίνεται πιὸ πιστὴ καὶ συνεπὴς στὴν ἀφοσίωση πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη.
Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἐκμάθηση διαφόρων ἐργοχείρων, ὅπως κεντήματος, ἁγιογραφίας, ψηφιδωτοῦ κ.λπ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐργόχειρο καθ’ ἑαυτό, μέσα ἀπὸ τὴ διαδικασία ἐκμάθησης καὶ τὴν ὅλη ἀτμόσφαιρα καὶ ζωὴ τοῦ μοναστηριοῦ, μπορεῖ νὰ γίνει μία μετάγγιση ἤθους καὶ νὰ ἀσκηθεῖ μία μυστικὴ ἀγωγή, ποὺ καὶ τὴν πίστη ἐνισχύει, καὶ τὴ ζωὴ μεταμορφώνει καὶ τελικὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀπεργάζεται.
Ἐπίσης, κατὰ τὴ φιλοξενία, ἡ δυνατότητα διακριτικῆς συμμετοχῆς τῶν προσκυ­­νητῶν στὴ ζωὴ τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος, μία συνομιλία μὲ τὶς μονα­χές, ὁ τρόπος τῆς τέλεσης τῶν ἀκολουθιῶν, ἡ ὑποβάλλουσα ἡσυχία, τὸ δια­φο­ρετικὸ πρόγραμμα, ἀπὸ μόνα τους ἀποτελοῦν στοιχεῖα ποιμαντικῆς ἀνακού­φισης καὶ ἀγωγῆς. Παράλληλα, ἡ ζωὴ σὲ φάρμες κυρίως οἰκολογικῶν καλλιερ­γειῶν καὶ ἡ διακονία τῶν ἐπισκεπτῶν σὲ αὐτὲς σίγουρα μπορεῖ νὰ ἀποβεῖ πολὺ ὠφέλιμη.
Δίπλα σὲ ὅλα αὐτά, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναφέρει τὴν στήριξη τῶν πρεσβυτερῶν καὶ τῶν ἱερατικῶν οἰκογενειῶν, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ ἐναποθέσουν τὰ βάρη τους στὴν ἀσφαλῆ ἀγκαλιὰ ἑνὸς μοναστηριοῦ, νὰ ἀποσυρθοῦν γιὰ λίγες μέρες πρὸς ἡσυχία, προσευχὴ καὶ περισυλλογή.
Τέλος, εἶναι ἐντεταγμένη στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ προσφορὰ τῶν γυναικείων μοναστηριῶν στὴν ὑποστήριξη φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, ὅπως ὀρφανοτροφεῖα, γηροκομεῖα, ὅπου χωρὶς νὰ διαταράσσεται ἡ μοναστικὴ τάξη, κάποιες ἐντεταλμένες ἀδελφὲς ἀναλαμβάνουν τὴν συντονιστικὴ καὶ διοικητικὴ εὐθύνη φορντίδας ἀδελφῶν μας ποὺ χρήζουν τῆς ἀγάπης καὶ τῆς μέριμνάς μας. Σημαντικὴ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καὶ ἡ συνεισφορὰ τῶν γυναικείων μονῶν καὶ στὴ λειτουργία τοῦ νεανικοῦ ἔργου τῶν Μητροπόλεων, στὴν ὀργάνωση κατασκη­νώ­σεων (π.χ. Ἱ. Μ. Τιμίου Σταυροῦ Μαμψοῦ Κορινθίας), στὴ συμπαράσταση τοῦ διοι­κητικοῦ ἔργου, τῶν ἐκδόσεων (Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἰω. Προδρόμου Καρέα, Χρυσοπηγῆς Χανίων κ.λπ), ὅπου λόγιες μοναχὲς ἀναλαμβάνουν τὸ ἐπίμοχθο ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ αὐτὸ ἔργο.
Ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ αὐθεντικότητα, ἡσυχία, λιτότητα, προσευχή, πρότυπα ζωῆς γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴν ἀλήθεια. Ὁ κόσμος δὲν ξεδιψᾶ μὲ τὸν ἐκκοσμικευμένο λόγο, δὲν ἀντέχει στερεότυπα ποὺ δὲν ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴ ζωή, δὲν ξεγελιέται μὲ θρησκευτικὰ εἴδωλα ποὺ ἀπευθύνονται μόνο σὲ ψυχο­λογικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀνάγκες, δὲν έμπιστεύεται τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ σὲ θρησκευτικὰ σχήματα δίχως τόλμη, χωρὶς διὰ βίου ἀποφά­σεις καὶ μυστικὴ δύναμη. Δὲν τοῦ χρειάζονται ὅλα αὐτά. Χρειάζεται τὴν ἀλήθεια γυμνή γιὰ νὰ εἶναι πειστικὴ μέσα του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναγκαστικὰ θὰ στραφεῖ πρὸς τὰ μοναστήρια. Σὲ αὐτὴν τὴν τελευταία έλπίδα. Ὅλα δείχνουν πὼς καθὼς προχωρεῖ ἡ ἱστορία πρὸς τὰ ἔσχατα, ἡ ποιμαντικὴ ὅλο καὶ περισσότερο θὰ ἀσκεῖται ἀπὸ μοναχοὺς καὶ μοναχές, οἱ ὁποῖοι θὰ πρέπει νὰ ἀντικρύσουν μέσα στὴ μοναχικὴ κλήση τους τὴν κραυγὴ τοῦ κόσμου γιὰ λίγη παρηγορία καὶ κατεύθυνση. Ἤδη τὸ φαινόμενο αὐτὸ εἶναι ἐμφανὲς στὴ Δύση μὲ τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα τῶν μοναστηριῶν τοῦ γέροντος Ἐφραὶμ στὴν Ἀμερική, τοῦ γέροντος Σωφρονίου στὸ Essex τῆς Ἀγγλίας, τοῦ π. Πλακίδα Deseille στὴ Γαλλία, κ.ο.κ. Ἴσως αὐτοὶ ποὺ ἔκαναν τὴν ἀποταγή τους ἀπὸ τὸν κόσμο θὰ κληθοῦν νὰ κάνουν τώρα τὴ μεγαλύτερη ἀποταγή∙ νὰ μπολιάσουν τὴ μοναχικὴ κλήση τους μὲ ποιμαντικὴ διακονία.



Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ 
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟΥ
Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου



Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ ποὺ μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ βρεθῶ ἀνάμεσά σας ὡς ἀδελφὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄλλη παράδοση, τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ παράδοση, ἀνάμεσα σὲ ἀδελφοὺς ποὺ ἐνῶ ζοῦνε στὸν Δυτικὸ κόσμο μὲ ἀρκετὰ διαφορετικὲς προκλήσεις καὶ ἐρεθίσματα, ὅμως συμβαίνει νὰ ἔχουμε τὴν ἴδια ἀγάπη, νὰ ζοῦμε ἀνάλογες εὐαισθησίες, νὰ μοιραζόμαστε τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον. Σὲ ὅλους μας, τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχει μιλήσει βαθιὰ καὶ μὲ τὶς φυσικὲς ὀμορφιές του, καὶ μὲ τὶς ἱστορικὲς ἰδιαιτερότητές του, καὶ μὲ τὸν τρόπο καὶ τὰ σχήματά του, καὶ μὲ τὶς διαχρονικὲς ἀντοχές του, ἰδιαίτερα ὅμως μὲ τὴν πνευματικὴ χάρι του. Τὸ Ὄρος ἐντυ­πωσιάζει, ξεκουράζει, προκαλεῖ τὸ ἐνδια­φέρον καὶ τὸν θαυμασμό, ἐμπνέει, σὲ ὑποχρεώνει νὰ τὸ ἀγαπήσεις καὶ σὲ ἀνα­γκάζει νὰ θελήσεις νὰ τὸ ξαναεπι­σκεφτείς. Κάποιους, ὅπως τοὺς περισσό­τε­ρους ἀπὸ ἐσᾶς, τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἔντονους προβληματισμούς, σὲ ἀναθεώρηση τῆς πίστης, τῆς ζωῆς, τῶν βασικῶν ἀντιλήψεων. Κάποιους, ὅπως ἐμένα, μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἐπιθυμία νὰ ζήσουμε τὴ ζωή του καὶ νὰ τοῦ προσφέρουμε τὴ δική μας ζωὴ ὡς ἀπάντηση. 
Ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι τὸ δικό μου μονοπάτι σχέσης μὲ τὸ Ὄρος εἶναι πιὸ φυσικὸ καὶ ἀναμενόμενο. Εἶμαι γεννημένος στὴν Ἑλλάδα καὶ μεγα­λωμένος μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Τὸ δικό σας ὅμως εἶναι αὐτὸ ποὺ δημι­ουργεῖ δέος. Αὐτὸ ἀποδεικνύει καλύτερα τὴ δυνάμη καὶ τὴ χάρι του. Χωρὶς τὸ σχετικὸ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο, ξεπεράσατε τὰ ἐξωτερικὰ ἐμπόδια καὶ ἀγκαλιάσατε μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸ Ὄρος. Χωρὶς εὐνοϊκὲς προϋπο­θέσεις διακρίνατε τὸν μυστικο θησαυρό του. Μὲ πολλὴ εἰλικρίνεια σᾶς λέγω ὅτι πολὺ θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ ἀκούσω τὰ δικά σας βιώματα καὶ τὶς δικές σας ἐντυπώσεις, ἱστορίες καὶ σκέψεις. Δὲν ἔχω καμία ἀμφιβολία ὅτι ἐσεῖς ποὺ ἀπόψε θὰ μὲ ἀκούσετε θὰ μπορούσατε πολὺ περισσότερα νὰ πεῖτε καὶ πολὺ πιὸ δυνατὰ μηνύματα νὰ δώσετε. Δὲν τὸ κάνετε ἀπὸ διακρι­τικότητα καὶ φιλαγιορείτικη σεμνότητα. Καὶ μὲ πολλὴ ἁγιορείτικη εὐγένεια καὶ λεπτότητα παραχωρεῖτε τὸ βῆμα σὲ μένα. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. 
 
Τὸ Ἅγιον Ὄρος ὡς περιβόλι τῆς Παναγίας
 
Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι γνωστὸ γεωγραφικὰ ὡς Ἄθωνας καὶ πνευματικὰ ὡς «Περιβόλι τῆς Παναγίας», ὡς ξεχωρι­σμένος τόπος τῆς Παναγίας, ὡς τόπος ἀφιε­­ρωμένος στὴν Παναγία, ὡς τόπος ἰδιαίτερης τιμῆς καὶ λατρείας της, ὡς τόπος ἀνα­παύσεως τῆς Θεοτόκου. Ἐνῶ εἶναι τόπος τοῦ Θεοῦ -αὐτὸ τὸ κατα­νοοῦμε θεολογικά- καὶ κατοικητήριο τόσων καὶ τόσων ἁγίων -αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὰ πολλὰ λείψανα καὶ σημεῖα τους-, στὴ συνείδηση τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας του, τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο γίνεται μία ἰδιαίτερη ἀναφορά. 
Πράγματι, τὸ ἁγιορείτικο τυπικὸ σὲ κάθε ἀκολουθία περιλαμβάνει ἔκτα­κτες δεήσεις καὶ εὐχὲς πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅπως καθη­μερινὰ ἀνά­γνωση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, τοῦ Θεοτο­κα­ρίου, εἰδικῶν ὕμνων ἢ καὶ μοναδικὲς ἀγρυπνίες, ἀφιερωμένες στὶς εἰκόνες ἢ τὰ θαύματά της. Κάθε μία ἀπὸ τὶς εἴκοσι ἁγιορείτικες μονὲς διαφυλάσσει ὡς πολυτιμώτατο θησαυρὸ ἀρκε­­τὲς θεομητορικὲς εἰκόνες, σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μάλιστα ἀποδίδονται θαυμα­τουρ­γικὲς ἰδιότητες καὶ ἀναφέρονται ἐντυ­πωσιακὰ ὑπερ­φυσικὰ γεγο­νότα ποὺ συνδέονται μὲ δεήσεις ἐνώπιόν τους, παρά­δοξες ἐμφα­νίσεις, ἱστορίες κ.λπ.    
Οἱ μοναχοὶ αὐτὴν ἔχουν συνέχεια στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά τους, σὲ αὐτὴν ἀναπέμπουν τὶς καλύτερες προσευχές τους, στὸ πρόσωπο καὶ τὴ χάρι της ἀποδίδουν τὰ μυστικὰ θεομητορικὰ βιώματα τῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης τους. Ὅλα αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα ποὺ ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν στὴν Ὀρθόδοξη ζωὴ καὶ παράδοση, στὸ Ἅγιον ὅμως Ὄρος παρουσιάζουν μία μοναδικότητα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκφραση καὶ ὡς πρός τὴν ἔνταση καὶ ἔμφαση μὲ τὴν ὁποία ἐμφανίζονται.
Στὴν σημερινὴ ὁμιλία μου, θὰ προσπαθήσω νὰ περιγράψω κάπως πῶς γεννιοῦνται αὐτὰ τὰ θεομητορικὰ βιώματα στὴν καρδιὰ τοῦ ἁγιορείτη μοναχοῦ, πῶς δικαιο­λογοῦνται, πῶς λει­τουργοῦν, πῶς συνδέονται μὲ τὸν καθημερινὸ ἀγῶνα καὶ τὴν ἄσκησή του, πῶς διαμορφώ­νουν τὴν πνευματικὴ προσωπικότητά του, πῶς ἐκφράζονται στὸ γενικότερο ἦθος του. Ἀντιλαμ-βάνομαι ὅτι κάτι τέτοιο πιθα­νὸν νὰ προκαλεῖ ἐρωτήματα ἢ δυσκολία στὴν ψυχὴ ὅσων τυχὸν προέρ­χονται ἀπὸ Προτεσταντικὴ παράδοση, νομίζω ὅμως ὅτι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Κυρίου καὶ λίγη προσπά­θεια ὅλοι μαζὶ θὰ πλησιάσουμε τὴν ἀλήθεια.
Ἡ Παναγία δὲν εἶναι ἕνα προϊὸν ἐκκλησιαστικοῦ συναισθήματος ἢ ἐπινόημα θεο­λογικοῦ στοχασμοῦ, οὔτε πάλι ἕνα ἱστορικὸ μόνο πρόσωπο ποὺ κάποτε γέννησε τὸν Χριστό καὶ ἐδῶ ἐξαντλεῖται ἡ ἀποστολή του. Ἡ ἀλήθεια γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό της ἔγκειται στὸ ὅτι καθημερινὰ ἀποδεικνύεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς «καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα». Εἶναι ζωντανὴ ἡ παρου­σία της στὸν κόσμο αὐτόν. Αὐτὸ τὸ ἐξηγοῦν οἱ θεολόγοι ὡς διδασκαλία, πρωτί­στως ὅμως τὸ ζεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἐμπειρία. «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοὶ κατῃ­σχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε, ἀλλ' αἰτεῖται τὴν χάριν καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως».
 

Τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία
 
Τὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου παρουσιάζει κάτι τὸ μοναδικὸ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Διὰ τῆς Θεοτόκου, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐνηνθρώπησε, ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτὸ δὲν τῆς προσδίδει μόνο μία μοναδικότητα ἀποστολῆς ἀλλὰ καὶ μία ἰδιαιτερότητα προϋποθέσεων. 
Ἡ θεία ἐνανθρώπηση ἀποτελεῖ μέγα μυστήριο ποὺ ἐπιτελεῖται μὲ ἕνα ἀνεπανάληπτο σημεῖο. Δὲν ἦταν δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἄνθρωπος παρὰ μόνον δι’ ἑνὸς σημείου καὶ μάλιστα μοναδικοῦ καὶ ἀσύλληπτου γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. Καὶ τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἡ ἐκ παρθένου γέννηση.
Σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς προφητεῖες, στὰ πολλὰ ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα ποὺ δια­βάζουμε στὶς Ὧρες καὶ στὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἀκολουθίας τῶν Χριστου­γέννων, διακρί­νουμε δύο πολὺ σημαντικὲς θεολογικὲς ἀλή­θειες, ποὺ συνδέ­ονται ἡ μία μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ ἡ δεύτερη μὲ τὸν τρόπο τοῦ μυστηρίου. Ἡ πρώ­τη κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ βρέφους καὶ ἡ δεύτερη ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Θεοτόκου. 
Ἡ μία εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος κενούμενος. Κένωσις σημαίνει «ὕφεσις» τῆς θεότητος, δηλαδὴ ὅτι ἡ δόξα τῆς θείας φύσεως κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἄκρα ταπείνωση τῆς ἀνθρωπίνης. Δηλαδὴ αὐτὸ τὸ βρέφος ποὺ ἀντι­κρύζουμε ταπεινωμένο, περιφρονημένο, σ᾿ αὐτὴν τὴν ὑπερ­βο­λικὰ φτωχὴ κατάσταση, μέσα στὸ σπήλαιο, μέσα στὴ φάτνη, μέσα στὸ κρύο, μὲ συντρο­φιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, αὐτὸ τὸ βρέφος δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄν­θρω­πος, δὲν εἶναι κάποιος προφήτης, δὲν εἶναι ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι κάποιος σχεδὸν Θεός, δὲν εἶναι ἕνας Θεός· εἶναι ὁ παντέλειος Θεός. Αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου.  
Ἡ δεύτερη μεγάλη δογματικὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ κόρη αὐτὴ ποὺ ἐμφανίζεται στὴν εἰκονογραφία, στὴν ὑμνογραφία, στὰ εὐαγγελικὰ ἀνα­γνώ­σματα, ποὺ κατονομάζεται ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστὲς ὡς Μαρία, εἶναι μητέρα καὶ παρθένος, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος γεννᾶται ὡς ἄνθρωπος σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ παρθενικὴ μήτρα. Δὲν ἔρχεται διὰ τῆς φυσιο­λο­γικῆς ὁδοῦ, ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος, δὲν συλλαμ­βάνεται «ἐκ σπέρματος ἀν­δρός», ἀλλὰ εἰσέρχεται στὴν ἱστορία μὲ ἕναν «ξένον», ὅλως ἀσυνήθη τρόπο· ἀσπό­ρως καὶ παρθενικῶς. Ὅσο κι ἂν ἡ ὀρθολογισμένη σκληροκαρδία τῆς ἐποχῆς μας σκανδα­λίζεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Κύριος ἐγεννήθη «ἐκ Παρ­θένου Μη­τρός». 
Αὐτὲς τὶς δύο ἀλήθειες τὶς ἐκφράζει μαζὶ  ὁ Graham Speake ὡς ἑξῆς: 
«Ἡ παρθενία τῆς Παναγίας εἶναι σημαντικὴ ἐπειδὴ ...ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ὁδήγησε στὴ δημιουργία ἑνὸς νέου προσώπου ὅσο στὴν ἐνσάρκωση τοῦ δεύτερου προσώπου τῆς Τριάδος, τοῦ ἤδη ὄντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Ἑπόμενως ἐκφράζει τὴν  αἰώνια παρουσία τοῦ Υἱοῦ.»
Γιὰ ποιόν ὅμως λόγο νὰ γεννηθεῖ ἐκ παρθένου; Τὴν ἴδια ἀπορία ποὺ ἴσως ταπεινῶς κι ἐμεῖς ἔχουμε, τὴν ἴδια ἀπορία διατυπώνει καὶ ἡ Ἐκκλησία. Συχνὰ στοὺς ὕμνους τονίζεται αὐτὸς ὁ θαυμασμός, αὐτὴ ἡ ἔκπληξη: «Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παρά­δοξον», κ.ο.κ. Οἱ ὑμνογράφοι παλεύουν μὲ τὴν ἰδέα τῆς παρθενικῆς γεννήσεως. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως ἐνῶ ἀπο­ρεῖ μὲ τὸ μυστήριο, δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ. Πιστεύει μόνον σ᾿ αὐτό. Αὐτὴ ἡ πίστη της γεννᾶ καὶ σαφεῖς ἀπαντήσεις, τόσο ἰσχυρές, ὥστε νὰ πιστεύουμε ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθεῖ ὁ Κύριος ἀπὸ μὴ παρθενικὴ μήτρα. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρό­πος. 
Ἂς δοῦμε ὁρισμένους λόγους ποὺ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὴ τὴ θεολογικὴ ἀλήθεια. 
Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ μυστηριακὸς λόγος. Ἔπρεπε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει ὄχι ἀκο­λου­θῶντας τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἀλλὰ ὑπερβαίνοντάς τους, ὥστε ἔτσι διακριτικὰ νὰ δώσει τὴν ἁπαλὴ ὑποψία τῆς θεότητός Του:«Νενί­κηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοὶ Παρθένε». Ὑπερβαίνοντας τοὺς νόμους, ἀνατρέπει τὴ λογική, γεννᾶ ἐλπίδες σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, ἀνακαινίζει τὰ πάντα. Παρὰ ταῦτα, οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ γεγονός (Ματθ. α' 19). «Κατε­πλάγη Ἰωσὴφ τὸ ὑπὲρ φύ­σιν θεωρῶν», σημειώνει ὁ ὑμνο­γράφος. Ἀλλὰ καὶ ἡ Παναγία αἰφνιδιάζεται τὴ στιγμὴ τοῦ εὐαγγελισμοῦ, ὅταν τῆς ἀναγγέλ­λε­ται ἡ «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» (Ματθ. α΄ 20) δι' αὐτῆς ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρί­ου  (Λουκ. α' 35). Καὶ μόνον ὅταν ὑπε­τάγη στὴν προτροπὴ τοῦ ἀγγέλου, τότε ἀρχίζει νὰ κατα­λα­βαίνει περίπου τί θὰ τῆς συμβεῖ. Ἡ «προαιώνιος βουλὴ τοῦ Θεοῦ» ἀποτελεῖ «ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυ­φον καὶ ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστή­ριον», τὸ ὁποῖο ξαφνιάζει τὴν ἀνθρώπινη σκέψη ὡς μὴ ἀναμενόμενο, μὴ ἑρμη­νευ­όμενο καὶ μὴ κατανοούμενο. Πρώτη λοιπὸν αἰτία τῆς ἐκ Παρθένου γεννήσεως εἶναι τὸ ὑπερφυσικὸ τοῦ γεγονότος, δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη κατάργησης τῶν φυσικῶν νόμων, προκειμένου νὰ διασωθεῖ ἡ κρυμμένη εἰκόνα τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου.
Δεύτερος λόγος γιὰ τὸ σημεῖο τῆς ἐκ παρθένου γεννήσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπόλυτης καθαρότητος, δηλαδὴ τῆς ἀνατροπῆς τῶν συνε­πειῶν τῆς πτώσεως. Ἔπρεπε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει μὲ ἄσπιλο τρόπο, ὄχι μὲ πτωτικό. Ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως καὶ τῆς γεννήσεως τοῦ καθε­νός μας εἰσή­χθησαν στὴν ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν πτώση. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅ,τι ἡ μὲν σύλληψη εἶναι ἐνήδονη, δηλαδὴ ἡδονικῶς κανεὶς συλλαμ­βάνεται, ἡ δὲ γέννη­ση ἐπώδυνη, δηλαδὴ μὲ πόνους κανεὶς γεννᾶται. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὄχι μόνον στὴ γέννηση τοῦ Κυρίου ἀλλὰ καὶ στὴ γέννηση τῆς Θεο­τόκου ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔδωσε ἰδιάζοντα, μὴ ἡδονικὸ χαρακτήρα. Ἔτσι ἡ Παναγία γεννήθηκε ἀπὸ ἡλικιωμένους στείρους γονεῖς, ὥστε ἡ γέννησή της νὰ μὴν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιθυμίας, διαθέσεως πρὸς ἡδονὴ καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα πόθου πρὸς παιδοποιΐα καὶ μόνον. Ἂν αὐτὸ συνέβη μὲ τὴν Παναγία, κάτι πολὺ περισσότερο ἔπρεπε νὰ συμβεῖ μὲ τὸν Χριστό. Ἔπρεπε νὰ συλληφθεῖ «ἀνηδόνως» καὶ νὰ γεννηθεῖ «ἀνωδύνως» κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Σκοπὸς λοιπὸν τῆς παρθενικῆς συλλήψεως καὶ γεννήσεως τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ ὑπογραμμισθεῖ ἡ καθαρότητα μὲ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἔλθει ὁ Κύριος σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι δύο θεολογικοὶ λόγοι. Λένε οἱ πατέρες (;) ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα περνοῦσε ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ καὶ ἀπὸ ἄνθρω­πο σὲ ἄνθρωπο διὰ σπέρματος ἀνδρός, μὲ τὴ σπερματικὴ γέννηση. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἔλθει μὲ τὴν κληρονομιὰ τῆς ἁμαρ­τίας, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸ προ­πατορικὸ ἁμάρτημα. Οὔτε μὲ τὴ θεϊκὴ φύση Του κάτι τέτοιο εἶναι συμβατὸ οὔτε καὶ μὲ τὴν ἀποστολή Του. Πῶς θὰ μπο­ροῦσε νὰ ἀπαλλάξει τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἂν ὁ Ἴδιος ἔφερε τὸ στίγμα της;  Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθεῖ ὁ Κύριος ἐκ σπέρματος ἀνδρός. Ἔπρεπε νὰ καταργηθεῖ καὶ ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας.
Θὰ ἀναφέρω καὶ ἕναν ἄλλον θεολογικὸ λόγο. Ἂν ἐγεννᾶτο ὁ Κύριος ἐκ σπέρ­ματος ἀνδρός, δηλαδὴ ἀνθρώπου, θὰ εἶχε ὑποτάξει τὴ θεϊκή Του φύση στὴν ἀνθρώ­πινη φύση. Ὁ Κύριος ἦλθε γιὰ νὰ δώσει νέα ζωή, ὄχι γιὰ νὰ πάρει ζωή, νὰ μολυνθεῖ ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς παλαιᾶς ζωῆς, νὰ κληρονομήσει χαρα­κτηρι­στικὰ κάποιου ἐπίγειου πατέρα. Ὁ ἐκ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς προαιωνίως καὶ «ἀμήτωρ» γεν­νηθεὶς ἔπρεπε νὰ εἶναι «ἀπάτωρ» κατὰ τὴν ἀνθρώπινή Του φύση, «γεννώμενος ἐκ γυναικός», τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Δὲν ἦταν δυνα­τὸν νὰ ὑπάρ­­χει οὔτε κληρινομικότητα ἀνθρώπινη οὔτε ἐπικράτηση τῆς ἀνθρώ­πινης παχύτητος στὴν ἔλευσή Του. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει κυριαρχία θεϊκή, γιατί αὐτὸς θὰ ἀπεργα­ζόταν τὴν ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώ­πων. Ἔρχεται ἀγενε­αλό­γητος κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.
Στὴ θεία ἐνανθρώπηση δὲν μποροῦσε νὰ μετάσχει ἡ ἀνδρικὴ φύση. Ἡ τιμή της ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῆς γυναικείας φύσεως. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι μοναδικὸ πρόσωπο ποὺ διασφαλίζει τὸν θεανθρώπινο χαρακτήρα τοῦ Κυρίου. 
Θὰ κλείσω καὶ μ᾿ ἕναν ἄλλον μυστικὸ λόγο, ποὺ δὲν φαίνεται μὲ πρώτη ματιὰ καὶ λίγο ὑπαινίχθην προηγουμένως. Ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἔρχεται νὰ σημάνει καὶ νὰ καθορίσει τοὺς τρόπους τῆς δικῆς μας πνευματικῆς γεννή­σεως ἢ μᾶλλον ἀνα-γεννήσεως. Πρέπει νὰ «μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ἡμῖν», νὰ συλληφθεῖ κὰι νὰ γεννηθεῖ μέσα μας. Στὸ Εὐαγγελικὸ ἀνά­γνω­σμα τῆς Κυρια­κῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννή­σεως διαβάζουμε: «Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ ἐγέννησε...», (Ματθ. α' 2), ὁ ἕνας ἐγέννησε τὸν ἑπόμενο, καὶ κατα­λήγει ὁ εὐαγγελιστὴς «Ἰακὼβ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός» (στ. 16). Τὸν Κύριο δὲν τὸν γέννησε κανεὶς ἀλλὰ ὁ Κύ­ριος γεννή­θηκε ἀπὸ τὴν Παναγία. Καὶ ἐνῶ ὅλους τοὺς γεννοῦσαν ἄνδρες, Αὐτὸς ἐγεν­νήθη ἐκ τῆς Παρθένου. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἦταν ἀδύνατον νὰ Τὸν γεννήσει κάποιος ἄνδρας, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ ὄχι ἁπλᾶ ἀπὸ γυναῖκα, ἀλλὰ ἀπὸ παρθένο, «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». 
Αὐτὸ ἰδίως τὸ τελευταῖο ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι ἀποτελεῖ κεντρικὸ φρόνημα στὴ ζωὴ ἑνὸς μοναχοῦ. Γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ Θεὸς μέσα του πρέπει αὐτὸ νὰ συμβεῖ μὲ τρόπο παρ­θενικὸ καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ἡ ἀπόλυτη ἐπι­θυμία νὰ γεννηθεῖ ὁ Κύριος στὴν ψυχὴ συν­δυάζεται μὲ τὴν «ἄρνησιν φύ­σεως δι’ ἐπιτυχίαν τῶν ὑπὲρ φύσιν». Στὴν οὐσία ἡ ἀποταγὴ τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἄρνηση τῆς ἐπίγειας πατρότητος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ μοναχὸς ἔχει συνεχῶς ἐνώπιόν του ὡς εἰκόνα του τὴν Παναγία Παρθένο. Ἐπάνω της ἀντικατοπρτίζεται ἡ μοναδικότητα τοῦ παρ­θενικοῦ καὶ «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» χαρακτήρα τῆς μοναχικῆς του κλήσεως. Ἡ νέα του κατὰ χάριν ζωὴ δὲν πρέπει νὰ κληρονομεῖ χαρακτηριστικὰ ἐκ τῆς παλαιᾶς.
Ἡ πορεία τοῦ μοναχοῦ ἔχει ὡς μόνιμο συνοδὸ τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐναν­θρωπήσεως καὶ τὸ σημεῖο τῆς Θεοτόκου. Ἡ ἀδιάκριτος ὑπακοή, ἡ ἀπό­λυτη ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, ἡ ἄρνηση τῆς γνώμης ὡς προσωπικῆς ἀπό­ψεως, ὁ ἐκμηδε­νι­σμὸς τοῦ δικαιώματος, ἡ ὑπέρβαση τῶν ὅρων τῆς φύσεως ἀποτελοῦν στὴν οὐσία ἀπόρριψη τῆς σπερματικῆς σύλληψης τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ προέρχεται παρθε­νικῶς∙ δίδεται, δὲν κατακτᾶται∙ χαρί­ζεται, δὲν ἐπιτυγχάνεται∙ εἶναι «ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁγίου», ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὄχι τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως, δυνάμεως ἢ ἱκανότητος. Ἀποτελεῖ «σημεῖον».
 
Τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου στὴν Ὀρθόδοξη ζωὴ Οἱ ὑμνογράφοι τῆς Ἐκκλησίας, βασιζόμενοι σὲ ἐκφράσεις καὶ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ φαίνεται πὼς προεικονίζουν καὶ προτυπώνουν τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου, τῆς ἀποδίδουν, μεταξὺ ἄλλων, τέσσερα μοναδικὰ χαρα­κτηριστικά. Τὴν ἀπο­καλοῦν κατοικη­τήριον τοῦ Θεοῦ, σκηνὴν ἐπουράνιον, ἔμψυχον ναόν τοῦ Θεοῦ καὶ πύλην του οὐρανοῦ.  Κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ σημαίνει ὅτι τὸ πρόσωπό της φανε­ρώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ ἴδια τὸν φιλοξένησε στὴ μήτρα της καὶ ὁ Κύριος τὴν ἁγίασε. Ὑπάρχει γιὰ νὰ δείχνει τὶς συνεταγμένες τοῦ Θεοῦ, τὸν τόπο Του, τὴν παρουσία Του, καὶ ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ φωτισμένη ὑπόδειξή της στὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας «ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε» (Ἰω. β΄ 5), ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς προτρέπει στὴν ὑπα­κοὴ τοῦ Υἱοῦ της. Ὅποιος τὴν βλέπει, βλέπει τὸν Θεό. Ἀποκαλεῖται ὅμως καὶ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σημαίνει ὄχι ἁπλῶς τόπος διαμονῆς ἢ φανέ­ρωσης τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τόπος ἀναπαύσεώς Του. Τόπος ποὺ πραγματικὰ εὐαρέστησε στὸν Θεό, ἱκανοποίησε τὴν προαιώ­νια βουλή Του καὶ ἐξέφρασε τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του καὶ τὸ αἰώνιο θέλημά Του.  Χαρακτηρίζεται ἐπίσης καὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ σημαίνει ὅτι διὰ τῆς Θεοτόκου ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸ μυστήριο, τὰ σημεῖα καὶ τὰ θαύματά Του, αὐτὰ ποὺ ξεπερνοῦν τὴ λογική μας, αὐτὰ ποὺ καταργοῦν τὴν παχύτητα καὶ τὴ μικρό­τητά μας, αὐτὰ ποὺ φανερώνουν τὴν ἄλλη λογικὴ καὶ ἀποκαλύπτουν τὴν ἄλλη ζωή, κατα­δει­κνύουν ἕναν ἄλλον κόσμο ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πτώσεως, ἕναν ἀληθινὸ κόσμο πέραν ἀπὸ τὸν πραγματικὸ κόσμο, ἕναν κόσμο στὸν ὁποῖο καλεῖται ὁ καθένας μας νὰ μπεῖ μέσα καὶ νὰ ζήσει. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὸ πρόσωπό της ἐμπιστεύεται ὁ Θεός τὰ μυστικά του, καὶ αὐτὴ τὰ μοιρά­ζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους.  Ἡ Παναγία λοιπόν δείχνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζει τὸ θέλημά Του καὶ ἀποκαλύπτει τὸ μυστήριό Του. Αὐτὰ ὅλα δὲν ἀποτελοῦν ὅμως προνόμια ἢ ἔστω δῶρα πρὸς αὐτήν, τὰ ὁποῖα αὐτὴ τὰ κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ χαρίσματα ποὺ τὰ μοιράζεται μὲ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὸν κόσμο ὅλον, ποὺ τῆς δόθηκαν γιὰ νὰ τὰ δίνει. Συνε­πῶς κάθε ἕνας ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποκαταστήσει μιὰ πνευματικὴ σχέση καὶ ἐπι­κοινωνία μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου δὲν γνωρίζει μόνον τὴν Παναγία, ἀλλὰ κυρίως εἰσέρχεται στὸν γνόφο τῆς παρουσίας, τοῦ θελήματος καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Τριαδικῆς θεότητος.  Τέλος, ἡ Παναγία εἶναι καὶ πύλη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶναι πέρασμα πρὸς τὸν οὐρανό. Ὁ πόθος τοῦ κάθε πιστοῦ εἶναι νὰ γίνει οὐράνιος ἄνθρωπος, «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρα­νοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20), «τὰ ἄνω ζητοῦμεν, τὰ ἄνω φρονοῦμεν» (Κολ. γ΄ 1,2). Ἡ πύλη διὰ τῆς ὁποίας κανεὶς εἰσέρχεται σὲ αὐτὴν τὴν οὐράνια κατά­σταση, στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεο­τόκου. Ὅπως γιὰ νὰ εἰσέλθουμε σὲ ἕναν χῶρο χρειάζεται ὁπωσδήποτε μία πόρτα, ἔτσι καὶ στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ δὲν εἰσερχόμεθα ἀπὸ τὸν τοῖχο τῆς λογικῆς, οὔτε ἀπὸ τὴν παγίδα τοῦ ἐμπαθοῦς βίου ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο τοῦ Θεομη­τορικοῦ προσώπου. Τὸ ἠθικὸ πρότυπό της, ἡ προσφυγὴ στὴ μητρικὴ προστα­σία της, οἱ πρεσβεῖες της, ἡ χάρις της, ἡ μυστικὴ σχέση μαζί της διευκολύνουν τὴν ψυχὴ νὰ εἰσέλθει στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ.  Αὐτὴ ἡ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἐκφράζεται πληθωρικὰ μέσα ἀπὸ τὶς τόσο δημοφιλεῖς στοὺς Ὀρθο­δόξους ἀκολουθίες τῶν δύο Παρακλη­τικῶν Κανόνων καὶ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Οἱ δύο πρῶτες ὑπογραμμίζουν τὴ μετοχὴ τῆς Θεο­τόκου στὶς καθη­μερινὲς ἀνάγκες τῆς ζωῆς, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀπο­τελεῖ δοξολογικὴ προσευχή ποὺ μᾶς βοηθεῖ νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τῆς αἰώ­νιας δόξας της. Οἱ Παρα­κλήσεις τὴν φέρνουν κοντά μας, ἐνῶ οἱ Χαιρετισμοὶ μᾶς ἀνεβάζουν κοντά της.  Στοὺς Παρακλητικοὺς Κανόνες ἐκφράζεται ἡ ἀμεσότητα τῆς σχέσης τῶν πιστῶν μὲ τὴν Θεοτόκο καὶ ἡ βαθειά της κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας της σὲ περιστάσεις κινδύνων, θλίψεων, ἀσθενειῶν, ἀναγκῶν καὶ συμφορῶν. Ἡ παράδοση καὶ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιώνει τὴ δύναμη τῶν προσευχῶν καὶ τῶν πρεσβειῶν της, καθόσον «πολλά ἰσχύει δέησις Μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου». Οἱ πρεσβεῖες τῆς στηρίζουν τὸν ἀγῶνα τῆς σωτηρίας μας ὅσο ἴσως τίποτε ἄλλο, γι' αὐτὸ καὶ στὶς λειτουργίες μας αὐτὲς ἐπικαλούμαστε, ψάλλοντας: «ταῖς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς».  Μὲ τὴν άκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν, ὁμολογοῦμε τὸ μυστήριο τῆς ἐκ παρθένου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅμως οὔτε νὰ τὸ κατανοήσουμε μπο­ροῦμε οὔτε νὰ τὸ περι­γράψουμε οὔτε νὰ τὸ ἐξηγήσουμε· «Ἰλιγγιᾶ δὲ νοῦς ἅπας σοῦ τὸν τόκον νοεῖν». Αὐτὸ ὅμως, ἀντὶ νὰ σκανδαλίζει τὴ σκέψη, ταπει­νώνει τὴν καρ­διὰ καὶ γεννᾶ θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο γιὰ τὴ σοφία, τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν ἄκρα συγκατάβασή Του. Μὲ ἄλλα λόγια, ζῶντας κανεὶς τὸ μυστήριο τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου, ὁμολογεῖ τὸ μυστήριο Τοῦ Τρια­δικοῦ Θεοῦ. Κατόπιν τούτων, ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πῶς ὁ μοναχὸς ποὺ ἀγωνίζεται μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του γιὰ τὴ σωτηρία του, ποὺ διεκδικεῖ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ κάθε στιγμή, ποὺ προσεύχεται γιὰ τὸ θέλημά Του, ποὺ ἐρευνᾶ τὰ μυστικὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγωνιᾶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, βρίσκει ὡς κύριο βοηθό, ἐμπνευστή, συμπα­ρα­στάτη τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ προσεύχεται: «τὴν πᾶσαν ἐλ­πί­δα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου».  Θεομητορικὲς ἀρετὲς καὶ ὀνόματα Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ γνωστοὺς ὕμνους στὴν Παναγία λέγει: «Μυστικὸς εἶ, Θεοτόκε, παράδεισος ...προσκυνοῦντες Αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν». Πράγματι, ἡ Παναγία εἶναι ἕνας παράδεισος ὅπου πνέει ὁ ἄνεμος τῆς χάριτός της καὶ φύονται τὰ εὔοσμα ἄνθη τῶν ἀρετῶν της. Μεταξὺ ὅλων τῶν ἀρετῶν ποὺ κοσμοῦν τὸ πρόσωπό της, ξεχωρίζουν τρεῖς ποὺ βέβαια ἔχουν καὶ ἁγιογραφικὴ βάση.   Πρώτη εἶναι ἡ παρθενία, δηλαδὴ ἡ καθαρότητα καὶ δεύτερη ἡ ταπεί­νωση. Ἀποκαλεῖται ἀπὸ τὸν ὑμνωδὸ «καθαρότατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, πολυτί­μητος παστὰς και παρθένος, ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».  Καθα­ρότητα εἶναι μιὰ γενικώτερη ἀρετὴ ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματος, καὶ τὴ διαύγεια τῆς διαθέσεως, καὶ τὸ ἀμόλυντο τῆς προαιρέσεως, καὶ τὴν εἰλικρίνεια τῶν λογισμῶν καὶ τὸ ἀκατά­κριτο τῶν λόγων. Κυρίως ὄμως καθα­ρότητα εἶναι ἡ ταπείνωση τοῦ φρονήματος, ἡ γύμνωσή του ἀπὸ τοὺς λεκέδες τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς φιλαυτίας.  Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ πῶς ἡ Παναγία ὑποδέχεται τὴν πληρο­φορία περὶ τῆς θαυμαστῆς κυήσεως τοῦ Κυρίου. Στὸν τιμητικὸ καὶ ἐξυψωτικὸ γι᾿ αὐτὴν λόγο τοῦ ἀγγέλου, ἀντιδρᾶ μὲ ταραχή, «διεταράχθη» (Λουκ. α΄ 29)· στὴ φανέρωση τῆς συμμετοχῆς της στὸ θαῦμα, ἀποκρίνεται μὲ ἀπορία (στ. 34)· καὶ στὴν ἀποκάλυψη τῆς θείας βουλήσεως, ἀπαντᾶ μὲ δουλικὴ ὑποταγὴ καὶ πλήρη ὑπακοὴ (στ. 38). Δὲν δέχεται καθόλου ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὸ θαῦμα, γι' αὐτὸ καὶ διερωτᾶται: «πῶς ἔσται μοι τοῦτο;» «γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμά σου». Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὴ τίποτα δὲν κάνει· ὅλα τῆς γίνονται, ἐπισυμ­βαίνουν στὴ ζωή της. Ἄλλος, ὁ Θεός, ἐνεργεῖ ἐπ᾿ αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει· χαρίζει τὰ πάντα. Ἀκόμα καὶ τὴν ταπεινὴ ἰδέα τοῦ ἑαυτοῦ της ὑπο­τάσσει στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ταπεινὸς ἀρνεῖται τὴν τιμή· ὅσο μεγαλύτερη τιμὴ τοῦ προσ­φέ­ρεται τόσο περισσότερο δυσκολεύεται. Καὶ ὅταν ὑποχωρεῖ καὶ τὴ δέχεται, τόσο μεγαλύτερη ταπείνωση κάνει. Εἶναι ὅμως χαρακτηριστικὴ καὶ ἡ σιωπή της. Ἂν ἀνοίξουμε τὰ Εὐαγγέ­λια, ποὺ τόσα μᾶς λένε γιὰ τὰ θαύματα, ποὺ τόσο ἐκφραστικὰ περιγράφουν τὶς παραβολές, ποὺ τόσες λεπτομέρειες ἐνίοτε ἀναφέρουν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, πολὺ λίγα θὰ βροῦμε γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Παναγίας καὶ σχεδὸν τίποτε ἀπὸ λόγια της. Δὲν φαίνεται παρὰ ἐλάχιστα καὶ δὲν λέγει παρὰ πολὺ λίγα. Τέσσερις φορὲς μόνον ἀναφέρεται νὰ ἀνοίγει τὸ στόμα της. Στὸ κατὰ Ματθαῖον καὶ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιο οὔτε μία φορά. Στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο ἐμφα­νίζεται ἐνώπιον τῆς Ἐλισάβετ μεγαλύνοντας μὲ τὴν ψυχή της «τὸν Κύριον ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. α΄ 46-55). Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, τὴ μία ἐκφράζει τὴν ἀνησυχία της στὸ Χριστό· «τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε» (Λουκ. β΄ 48), τὶς δὲ δύο ὑποδεικνύει τὴν ὁδὸ τῆς ὑπακοῆς στὸν Χριστό. Ἔτσι κατὰ τὸν εὐαγγελισμό της ἀποκρίνεται: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α΄ 38), ἐκφράζοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν τὴ δική της ὑποταγή στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, κατὰ δὲ τὸ θαῦμα τῆς Κανᾶ, ὅταν τελείωσε τὸ κρασί, λέει στοὺς ἀνθρώπους; «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» (Ἰω. β΄ 5). Ἡ ὑπακοὴ τὴν ὁποία χρειάζεται νὰ ἔχουμε στὸν Θεὸ εἶναι μεγίστη εὐλογία.  Ἡ ὁδὸς λοιπὸν ποὺ μᾶς ὑποδεικνύει εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἀφανείας, τῶν λίγων λόγων καὶ τῆς πλούσιας μετοχῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς σιωπῆς, ἡ ὁδὸς τῆς ἡσυχαστικῆς πολιτείας. «Ὑπὲρ πάντα τὴν σιωπὴν ἀγά­πη­σον», διακηρύσσει ὁ μέγας πατὴρ τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος. Ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας εἶναι ἕνα πέρασμα ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο σιωπῆς, σεμνό­τητας, ἀφανείας, ταπεινο­φροσύνης καὶ ἡσυχίας. Ἀλλὰ ὅσο σιωπηλὴ ἦταν στὴν ἐπίγεια ζωή της, τόσο πλούσια εἶναι στὸν αἰώνιο λόγο της ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἀκατάπαυστα καὶ μετὰ παρρησίας ἀπευθύνει λόγον στὸν Υἱὸ καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ. Πῶς λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρόσωπο τῆς καθαρότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ ἀφανείας καὶ τῆς σιωπῆς νὰ μὴν ἀποτελεῖ τὸ καλύτερο πρότυπο ζωῆς τῶν μοναχῶν καὶ ἡσυχαστῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους; Παράθυρο στὴ σχέση τοῦ ἁγιορείτη μοναχοῦ μὲ τὴν Θεοτόκο ἀποτε­λοῦν ἐπίσης τὰ μοναδικὰ ὀνόματα ποὺ τῆς ἀποδίδονται, ὅπως Παν-αγία, Ὑπερ-ευλογημένη, Κε-χαριτωμένη (πλήρης χάριτος), Ἀει-πάρθενος, τὰ ὁποῖα ἔχουν μία ἁγιογραφικὴ βάση κατὰ τὸ δεύτερό τους συνθετικό, τὸ πρῶτο ὅμως τὸ ἔχει προασάψει ἡ Ὀρθόδοξη ζωή, θεολογία καὶ παράδοση.  Ἔτσι ὁμολογεῖται ὡς «εὐλογημένη» ἀπὸ τὴν Ἐλισάβετ (Λουκ. α΄ 42), «κεχαριτωμένη» ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ (α΄ 28), «παρθέ­νος» ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ (α΄ 27) καὶ τὸν Προφήτη Ἠσαΐα (Ἡσ. ζ΄ 14). Ἡ Ἐκκλησία ὅμως τὴν ζεῖ ὡς Παν-αγία, ὡς κατέχουσα ὅλην τὴν ἁγιό­τητα, τὸ σύνολο τῶν ἀρετῶν καὶ μάλιστα στὸν ὑπέρτατο βαθμό. Τὴν θεω­ρεῖ Ὑπερ-ευλογημένη καὶ Κε-χαριτωμένη, ὡς τὸ πρόσωπο ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὴ μέγιστη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό καὶ τὸ πλήρωμα τῆς χάριτός Του, δῶρα τὰ ὁποῖα ὡς Ἀει-πάρθενος διατηρεῖ γιὰ πάντα ἀμείωτα, ἀνέκλειπτα καὶ ἀμε­τά­βλητα.  Τὸ μυστήριό της ὑπερβαίνει τὴ σοφία τῶν σοφῶν· «Χαῖρε ἡ τῶν σο­φῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν». Ξεπερνάει τὴ δυνατότητα τοῦ λόγου· «Ἀπορεῖ πᾶσα γλῶσσα εὐφημεῖν πρὸς ἀξίαν», «Ρητρεύουσα οὐ σθένει γλῶσσα, Δέ­σποι­να», ψάλλει ὁ ὑμνωδός. Νικᾶ «πάντα πόθον», ξεπερνάει κάθε ἀνθρώ-πινη ἐπιθυμία, εἶναι «τῶν ἐφετῶν ἡ ἀκρότης». Αὐτὴ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὴ λογική μας, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ βαρυτικὸ παιδίο τοῦ ἑαυτοῦ μας, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τὶς δῆθεν ἐπιθυμίες μας, μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὶς ἀνόητες ἀνάγκες μας, μᾶς βγά­ζει ἀπὸ τὸ μέτρο, ἀπὸ τὸν μέσο ὅρο, μᾶς βγάζει ἀπὸ τὴν ψεύτικη καλω­σύ­νη καὶ ἀρετή μας καί, ἐνῶ εἶναι ἰσχυρὸς μαγνήτης, ταυτόχρονα ἐλευθε­ρώνει. Ἡ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ εἶναι ζωὴ ἀκρότητος καὶ τελειότητος. Ὁ μοναχὸς ἀγωνίζεται νὰ ζεῖ στὸ μεθόριο τῆς ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως, μεταξὺ οὐρα­νοῦ καὶ γῆς, ὡς οὐράνιος ἄνθρωπος καὶ ἐπίγειος ἄγγελος, στὸ πέραν τοῦ συμ­βατοῦ, στὴν ὑπερβολὴ τῶν ἀποκαλύψεων, στὴν ἀτμόσφαιρα τῶν διὰ βίου χαρισματικῶν καταστάσεων. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτήν, στὴ μοναχικὴ του πορεία, σὲ ὅ,τι κάνει καὶ γιὰ ὅ,τι ἀγωνίζεται, ἐπιδιώκει τὸ ὅλον (πᾶν), τὴν ὑπέρβαση (ὑπέρ), τὸ μέγιστον καὶ τὸ αἰώνιο (ἀεὶ).  
Θέλοντας νὰ γίνει ἅγιος, κεχαριτωμένος καὶ εὐλογημένος, ἄνθρωπος χάριτος καὶ δεκτικὸς εὐλογίας, χρειάζεται ὁπωσδήποτε νὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ κατ' ἐξοχὴν πρόσωπο τῆς θείας ἀναβάσεως καὶ ὑπερβολῆς, ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

 
Ἡ Θεοτόκος στὰ κείμενα τῶν ἁγιορειτῶν Ἁγίων
 
Βασικὸς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλα­μᾶς, μὲ ἰδιαίτερη γλαφυρότητα καὶ θεολογικὴ ὀξύνοια ἀπεικονίζει στὰ κείμενά του τὴ σχέση τῆς ἁγιορείτικης ψυχῆς μὲ τὴ Θεομήτορα. Στὸν λόγο του στὴν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου δὲν διστάζει νὰ διακηρύξει ὅτι ἡ Παναγία βρίσκεται πλησι­έ­στερα πρὸς τὸν Θεὸ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς ἱεραρ­χίες, ἀφοῦ «τὰ Σεραφεὶμ εἱ­στή­κεισαν κύκλῳ αὐτοῦ» (Ἠσ. στ΄ 2), ἐνῶ ἡ Παναγία «παρέστη ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ» (Ψαλμ. μδ΄ 10 ). Ὑποστηρίζει ἀκόμη ὅτι, ὅπως ἐνῶ πρὶν ἦταν ὁ Κύριος ἀθέατος καὶ δι’ αὐτῆς ἐπεδήμησε στὸν κόσμο, ἔτσι καὶ στὸν μέλλοντα ἀτελεύτητο αἰῶνα κάθε πρόοδος καὶ ἀποκά-λυψη μυστηρίων θὰ εἶναι ἀδύνατη χωρὶς αὐτήν. 
Εἶναι μνημειώδης ἡ ὁμιλία του στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, ὅπου κατ’ οὐσίαν θεωρεῖ ὅτι ἡ Παναγία ἀποτελεῖ καὶ τὸ πρότυπο τῆς ἡσυχαστικῆς πολι­τείας, ἀφοῦ κα­τὰ τὴν παραμονή της στὸν ναό, διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς λύθηκε ἀπὸ κάθε ὑλικὸ δεσμό, ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὸν συρφετὸ τῶν λογι­σμῶν καὶ ἐρχό­μενη τελεί­ως στὸν ἑαυτό της διέκρινε τὴ «νοητὴ σιγή» καὶ τὶς «ἄυλες ἐπα­φές» ὡς νέα ὁδὸ πρὸς τοὺς οὐρανούς. Ἔτσι μυήθηκε στὰ ὑπέρ­τατα μυστήρια καὶ δὲν ἔγινε μόνο καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ ἡ ἴδια, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς καὶ ὁ Θεὸς ἔγινε καθ’ ὁμοίωσιν ἀνθρώπου. 
Εἶναι τέτοια ἡ ἀγάπη του στὴν Παναγία, ὥστε νὰ φθάσει μὲ θεολογικὰ ἐπι­χειρήματα νὰ ὑποστηριξει αὐτὸ ποὺ δὲν ἀναφέρεται κἂν στὴν Ἁγια Γραφή, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀναστὰς Κύριος ἐμφανίσθηκε πρῶτα στὴν Θεοτόκο καὶ ἔπειτα στὶς Μυρο­­φόρες γυναῖκες ἢ καὶ νὰ καταθέτει τὴν προσευχὴ τῆς μετανοίας του σὲ αὐτὴν ὥστε νὰ μεταφέρεται δι’ αὐτῆς ἡ μετάνοιά του στὸν Κύριο.  
Ἀνάλογα καὶ ὁ ἄλλος λόγιος καὶ θεολόγος ἐκπρόσωπος τοῦ Ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐκφράζει ποικιλότροπα τὴν ὑπερ­βολὴ τῆς ἀγάπης του στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.
Ἔτσι στὸ βιβλίο του «ὁ Ἀόρατος Πόλεμος», γράφει ὅτι ἡ Παναγία βρί­σκεται στὸ «μεθόριον ἀναμεταξὺ τῆς ἀκτίστου καὶ κτιστῆς φύσεως· αὕτη μό­νη εἶναι θεὸς ἄμεσος μετὰ τὸν Θεὸν καὶ ἔχει τὰ δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριά­δος, ὡς οὖσα μήτηρ ἀληθῶς τοῦ Θεοῦ». Μάλιστα, βασιζόμενος στὴ διδα­σκα­λία τῶν πατέρων, τῶν ἅγιο Μάξιμο Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸν Ἀνδρέα Κρήτης ὑποστηρίζει ὅτι ὁ αἰσθητὸς καὶ νοητὸς κόσμος ἔγινε γιὰ τὴν Παναγία καὶ ἡ Παναγία γιὰ τὸν Χριστό. Ἀκόμη φθάνει ἑρμηνεύοντας τὴν Θ΄ Ὠδὴ τοῦ κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ μάλιστα τὸ «καὶ παντεχνήμονι Λόγῳ σάρκα δανείσασαν», νὰ διακηρύξει ὅτι καθὼς ἐδάνεισε τὴν σάρκα της στὸν Κύριο, Αὐτὸς ἔγινε αἰώνιος χρεώστης της. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐξοφλήσει τὸ δάνειό Του ὁ Κύριος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν δοξάζει μὲ ὅλες τὶς θεοπρεπεῖς δόξες καὶ τιμές, ὅσες δὲν ἔχει ποτὲ δοξάσει κανένα ἄλλο κτῖσμα Του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰσακούει τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις της ὅσο κανενὸς ἄλλου. 
Ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τὸ κέντρο «ἐν ᾧ στήσας τὸν διαβήτην του ὁ νοη­τὸς Εὐκλείδης καὶ ἀριστοτέχνης Λόγος, ἐγύρισε παγκάλλιστα ὅλην τὴν περι­φέρειαν τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του». Ὅπως δὲ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔτσι καὶ ὁ ἴδιος στὴν Παναγία ἀποδίδει τὶς ρίζες τῆς νοερᾶς προσευ­χῆς: «ἐπενόησε μίαν πρᾶξιν νοεράν» καὶ «κατεσκεύασε μίαν καινού­ριαν στρά­ταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδή τὴν νοητὴν σιωπήν… ταύτην δὲ τὴν νοερὰν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἡ Θεοτόκος ἐφεῦρε ἀπὸ λόγου της καὶ εἰργάσθη καὶ εὶς τοὺς μετὰ ταῦτα παρέδωκεν».
Τέλος, ὑποστηρίζει ὅτι περισσότερο ἀπὸ κάθε κτίσμα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἡ Θεοτόκος ἔχει ὁδηγήσει στὸν Θεὸ ἀνθρώπους ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, αὐξάνοντας ἔτσι καὶ πλατύνοντας τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ. 
Ὅ Ἅγιος Νικόδημος ἔχει συλλέξει ἑξήντα δύο χειρόγραφους κανόνες πρὸς τὴν Θεοτόκο προερχόμενους ἀπὸ τὴ γραφίδα εἴκοσι δύο μελωδικῶν ὑμνογράφων (Θεοτοκάριον), ἔχει δὲ ὁ ἴδιος συντάξει δεκατέσσερις ἀσματικοὺς κανόνες ἐκ τῶν ὁποίων τρεῖς στὴν Παναγία Γοργοϋπήκοο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου, τρεῖς στὴν Παναγία Πορταΐτισσα τῆς Μονῆς Ἰβήρων καὶ ἕναν στὴν Παναγία τοῦ Πρωτάτου. 
 

Ταπεινοὶ πολίτες στὸ Περιβόλι Παναγίας
 
Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι γνωστὸ ὡς τὸ «περιβόλι τῆς Παναγίας»· ὡς ὁ κατ’ ἐξο­χὴν τόπος ποὺ τιμᾶται, ποὺ ἐμφανίζεται, ποὺ ἐνεργεῖ καὶ ἀναπαύεται τὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς «ὁ νοητὸς τῆς Θεοτόκου καὶ ὡραῖος Παρά­­δεισος». Σύμφωνα μὲ τὴν πα­ρά­δοση, τὸ Ἅγιον Ὄρος δόθηκε ὡς κλῆρος στὴν Παναγία ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο: «Ἔστω ὁ τόπος οὗτος κλῆρος σὸς καὶ περι­­βό­λαιον σὸν καὶ παράδεισος, ἔτι δὲ λιμὴν σωτήριος τῶν θελόντων σωθῆναι». 
Ἐνῶ ἡ πρώτη Εὔα ἔπεσε στὸν ἀρχέγονο παράδεισο, ἡ δεύ­τερη Εὔα, ὡς Μητέρα τοῦ δευτέρου Ἀδάμ, ξεδιπλώνει τὴ χάρι τῶν ὀνομάτων της μέσα στὸν νέο παράδεισο τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ Κυρία τῶν ἀγγέλων ἐμφανίζεται ὡς Κυρία τοῦ ἀγγελικοῦ τάγμα­τος τῶν μοναχῶν. Ἡ Κεχα­ριτωμένη φανε­ρώνει τὶς χάριτες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴ χάρι της, μέσα ἀπὸ εἰκόνες, προσκυνήματα, εὐλο­­γη­μένες ἀθωνικὲς γωνιές, γεγονότα τῆς ζωῆς, προσδο­κώ­με­νες ἀνταπο­κρί­­­σεις σὲ αἰτήματα, ἀνέλπι­στες ἀπαντήσεις σὲ δοξο­λογικὰ ξεσπάσματα, ἐμφα­­νίσεις σὲ ἐξα­για­σμένους ἀσκητές, μέσα στὴν κατάνυξη τοῦ κελλιοῦ ἢ στὴν λαμπρό­τητα τοῦ ναοῦ. Παντοῦ καὶ πάντοτε, σὲ κάθε τόπο καὶ σὲ κάθε σημεῖο, ἐλλο­χεύει μία ἀνεπανάληπτη ἀφορμή, μία μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ ζήσει κανεὶς τὸ ἀγκά­λιασμα τῆς Θεοτόκου.
Δὲν ὑπάρχει ἴσως ἁγιορείτης μοναχὸς ποὺ νὰ μὴν ζεῖ τὴν Παναγία ὡς Πανα­γία του, ὡς κύρια καὶ πρώτη προσφυγή του, ὡς ἀμετάθετο ἐλπίδα, ἀσφά­­λεια καὶ προστασία του, ὡς πρέσβειρα καὶ μητέρα του, ὡς πλησίον καὶ μόνιμο σύντροφό του, ὡς ἐναγκα­λιστὴ τῶν πληγῶν καὶ ἀνάδοχο τῶν δοκι­μα­σιῶν του.
Κάθε ψάλτης ἀπὸ τὸ «Ἄξιόν ἐστι» θὰ ἀρχίσει τὰ μαθήματά του καὶ μὲ αὐτὸ θὰ ἀποδώσει τὴν καλύτερη τέχνη του. Κάθε ἁγιογράφος ἢ ξυλογλύπτης τὰ πρῶτα καὶ καλύτερα ἔργα ποὺ θὰ φιλοτεχνήσει θὰ ἀπεικονίζουν τὸ θεομη­τορικὸ πρόσωπο. Κάθε ἡσυχαστὴς σὲ αὐτὴν θὰ καταθέσει τὴν θερμότερη προσευχή του. Κάθε μοναστήρι μιὰ δική της εἰκόνα θὰ περιβάλλει μὲ τὸ ἀπαύ­γασμα τῆς εὐλάβειάς του.
Γεγονότα ἱστορικά, ἀνάγκες καθημερινές, ζωντανὰ θαύ­μα­τα, περιστα­τικὰ καὶ συγκυρίες, ἰδιώματα θεομητορικὰ ἀποτυπώ­νονται σὲ κάθε εἰκόνα ποὺ κοσμεῖ μὲ τὴν καλλιτεχνικὴ ὀμορφιά της καὶ παρηγορεῖ μὲ τὴν παρουσία της κάθε μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Παναγία τοῦ «Ἄξιόν ἐστι» στὸ Πρω­τᾶ­το ἢ τὴν Πορταΐτισσα στὴ Μονὴ Ἰβήρων, ἔχουμε τὴν Παναγία τοῦ Ἀκαθίστου στὴ Μονὴ Διονυσίου, τὴ Μυροβλύτισσα στὴ Μο­νὴ Ἁγίου Παύ­λου, τὴν Τριχεροῦσα στὸ Χιλανδάρι, τὴ Γοργο­ϋπήκοο στὴ Δοχειαρίου, τὴν Ὁδη­γήτρια στὴν Ξενοφῶντος, τὴν Παραμυθία στὸ Βατοπέδι, τὴ Γλυκο­φιλοῦσα στὴ Φιλοθέου καὶ πλῆθος ἄλλων.
Ἐπίσης, ὅπως ὁ προφήτης Ἠλίας ἄφησε τὴ μυλωτή του στὸν Ἐλισσαῖο, κατὰ ἀνάλογο τρόπο ἡ ἁγία Ζώνη τῆς Θεοτόκου, ποὺ εὐλαβῶς διαφυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, ἀπο­τελεῖ βαρύτιμη κληρονομιά, ἀνεκτίμητη εὐλογία καὶ μονα­δικὸ θησαυρὸ ποὺ καταξιώνει τὸ Ἅγιον Ὄρος ὡς περιβόλι καὶ τόπο της. 
  «Χαῖρε, ἅγιον ὄρος καὶ θεοβάδιστον», ψάλλει ὁ ὑμνωδός, ταυ­τί­ζοντας ποιη­τικὰ τὴν Παναγία μὲ τὸ θεοβάδιστο καὶ Ἅγιον Ὄρος.  Ἡ Παναγία δὲν βρί­σκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος· ἡ Παναγία εἶναι τὸ πραγματικὸ ἅγιον ὄρος.
Ὅλο τὸ κενὸ τῆς γυναικείας παρουσίας τὸ καλύπτει ἡ Θεο­μητορικὴ πα­ρου­σία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔργα μοναδικῆς ἀξίας καὶ θεολογικῆς καὶ πνευματικῆς βαρύτητος ποὺ εἶδαν τὸ φῶς ὡς καρποὶ μεγάλων ἁγιορειτῶν ἁγίων ἀνα­φέ­ρο­νται στὸ δικό της πρόσωπο. Ἔτσι οἱ περίφημες ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, ὁ κανὼν τοῦ Ἁγίου Νικο­δήμου στὴν Παναγία τὴ Γοργοϋπήκοο, τὸ Θεοτοκάριον καὶ ὅλες οἱ ἀναφορές του στὸ πρόσω­πό της, ποὺ προαναφέραμε, ξεχειλίζουν ἀπὸ θεολο­γικὸ βάθος καὶ γλυκύτητα ἀγάπης καὶ θείων αἰσθημάτων.
Ἀλλὰ καὶ οἱ σύγχρονοι ἅγιοι πατέρες, γνωστοὶ καὶ ἄγνω­στοι, ἐπώνυμοι καὶ μή, μέσα ἀπὸ τὴν Παναγία περνοῦν καὶ δια­τυπώνουν τὸν καλύτερο κόσμο τους καὶ τὶς ποιοτικότερες ἐκφρά­σεις τῆς πίστης τους. Ἀναφέρεται γιὰ τὸν γέροντα Ἰωσήφ: «Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγίαν μας εἶναι ἀνωτέρα πάσης περι­γραφῆς. Μόνον ποὺ ἀνέφερε τὸ ὄνομά της τὰ μάτια του ἔτρεχαν.  Τὴν παρακαλοῦσε ἀπὸ καιρὸ νὰ τὸν πάρῃ νὰ ξεκουρα­σθῇ. Καὶ τὸν εἰσήκουσεν ἡ Πα­ντάνασσα.  Τὸν ἐπληροφόρησεν ἕνα μῆνα πρὶν διὰ τὴν ἀναχώρησίν του», ἡ ὁποία συνέβη τὴν 15η Αὐγού­στου τοῦ 1959, ἡμέρα τῆς Κοιμήσεώς της Ἀνά­λο­γα αἰσθήματα εὐλαβείας ἐκφράζει καὶ ὁ ἀείμνηστος ἱερο­μόναχος Ἀθανά­σιος Ἰβηρίτης, γράφοντας στὸν ὁσιολογιώτατο μοναχὸ Θεόκλητο Διο­νυσιάτη: «Ἀπὸ Πανα­γίας ἄρχεσθαι… Πρόσεξε τὴν σκέψιν ταύτην, ποὺ μοῦ ἐπῆλθεν ἐν στι­γμῇ ἀναγνώσεως τοῦ Θεοτοκαρίου.  Οἱ Χαιρετισμοὶ καὶ τὸ Θεοτοκάριον, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ νὰ παρέλ­θουν, αὐτὰ ὅμως νὰ μὴ λείψουν καμμίαν ἡμέραν τοῦ ἔτους.  Καὶ εἰς ποίαν οἱ ὕμνοι οὗτοι; Εἰς τὴν ταμίαν ὅλων τῶν χαρίτων τοῦ Θεοῦ». 
Θὰ κλείσω μὲ λίγα λόγια καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη, ἰδιαί­τερα γνωστὸ στὸν Δυτικὸ κόσμο.
Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ἀναφέρεται στὴν ἀγάπη τῆς Θεοτόκου ὡς τελεία ἀγάπη, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει καὶ αὐτὴν τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη της στὸν Κύριο ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν κόσμο ὡς ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική μας ἀγάπη πρὸς αὐτήν. Τὰ κείμενά του δὲν μιλοῦν καθόλου γιὰ τὴ δική του ἀγάπη, ἀλλὰ γιὰ τὴ δική της. Ἔχουν περισσότερο θαυμασμὸ παρὰ συναίσθημα. Ὁμιλεῖ ἐπίσης καὶ γιὰ τὴν σιγὴ τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία καλύπτει τὸ μυστήριό της∙ «ἡ Θεοτόκος δὲν παρέδωκε τῇ γραφῇ οὔτε τὰς σκέψεις οὔτε τὴν Ἀγάπην αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν καὶ Υἱὸν της, διότι δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συλλάβωμεν ταῦτα». 
Μέσα ἀπὸ τὰ φειδωλὰ λόγια του καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν λιτὴ ἀλλὰ θερμὴ προσευχή του, ἐπαναλαμβάνει βιωματικὰ τὴ σημασία ποὺ ἔχει ἡ σχέση μας μαζί της γιὰ τὴν προσέγγισή μας πρὸς τὸν Κύριο. Ἀναφέρει μάλιστα χαρακτη­ριστικὰ ὅτι ὁ ἴδιος δὲν ἔχει δεῖ τὴν Παναγία, κάτι ποὺ ἀποτελεῖ ὄχι ἀσύνηθες φαινόμενο στὴν ἁγιορείτικη παράδοση, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη της τοῦ ἔχει ἀποκα­λυφθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 
Αὐτὴ ἡ βιωματικὴ σχέση τοῦ δέους τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ ἐνώπιον τῆς Θεοτόκου καὶ ταυτό­χρονα τῆς ἐγγύτητος πρὸς τὴν ἀγάπη της ἐκφράζει τὸ πῶς ὁ κάθε μοναχὸς ζεῖ τὴ σχέση μητρότητος μαζί της. Τὸ κύριο ὄνομά της εἶναι Μήτηρ: Μήτηρ Θεοῦ καὶ Μητέρα πάντων τῶν Χριστιανῶν. Εἶναι Μητέρα τοῦ Κυρίου, διότι Τὸν ἐγέννησε κατὰ σάρκα, καὶ Μητέρα τῶν χριστιανῶν, διότι ὡς Μήτηρ Θεοῦ σκορπίζει τὴν ἀγάπη της σὲ ὅλον τὸν κόσμο. 
Στὴ βάση αὐτή, ὁ Ἁγιορείτης μονα­χὸς ἀνα­πτύσσει μία σχέση ἄπειρου σεβασμοῦ καὶ ταυτόχρονα μεγάλης τρυφε­ρότητος μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Θεο­τόκου. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα τῶν μοναχῶν καὶ οἱ μονα­χοὶ ἀγωνίζονται νὰ ζοῦνε σὰν παιδιά της. Κάθε στιγμή, κάθε συμβάν, κάθε ἐσω­τερικὸς πόθος, κάθε ἐλπίδα, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος τοῦ μοναχοῦ, ἡ πτώση καὶ ἀνάστασή του, συμβαίνουν μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς δικῆς της παρουσίας, τοῦ προ­τύπου, τοῦ ἐνδια­φέροντος, τῆς προστασίας, τῆς ἀγάπης. Ἡ θεομητορικὴ μητρότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐμεῖς δικαιούμαστε ὡς τέκνα της, ἀλλὰ κάτι ποὺ αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς ἐκπο­ρεύει ὡς ἰδίωμά της. Ἐμεῖς προστρέχουμε σὲ αὐτὴν ὡς εἰς μητέρα προσδοκῶντας διὰ τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου νὰ ζοῦμε τὴν πατρότητα Τοῦ Θεοῦ, νὰ ζοῦμε τὸ ἱερώτατο μυστήριο τῆς υἱοθεσίας μας, τὴν δυνατότητα καὶ «ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰω. α΄ 12).
 


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ 
ΣΤΗΝ ΟΡΜΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τό τελευταῖο καιρό ὑπάρχουν ἀνησυχίες γιά τά ὅσα κυκλοφοροῦν καί  ἀκούγονται, καί συνεπῶς ἐσωτερικά ἐρωτήματα τά ὁποῖα δημιουρ-γοῦνται. Θά ἤθελα λοιπόν νά δοῦμε γενικότερα αὐτό πού ὀνομάζεται κοσμικό πνεῦμα ἤ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καί τό ὁποῖο ἐμφανίζεται μέ πολύ μεγάλη δύναμη νά ἐπηρεάζει τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας, τόν τρόπο τῆς σκέψης μας, τήν καθημερινότητά μας, τόν γενικότερο προσανατολισμό μας. Πῶς θά μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία, ἤ μᾶλλον πῶς τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας τό βλέπει καί πῶς τό ἀντιμετωπίζει. 
Θά κάνω λοιπόν μία περιγραφή σχετικὰ μὲ τὸ πῶς διαμορφώνεται αὐτό τό κλῖμα μέσα στό ὁποῖο ζοῦμε καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἀτμόσφαιρά μας, τό ὀξυγόνο τό ὁποῖο προσλαμβάνουμε καί τό ὁποῖο, ἄν εἶναι μολυσμένο, δημιουργεῖ ἀναπνευστική ἀνεπάρκεια· ἄν εἶναι ὀξυγονωμένο καλά, δίνει ζωή. Καί ἀπ΄ ὅ,τι φαίνεται εἶναι μᾶλλον τό πρῶτο. Πῶς θά μπορούσαμε, λοιπόν, μέσα σέ ὅλο αὐτό τό πλαίσιο ζωῆς κι ἐμεῖς νά τοποθετηθοῦμε καί μέ τόν καλύτερο τρόπο νά ἀντιμετωπίσουμε αὐτήν τήν κατάσταση; 
 
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ
Ἡ ἐποχή μας αὐτή ἔχει μερικά ἀντικρουόμενα χαρακτηριστικά. Εἶναι μιά ἐποχή πολύ ἐντυπωσιακῶν ὑποσχέσεων, τέτοιων πού βγάζει ἀπό τήν ψυχή ἔντονες ἐπιθυμίες. Καί σάν νά φαίνεται ὅτι μπορεῖ νά ὠθήσει τόν ἄνθρωπο νά θέλει πολλά καί μεγάλα πράγματα ἐδῶ καί τώρα καί τοῦ δείχνει ὅτι αὐτά μπορεῖ νά τοῦ τά προσφέρει μέσα ἀπό τήν διαφήμιση, μέσα ἀπό τήν προβολή ἑνός συγκεκριμένου πνεύματος καί ἤθους· τά μακρινά τοῦ τά κάνει κοντινά, τοῦ τά δίνει σέ εἰκόνα, τά ἐπιθυμεῖ, τά λαχταρᾶ. 
Ἐνῶ εἶναι τέτοια ἡ ἐποχή, μέ ἐντυπωσιακές ὑποσχέσεις, ἐμφανί­ζεται ταυτόχρονα νά εἶναι καί μιά ἐποχή μέ ἀσύλληπτα καί ἀνεπίλυτα προβλήματα πρωτοφανοῦς μεγέθους καί διαμετρήματος· μιά ἐποχή ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι φτιάχνει τέτοιον χαρακτῆρα πού δέν μπορεῖ  ἡ ἴδια νά τόν ἀντιμετωπίσει. 
Κλασσικό παράδειγμα ἡ λεγόμενη οἰκονομική κρίση. Ἡ οἰκονομική κρίση φαίνεται ὅτι εἶναι πολύ μεγάλου μεγέθους. Μπορεῖ ἐμεῖς στήν Ἐλλάδα νά τήν βιώνουμε μέ ἕναν συγκεκριμένο τρόπο καί μέ μιά συγκε-κριμένη ἔκφραση, ἀλλά ὅμως φαίνεται ὅτι ἡ λύση της δέν εἶναι λύση πού ἀφορᾶ μόνο τήν Ἐλλάδα. Προσπαθοῦν ὅλοι νά βροῦν τούς τρόπους, ἀλλά ὅλοι φοβοῦνται ὅτι ἀπό τίς συγκεκριμένες ἐπιλογές καί λύσεις θά προκλη-θοῦν μεγαλύτερα προβλήματα στό γενικότερο παγκόσμιο περίγυρο. Αὐτό τό ἀναφέρω σάν ἕνα παράδειγμα πού μᾶλλον δέν εἶναι λάθος στήν ἐκτί-μηση καί στόν προσδιορισμό του. 
Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι γιά πολλούς ἀνθρώπους ἔχει πολύ μεγάλους φόβους καί  μεγάλης  κλίμακος ἀνησυχίες καί ἀπει­λές. Ἡ δυνατότητα ἐπικοινωνίας εἶναι τέτοια πού κάνει τίς μάζες νά φοβοῦνται καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐπηρεάζονται καί πληροφοροῦνται οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ μαζικός. Ἄν δέν ὑπῆρχε αὐτή ἡ πληροφόρηση λίγοι θά τά μάθαιναν καί ἡ μετάδοση τῆς ἀρρώστειας, τῆς ἀγωνίας, τῆς ἀνησυχίας, τοῦ φόβου, τοῦ ἄγχους, τῆς αἴσθησης, τῆς ἀπειλῆς θά ἦταν πιό περιορισμένη. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι τώρα σέ αὐτήν τήν ἐποχή ἀρχίζει ἡ αἴσθηση τῆς ἀπειλῆς, τοῦ φόβου καί τοῦ πανικοῦ νά προσλαμβάνει διαστάσεις ἀρκετά μεγάλες, θά λέγαμε, παγκόσμιες. 
Ἕνα τρίτο χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι ὅλο αὐτό παρουσιάζεται μέ ἕνα στοιχεῖο πρωτοφανοῦς ὑλισμοῦ, εὐδαιμονισμοῦ καί ἀθεϊσμοῦ. Ἀκόμη κι ὅταν βουλιάζουμε δέν μᾶς βγαίνει ὁ Θεός. Δέν πάει ὁ νοῦς μας, ἐννοῶ ὄχι ἡμῶν ὡς ἀτόμων ἀλλά γενικότερα τῶν κοινωνιῶν. Φέτος, παρατή­ρησα καί μοῦ ἔκανε πάρα πολύ ἐντύπωση ἀκόμη ἀπό τήν περίοδο πρό τοῦ Πάσχα ἀπό τίς κάρτες πού πῆρα, ἀπό τά ὅσα διάβασα καί μέ τά ὁποῖα ἦρθα σέ ἐπαφή, ὅτι ἔγραφαν πιό πολύ ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη χρονιά εἴτε «Καλή Ἀνάσταση» εἴτε «Χριστός Ἀνέστη». Καί ξεγελάστηκα, νόμιζα ὅτι ἦταν καλό. Τό γυρίζουν τώρα κάπως πρὸς τὴν θρησκεία νόμισα. Ἀλλά ὅταν μετά εἶδα τά κείμενα κανένα δέν μιλοῦσε γιά Χριστό. Ὅλα μιλοῦσαν γιά Ἀνάσταση ἀπό τήν κρίση, γιά Ἀνάσταση ἀπό τήν μιζέρια, γιά Ἀνάσταση ὡς ἀναζήτηση ἐλπίδων. Θεός πουθενά. Λέξη καλή, δανεισμένη ἀπό ἕνα γεγονός πού εἶναι πολύ σημαντικό γιά μᾶς ὡς Ἐκκλησία καί ὡς χριστιανικό κόσμο ἀλλά χρησιμοποιημένη ἐντελῶς διαφορετικά. Τό ἴδιο καί ὅλος ὁ ἑορτασμός τοῦ Πάσχα· ἐμφανίζει ἕναν χαρακτῆρα περισσότερο λαογραφικό, ὄμορφο, ἀκόμη καί τά ἔθιμα, ἀλλά πουθενά Χριστός, πουθενά ἐλπίδα ἀπό τόν Θεό, προσδοκία ἐλπίδας ἀπό κάπου. Αὐτό εἶναι ἄλλο ἕνα στοιχεῖο. Ἀκόμη καί στίς δικές μας παραδοσιακές κοινωνίες, οἱ ὁποῖες πραγματικά ζοῦσαν μέσα ἀπό τήν ζωή αὐτῶν τῶν γεγονότων, ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μιά γλῶσσα ἡ ὁποία μᾶς εἶναι ξένη γλῶσσα γιά νά τήν καταλάβουμε καί πολύ δύσκολη κι ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία νά τήν μιλήσουμε. Καί μᾶς ἀποστερεῖ ἀπό νοήματα καί ἀλήθειες πάρα πολύ βασικές καί οὐσιαστικές. 
Νά πῶ καί ἕνα ἄλλο παράδειγμα. Πιό παλιά οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἐπρόκειτο να χτίσουν μία ἐκκλησία, τό πρῶτο πρᾶγμα πού ἔκαναν εἶναι ὅτι ἔβρισκαν τό καλύτερο οἰκόπεδο καί τό χαρακτήριζαν γιά ἐκκλησία. Καί οἱ ἄνθρωποι κάτω ἀπό οἰκονομικούς ὅρους πολύ χειρότερους καί ἀπό αὐτούς πού σήμερα ἐμεῖς ἔχουμε ἀγωνίζονταν καί ἔφτιαχαν τήν ἐκκλησία τους. Σήμερα ἀκόμα κι ἄν ἔχουμε ἀγορασμένο οἰκόπεδο γιά ἐκκλησία ἤ δωρισμένο, ἐμφανίζεται ἕνας ὁ ὁποῖος κάνει μιά προσφυγή στό Συμ­βούλιο Ἐπικρατείας καί μετά ἀπό καμιά δεκαριά χρόνια ἀποφασίζει τό Συμβούλιο Ἐπικρατείας ἄν πρέπει νά γίνει ἐκκλησία, ἄν αὐτό ἀντίκειται σέ περιβαλλοντικούς ὅρους, σέ ἀρχαιολογίες, ἄν κόβει τήν θέα, ἄν κάνει φασαρία, ἄν δημιουργεῖ ἠχορύπανση ἡ καμπάνα. Ἀκόμη κι ἄν τελε­σι­δι­κήσει, ὅπως κατ΄ ἐπανάληψη συμβαίνει αὐτό, δυσκολεύεται τό σύστημα νά ἀνοίξει τήν πόρτα καί νά δημιουργήσει μιά ἑστία πού νά θυμίζει Θεό καί νά παραπέμπει σ΄ αὐτόν. Ὑπάρχουν συγκεκριμένοι οἰκισμοί πού ἔχουν ὁδούς στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἤ ἄλλων ἁγίων, συνήθιζαν ἐπίσης νά ὀνοματίζουν τήν βάρκα τους στό ὄνομα τοῦ Ἅγίου Νικολάου ἤ τῆς Παναγίας. Τώρα τίς βγάζουν Ροδούλα, Δαφνούλα, Σίσσυ, Νάνσυ. Ἤ γίνονται ἄς ποῦμε καινούργιοι οἰκισμοί, ὅπως Διώνη, Ντράφι ἤ Θρακο­μακεδόνες καί ἔχουν ὁδούς Ρόδων, Γαρυφάλλων, Λεμονιῶν, Λεμονανθῶν.  
Τά λέω ὡς ἐνδεικτικά στοιχεῖα πού καταδεικνύουν ὅτι στήν ἐποχή μας μεταφέρεται ὅλο τό ἐνδιαφέρον ἀπομακρυνόμενο ἀπό τό συγκε-κριμένο κέντρο τῆς πίστεως τό ὁποῖο εἶχαν οἱ πρόγονοί μας γύρω ἀπό τό ὁποῖο καί οἰκοδομοῦσαν τήν ζωή τους. Τέτοιου τύπου πράγματα δείχνουν ὅτι ὁ ἀέρας πού ἀναπνέουμε ἔχει κάπως ἀλλάξει. Ὅτι εἶναι ἐντελῶς διαφο­ρετικός καί πολύ αἰφνιδιαστικά ἐπιβαλλόμενος, διότι οἱ ἀλλαγές πού γίνονται, οἱ καταστάσεις πού εἶχαν κτιστεῖ ἐδῶ καὶ αἰῶνες, τώρα ἀλλάζουν μέσα σέ μερικές δεκαετίες. Ἐπίσης, ἔχει δημιουργηθεῖ μιὰ παγκόσμια ἀτμόσφαιρα, μέ ἰδεολογικές, ψυχολογικές καί πνευματικές συνέπειες στή ζωή τοῦ καθενός μας.
 
ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ 
Ἄν θέλουμε νά δοῦμε πῶς ἔχει συμβεῖ αὐτό, θά βροῦμε μερικές σημαντικές λέξεις, μία ἐκ τῶν ὁποίων πού ἰδιαίτερα ἀκούγεται στίς μέρες μας εἶναι ἡ λέξη παγκοσμιοποίηση. Αὐτή ἡ λέξη δέν ἀκουγόταν ὅταν ἐγώ σπούδαζα στό πανεπιστήμιο. Εἶναι κάτι τό ὁποῖο μᾶλλον γεννήθηκε πρίν ἀπό μερικές δεκαετίες, ἀλλά ἄρχισε νά μπαίνει στή ζωή, νά τήν ἐπηρεάζει καί νά τήν διαμορφώνει τά τελευταῖα χρόνια. 
Θά ἤθελα λίγο νά τό προσδιορίσω ὄχι μέ μεγάλη ἐπιστημονική ἀκρίβεια, ἀλλά γενικά τί εἶναι αὐτό πού ὀνομάζεται παγκοσμιοποίηση. Καί πῶς αὐτό τελικά μπορεῖ νά εἶναι ὑπεύθυνο καί γιά καλά καί γιά ἄσχημα αὐτῆς τῆς ζωῆς· νά εἶναι κάτι καλό, ἀλλά ἐνδεχομένως νά κάνει μιά μεγαλύτερη ζημιά. Κι ἐνῶ μᾶς κατευθύνουν τήν προσοχή πρός τά θετικά ἀποτελέσματα, νά μήν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν μεγάλη ζημιά τήν ὁποία σέ πνευματικό ἐπίπεδο μπορεῖ νά ὑφιστάμεθα. 
Ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι ἕνας οἰκονομικός ὅρος, ὁ ὁποῖος βασικά σημαίνει τήν σέ παγκόσμιο κλίμακα διακίνηση ἐμπορευμάτων, ὑλικῶν ἀγαθῶν, χρήματος, κεφαλαίων, καί ἐργαζομένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πλέον μποροῦν, ἀντί νά περιορίζονται στήν κλειστή κοινωνία στήν ὁποία γεννήθηκαν καί στήν ὁποία ἐκπαιδεύτηκαν, νά διευρύνεται ὁ ὁρίζοντάς τους καί νά ἀγκαλιάζει ὅλη τήν ὑδρόγειο σφαίρα, ὅλους τούς λαούς. Αὐτό  ἔχει ὡς συνέπεια οἱ ἐπί μέρους οἰκονομίες κάπως εὐκολότερα νά ἐλέγ­χονται καί νά κατευθύνονται ἀπὸ τόν νοῦ μιᾶς παγκόσμιας οἰκονομίας. 
Ἔτσι λοιπόν δημιουργεῖται μιά παγκόσμια ἀγορά, μὲ μεγάλα ἐμπορικά κέντρα, τά ὁποῖα καθορίζουν τίς τιμές τῶν προϊόντων τους ἀνάλογα μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἀγορᾶς, μέ τήν ἀνταγωνιστικότητα καί μέ τό συμφέρον τῶν ἀγο­ραστῶν, μέ σκοπό νά εὐνοηθεῖ μιά κατανάλωση χαμηλοτέρων τιμῶν. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι μέσα σέ ὅλο αὐτό τό κλῖμα νά μήν μποροῦν νά σταθοῦν οἱ μικροεπιχειρήσεις. Ἔρχεται ἕνας κολοσσός πού λέγεται ΙΚΕΑ, πού λέγεται CARREFOUR, καί ὁ παντοπώλης τῆς γειτονιᾶς, αὐτός πού ἔχει τό μικρό μαγαζάκι δέν ἀντέχει. Φεύγει. Ὁ κατα-ναλωτής μᾶλλον διευκολύνεται γιατί βρίσκει parking, γιατί ἔχει χαμηλές τιμές, γιατί τά βρίσκει ὅλα μαζί. Δημι­ουργοῦνται λοιπόν ἀγοραστικοί ὅροι τέτοιοι πού εὐνοοῦν τά πολύ μεγάλα. Αὐτό εἶναι τό ἕνα. 
Τό δεύτερο εἶναι γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει αὐτή ἡ μεγαλο­αγορά, πρέπει νά πληροφορεῖται ὁ κόσμος. Αὐτὸ ὁδηγεῖ σέ ἕνα σύστημα πληρο­φόρησης εὐρείας ἀπήχησης. Ἡ διάχυση τῆς πληροφορίας, ἡ δια­χείριση καί ἡ διακίνησή της γίνονται μέσα ἀπό τό διαδίκτυο. Αὐτό ὅμως μοιράζει τὴν πληροφορία σὲ ὅλον τόν κόσμο, πράγμα πού διευ­κολύνει τήν ἀνάπτυξη μιᾶς ἄλλης ἰδέας, αὐτῆς τῆς παγκόσμιας διακυβέρνησης. Ὅπως ἕνα μαγαζί μικρό πνίγεται ἀπό ἕνα μεγάλο, ἔτσι κι ἕνας μικρός λαός, μιά μικρή ἀγορά, μιά μικρή κοινωνία παραδίδεται σέ ἕνα ἐνδεχομένως ὑπερ-εθνικό οἰκονομικό κέντρο. 
Καί γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει αὐτό τό ὑπερβολικά μεγάλο σύστημα χρειάζεται ἕνας ψηφιακός ὑψηλῶν δυνατοτήτων μηχανισμός. Ἔτσι ὁδηγούμαστε στήν ἰδέα τῆς παγκόσμιας ἡλεκτρονικῆς διακυβέρ­νησης. Δέν γίνεται διαφορετικά. Εἶναι πράγματι πολύ πρακτικό. Ἔτσι ἐπί παραδείγματι ὅταν σέ ἕνα πολυκατάστημα τοῦ ἀερολιμένα Ἀθηνῶν σὲ ἕνα τριήμερο ἀργίας περνοῦν 18.000 ἄνθρωποι καί μπορεῖ νᾶ δεχθεῖ ταυτόχρονα μέχρι 4.000, ὁ ἔλεγχος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πελατῶν δέν μπορεῖ νά γίνει παρά μόνον κάποιον ψηφιακό κώδικα. Τό ἴδιο καί καί ὁ ἔλεγχος τῶν προϊόντων. 
Ἀντί νά μποῦμε στὴ χρονοβόρα διαδικασία τοῦ νά δίνουμε ρέστα καί χρήματα, χρησιμοποιοῦμε τήν ἡλεκτρονική κάρτα, τήν βάζουμε, περνάει καί στήν ἐφορία καί τελειώσαμε. Εἶναι ὄντως πολύ πρακτικό, καί δέν θά γινόταν ἀλλιῶς. Ἅρα ὁδηγούμαστε ὑποχρεωτικά σέ τέτοιου τύπου μηχανισμούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐκτός ἀπό πρακτικοί καί ἐξυπηρετικοί εἶναι ἐντελῶς ἀπρόσωποι καί φοβερά συγκεντρωτικοί. Τί ὅμως θά μποροῦσε νά σημαίνει παραπέρα; 
 Εἶπα προηγουμένως ὅτι δέν γίνεται μόνο διακίνηση κεφαλαίων, ἐμπορευμάτων, γίνεται καί διακίνηση ἐργαζομένων, ἀνθρώπων. Αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά προκληθεῖ ἕνα ἄλλο μεγάλο πρόβλημα, τό μεταναστευτικό, ὅπου ἄνθρωποι πού δέν χωροῦν σέ ἕναν τόπο, πού ἡ ἀγορά δέν τούς ἐξυπηρετεῖ καί δέν εὐνοεῖ  τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς τους, θέλουν νά φύγουν νά πᾶνε κάπου ἀλλοῦ γιά νά βροῦν μιά καλύτερη τύχη. Αὐτό γινόταν καί στίς ἀρχές τοῦ περασμένου αἰῶνα καί μετά, καί ἔτσι δημιουργήθηκαν τά μεταναστευτικά ρεύματα. Αὐτό πού γίνεται τώρα, ὅπου ἑτοιμάζεται ὅλη ἡ Ἀφρική ἴσως νά ἀνεβεῖ λίγο βορειότερα καί νά μήν ὑπάρχει ἡ ὑποδομή ὑποδοχῆς της, εἶναι ἕνα καινούργιο φαινόμενο πού πλέον ἡ σύγχρονη πραγματικότητα καί τό σύγχρονο σύστημα θά ἔπρεπε νά τό διαχειριστεῖ. 
Καθώς τώρα γίνονται αὐτές οἱ μεγάλες μετακινήσεις τῶν πληθυ­σμῶν καί καθώς ἔχουν βελτιωθεῖ τά μέσα μαζικῆς μεταφορᾶς, ἀρχίζει νά δημιουργεῖται καί ἕνα μεῖγμα καί κρᾶμα πολιτισμῶν. Ἔρχονται ἄνθρωποι μέ δική τους ἱστορία, δικό τους πολιτισμό, δικές τους συνήθειες, δικές τους νοοτροπίες, τίς ὁποῖες πρέπει ὁ χῶρος φιλοξενίας τους νά τίς σεβαστεῖ καί μέ κάποιο τρόπο ἐπίσης νά τίς διαχειριστεῖ. Αὐτό ὅμως γιά νά γίνει προ­ϋποθέτει ἕναν διάλογο πολιτισμῶν πολύ διαφορετικό ἀπό ὅ,τι ἦταν παλαιότερα καί σέ πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Μέσα στόν πολι­τισμό ὑπάρχει καί αὐτό τό ὁποῖο ὀνομάζεται θρησκεία: οἱ θρησκευτικές παραδόσεις, ἡ πίστη στόν Θεό, οἱ θρησκευτικές συνήθειες, οἱ ἐκφράσεις τῆς λατρείας κ.ο.κ.
Ἀρχίζουμε λοιπόν στήν κοινωνία μας νά μιλοῦμε γιά πολυπολιτι­σμικότητα, γιά πολυθρησκευτικότητα. Γιά νά μπορέσουμε νά συγκρα­τη­θοῦμε καί νά μήν ἀρχίζουμε νά φιλονικοῦμε ἐπειδή ἔχουμε διαφορε­τικές θρησκεῖες, διαφορετικές συνήθειες, διαφορετικές νοοτροπίες, διαφο-ρετικό πολιτισμικό ὑπόβαθρο καί παρελθόν, πρέπει κάπως νά γίνει μιά διαχείριση αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ὥστε οἱ φιλοξενοῦσες χῶρες τοῦ λεγό­μενου ἀναπτυγμένου κόσμου νά βροῦν πῶς θά δεχθοῦν τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονται γιά νά ζήσουν σέ αὐτήν τήν κοινωνία, γιά νά βγάλουν λίγα χρήματα, νά μπορέσουν νά ἀνασάνουν. 
Ἔτσι πρέπει νά δημιουργηθεῖ κάτι τό ὁποῖο νά εἶναι, ὅπως εἴπαμε, μεγάλου μεγέθους στόν ἔλεγχο καί ἐνδεχομένως σέ παγκόσμιο διαμέ­τρημα. Σέ πρώτη φάση λοιπόν δημιουργοῦνται οἱ παγκόσμιοι ὀργανισμοί στή Νέα Ὑόρκη καί μέ Εὐρωπαϊκή ἕδρα τή Γενεύη καί οἱ Εὐρωπαϊκοί στό Στρασβοῦργο καί στίς Βρυξέλλες. Στή συνέχεια, δημιουργεῖται τό Διεθνές Νομισματικό Ταμεῖο, ἡ Παγκόσμια Τράπεζα κ.ο.κ. Ἕνα παγκόσμιο σύστη-μα σκεπάζει ὅλον τόν κόσμο καί προσπαθεῖ νά τοῦ λύσει τά προβλήματα μέ τήν δύναμη τήν ὁποία συσσωρεύει. Γιά νά μπορέσουν νά τό κάνουν αὐτό οἱ ὀργανισμοί, ἀρχίζει νά ἀναπτύσσεται πλέον μιά παγκόσμια πολι-τική. Ἡ πολιτική θέλει τό κάθε πρόβλημα νά τό ὀργα­νώσει καί νά τό λύσει. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δημιουργοῦνται οἱ πολιτικοί ὀργανισμοί, ἡ  Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἤ ὁ ΟΗΕ. 
Ἔτσι, δημιουργεῖται λοιπόν ἕνας χῶρος ὅπου κυοφορεῖται μιά πολι-τική ἀντίληψη, ἐντελῶς ἄλλου μεγέθους ἀπό τήν πολιτική ἀντίληψη τῶν ἐπί μέρους χωρῶν, ἡ ὁποία καί ἐπιβάλλεται. Αὐτό συμβαίνει τώρα καί μέ μᾶς. Καί ἐμεῖς ἀπό τήν μιά μεριά ἔχουμε πάρει ἀπό τήν ἔνταξή μας στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, τά ἀγαθά της, τά δάνειά της, ἀλλά ἔχουμε πάρει καί τήν ὑποχρέωση τῆς ἐξόφλησης· καί δέν ἐννοῶ σέ χρῆμα, ἐννοῶ σέ ὅλα τά ἄλλα, σέ πολιτισμό, σέ νοοτροπία, σέ τρόπο ζωῆς κ.ο.κ. Δημιουργεῖται ἐπίσης ἕνα παγκόσμιο σύστημα παιδείας, πῶς ἐκπαιδεύονται οἱ ἄνθρω-ποι. Μᾶς ἔρχονται ὁδηγίες ἀπ΄ ἔξω πῶς θά ὀργανωθεῖ ἡ παιδεία μας, καί ὄχι μόνο ἡ σχολική παιδεία. Τό σύστημα ἐκπαίδευσης στήν χώρα μας συμμορφώνεται πρός τό εὐρωπαϊκό, γιατί δέν μπορεῖς νά σταθεῖς στό ἐξωτερικό ἀλλιῶς. Θά πᾶς νά συναγωνιστεῖς, νά δώσεις ἐξετάσεις μέ ἐντελῶς ἄλλα δεδομένα. Γιά νά ἐνταχθεῖ τό ἐπιστημονικό μας κοινό καί οἱ ἐκπαιδευόμενοι πολῖτες, τά παιδιά μας, θά πρέπει τό σύστημα ἐκπαί­δευσής μας νά εἶναι προσαρμοσμένο σέ μιά παγκόσμια πάλι ἀντίληψη γιά τήν παιδεία, γιά τήν προσφορά τῆς γνώσης, τόν τρόπο καλλιέργειας, τίς πληροφορίες κ.ο.κ. 
Αὐτό σταδιακά ἀλλοιώνει τήν παιδεία. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ παραδοσιακή παιδεία στήν Ἑλλάδα εἶχε ὡς στόχο της τήν καλλιέργεια τῆς σοφίας, δηλαδή μιᾶς πολύ βαθειᾶς διεργασίας ἡ ὁποία δένει τήν γνώση, τήν ὅποια πληροφορία μέ τήν ἴδια τήν ζωή καί κάνει τόν ἄνθρωπο νά μπορεῖ νά ἀναπτύσσεται κριτικά, νά τήν ἀξιολογεῖ, νά τήν προσλαμβάνει, νά τήν ἀπορρίπτει, μετά τόν διαφωτισμό καί τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τή σοφία, χάσαμε τόν στόχο τῆς καλλιέργειάς της καί περάσαμε στό ἐπίπεδο τῆς γνώσης. 
Μέ τόν τρόπο αὐτόν, ἡ καρδιακή ὡριμότητα ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τήν διανοητική κατανόηση καί τήν ἀπόκτηση γνώσεων, προκειμένου νά τίς χρησιμοποιήσουμε ὅπως θά ἤθελαν οἱ κοινωνίες γιά τίς καθημερινές μας ἀνάγκες. Ἐπειδή ὅμως αὐτήν τή συσσωρευμένη γνώση δέν μποροῦμε εὔκολα νά τή διαχειριστοῦμε στήν ἐποχή τῆς πληροφορικῆς, πλέον τό κέντρο τῆς παιδείας μετατοπίσθηκε στή συγκέντρωση πληροφορίας. Φύγαμε, λοιπόν, ἀπό τήν σοφία, περάσαμε στήν γνώση καί καταλήξαμε στήν πληροφορία. Ἀπό τήν γενικευμένη καί κριτική ἀξιολόγηση τῆς γνώσης ὁδηγηθήκαμε στήν ἀπομνημόνευση τῆς ἀποκομμένης πληροφο­ρίας, ἡ ἀναζήτηση τῆς ὁποίας μπορεῖ πλέον νά γίνει μέσω τῶν λεγομένων μηχανῶν ἀναζήτησης διαδικτυακά. 
Καί οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄνθρωποι εἶναι ὑποδουλωμένοι στή θρη­σκευτική πληροφορία. Φτιάχνουν μιά πίστη πού στηρίζεται σέ θρη­σκευτικές πληροφορίες. Βρίσκουν ὅτι ὁ ἕνας πατέρας τῆς Ἐκκλησίας λέγει αὐτό, ὁ ἄλλος θεολόγος λέγει κάτι διαφορετικό καί προσπαθοῦν να βασισθοῦν σέ πράγματα πού κατανοοῦν. Αὐτό ὅμως δέν ἔχει ζωή. Δημιουργεῖται λοιπόν ἕνα σύστημα παιδείας καί σκέψης πού βασίζεται στήν πληροφορία, ὄχι στήν ἀναλυμένη γνώση καί καθόλου στή σοφία. Καί αὐτό, ὅπως εἶπα προη­γουμένως, ἔχει ἕνα μεγάλο πλεονέκτημα στή διαχείριση, ἔχει ὅμως ἕνα τεράστιο μειονέκτημα στήν ἀνάλυση καί στό ἀποτέλεσμα ἐπί τοῦ συνόλου ἀνθρώπου καί τῆς πνευματικῆς του δια-μόρφωσης. 
Λένε πολλοί ὅτι ἡ οἰκονομική κρίση δέν εἶναι οἰκονομική ἀλλά εἶναι κρίση ἀξιῶν. Ποιές εἶναι αὐτές οἱ ἀξίες, οἱ παγκόσμιες καί παναν­θρώ-πινες ἀξίες; Ποιές εἶναι αὐτές τίς ὁποῖες τελικά μπόρεσε νά ὑπηρετήσει ἡ παγκοσμιοποίηση; Ἡ ἐνότητα, ἡ ἀλληλεγγύη, ἡ συνύπαρξη, τά ἀτομικά δικαιώματα, ἡ ἰσότητα, οἱ ἴσες ἐνδεχομένως εὐκαιρίες, ὁ ἀλληλοσεβασμός, ὁ ἀντιρατσισμός, ἡ ἀντιμισαλλοδοξία, ἡ ἀνεκτικότητα. Γιά νά συνυπάρ-χουμε στίς κοινωνίες ἄνθρωποι διαφόρων παραδόσεων, πολιτισμῶν, θρησκειῶν, συνηθειῶν καί νοοτροπιῶν πρέπει πάνω σέ αὐτά νά στηρι-χτοῦμε. Καί ὄντως αὐτά εἶναι πολύ καλά καί σημαντικά ὡς στοιχεῖα ζωῆς. Ἐάν ὅμως εἶναι μόνον αὐτές οἱ ἀξίες, τότε θά μποροῦσε νά ὁδηγούμασταν σέ ἕναν συγκρητισμό καί μιά σχετικοποίηση. Ὁ καθένας νά ἔχει τόν θεό του, ὅπως τόν καταλαβαίνει. Ἄρα φεύγουμε ἀπό τόν Θεό πού εἶναι ἡ ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Ὤν καί πᾶμε στόν θεό τόν ὁποῖο ἐμεῖς πιστεύουμε. Μᾶς ἀρέσει ἕνας θεός, τόν φτιάχνουμε, καί τόν πιστεύουμε. Ἔτσι, δέν ἀναζητοῦμε τόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά ἀρκούμεθα στήν συνύ­παρξη τῶν ἀνθρώπινων θεῶν τοῦ καθενός. Αὐτό τό πρᾶγμα λέγεται σχετικοποίηση ἤ συγκρητισμός. 
Στή βάση αὐτήν στηρίζεται ἡ ἰδέα μιᾶς παγκόσμιας θρησκείας ἤ αὐτή τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης. Στόχος της εἶναι νά ἑνωθοῦμε οἱ χριστια-νοί, τηρῶντας τό «ἵνα ὦσιν ἕν», πού προσευχήθηκε ὁ Χριστός. Καί αὐτό εἶναι εὐλογημένο. Στήν πράξη ὅμως πῶς θὰ γίνει; Πῶς θά συνεν­νοηθοῦμε μέ τόν πάπα, ὁ ὁποῖος, κατά τήν πίστη τῶν λατίνων, αὐτός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀποτέλεσμα  νά προκύπτει ἕνα παπο­κεντρικό σύστημα διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας; Ἀντίθετα, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε τό συνοδικό σύστημα. Δηλαδή δέν εἶναι ὁ ἀρχιεπίσκοπος πού ἀποφασίζει, ἀλλά εἶναι ἡ Σύνοδος. Αὐτά τά δύο δέν συνδυάζονται. Ἐπίσης, τό ἀλάθητο τοῦ πάπα ἐμεῖς δέν τό καταλαβαίνουμε. Αὐτοί τό ἀγκάλιασαν, τό πίστεψαν, μέ αὐτό μεγάλωσαν. Ἐπειδή δέν μποροῦμε ἀμοιβαίως νά κατανοηθοῦμε, ὁ σκοπός τῆς ἕνωσης ὁδηγεῖ μοιραῖα στήν ἄποψη νά βροῦμε τά κοινά μας σημεῖα, τί μᾶς ἐνώνει καί ὄχι τί μᾶς χωρίζει. Αὐτό ἀκούγεται πάρα πολύ καλό. Ἀντί νά τσακωνόμαστε εἶναι πολύ καλό ἄν ὁ στόχος μας εἶναι, ὄχι νά βροῦμε τήν ἀλήθεια, ἀλλά νά τά βροῦμε μεταξύ μας. Νά φθάσουμε σέ ἕνα concensus,  δηλαδή σέ μιά ἀμοι-βαία ἀνεκτικότητα συνύπαρξης. Ὄντως εἶναι καλό. Ναί, ἀλλά ὑπάρχει ἀλήθεια; 
Ἀρχίζει λοιπόν ἡ ἀνάγκη συνύπαρξης νά ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικά ἕνα κοινωνικοῦ ἤ ψυχολογικοῦ τύπου concensus. Νά βροῦμε τρόπο νά καθίσουμε στό ἴδιο τραπέζι. Τώρα τί θά γίνει ἀπό κεῖ καί πέρα, τό τί θά ποῦμε καί ποῦ θά πᾶμε δέν ξέρουμε· ὁ στόχος μας εἶναι νά τά βροῦμε. Ὄχι νά Τόν βροῦμε. Καί αὐτό περνάει ὡς κάτι καλό καί εὐλογημένο. Οἰκουμενισμός,  ἑνότητα, ἀγάπη. Πολύ ὡραία ἰδέα. Κι ἐμεῖς ἄν ἤμασταν γεννημένοι σέ ἕναν ἄλλο χῶρο, αὐτή τήν στιγμή θά εἴχαμε ἐνδεχομένως ἄλλη πίστη. 
Ὅλα αὐτά εἶναι ἀπόρροια αὐτῆς τῆς παγκοσμιοποιητικῆς ἀντίλη­ψης. Ἔτσι δημιουργεῖται κάτι πού ἐπιβάλλεται ὡς δύναμις καί ἐκφράζεται ὡς παγκόσμια οἰκονομία, ὡς παγκόσμιοι ὀργανισμοί, ὡς παγκόσμια πολιτική, ὡς παγκόσμια παιδεία, ὡς παγκόσμιες ἀξίες, ὡς παγκόσμιες συνήθειες, ὡς κοινή μόδα καί γλῶσσες. Δημιουργεῖται μιά παγκόσμια συμπεριφορά, μιά παγκόσμια νοοτροπία, μιά παγκόσμια πληροφόρηση. Ἀνοίγουμε τήν τηλεόραση καί μαθαίνουμε ἀπό μιά εἰκόνα τήν ὁποία τήν παίρνουν οἱ διάφοροι τηλεοπτικοί σταθμοί ὅλοι οἱ λαοί τό ἴδιο πρᾶγμα. Καί δέν μποροῦμε εὔκολα νά τό ἐλέγξουμε. Εἶναι εὔκολη ἡ πληροφόρηση, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἡ πληροφόρηση εἶναι καί ἀξιόπιστη. Πιθανόν νά εἶναι ἐλεγχόμενη. Αὐτό ὁδηγεῖ στόν λεγόμενο ἠλεκτρονικό ἔλεγχο. 
Ἕνα ἄλλο πρᾶγμα πού χρησιμοποιεῖται ἀπό τό σύστημα εἶναι ἡ ἀντικατάσταση τῆς θρησκείας τοῦ Θεοῦ μέ μιά θρησκεία ὅπου Θεός εἶναι ἕνας μή Θεός∙ ὄχι ἡμίθεος, ἀλλά μή Θεός. Γιά παράδειγμα θα ποῦμε τό ἑξῆς: Ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία θέλουμε νά ἀποδείξουμε στήν κοινωνία ὅτι εἴμαστε ἀναγκαῖοι, ὅτι κάνουμε κοινωνικό ἔργο -αὐτό εἶναι τό μεγάλο μας ἐπιχείρημα- ταΐζουμε φτωχούς, ἀνοίγουμε νοσοκομεῖα, ἔχουμε τόσα ἱδρύ­ματα. Καί δέν εἶναι λάθος. Εἶναι καί ἀλήθεια καί ἀνάγκη. Ἀλλά τελικά πείθουμε τήν κοινωνία γιά τήν ἀναγκαιότητά μας μόνον στήν βάση τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς πού αὐτή ἐπιθυμεῖ. Αὐτό δέν ἔχει Θεό. Δέν χρειά­ζεται ἕνας Θεός γιά νά δώσουμε ἐμεῖς συσσίτια. Μποροῦμε νά τό κάνουμε καί χωρίς θεό. Ἄν ἐγώ τώρα σᾶς ἔλεγα νά δώσετε ἀπό ἕνα εὐρώ, θά μαζεύαμε τετρακόσια εὐρώ. Δέν εἶναι δύσκολο. Χωρίς νά τό καταλάβει ἡ μονάδα, μαζεύει κάτι ὁ πυρήνας. Καί αὐτό τό μεταφράζει σέ ἔργο. 
Αὐτό ἔχει νά κάνει μέ τήν ὑλική ἀνάγκη τοῦ λαοῦ, ἀλλά ὄχι μέ τήν ἀνάγκη τοῦ λαοῦ γιά Θεό. Μᾶς φτιάχνουν λοιπόν μέ ἀλλοιωμένη τήν ταυτότητα καί μᾶς δέχεται τό σύστημα καί καμαρώνουμε ὅταν μᾶς ἀνα­γνωρίζουν ὡς Ἐκκλησία, ὅταν δέχονται νά διδάσκονται τά θρησκευτικά μας, ὅταν προστατεύονται τά δικαιώματά μας. Δέν λέω ὅτι δέν πρέπει νά διδάσκονται τά θρησκευτικά, ἀλλά σᾶς τό λέω γιά νά δείξω πῶς νοιώ­θουμε. Αὐτό ἀπό μόνο του δέν γεννάει Θεό. Μπορεῖ νά διδάσκεις θρη­σκευτικά καί νά μήν ἀναδύεται ὁ Θεός. Μπορεῖ νά εἶσαι καταπληκτικός στή λατρεία, μέ χορωδίες καί στολισμούς καί αὐτό νά εἶναι ἕνα παχύ ἐπίγειο πρᾶγμα μέ θρησκευτική ἐπίφαση χωρίς Θεό. 
Ἕνα λοιπόν στοιχεῖο πού ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς σύγχρονης νοοτροπίας εἶναι ὅτι κάπως μᾶς χάνεται ὁ Θεός καί ἡ ἀνάγκη Του. Ἡ ἀνάγκη ὑπάρχει εἴτε ὡς ψυχολογική, ἔχω  φοβίες, ἀνασφάλειες, θέλω νά τά ἔχω καλά καί μέ τήν συνείδησή μου κ.λπ. Πολλοί μοῦ εἶπαν αὐτές τίς μέρες νά προσευχηθῶ γιά κάποιους νά πετύχουν στίς ἐξετάσεις πού ἀρχί-ζουν αὔριο. Εἶναι λάθος καί δέν θά προσευχηθῶ. Διότι δέν μπορῶ νά σταθῶ μπροστά στήν εἰκόνα καί νά πῶ «Θεέ μου, βοήθησε νά γράψει ἡ Κατερίνα καλά, ὁ Κώστας νά περάσει στό βιολογικό». Εἶναι λάθος. Αἰσθά-νομαι ὅτι ὁ Θεός ἀπό πάνω ἄν μέ βλέπει θά λέει «καλά, τόσο ἀνόητο δεσπότη ἔχω ἐκεῖ κάτω;» Δέν ὑπάρχει τέτοιο πρᾶγμα. Δέν ὑπάρχει. Εἴπαμε νά κάνουμε λειτουργίες. Νά κάνουμε λειτουργίες, ὄχι γιά νά φαίνεται ὅτι κάνουμε λειτουργίες γιά τίς ἐξετάσεις καί ἄρα εἴμαστε κοντά στή νεολαία. Νά κάνουμε μιά ἀγρυπνία, νά κάνουμε μιά ἀκολουθία, περνοῦν μιά δύσκολη κατάσταση τά παιδιά, νά βοηθήσει ὁ Θεός, νά φωτίσει κι ὅ,τι θέλει ἄς κάνει ἀπό ἐκεῖ καί πέρα. Δέν ἔχει καμιά σημασία σέ ποιό τμῆμα θά περάσουμε. Δέν ἔχει καμιά σημασία τί βαθμό θά πάρουμε στά μαθηματικά ἤ στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Μέ αὐτό δέν ἀσχο-λεῖται ὁ Θεός. Αὐτό εἶναι μιά ἐντελῶς κοσμική ἀνθρώπινη κατανοητή ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὅμως δέν ρυθμίζεται ἀπό κάπου ἀλλοῦ. Ἡ ἀντίληψη αὐτή δημιουργεῖ λάθος σχέση. Καί δέν νομίζω ὅτι ἀδικῶ τήν ἀλήθεια. Δέν εἶναι αὐτός ὁ Θεός. Οὔτε ὁ ὑπαρκτός, ὁ Ὤν, οὔτε κἄν θά ἔπρεπε νά εἶναι καί ὁ ἐπιθυμητός. Αὐτός εἶναι ὁ φτιαχτός, ὁ ἀνθρωπο­κατα­σκευασμένος, αὐτός πού πεθαίνει. Αὐτός πού διώκεται καί χάνει, εἶναι αὐτός πού ἀπειλεῖται. Δέν εἶναι ὁ Θεός. 
Τό ἑπόμενο πού τό ὑπενίχθην καί προηγουμένως εἶναι ὅτι γιά νά μπορέσει νά ἐλεχθεῖ, νά ρυθμιστεῖ ἤ νά λειτουργήσει αὐτό τό σύστημα συγκεντρώνεται τεράστια δύναμη στά χέρια κάποιων, οἱ ὁποῖοι εἶναι  πρῶτον, ἄγνωστοι, δέν τούς γνωρίζουμε, δεύτερον, ἔχουν μαζέψει πρωτο­φανῶς μεγάλη δύναμη, τέτοια καί τόση πού ποτέ στήν ἱστορία δέν ἦταν συγκεντρωμένη κάπου καί τρίτον, δέν εἶναι ἐλεγχόμενοι. Δέν ὑπάρχει ἕνας μηχανισμός νά δεῖ ποιοί εἶναι αὐτοί. Καί τί κάνουν καί γιατί τό κάνουν καί ποῦ θά λογοδοτήσουν. Καί ἕνα τέταρτο, εἶναι χωρίς Θεό. Εἴμαστε σχεδόν σίγουροι ὅτι ἔτσι εἶναι. 
 
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ
Αὐτό λοιπόν ὅλο ἔχει ἐπίσης αὐτήν τήν δυναμική μέ τήν ὁποία καταστρέφει τήν ἱστορία, καταστρέφει τούς πολιτισμούς, καταστρέφει τήν ἰδιοπροσωπεία, καταστρέφει τά πρόσωπα, τήν ἐλευθερία. Φτιάχνει φωτο-αντίγραφα. Ἕνα ἀπό αὐτά εἴμαστε κι ἐμεῖς. Κάτω ἀπό αὐτές τίς συνθῆκες πρέπει νά βροῦμε τό δικό μας πρόσωπο ὁ καθένας. Αὐτό λίγο ὡς πολύ ὅλοι τό καταλαβαίνουμε. Μᾶς ἔχει εὐτελίσει τό ἴδιο τό σύστημα ὡς πρόσωπα, ὡς οἰκογένειες, ὡς κοινωνίες, ὡς ἔθνος, ὡς κόσμος. Ἔχουμε εὐτελισθεῖ διεθνῶς. Διερωτώμεθα πόσο χαμηλότερα θά πᾶμε. Καί δέν πηγαίνει παρακάτω. Παρά ταῦτα, καταλαβαίνουμε ὅλοι ὅτι συμπερι­φερό­μαστε ὅπως μᾶς ὑποχρεώνει τό σύστημα. Χάσαμε λίγο τήν ἐλευθερία μας μέ τήν ὁποία ἡ στενότερη σχέση πού ἔχουμε εἶναι ὅτι θά τήν θέλαμε, ὄχι ὅτι τήν ἔχομε. Καί πρέπει κάτι νά κάνουμε. 
Στό μυαλό μας, λοιπόν, στό δικό μου τουλάχιστον τό μυαλό, ἔρχε-ται αὐτό πού εἶναι καταγεγραμμένο στήν Ἀποκάλυψη: «ἐδόθη αὐτῷ» στόν ἀντίχριστο, «ἐξουσία ἐπί πᾶσαν φυλήν καί λαόν καί γλῶσσαν καί ἔθνος» (Ἀποκ. ιγ΄ 7). Ποιός εἶναι αὐτός πού τοῦ δόθηκε ἐξουσία σέ ὅλους τούς λαούς, σέ ὅλες τίς φυλές, σέ ὅλες τίς γλῶσσες, σέ ὅλα τά ἔθνη; Τό διαβά-ζεις, δέν τό ἑρμηνεύεις παραπέρα, ἀλλά λές κάτι σημαίνει αὐτό. Καί ὁδηγεῖσαι ἀναπόφευκτα στήν καλύτερη περίπτωση σέ ἐσχατολογικές συζητήσεις, στή χειρότερη σέ ἐσχατολογικό πανικό. Φόβοι, ἀνασφάλειες, ὑπερβολές, αἴσθηση ὁμαδικοῦ πανικοῦ καί ἀδιεξόδου, ὁ ἀντίχριστος, καταστροφή, παραπομπές στὸ «συνοχή ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ» (Λουκ. κα΄ 25). Τί κάνουμε λοιπόν; Ὑπάρχει καμμιά ἀντίσταση σέ αὐτό; 
Σέ αὐτό θά ἤθελα λίγο νά ἀφιερώσουμε τό ὑπόλοιπο μέρος τῆς ἀποψινῆς συνάξεως, δίνοντας μερικές κατευθύνσεις πού θεωρῶ πώς ταυ­τόχρονα ρίχνουν φῶς καί δίνουν ἐλπίδα, προοπτική καί σκοπό στόν καθέ­να μας. Μέσα σέ αὐτό τό πλαίσιο, μέσα σέ αὐτήν τήν πραγ­ματικότητα, πῶς θά μποροῦσε κανείς νά πατήσει στά πόδια του πνευματικά. 
Α. Τό πρῶτο. Νομίζω, σίγουρα, ὄχι μέ κοσμικούς τρόπους. Αὐτό πού συνήθως μᾶς ζητοῦν εἶναι, «ξεσηκωθεῖτε, φωνάξετε, ὀργανῶστε συλλα­λητήριο, σηκῶστε πανώ, μοιρᾶστε μηνύματα παντοῦ, ἀπειλεῖστε». Λυποῦμαι ἀλλά αὐτό ἀποτελεῖ ἔκφραση κοσμικῆς ἀντίληψης. Εἶναι ἕνας τρόπος πού στηρίζεται στή δική μας δύναμη. Εἶναι κάτι πού τό χρησι­μοποιοῦν τά σημερινά συστήματα. Κάπου ἀντιδροῦν καί ἀνατρέπουν τήν πορεία τῶν πραγμάτων. Θά μποροῦσε νά μήν εἶναι ἁμαρτωλός τρόπος καί ἴσως δέν εἶναι. Ἀλλά δέν εἶναι ὁ πνευματικός τρόπος. Εἶναι κάτι πού δημιουργεῖ ἐπίσης ταραχή, φανατισμό, ἔνταση, θυμό, ἐσωτερική ἀνα­στάτωση. Δέν εἶμαι τόσο σίγουρος ὅτι αὐτό εἶναι τό καλύτερο πού θά μπορούσαμε νά κάνουμε. Αὐτό σάν μιά πρώτη παρατήρηση. 
Β. Μιά δεύτερη παρατήρηση εἶναι ὅτι ἀναντίρρητα δέν πρέπει νά ἐφησυχάσουμε. Δέν πρέπει νά καθίσουμε ἀδιαφορῶντας, ἀλλά πρέπει πᾶσαν τήν ἐλπίδα καί τήν μέριμνά μας νά τήν ἔχουμε πρός τόν Θεό. Ἀλλά δέν πρέπει ὅμως καί νά λέμε ὅτι εἶναι ὑπερβολές ὅλα αὐτά τά πράγματα. Δέν εἶναι καθόλου ὑπερβολές. Οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους τοῦ διαβόλου εἶναι ὑπαρκτές στόν κόσμο μέσα στόν ὁποῖο λειτουργοῦμε. Ἀκόμη καί νά μήν τό ἔλεγε ἡ Ἁγία Γραφή, τό ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐμπειρία τῆς ζωῆς. Ἀλλά καί μέσα στήν Ἁγία Γραφή ὑπάρχει σαφῶς μιά διαρκής προτροπή νά διαχωρισθεῖ κανείς ἀπό τόν κόσμο καί νά καταλάβει ὅτι πολε­μεῖται ἀπό τόν διάβολο γιά νά μπορέσει ἀνάλογα κι αὐτός νά διεξα-γάγει τόν ἀόρατο πνευματικό του πόλεμο. Ἅρα λοιπόν δέν ἐφησυχάζουμε, ἀλλά γρηγοροῦμε καί δέν ἀνησυχοῦμε. 
Γ. Κάτι πού λείπει καί πού ἔχει ὑπερβολικά ἀποδυναμωθεῖ στίς μέρες μας καί εἶναι τό πιό βασικό στοιχεῖο, εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἀναγκαιότητα τῆς πίστης. Δέν πιστεύουμε μέ τήν ἔννοια τοῦ ἐμπιστευόμαστε. Καί ὅσοι λέμε ὅτι πιστεύουμε, πιστεύουμε μέ τήν ἔννοια τοῦ ὅτι παραδεχόμαστε κάποιες ἰδέες. Ἐπιλέγουν οἱ ἄνθρωποι ἰδέες, ἐπιλέγουμε κι ἐμεῖς. 
Πίστη σημαίνει ἐξάρτηση ἀπό τόν Θεό. «Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νική-σασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰω, ε΄ 4). Ἡ μεγαλύτερη δύναμη πού μπορεῖ νά ἔχει κανείς ἀπό μέσα του εἶναι αὐτή ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Νά εἶναι Αὐτός ὁ πρῶτος στηριγμός μου, τό κέντρο τῶν ἐλπίδων μου, ἡ κατεύθυνση τοῦ προορισμοῦ μου, ὁ ἐνεργῶν στή ζωή μου. Αὐτή εἶναι πίστη καί αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ πίστη φαίνεται μέσα ἀπό τά ἔργα, δηλαδή μέσα στήν καθημερινότητα· ἄν ἐγώ πραγματικά ἐλπίζω στόν Θεό, στηρί­ζομαι σέ Αὐτόν καί αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη τῆς σχέσης μου μέ Αὐτόν. Ὄχι, νά ἀποδεχθοῦμε τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά προσπαθήσουμε νά κοινωνοῦμε μετά τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι μοῦ εἶναι τόσο ζῶν ὁ Θεός, ὥστε τοῦ δίνω τόν δικό μου ἑαυτό καί παίρνω ἀπό τήν δική Του ἐνέργεια, ἡ ὁποία μεταφράζεται σέ φωτισμό, σέ δύναμη καί σέ ἁγιασμό. Αὐτό σημαίνει φωτίζομαι στό σκοτάδι μου, δυναμώνω ἐκεῖ πού λυγίζω καί ἁγιάζομαι μέσα στήν πρόκληση τῶν παθῶν μου. Αὐτό εἶναι πολύ διαφορετικό ἀπό τό παραδέχομαι τό ἕνα καί ἀπορρίπτω τό ἄλλο. Αὐτό φαίνεται πολύ στὶς περιόδους τῶν διωγμῶν καί νομίζω ὅτι θά μποροῦσε νά ἀποτελεῖ γιά ὅλους μας ἕνα θαυμάσιο πρότυπο ἤθους καί ζωῆς. 
Κατά τούς διωγμούς, οἱ χριστιανοί δέν προσπαθοῦσαν νά ἀνατρέ­ψουν τό ρωμαϊκό σύστημα, τό κράτος πού τούς πολεμοῦσε, ἀλλά ἐπι­θυμοῦσαν νά ὁμολογήσουν τόν Χριστό ὡς ἀλήθεια καί στήν δύναμη Αὐτοῦ νά στηριχτοῦν. Καί αὐτό δέν τό πέτυχαν ἀπό τήν μιά μέρα στήν ἄλλη ὡς Ἐκκλησία, ἀλλά χρειάστηκε χρόνος. Ὅταν ὁ πρῶτος διωγμός τοῦ Νέρωνος ἔγινε τό 63 μ.Χ. καί ὁ τελευταῖος τοῦ  Διοκλητιανοῦ τό 306, αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ περίοδος τῶν διωγμῶν κράτησε 250 χρόνια, δυόμισυ αἰῶνες. 
Δ. Θά ἤθελα νά πῶ καί ἕνα τέταρτο. Τί θά πεῖ «οὗτοι ἐν ἅρμασι καί οὗτοι ἐν ἵπποις ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθη-σόμεθα;» (Ψαλμ. 19, 8). Τό λέει ὁ Δαυίδ στήν Παλαιά Διαθήκη. Τό ἐπανα-λαμβάνουμε ἐμεῖς στίς ἀκολουθίες μας μέσω τοῦ Ψαλτηρίου. Θά πεῖ ὅτι αὐτοί πού μᾶς πολεμοῦν, ἔρχονται νά μᾶς πολεμήσουν μέ δυνάμεις ἀνθρώπινες, μέ ἅρματα, μέ ὁπλισμούς καί μέ ἄλογα, μέ στρατό, μέ ὅπλα, μέ πυραύλους θά λέγαμε σήμερα, «ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι  Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα». Ὅποιος θέλει πραγματικά νά νικήσει διά τοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ Θεοῦ, Αὐτόν ἐπικαλεῖται καί νικᾶ καί συντρίβονται οἱ κοσμικές δυνάμεις. Ἔτσι λέει. Καί εἶναι ἀλήθεια πού ἴσως δέν τήν πιστεύ-ουμε ὅτι ἔρχεται ὁ κόσμος, ὁ διάβολος, ὁ ἀντίχριστος, «ἐν ἅρμασι καί ἐν ἵπποις», μέ κοσμική δύναμη νά συντρίψει τήν πίστη, νά συντρίψει τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν χριστιανῶν, ἀλλά ὁ χριστιανός μεγαλύνεται, δοξάζεται, φανερώνει τήν δύναμή του «ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν», ἄν ἐπικαλεῖται τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ. 
Ὑπάρχει κι ἄλλο ἕνα που λέει «τόξον δυνατόν ἠσθένησεν καί οἰ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν» (Βασ. α΄ 4). Τό τόξο τῶν δυνατῶν, τά ὅπλα τῶν δυνατῶν, ἀπεδείχθησαν ὅτι δέν εἶχαν δύναμη. Καί οἱ ἀσθενοῦ-ντες, τά ἀνθρωπάκια, τά ὁποῖα δέν εἶχαν καί καμιά δύναμη «περιεζώ-σαντο δύναμιν», χωρίς ὅπλα ἄρχισαν νά ἐκφράζονται ἐν δυνάμει. Αὐτό δέν ἰσχύει γιά κάποιους, γιά τούς ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτό ἰσχύει γιά ὅλους, ἄν ζοῦμε τήν Ἐκκλησία ὄχι ὡς σωματεῖο μέ κοσμική ἰσχύ ἀλλά ὡς μυστήριο, τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. 
Καί ἕνα τρίτο· «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέ ἐκζη-τοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Τί θά πεῖ αὐτό; Ὅτι κάποιοι πού ἦταν πλούσιοι κι εἶχαν ὅλα τά ἀγαθά ξεφούσκωσαν. Ἔπαθαν αὐτό πού ἔπαθε ὁ ἑλληνικός λαός τώρα, «ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν». Γίναμε ἀλλιῶς ἀπό ὅ,τι ὑπολογίζαμε. Κόβεται τό ἕνα, κόβεται τό ἄλλο, ἀπολύεται ὁ ἕνας ἀπό τήν δουλειά, δέν βρίσκει δουλειά, εἶναι νέος ἄνθρωπος. «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Αὐτό τί θά πεῖ; αὐτοί πού ἔχουν τήν ἐλπίδα τους στόν Κύριο δέν θά τούς λείψει τίποτα. 
Αὐτά τά τρία, καί ὑπάρχουν φυσικά πολύ περισσότερα, σέ τί μᾶς ὑποψιάζουν; Ὅτι ἐάν εἶναι ἀλήθεια, ἔτσι πρέπει νά ζοῦμε. Καί εἶναι ἀλήθεια. Ἄν δέν ζοῦμε ἔτσι, μᾶς λείπει κάτι πολύ σημαντικό καί ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό εἶναι νοσηρή ἤ ἐλλειπής. Φιλοτιμεῖται κανείς νά πεῖ, λοιπόν, πῶς τό ζῶ ἐγώ αὐτό τό πρᾶγμα; Τό πιστεύω, τό δέχομαι, τί μοῦ λείπει; Πῶς μπορῶ νά τό ἀποκτήσω καί νά ἀρχίσω λίγο νά τό ἀναζητῶ ὡς ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μου; 
Θά ἤθελα λοιπόν νά πῶ ὅτι τόν ἀγῶνα μας γενικότερα τόν πνευ-ματικό σ΄ αὐτή τή ζωή, δέν τόν κάνουμε μόνοι μας, ὁ στόχος μας δέν εἶναι νά νικήσουμε. Θά τοῦ δείξουμε ἐμεῖς τοῦ διαβόλου καί τοῦ ἀντιχρίστου, ἤ ὅλοι μαζί θά τόν διαλύσουμε, θά τόν γονατίσουμε, νά σταματήσει αὐτό τό πρᾶγμα πού γίνεται. Θά ἀλλάξουμε τόν κόσμο. Ὄχι. Ὅποιος ἀπό μᾶς τό κάνει εἶναι ἐκτός καί δέν θά τό πετύχει. Ἀλλά τί κάνουμε; Ὁμολογοῦμε τόν Χριστό καί γι΄ αὐτό ἔχει σημασία ποιός εἶναι ὁ Θεός κι ὄχι ποιόν πιστεύει ὁ καθένας ὡς Θεό. Ὁμολογοῦμε τόν Χριστό καί αὐτός εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος «ἐξῆλθεν νικῶν καί ἵνα νικήσει» (Ἀποκ. στ΄ 2). Αὐτός θά νικήσει, ὄχι ἐμεῖς. 
Εἶμαι σχεδόν σίγουρος ὅτι τό πνεῦμα στό ὁποῖο καλλιεργούμαστε καί σᾶς καλλιεργοῦμε καί ἐμεῖς ὡς κληρικοί εἶναι νά εἶσαι ἀγωνιστής καί θά νικήσεις μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὄχι. Αὐτός πού θά νικήσει θά εἶναι ὁ Χριστός. Ἐμεῖς καλούμαστε νά Τόν ὁμολογήσουμε καί νά συμμαχή-σουμε μαζί Του, ὄχι νά νικήσουμε κανέναν. Συμμαχῶντας μαζί Του, αὐτός νικάει. Στήν ἱστορία αὐτός εἶναι ὁ νικητής. Αὐτό εἶναι τό τέταρτο πού θά ἤθελα νά πῶ. 
Ε. Ὑπάρχει καί ἄλλο ἕνα στοιχεῖο ἀντιστάσεως. Πάλι θά τό δανει-στῶ ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Λέει κάπου «οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. ε΄ 20). Ὅπου ὑπάρχει πολύ ἁμαρτία, ὑπάρχει πλεόνασμα χάριτος. Παραχωρεῖ ὁ Θεός καί ὑπάρχει πλεο­νά­ζουσα ἡ ἁμαρτία. Ὅποιος θέλει νά ἀγωνισθεῖ μέσα σέ αὐτήν τήν ἀτμό-σφαιρα τῆς ἁμαρτίας θά τοῦ δοθεῖ περίσσευμα χάριτος, φωτισμός στό σκοτάδι του, δύναμη στήν ἀσθένειά του καί δυνατότητα ἁγιασμοῦ, νά νικήσει καί τά πάθη καί τούς πειρασμούς του. Ἔτσι ἐκφράζεται ἡ χάρις. Στήν ἐποχή μας, νά εἶστε σίγουροι, ὑπερπερισσεύει ἡ χάρις. 
Ἐπιτρέψτε μου, στό σημεῖο αὐτό, νά σᾶς πῶ τί σκέπτομαι ὡς ἐπί-σκοπος. Θέλω αὐτό τό πλεόνασμα τῆς χάριτος νά τό βρῶ καί νά τό δώσω στό λαό. Θέλω ἀπό αὐτό πού ὑπάρχει, ἀντί νά βλέπω τήν ἁμαρτία, νά μπορέσω νά βρῶ χάρι πού δέν ὑπῆρχε σέ ἄλλες ἐποχές ποὺ εἶχαν ἴσως λιγότερη ἁμαρτία. Διότι ἐπειδή εἶχαν λιγότερη ἁμαρτία, λιγότερη χάρι ἔδινε ὁ Θεός. Τώρα πού παραχωρεῖ καί ὑπάρχει ὅλος αὐτός ὁ παρα­λογισμός τῆς ἁμαρτίας δίνει καί χάρι. Ποῦ εἶναι ὅμως; Θά τήν ψάξουμε. Κι ὄχι ὁ καθένας μόνος του, ὅλοι μαζί. Αὐτό πρέπει νά κάνουμε. Καί ἔχει χάρι. 
Ὅταν λοιπόν θά πᾶμε σέ ἕναν πνευματικό αὐτό ζητᾶμε. Ὅταν θά πάω ἐγώ στόν πνευματικό μου θά τοῦ πῶ: «πατέρα μου καλέ, βρές μου τίς πηγές τῆς χάριτος νά πάρω καί πές μου πῶς θά πιῶ. Δεῖξε μου τήν πηγή καί δός μου τό ποτῆρι». Γι΄ αὐτό πηγαίνουμε στόν πνευματικό, ὄχι γιά νά μᾶς σβήσει τίς ἁμαρτίες. Ἀλλά νά μᾶς δώσει χάρι καί νά μᾶς ὑποδείξει τρόπους νά τήν προσλάβουμε. Ἔχει πολύ χάρι ἡ ἐποχή μας. Καί ὀφείλω νά τό πῶ καί αὐτό σάν ἕνα πέμπτο στοιχεῖο πολύ σημαντικῆς ἀντιστά­σεως τήν ὁποία εἶναι καλό νά τήν ἀξιοποιήσουμε ὁ καθένας μας.  
ΣΤ. Θά πῶ καί ἕνα ἀκόμη. Λέει πάλι στήν Ἀποκάλυψη «ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Ἀποκ. κβ΄ 11) Σ΄ αὐτά τά δύσκολα χρόνια ξεχωρίζουν τά πράγματα. Παλεύει κανείς. Ὅποιος θέλει νά ζήσει σέ ρυπαρότητα «ρυπα-ρευθήτω ἔτι», ἄς λερωθεῖ. Κι ὅποιος θέλει νά ζήσει μέ ἁγιότητα, λεβέντικα νά πεῖ θά ἁγιασθῶ ἀκόμα παραπάνω. Στόχος μου ὁ ἁγιασμός μου. 
Σᾶς ἐρωτῶ ὑπάρχει εἰκόνα καί ἔκφραση ἁγιασμοῦ ἤ ἐξαγιασμοῦ, δηλαδή διαδικασίας ἐξαγιασμοῦ στήν σημερινή Ἐκκλησία; Ἤ ὑπάρχει μόνον ἕνας συντηρητισμός, νά ὑποστηρίξουμε ὁρισμένες σωστές ἀπόψεις; Ἀρχίζουν κάποιοι μέ ἀγωνία νά ψάχνουν στούς computers καί στό internet  ἀτέλειωτες ὧρες τίς ἀπειλές τοῦ διαβόλου, τοῦ ἀντιχρίστου, τό ἕνα τό ἄλλο. Πόσο ὀφελεῖ αὐτό; Πόσες ὧρες ξοδεύουν; Τό δίχτυο τῶν ἀνθρώπων μέ τούς ὁποίους κοινωνοῦν μόνο γι΄ αὐτά συζητάει. Ἀφοῦ ἔχετε τόσο κουράγιο νά παίρνετε ὅλη τήν φιλοσοφία τοῦ ἀντιχρίστου -τό δέχομαι ὡς πληροφορία ὄχι ὡς ζωή γιά νά τήν ἀπορρίψετε-, γιατί δέν κάνετε μιά ἄλλη στροφή προσευχῆς, ἄλλου τύπου κοινωνίας, νά πάρετε ἀπό ἀλλοῦ τή δύναμη νά ἀντιμετωπίσετε τό κακό. 
Εἶναι λάθος. Στόχος μας εἶναι ὁ ἁγιασμός μας, ὄχι ἡ συντριβή τοῦ κακοῦ ἀπό μᾶς. Αὐτό δημιουργεῖ πολύ διαφορετική καί κατάσταση σέ μᾶς ἀλλά καί κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας. Νά ἤμασταν μιά Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἔχει δίψα ἁγιασμοῦ νά γίνουμε ἅγιοι! Καί ὄχι νά λέμε: ἅγιος θά γίνω, πάτερ μου; Γιατί ὄχι; Γιατί νά μήν γίνεις ἅγιος; Δηλαδή ποιοί εἶναι νά γίνουν ἅγιοι; Καί τί κακό εἶναι οἱ ἄλλοι πού ἔγιναν ἅγιοι καί ἐσύ θές νά μήν γίνεις ἅγιος; Πεῖτε μου ἕνα ἐπιχείρημα πού νά δείχνει ὅτι δέν εἶναι τόσο καταπληκτικό, τόσο φοβερό πρᾶγμα τό νά γίνει κανείς ἅγιος. Γιατί νά μήν ἀποτελεῖ τόν στόχο ὅλων μας; «Ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι». Τί ὡραῖο πρᾶγμα! Αὐτή εἶναι καί ἡ δύναμη πού θά βγάλει τήν πίστη καί τήν ἄμυνά μας, ὁ ἁγιασμός μας. 
Ζ. Θά τελειώσω μέ ἕνα ἄλλο. Εἶναι ὁ σύνδεσμός μας μέ τήν Ἐκκλησία. Αὐτό ἀποτελεῖ μιά ἀρρώστεια τῆς ἐποχῆς μας. Γιά κάποιο λόγο, ἔτσι οἰκονομεῖ ὁ Θεός κι ἔτσι γίνεται, ὑπάρχουν οἱ δομές τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Σύνοδός μας, οἱ ἐπίσκοποί μας, οἱ κληρικοί μας. Τί σημαίνει αὐτό; Θά μποροῦσε ὁ Θεός νά ἐκφράζεται πολύ καλύτερα στό θέλημά Του μέσα ἀπό λάθος ἐπισκόπους. Αὐτο εἶναι ἀλήθεια. Ἀντί νά  εἶμαι ἐγώ ὁ σωστός καί νά προσεύχομαι νά μέ φωτίσει ὁ Θεός τί νά κάνω, ἄς κάνω τήν προσευχή μου καί νά λέω:  «Θεέ μου, φώτισε τούς ἐπισκόπους μας, τήν Σύνοδό μας, νά μᾶς ὁδηγήσουν σέ μιά ἀσφαλῆ ὁδό, ὅπως Ἐσύ ξέρεις, καί ἄν θέλουν καί ἄν δέν θέλουν, καί ἄν γνωρίζουν καί ἄν δέν γνωρίζουν, κι ἄν ἔχουν συμβιβαστεῖ κι ἄν δέν ἔχουν συμβιβαστεῖ. Ἔχεις τρόπους, διότι τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας Ἐσύ τό κυβερνᾶς μέσα ἀπό ἀνθρώπους». Αὐτό τό πνεῦμα δέν ὑπάρχει. Γι΄ αὐτό καί φθάσαμε στό σημεῖο ὁ λαός νά ἔχει χάσει τήν ἐμπιστοσύνη του καί νά μοῦ λένε συχνά: μήν ἔχετε ἐμπι-στοσύνη οὔτε στόν ἀρχιεπίσκοπο καί σέ κανεναν. Γιατί; Ποῦ νά ἔχω ἐμπιστοσύνη, στό μυαλό μου, στή δική μου καλωσύνη; Ἐγώ προσεύχομαι νά φωτίσει αὐτούς ὁ Θεός, ὄχι μόνον ἐμένα. Ὅλους μας. Καί στούς ὑπεύ-θυνους, ἀντί νά τούς ὑποδείξω τί νά κάνουν, νά μοῦ ὑποδεικνύουν αὐτοί τί πρέπει νά κάνω. 
Καταστρέφεται ἡ σχέση μέ τήν Ἐκκλησία μέ αὐτόν τόν τρόπο καί μέ αὐτό τό πνεῦμα πού κυκλοφορεῖ. Ὁ κλονισμός αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ὀλέθριο πρᾶγμα διότι πορευόμαστε ὡς Ἐκκλησία, ὄχι ὡς ἄτομα. Ἐγώ ἐμπιστεύομαι τήν Ἐκκλησία, γιατί ἐμπιστεύομαι στόν Θεό ὅτι δέν θά ἀφήσει τήν Ἐκκλησία νά πλανηθεῖ, ἀκόμη καί μέ τούς λάθος ἀνθρώπους. Ἐπιτρέψτε μου νά πῶ ὅτι αὐτό εἶναι σωστό πρᾶγμα, δέν εἶναι γνώμη, εἶναι ἀλήθεια. Γι΄ αὐτό καί προσευ­χόμαστε γιά τήν Ἐκκλησία μας, γιά τήν Σύνοδό μας, γιά τούς ἐπισκόπους μας. Ὄχι ὁ καθένας μας μόνος του νά πάει στόν παράδεισο, οὔτε νά ὑποδείξει στήν ἐκκλησιαστική ἡγεσία ἤ σέ αὐτούς πού σηκώνουν τήν εὐθύνη τί πρέπει νά κάνουν, ἀλλά χρέος του εἶναι νά προσεύχεται καί νά προσευχόμαστε ὅλοι νά φωτίζει ὁ Θεός ὡς Ἐκκλησία νά πορευθοῦμε καί στό δικό της σκάφος νά ἐπιβιβαστοῦμε γιά νά μπορέσουμε νά φθάσουμε ἐκεῖ πού πρέπει. 
Τελειώνοντας θά ἤθελα να πῶ ὅτι ἀνώτερη ἀπό τήν ἠθική ζωή, ἀνώτερη ἀπό τά καλά ἔργα εἶναι ἡ μυστική ζωή. Καί μυστική ζωή σημαί-νει ζωή προσευχῆς, σημαίνει ζωή ἐξάρτησης ἀπό τόν Θεό, σημαίνει ζωή στήν ὁποία ἐνεργῶν εἶναι ὁ Θεός καί ὄχι ἐμεῖς. Ἐμεῖς αὐτό πού κάνουμε εἶναι ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε γιά νά ἐπιτρέψουμε στόν Θεό νά ἐνεργεῖ μέσα μας. Δέν θά ἀμυνθοῦμε μέ τό τί θά κάνουμε οὔτε μέ τό τί εἴμαστε, ἀλλά μέ τό τί μποροῦμε καί πρέπει νά γίνουμε. Αὐτό πού γινόμαστε δέν τό καταφέρνουμε μόνοι μας, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἱερῆς συνεργίας μέ τόν Θεό, τήν ὁποία πρέπει νά τήν ἀνακαλύψουμε, δηλαδή ἐμεῖς βάζου-με τήν βούλησή μας κι Ἐκεῖνος μᾶς δίνει τή χάρι καί τή δύναμή Του. Αὐτό εἶναι Ἐκκλησία. Αὐτό διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, αὐτό ζεῖ ἡ Ἐκκλησία, αὐτό ἐμπνέει ἡ Ἐκκλησία, αὐτό ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μέσα στήν ἱστορία, αὐτό γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία.
Ἐάν δέν τό ζοῦμε καί νομίζουμε ὅλοι ὅτι Θεός σημαίνει ὅτι ἐγώ εἶμαι ἠθικός ἄνθρωπος καί τελειώσαμε εἶναι πολύ λίγο. Ἀλλά ἀγωνίζομαι νά εἶμαι ὁ καλύτερος πού μπορῶ, καί ἠθικός, ὄχι γιά νά καταφέρω τά ὑπερφυσικά, ἀλλά γιά νά μπορῶ νά δεχθῶ τόν Θεό μέσα μου καί νά προσλάβω τήν δύναμή Του καί μ΄ αὐτήν νά ἐνεργῶ στή ζωή μου. 
Ἐλπίζω ὅτι δέν εἶναι πολύ βαριά αὐτά πού εἴπαμε.  Ξέρω ὅτι συχνά ἀκούγονται ὡς ξένη γλώσσα ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας. Καί γι΄ αὐτό ἔτσι σκέφθηκα ὅτι καλό θά ἦταν στίς δύσκολες μέρες πού περνοῦμε, τουλάχιστον τώρα νά καταλάβουμε τί μεγάλο πρᾶγμα εἶναι αὐτή ἡ μυστική σχέση μέ τόν Θεό, ἡ συμμαχία μέ τόν Θεό γιά νά μπορεῖ Αὐτός νά συνεκπολεμεῖ, ὅπως λένε οἱ ἅγιοι. Δηλαδή ἐμεῖς νά κάνουμε τόν ἀγῶνα μας, ἀλλά Αὐτός ὁ ὁποῖος θά φέρει εἰς πέρας τόν ἀγῶνα, Αὐτός πού θά δείξει τό σημεῖο Του -καί ἡ Ἐκκλησία ἔχει αὐτά τά σημεῖα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ γιά τήν ζωή τοῦ καθενός μας- εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. 
Ἐμεῖς, λοιπόν, μέσα σέ ὅλη αὐτή τή λαίλαπα, μπροστά στόν ὁδο-στρωτήρα πού ἔρχεται νά μᾶς πατήσει, πιστεύουμε ὅτι «οὖτοι ἐν ἅρμασι καί οὗτοι ἐν ἵπποις ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι Χριστοῦ  Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα».
Ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του, ἡ προσδοκία, τῶν σημείων Του δηλαδή τῶν φανερώσεών Του στή ζωή μας, αὐτά μᾶς στηρίζουν, αὐτά μᾶς κατευθύνουν, αὐτά ἀποτελοῦν τήν ὁδό τῆς σωτηρίας μας. 
 


ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΝΕΥΡΟΜΥΪΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου

Πολεμικό Μουσεῖο, Αθήνα, 11.11.2011




Α. Εἰσαγωγὴ (Ἅγιος Λουκᾶς)
Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὸν π. Νεκτάριο Ἀντωνόπουλο γιὰ τὴν εὐκαιρία ποὺ σήμερα μοῦ δίνει νὰ ζήσω λίγο, μαζὶ μὲ τὴν εὐλογημένη οἰκογένεια τῶν πιστῶν ποὺ εὐλαβοῦνται τὸν μέγαλο σύγχρονο ἅγιο, τὸν Ἅγιο Λουκᾶ ἐπίσκοπο Κριμαίας, τὴ μυστικὴ ἔμπνευση ποὺ ἀναδίδει τὸ πρόσωπό του, ζωντανεύοντας μέσα μας τὴν ἡρωικὴ καὶ ἁγία μνήμη του καὶ ἀνιχνεύοντας τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀγα­πημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Μοῦ ζητήθηκε νὰ διαλέξω ἐντελῶς ἐλεύθερα ἕνα θέμα γιὰ τὴ σημερινὴ μέρα, ἴσως ὄχι κατ' ἀνάγκην ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ. Κι ἐγὼ ἐπηρεασμένος ἀπὸ μία ἔντονη ἐμπειρία τῶν ἡμερῶν ποὺ μοῦ ἔγινε ἡ πρό­ταση, ἐντελῶς αὐθόρμητα, κατέληξα σὲ αὐτὸ ποὺ περιλαμβάνεται μέσα στὸν τίτλο ποὺ ἔχει ἤδη δημοσιοποιηθεῖ.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει ἀπὸ τὸν Ἅγιο Λουκᾶ εἶναι ὁ πλοῦ­τος τῶν γνώσεων καὶ τῶν χαρισμάτων του, εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς πίστης καὶ ὁ ἡρωισμὸς τῆς ὁμολογίας του, εἶναι ἡ ἁγία ζωὴ καὶ πολιτεία του ὡς ποιμέ­νος τῶν λογικῶν προβάτων, εἶναι φυσικὰ ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀγάπη του πρὸς τὸ πρόσω­πο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐπίσης ἡ μεγάλη εὐδοκία τοῦ Θεοῦ στὸ δικό του πρόσωπο ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ σπάνιο χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ μιλήσω γιὰ ὅλα αὐτὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸν ἅγιο, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ καταθέσω ὡς εὐλαβικὸ ἀφιέρωμα στὸ ὄνομά του κάτι ποὺ ὡς φρόνημα ἐνυπάρχει στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ καλλιεργεῖται στὸν μυστικὸ κῆπο τῆς ζωῆς τῶν συμπασχόντων μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια ἁγίων μας, ὅπως ὁ Ἅγιος Λουκᾶς, καὶ ὡς πράξη θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ ἔκφραση στὴ σύγχρονη ἐποχή μας.

Β. Ἀφορμὴ (Περιστατικά)
Εἶναι ἕνας χρόνος περίπου ποὺ ἔχω γνωρίσει μιὰ ἐντυπωσιακὴ κοπέλλα, ἡ ζωὴ τῆς ὁποίας μοῦ θυμίζει σὲ ὑπομονὴ καὶ ἐσωτερικὸ σθένος τὴ ζωὴ ἀκραίων ἀσκητῶν, ἴσως τῶν στυ­λιτῶν ἢ τῶν ἐγκλείστων μοναχῶν. Πάσχει ἀπὸ τὴ νόσο τοῦ κινητικοῦ νευρῶνα. Ἐδῶ καὶ δέκα περίπου χρόνια δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὴν πα­ραμικρὴ κίνηση. Δὲν μπορεῖ νὰ κινήσει οὔτε ἐλαφρὰ τὰ χέρια οὔτε καὶ τὰ δά­χτυλα, οὔτε ἁπλᾶ νὰ σείσει τὸ κεφάλι, δὲν μπορεῖ νὰ μιλή­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­πιεῖ. Ἀναπνέει μὲ τραχειοστομία. Διατηρεῖ τὴν αἰσθη­τικότητά της, ἐνῶ ἔχει χά­σει ὅλη της τὴν αὐτόνομη κινητικότητα. Ἔχει ἀνάγκη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ φωνά­ξει. Ἐνθου­σιάζεται καὶ δὲν μπορεῖ νὰ χειρο­κροτήσει. Κάτι τὴν ἐνοχλεῖ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντι­δράσει. Πέθανε ἡ μητέρα της στὸ διπλανὸ κρεβάτι καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἐσωτερικὸ δράμα τοῦ χωρισμοῦ καὶ τὰ συναι­σθή­ματά της ἦταν τὰ δάκρυά της.
Οἱ μόνες κινήσεις ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει εἶναι νὰ ἀνασηκώσει τὰ φρύδια, νὰ ἀνοιγο­κλείσει τὰ βλέφαρα καὶ νὰ μετακινήσει τὴν κόρη τοῦ ματιοῦ. Τὸ πρῶτο –τὰ φρύδια- τὸ ἀξιοποιεῖ γιὰ νὰ δείξει τὴν ἄρνησή της, τὸ δεύτερο –τὰ βλέφαρα- νὰ δηλώσει κατάφαση καὶ τὸ τρίτο -τὰ μάτια- γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀνάγκη της γιὰ ἐπικοι­νωνία. Ἕνα σῶμα μαραμένο, ἀλλὰ καὶ ἕνα πρόσωπο τόσο φεγγο­βόλο ὅσο δὲν περιγράφεται. Ἐπὶ πλέον, ἕνα μυαλὸ σὲ ἀσύλληπτη ἐγρήγορση, ταχύτητα καὶ ὀξύ­τητα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν βασανίζει ὅσο τίποτε ἄλλο. Ἕνας ψυχικὸς κόσμος πλούσιος σὲ λεπτομέρειες αἰσθημάτων, μιὰ καρδιὰ γεμάτη εὐγένεια, ἐλευ­θερία καὶ ἀρχοντιά. Σκέπτεται καὶ φροντίζει γιὰ ὅλους. Αὐτοὺς ποὺ μὲ μεγάλη ἀφο­σίωση καὶ ἀγάπη τὴν περιποιοῦνται τοὺς ἀγκαλιάζει μὲ ἕνα σπάνιο ἐνδια­φέρον. Δὲν τῆς ξεφεύγει τίποτα. Σὲ βλέπει καὶ σὲ διαβάζει. Ἀναντίρρητα δίνει πιὸ πολλὰ ἀπὸ ὅσα παίρνει. Ἡ πίστη της ζηλευτή. Ὁ Θεός της ζῶν καὶ ἐμπερι­πατ­ῶν. Καμμία ὑποψία ἀπουσίας Του. Διά­κοσμός της εἰκό­νες, στολισμός της κομπο­σχοί­νια, κερά­κια, καλόγουστα ἐκκλη­σια­στικὰ ἀντι­κεί­μενα, ὅλα μὲ σπάνια ἐπιμέλεια ἐπι­λεγμένα καὶ τοποθετημένα. Σὲ περίοπτη θέση μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ, δίπλα στὸν Ἅγιο Νεκτά­ριο. Συντροφιά της οἱ ἅγιοι, ὁ ἐκλεκτὸς ἀδελφός της καὶ οἱ ἀγγελικὲς παρουσίες τῶν ἀποκλειστικῶν ποὺ σκλα­βωμένες ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο της τὴν σκλα­βώνουν μὲ τὴν ὑψηλῶν προδια­γραφῶν φροντίδα τους. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀμοι­βαίως σκλαβωμένοι εἶναι τόσο ἐλεύθεροι. Καὶ πολὺ χαρούμενοι. Ναί, τὸ ἐπα­να­λαμβάνω, χαρούμενοι.
Ἕνα πλούσιο περιεχόμενο ψυχῆς ποὺ διψάει γιὰ ἔκφραση, ἀλλὰ ἕνα στόμα ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ μιλήσει∙ δύο χέρια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν νοή­ματα∙ οἱ φωνητικὲς χορδὲς ἀναξιοποίητες∙ ἕνα πρόσωπο ποὺ ἀρνεῖται νὰ κάνει συσπάσεις. Καμμία κίνηση!
Ὅ,τι χάνει ἀπὸ κίνηση τὸ ἐκφράζει ὡς ζωὴ καὶ δύναμη μὲ καὶ ἀπὸ τὰ μάτια. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ ἐκφραστικότερο στόμα. Ἄχ! αὐτὰ τὰ μάτια. Εἶναι τόσο λαί­μαργα ἕτοιμα νὰ ρουφήξουν καὶ τὴν τελευταία στα­γόνα αὐτοῦ ποὺ τῆς προσφέ­ρεται. Εἶναι τόσο πρόθυμα νὰ δώσουν ὅ,τι ἡ ἴδια ἔχει. Τόσο ἐκφρα­στικά ὅσο κανένα στόμα. Τόσο ὄμορφα ὅσο ἐλάχιστες εἰκόνες. Μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο μάτια βγαίνει ὅλος της ὁ πανέμορφος ἑαυτός. Μὲ τόση δύναμη καὶ τόση ἐκφρα­στι­κό­τητα. Δυό πηγές ποὺ βγάζουν συμπυκνωμένη γλύκα, δροσιά, εὐγέ­νεια, ἀλή­θεια. Ἀνοιγοκλεί­νοντας τὰ βλέφαρα σὲ γράμματα ποὺ τῆς προτεί­νονται σχη­μα­τίζει λέξεις, κάνει προτάσεις, προσφέρει τὸν ἑαυτό της, ἐπικοι­νωνεῖ. Ὅ,τι χάνει ἀπὸ ποσό­τητα καὶ χρόνο συμ­βατικῆς ἐπικοινωνίας τὸ κερδίζει στὸ πολλαπλάσιο ὡς δύναμη ἔκφρασης. Λέει λίγες λέξεις, λίγα λόγια, ὅσα προ­λαβαίνει μὲ τὰ μάτια, ποὺ ὅμως ἔχουν πολὺ λόγο καὶ βαθιὰ σοφία. Γράφει καὶ ποιήματα. Εἶναι ποιητικὴ ἡ ὅλη φύση της. Μπορεῖ νὰ πεῖ τὰ πάντα.
Μοῦ ζήτησε νὰ ἐξομολογηθεῖ γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή της. Ἀγωνία της πῶς αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει. Βρέθηκε λύση καὶ τὸ ἔκανε. Καὶ μάλιστα μὲ μοναδικό τρόπο. Χωρὶς τὸ ἐργαλεῖο τοῦ λόγου, χωρὶς ἐγὼ νὰ κυττάζω τὰ βλέ­φαρα ποὺ ἀνοιγόκλειναν γιὰ νὰ ἐκφράσουν συγκεκριμένες ἁμαρτίες. Ὅλη της ἡ ἐξομολόγηση ἀποτυπώθηκε σὲ ἕνα μουσκεμένο μαξιλάρι ποὺ γιὰ περισσότερη ἀπὸ μισὴ ὥρα τὸ ἔβρεχαν δυὸ μάτια ποὺ μιλοῦσαν πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ κάθε στό­μα καὶ σὲ ἕνα λαμπερὸ πρόσωπο ποὺ ἂν καὶ δακρυσμένο ἀκτινοβολοῦσε φῶς καὶ χαρὰ καὶ ἀλήθεια.
Ἡ ἱστορία αὐτὴ εἶχε καὶ συνέχεια, βέβαια. Πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρουσα ἀπὸ τὴν ἀρχή της. Δὲν μποροῦσε νὰ τελειώσει τόσο εὔκολα. Εἶχε καὶ τὰ διλήμματά της. Αὐτὰ ἄρχισαν ὅταν ἡ ἀγάπη μας θέλησε νὰ ἀξιοποιήσει ποικίλα μέσα. Θὰ μπο­ροῦσε νὰ βοηθηθεῖ ἡ ἐπικοινωνία της μέγιστα καὶ ἐντυπωσιακὰ ἀπὸ τὴ σύγχρονη τεχνο­λογία. Γρήγορα βρέθηκε ἕνα σύστημα ψηφιακῆς τεχνολογίας τὸ ὁποῖο παρέχει τὴ δυνατότητα, ἑστιάζοντας τὸ μάτι στὰ γράμματα ἑνὸς πληκ­τρολογίου ὀθόνης, νὰ σχηματίζει κανεὶς λέξεις καὶ ὁλόκληρες προτάσεις, οἱ ὁποῖες στὴ συνέ­χεια μὲ ἕνα κλίκ νὰ μετατρέπονται σὲ φωνὴ καὶ λόγο κι ἔτσι μὲ τὰ μάτια νὰ μπορεῖ νὰ μιλήσει. Θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως, ἂν ὑπῆρχε μαγνη­τοφωνημένη ἡ φωνή της ἀπὸ τὸτε ποὺ μιλοῦσε, πρὶν δέκα χρόνια, νὰ ἀναλυθεῖ στὶς ἁρμονικές της καὶ νὰ ἀνασυντεθεῖ καὶ ἔτσι ἡ ψηφιακὴ φωνὴ νὰ ἔχει τὴ δική της χροιὰ καὶ ἔκφραση. Θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ τηλεφωνεῖ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος διαθέτει computer μὲ κάμερα καὶ νὰ συνομιλοῦν ἀκουστικὰ ἐκεῖνος μὲ τὸ στόμα καὶ ἡ ἴδια μὲ τὰ μάτια. Θὰ μποροῦσαν πολλὰ πράγματα νὰ γίνουν. Νὰ ἀνοιχθεῖ στὸν κόσμο τοῦ διαδικτύου. Θὰ μποροῦσε ὅμως ἡ ψηφιακὴ ἐπικοι­νωνία νὰ καταργήσει τὴν ἄμεση ὀπτικὴ καὶ τόσο ἐκφρα­στικὴ ἐπικοινωνία, τὸ ἀντί­κρυσμα τοῦ βλέμματος, τὴν ἀμοιβαία δίψα τῆς εἰκόνας τοῦ προσώπου, τὴν προσπάθεια μέσα ἀπὸ τὰ μάτια ὁ ἕνας νὰ μπεῖ στὸν ἱερὸ κόσμο τοῦ ἄλλου. Θὰ μποροῦσε τελικὰ ὅλα νὰ συνδυαστοῦν καὶ νὰ ἀξιοποιηθοῦν, ὥστε καὶ ἡ τεχνο­λογία νὰ βοηθήσει καὶ ἡ ἀμεσότητα τῆς ἐπικοινωνίας τῶν ματιῶν νὰ μὴν καταστραφεῖ.
Μετὰ ἀπὸ μῆνες βρέθηκα σὲ μία ἐκδήλωση στὴν Κύπρο. Ἐκδήλωση τιμῆς ἑνὸς χαρισματικοῦ ἡρωικοῦ νέου, ὁ ὁποῖος πάσχει ἀπὸ μυϊκὴ δυστροφία Duchénne. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ εἶναι μόνιμα ἐπὶ κλίνης, ἀναπνέει μὲ μάσκα ὀξυγόνου, ἔχει τραχει­οστομία, μπορεῖ νὰ μιλήσει ἀργὰ καὶ κάπως δύσκολα, ἴσα ποὺ τὸν ἀκοῦς. Δὲν μπορεῖ νὰ φωνάξει. Καὶ τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κινήσει πολὺ ἐλαφρά, μόλις νὰ ἀγγίξει μία εὐαίσθητη ἐπιφάνεια, εἶναι τὸ μεσαῖο δάχτυλο τοῦ ἑνὸς χεριοῦ. Τὰ ἄλλα δὲν ἔχουν καθόλου δική τους δύναμη. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ὅμως καὶ κάτω ἀπὸ τὶς προανα­φερθεῖσες συνθῆκες, μπορεῖ καὶ γράφει στίχους, συνθέτει μουσικὰ κομμά­τια διεθνοῦς ἐμβέλειας, κυκλοφορεῖ δίσκους, καταθέτει τὸ μυστικὸ βάθος τῆς ψυχῆς του.
Ἡ ἐκδήλωση μέσα σὲ ἕνα κατάμεστο μεγάλο ἀμφιθέατρο ὀκτακοσίων καὶ πλέον θέσεων. Παρόντες οἱ γονεῖς του, τὰ ἀδέλφια του, τὰ ἀνεψάκια του, ἡ φι­λαρμονικὴ τῆς Κύπρου, ἐπώνυμοι τραγουδιστὲς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Κύπρο. Ὅλοι πρόθυμοι νὰ παρουσιάσουν τὸ ἔργο του, νὰ ἀναδείξουν τὸ ταλέντο του, νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀγάπη καὶ τὸν θαυμασμό τους, νὰ φανερώσουν τὸ μεγα­λεῖο τῆς ψυχῆς του. Ὁ ἴδιος ἀπών. Παρὼν ἀπὸ τὸ σπίτι μὲ τηλεδιάσκεψη. Παρὼν καὶ ὡς ἰδιοφυὴς μουσικο­συνθέτης, κυρίως ὅμως ὡς συνθέτης τῆς μελωδίας τῆς ψυχῆς. Δὲν εἶναι τόσο τὸ χάρισμα καὶ ἡ ἱκανότητα οὔτε ἡ ἰσχυρὴ θέληση καὶ καρτερία. Εἶναι ὅτι σηκώνει μαζὶ μὲ τοὺς ἐξαιρετικοὺς γονεῖς του ἕναν ἀσήκωτο σταυρὸ μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ πλησμονὴ ἐλπίδας, μὲ διακριτικὸ χαμόγελο καὶ ἀπροσμέτρητη ἀξιο­πρέπεια. Φέρει ἕνα τεράστιο βάρος χωρὶς τὴν αἴσθηση τοῦ φορτίου του. Μιλάει γιὰ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴ δυσκολία του. Εἶναι τόσο ἀνάλαφρος. Μυστικό του ἡ συμμαχία τῆς βαθειᾶς πίστης του μὲ τὴ χάρι καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Συνο­δοιπόροι του οἱ γονεῖς, τὸ περιβάλλον του καὶ κάποιοι ἀφανεῖς λειτουργοὶ ἀγάπης, ἴσως ἀπὸ μακρινὲς χῶρες τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι οἱ φύλακες ...ἄνθρωποί του, σὰν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
Θὰ κλείσω μὲ μιὰ τρίτη σύντομη ἀναφορά, πάλι στὴν Κύπρο. Μιὰ ἄλλη συγ­κινητικὴ ἐκδήλωση συμπαράστασης στοὺς νευρομυϊκοὺς ἀσθενεῖς. Μιὰ αἴθου­σα γεμάτη ἀπὸ τέτοιους ἀδελφούς μας, μαζὶ μὲ συγγενεῖς καὶ συμπαραστάτες τους. Ἡ εἰκόνα ἀπὸ μόνη της τραυματική. Πόνος, δυσφορία, δυσκολία. Ἐρωτή­ματα, πῶς; γιατί; Ἡ αἴσθηση ὅμως τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο. Χαμόγελο, ἀξιοπρέπεια, ἐλπίδα. Καὶ πολλὴ ἀγάπη, εὐγένεια, ἐνδιαφέρον. Ὀργανωτὴς αὐτῆς τῆς ἐκδήλω­σης μιὰ ἄλλη γυναῖκα ἀπίστευτης ζωντάνιας καὶ δυνάμεως. Ὄχι ἀπὸ τοὺς ὑγιεῖς. Καὶ αὐτὴ μὲ νόσο τοῦ κινητικοῦ νευρῶνα. Τραχειοστομία, ἀδυναμία, παράλυση, ἀκινησία. Ἡ κινητικότητα στὸ σχεδὸν μηδέν. Ἡ ἐνεργητικότητα στὸ ἄπειρο. Ἐπι­βάλλει στοὺς φροντι­στές της -δυό καταπληκτικὲς κοπέλλες ἀπὸ τὸ Βιετνάμ- καὶ στοὺς πολλοὺς καὶ ἐξαιρετικοὺς φίλους της, ποὺ τὴν ἐπισκέπτονται ὡς μαθητές της, νὰ τὴν μετακινοῦν μὲ ὅλη τὴν τεχνο­λογικὴ συνοδεία της σὲ πνευματικὲς συγκεντρώσεις, σὲ ἀγρυπνίες, σὲ μοναστήρια, τελευταῖα δὲ ἦρθε καὶ στὴν Ἑλλά­δα γιὰ προσκύνημα στὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἐδῶ συνασθενεῖς της. Κανεὶς ἀπὸ τὸν περίγυρό της δὲν κουράζεται. Κανένας δὲν διαμαρτύρεται. Ἔχει γιὰ ὅλους κάτι σπάνιο νὰ δώσει. Κανέναν καὶ τίποτα δὲν ξεχνάει. Ἑτοιμάζει τώρα ξενώνα γιὰ νευρομυϊκοὺς ἀσθενεῖς ποὺ δὲν ἔχουν προϋποθέσεις στὸ σπίτι. Ἔχει ξεσηκώσει τοὺς πάντας. Καὶ αὐτὴ μὲ τὰ μάτια. Κι ἐδῶ ἡ πίστη τὸ κρυμμένο μυστικό της, τὸ καύσιμο στὸν δυσλειτουργικὸ κινητήρα της, ποὺ ὅμως πιάνει ταχύ­τητες ποὺ κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσει.
Ὅλους αὐτοὺς τοὺς σπάνιους ἀνθρώπους τοὺς βλέπεις καὶ δὲν τοὺς λυπᾶ­σαι. Καθόλου! Μόνο θαυμάζεις, ἐμπνέεσαι καὶ ἀγαπᾶς. Μὲ τρόπους καὶ σὲ βαθμὸ ποὺ δὲν σοῦ συμβαίνει σὲ ἄλλες περιπτώσεις. Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν ἔχουν ὅλοι τέτοια πίστη. Οὔτε τέτοιες προϋποθέσεις βοήθειας καὶ συμπαράστασης. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἀνάγκες τους εἶναι πιὸ πιεστικὲς καὶ πιὸ μεγάλες. Καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς δικῆς μας συμμετοχῆς στὴ ζωή τους πιὸ ἐπίμονη καὶ πιὸ ἐπιτακτική. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ τελικὰ ἀξίζει περισσότερο στὴ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι οὔτε ἡ πίστη τους οὔτε καὶ ἡ ἀγάπη μας. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ μόνον μαζὶ ὅμως μποροῦμε νὰ ἀνακαλύψουμε.

Γ. Ἀνακουφιστικὴ Φροντίδα
Ἀντικρύζοντας τὸ πρόβλημα τῶν νευρομυϊκῶν ἀσθενῶν θὰ μπορούσαμε νὰ μιλήσουμε γιά τὸ ἐρώτημα τοῦ πόνου, γιὰ τὴν κρίση τῆς πίστεως, γιὰ τὴν ἀνάγκη τῆς ὑπομονῆς, γιὰ τὴ συμπαράσταση καὶ ἀγάπη τοῦ περιβάλλοντος. Ἐγὼ ἀπόψε θὰ ἤθελα νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ τελευταῖο, βασιζόμενος ἀφ' ἑνὸς μὲν στὴν ἐμπειρία μου μὲ τέτοιου τύπου περιστατικά, σὰν αὐτὰ ποὺ ἐνδεικτικὰ προανέ­φερα, ἀφ' ἑτέρου δὲ καὶ στὴ Μονάδα Ἀνακου­φιστικῆς Φροντίδας ἀσθενῶν τελι­κοῦ σταδίου, ποὺ μὲ τὸ ὄνομα "ΓΑΛΙ­ΛΑΙΑ", ἐδῶ καὶ ἑνάμισυ χρόνο λειτουργεῖ κάτω ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῆς Μητροπόλεως Μεσο­γαίας καὶ Λαυρεω­τικῆς.
Ἡ Ἀγγλικὴ λέξη palliative care προέρχεται ἀπὸ τὴν λατινική pallium ποὺ σημαίνει σκέπασμα ἢ προστατευτικὸ κάλυμμα. Ἡ ἴδια λέξη μεταφράζεται πιὸ ὄμορφα στὰ Ἑλληνικὰ μὲ τὶς λέξεις ἀνακούφιση, ἢ παρηγορία, παραμυθία, παρά­κληση καὶ φροντίδα.
Ἄν ἡ ἰατρικὴ βασικὰ ἐκφράζει διαγνωστικὴ ἱκανότητα καὶ θεραπευτικὴ δυνα­τότητα, ἄν στηρίζεται σὲ πλοῦτο γνώσης καὶ χάρισμα ὀξυδέρκειας ἢ ἐπι­δεξιότητας, ἂν ὡς στόχο της ἔχει τὴ θεραπευτικὴ ἐπιτυχία, ἡ ἀνακουφιστικὴ ἀγω­γὴ στηρί­ζεται σὲ ἀρκετὰ διαφορετικὲς σταθερές. Αὐτὴ δὲν βασίζεται στὴ γνώση ἀλλὰ στὰ βαθύτερα αἰσθήματα ἀγάπης καὶ συμπαράστασης∙ δὲν θερα­πεύει, ἀλλὰ παίρνει τὸ βάρος τῆς ἀρρώ­στιας ὁλιστικὰ καὶ τὸ σηκώνει μαζὶ μὲ τὸν ἀσθενῆ∙ ἡ ἐπιτυχία της δὲν ἔγκειται στὸ νὰ δώσει ὑγεία στὸ σῶμα, ἀλλὰ στὸ νὰ ζωντανέψει τὴν ψυχή, νὰ τὴν ξεκουράσει.
Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; ἡ θεραπεία, παρὰ τὸ ὅτι εἶναι σκοπός ἱερὸς καὶ ἀνεκ­­­τίμητος, ἔχει μέσα της κάτι τὸ ψυχρό. Χορη­γεῖ φάρμακα, χρησιμοποιεῖ με­θόδους, ἐγχειρητικὲς παρεμβάσεις, ἀξιοποιεῖ γνώ­ση, ἐξυ­πνά­δα, ἐπιδε­ξιό­τη­τα, ἀπευθύνεται στὸ σῶμα καὶ συχνὰ ἀφήνει τὸν θερά­ποντα σχετικὰ ἀπ’ ἔξω. Ἔχει καὶ κάποια κρυ­φὴ ἔπαρση. Ὁ γιατρὸς προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει, νὰ τὰ κατα­φέρει, νὰ νικήσει.
Ἀντίθετα, ἀνακουφίζω σημαίνει ξελαφρώνω, σηκώνω ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ἄλλου, τοῦ τὸ κάνω πιὸ κοῦφο, πιὸ ἐλαφρύ∙ δὲν βοηθῶ ἁπλᾶ, ἀλλὰ συμμετέχω στὸ δρᾶμα του∙ δὲν τὸν σώζω -τὸ ξέρω αὐτὸ ἐκ τῶν προ­τέρων∙ τὸν παρη­γο­ρῶ, τοῦ συμπαρίσταμαι, εἶμαι πολὺ μαζί του. Προσ­παθῶ νὰ μὴν πονάει ἐκεῖ­νος καὶ συμ­πονῶ. Παίρνω πόνο, δὲν δίνω θεραπεία. Προσφέρω ἐνδιαφέρον καὶ παρουσία.
Σκοπὸς τῆς Ἀνακουφιστικῆς φροντίδας εἶναι νὰ φτιάξει σχέση, ὄχι νὰ βοηθήσει, εἶναι νὰ καταλάβει ὁ πάσχων ὅτι εἶναι:
α) πολὺ ἀγαπητός,
β) πολὺ ἐπιθυμητός,
γ) πολὺ πολύτιμος

Ἐνῶ κουράζει μὲ τὴ δυσφορία του, μὲ τὴν κατάστασή του, ἀκό­μη καὶ μὲ τὴ γκρίνια του, εἶναι ἀγαπητός.
Ἐνῶ μόνο ποὺ τὸν βλέπουμε νὰ ὑποφέρει ἢ νὰ σβήνει, ἡ εἰκόνα του μᾶς κάνει νὰ θλιβόμαστε, δὲν τὸν ἀποφεύγουμε, μᾶς εἶναι ἐπιθυμητός.
Ἐνῶ ὁ ἴδιος δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ προσφέρει πλέον τίποτα στὴν κοινωνία οὔτε στὸν ἑαυτό του οὔτε καὶ στὸ μέλλον, μᾶς εἶναι πολύτιμος. Δίπλα του αἰ­σθα­­νόμαστε ὅτι γινόμαστε πιὸ ἀληθινοί, μᾶς βοηθεῖ νὰ βγάλουμε τὸ καλύ­τερο κομ­μάτι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ δημιουργοῦμε βαθιὰ σχέση μαζί του, πολὺ πιὸ διαφο­ρετικὴ ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν καλὰ ἢ δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκη μας. Δίνουμε τὴ δική μας καρδιὰ ὡς ἀγάπη καὶ φροντίδα καὶ παίρ­νουμε ἀπὸ τὴ δική του ὡς ταπεινὴ εὐγνω­μοσύνη. Δημι­ουργοῦμε σχέση χωρὶς νὰ περιμέ­νου­με νὰ παρηγορηθοῦμε οὔτε καὶ ἀπὸ τὴ διάρκειά της. Αὐτὴ συχνὰ δὲν ὑπάρχει. Τὴν διακόπτει ὁ θάνατος. Ἀντίθετα δημιουργοῦμε σχέση ἀπὸ τὴν ὁποία ξέρου­με ὅτι θὰ πονέσουμε, μάλιστα ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο δυνατὴ αὐτὴ εἶναι. Καὶ αὐ­τὸς ὁ στόχος μας δὲν ἀπειλεῖται μὲ ἀπο­τυχία. «Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8).
Ἀνακουφιστικὴ φροντίδα σημαίνει προσφορά, ὅπου ὅμως τὸ προσφε­ρόμενο εἶναι ὅλος ὁ ἑαυτός μας, ὄχι κλάσμα του. Ὁ ἄνθρωπoς πάσχει, ὑπο­φέρει, βασανίζεται, δὲν ἀντέχει τὸν ἑαυτό του, τὶς σκέψεις του, τὴν ἀνα­πνοή του, ἴσως οὔτε κι ἐμᾶς τοὺς συμπαρα­στά­τες του, δὲν θέλει νὰ ζεῖ. Ἡ δική μας παρου­σία ὅμως μπορεῖ νὰ μειώσει τὸν πόνο, νὰ ἁπαλύνει τὶς κατακλίσεις, νὰ στηρίξει τὸν καταρρέοντα ψυχισμό, νὰ ἀναζωο­γονήσει τὴν ἀναπνοή, νὰ σκεφθεῖ πρὶν ὁ ἀσθε­νὴς ζητήσει, νὰ ξανα­­φέρει τὴν ἀγάπη στὴ ζωή.
Ἀνακουφιστικὴ φροντίδα σημαίνει ἀγάπη. Αὐτὴν δὲν τὴν προσφέρεις. Γι’ αὐτὴν προσφέρεσαι. Προσφέρεσαι ὁλόκληρος. Δὲν δίνεις ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχεις. Προσφέρεις ὅ,τι εἶσαι. Χρειάζεται νὰ ἀντέχεις, νὰ μὴν ἔχεις χρόνο γιὰ σένα, κανέ­να δικαίωμα, ζεῖς γιὰ τὸν ἄλλον καὶ παίρνεις, μαζὶ μὲ τὸν πόνο του, πολλὴ ζωὴ ἀπὸ τὴ λίγη ζωή του, πολλή δύναμη ἀπὸ τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις του.
Ἀνακουφιστικὴ φροντίδα ὅμως σημαίνει καὶ μετάγγιση ἐλπίδας, πίστης καὶ πνευματικῆς προοπτικῆς. Ἡ πνευματικὴ στήριξη τοῦ πάσχοντος δὲν στηρίζεται σὲ λόγια, συμ­βουλὲς ἢ παρηγορητικὰ ψέμματα. Μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸν λόγο, ἀλλὰ δὲν ψάχνει γιὰ ἀπαντήσεις, ἐπιχειρήματα, δῆθεν ἁπλουστεύσεις.
Τὰ βασανιστικὰ γιατὶ τοῦ φυσικοῦ μαρτυρίου, τῆς ἀνερμήνευτης ἀδι­κίας, τοῦ ἀδυσώπητου τέλους, δὲν χρειάζονται ἀπαντήσεις, γιατὶ δὲν ὑπάρ­χουν τέτοιες ἁπλὲς καὶ γνωστές. Ἐνῶ σὲ ὅλα ὑπάρχουν οἱ λόγοι, τὰ βαθύ­τερα αἴτια, γιὰ κάποιον λόγο, στὸν κόσμο ποὺ ζοῦμε, αὐτὰ δὲν εἶναι συνήθως εὐνόητα, φανερὰ ἢ κατανοητά. Δὲν ὑπάρχουν μυστικὰ ποὺ γνωρί­ζουν κάποιοι σοφοὶ ἢ οἱ ὑγιεῖς ἀλλὰ ἀγνοοῦν οἱ πάσχοντες. Αὐτοί, ἂν καὶ ἀδυνατοῦν νὰ τὴν ἐκφράσουν, γνωρί­ζουν καλύτερα τὴν ἀλήθεια.
Μιὰ ἐπίσκεψη σὲ ἕναν ἀσθενῆ σὰν αὐτοὺς ποὺ προαναφέραμε ἢ σὲ ἕνα ἵδρυμα μὲ ἄτομα μὲ εἰδικὲς ἀνάγκες γκρεμίζει τὴ λογική σου, ξεσχίζει τὸ συναί­σθημά σου, κατα­στρέφει τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία σου, προκαλεῖ ὑπαρξιακὴ ἀπόρρι­ψη τοῦ κό­σμου, τῶν κοινωνιῶν, τῶν ἐπιδιώξεων, τῶν προοπτικῶν καὶ γεννᾶ ἐρω­τήματα γιὰ τὸν λόγο τῆς ὑπάρξεώς σου, γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή της, γιὰ τὸ τί ἀξίζει καὶ τί ὄχι, γιὰ τὴν ἐξουσία, γιὰ τὸν Θεό. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ συμβαδίζει μὲ αὐτὴν τὴν τραγικότητα καὶ ἀδικία; Ποιός ἀπὸ μᾶς ἂν ἦταν θεὸς θὰ ἔφτιαχνε τέ­τοιον κόσμο; Καὶ γιατί; Μήπως τελικὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση κρύβει περισσότερη καλω­σύνη ἀπὸ τὴ θεϊκή; Ἤ τί καὶ ποιός εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὁ Θεός; Ὁ λάθος δημι­ουργός; ὁ Δημιουργὸς τοῦ λάθους κόσμου; ὁ ἡττημένος ἀπὸ τὸ κακὸ καλός; Ὁ Ἅγιος ποὺ δὲν ἔχει ὅλη τὴ δύναμη; ὁ Παντοδύναμος ποὺ δὲν ἔχει τέλεια ἀγάπη;
Αὐτὰ ὑπάρχουν ὡς ἐρωτήματα ἂν πλησιάσεις πνιγμένος στὰ ἀνθρώπινα ὅρια τῆς σκέψης ἢ βουλιαγ­μένος στὰ ταραγμένα νερὰ τῆς συναισθηματικῆς μυω­πίας. Ὁ συνδυασμὸς ὅμως πίστης καὶ ἀγάπης μεταμορφώνει ἐντελῶς τὸ σκηνικό.

Δ. Ὁ ἀποδέκτης τῆς ἀγάπης
Μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης ὡς προσωπικῆς κένωσης καὶ διαπροσω­πικῆς κοινωνίας, ἐπιτυγχάνεται μιὰ διπλῆ ἀποκάλυψη τοῦ συνανθρώπου μας ὡς πλησίον καὶ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ. Μέσα στὴν ὑπέροχη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, βλέπει κανεὶς πῶς ἡ ἀνιδιοτελὴς φροντίδα, φέρνει τὴν προσωπικὴ κένωση, καταργεῖ τὴν ἐσωτερικὴ ἀπόσταση ποὺ προξενεῖ ἡ φιλαυτία μας καὶ μεταμορφώνει τὸν πάσχοντα σὲ πλησίον.
Ἡ Ἐκκλησία μας, μέσα στὴν πλούσια ἐμπειρία τῆς βιωμένης διδασκαλίας της προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο· ἀναδεικνύει τὸν πλησίον σὲ ἀδελφό, ὡς προ­ερ­­χόμενον ἀπὸ τὴν ἴδια δελφύν, τὴν ἴδια μήτρα. Τὸν καθιστᾶ ὄχι ἁπλᾶ κοντινό, ἀλλὰ συγγενῆ καὶ μάλιστα τὸν πλησιέστερο συγγενῆ.
Καὶ αὐτὸ πάλι δὲν εἶναι τὸ μεῖζον τῆς ἀξίας τοῦ πλησίον. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἀναβιβάζει τὸν πλησίον στὴ δοξασμένη σχέση τοῦ δικοῦ Του ἀδελφοῦ: «Ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40). «Οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφούς αὐτοὺς καλεῖν» (Ἑβρ. β΄ 11), ὅπως λέγει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Ἑβραίους. Μέσα ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου ὁ πλησίον ἀναδεικνύεται σὲ ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁρατὴ εἰκόνα Του, σὲ δική μας εὐκαιρία συνάντησής Του.
Μὲ τὴν ἔννοια αὐτήν, κάθε λειτουργὸς ἀγάπης εἶναι μᾶλλον εὐεργετού­μενος παρὰ εὐεργετῶν, ταπεινὸς ἀποδέκτης εὐλογίας παρὰ ἐξαντλούμενος δια­κονητής, διότι «μέγας ἐστὶν τῆς εὐποιΐας ὁ πλοῦτος, ἐν τῷ διδόναι γὰρ λαμβά­νεται καὶ ἐν τῷ σκορπίζειν συνάγεται» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).

Ε. Ὁ νευρομυϊκὸς ἀσθενὴς (Νόσος τοῦ Κινητικοῦ Νευρώνα, MND)
Ἡ Ἀνακουφιστικὴ Φροντίδα προέκυψε ὡς ἀνάγκη συμπαράστασης κυρίως καρκινοπαθῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου καὶ μάλιστα ὡς ἀπάντηση στὰ ἀδυσώ­πη­τα εὐθανασιακὰ διλήμματα. Ἀνέπτυξε ὅμως τὴν ἀρετὴ τῆς ἀνιδιοτελοῦς διακο­νίας καὶ θυσιαστικῆς προσφορᾶς σὲ τέτοιο μέτρο καὶ ἔκταση ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία θὰ μποροῦσε νὰ συμπεριλάβει καὶ τοὺς νευρομυϊκοὺς ἀσθενεῖς.
(α) Ἕνας τέτοιος ἀσθενής στερεῖται παντελῶς τῶν κινητικῶν δυνατο­τή­των. Εἶναι ξαπλωμένος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει στὸ πλευρό. Φυσικὰ ἀδυνατεῖ πλήρως νὰ βαδίσει. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις δυσκολεύεται νὰ καταπιεῖ, νὰ μιλήσει, στοιχει­ωδῶς νὰ αὐτοεξυπηρετηθεῖ.
Δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ, νὰ φωνάξει, νὰ θυμώσει, νὰ ἀγκα­λιάσει, νὰ χει­ρο­­κροτήσει, νὰ ἀμυνθεῖ ἐνοχλούμενος ἀπὸ ἕνα ἔντομο ἢ ζωΰφιο. Μπορεῖ μόνο νὰ δακρύσει. Τὸν πλοῦτο τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου ἀναγκάζεται νὰ τὸν μεταφέρει μὲ χρονικὴ καθυστέρηση καὶ μὲ τὸν πλέον συντομευμένο τρόπο.
(β) Ἔχει αἰσθητικότητα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι αἰσθάνεται τὴ φαγούρα, τὸν πόνο, τὶς ἐνοχλήσεις τῶν ἐντόμων, τὸ γλείψιμο τοῦ ἱδρῶτα στὸ σῶμα, τὶς κινή­σεις τῶν σαρκι­κῶν ἐπιθυμιῶν. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἀμυνθεῖ οὔτε νὰ ἀπο­λαύ­σει καὶ τὰ στοιχειώδη, ὅπως τὸ φαγητό, τὴν ἀνάσα τῆς ἀναπνοῆς, τὴν ἀναγκαία αὐτονομία, τὸν χορτασμὸ τῶν ματιῶν, τὶς πληθωρικὲς ἀπαιτήσεις τῶν αίσθήσεων.
(γ) Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἶναι ἀπόλυτα ἐξαρτώμενος. Γιὰ τὶς φυσικές του ἀνάγκες ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ ἄλλους. Πρέπει διαρκῶς νὰ ζητάει, χωρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ δώσει. Εὔκολα τραυματίζεται ἡ ἀξιοπρέπειά του. Θὰ μποροῦσε νὰ συγκρί­νεται καὶ νὰ ζηλεύει, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἐπιθυμίες του.
(δ) Δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὴ ζωή, νὰ διασκεδάσει ὅπως ὅλοι οἱ γύρω του. Δὲν ἐλπίζει γιὰ κάτι καλύτερο. Ἀγνοεῖ τὸ μέλλον του καὶ ἀγωνιᾶ γιὰ τὴν προοπτική του. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι πολὺ δύσκολο ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ ἐκφράσει, τὰ κρατάει μέσα του. Ὑπάρχει πάντα βάρος ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ τοῦ τὸ πάρεις.
(ε) Ὁ πειρασμὸς νὰ αἰσθάνεται ὡς μηχανὴ βιολογικῶν ἀναγκῶν καὶ λιγό­τερο ὡς αὐτόνομη ὀντότητα κοινωνουμένων χαρισμάτων εἶναι πολὺ μεγάλος. Ἡ αἴσθη­ση τοῦ περιορισμένου αὐτεξουσίου εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένη. Αἰσθάνε­ται ὅτι περισσότερα παίρνει, ἐλάχιστα δίνει, πολὺ ὑποχρεώνεται.
(στ) Αἰσθάνεται ἐπίσης ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸν καταλάβουμε πῶς νοιώ­θει, νὰ μποῦμε στὴ θέση του. Μπορεῖ νὰ εἴμαστε δικαιολογημένοι γιὰ κάτι τέτοιο, ἀλλὰ αὐτὸ κτίζει ἀπόσταση μέσα του. Ἡ σκέψη ὅτι ἡ δική του κατάσταση εἶναι συνεχής, ἐνῶ ἡ δική μας παρουσία κοντά του ἔχει καὶ διαλείμματα, ἀποτελεῖ ἄλλον ἕνα παράγοντα ἀναμενόμενης ἐσωτερικῆς ἀναστάτωσης τοῦ θυμικοῦ.
(ζ) Ποιές οἱ ἀνάγκες του πέραν τῆς φυσικῆς ἀνακούφισης; Πρώτιστη εἶναι ἡ ἐλπίδα, ἡ ὁποία ὅμως πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ πέραν ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ἢ λογικὴ αἰτιολογία. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς χαρᾶς εἶναι ἐπιτακτική, ἀλλὰ στὸ περιβάλλον τῆς ζωῆς του ἐξαιρετικὰ δύσκολη. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ βάση ὅμως τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ στὴν ἐγωιστικὴ ἀντίληψη περὶ ἀξίας, ἀλλὰ στὰ μυστικὰ βάθη τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι εὐδιάκριτα.

ΣΤ. Ἀνακουφιστικὴ Φροντίδα Νευρομυϊκῶν Ἀσθενῶν
Μὲ τὰ δεδομένα αὐτά, οἱ λειτουργοὶ τῆς ἀνακουφιστικῆς διακονίας νευρο­μυϊκῶν ἀσθενῶν δια­μορ­­φώνουν μία προσέγγιση ἀρκετὰ διαφοροποιημένη ἀπὸ αὐτὴν τῶν συνήθων λει­τουργῶν ὑγείας, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τῶν λειτουργῶν τῆς ἀνα­κουφιστικῆς φροντί­δας καρκινοπαθῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου, ὅπου ἐκεῖ τὸ κυριαρχοῦν στοιχεῖο εἶναι ὁ ἐπικείμενος θάνατος. Ἄς δοῦμε κάποια χαρακτη­ριστικά της.
(α) Τὸ πρῶτο ἰδίωμά της προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι στὶς περιπτώσεις τῶν νευ­ρο­μυϊκῶν ἀσθενῶν, ἡ κατάσταση δὲν εἶναι ἀναστρέψιμη, οὔτε εὔκολα δια­χειρί­σιμη, ὁ ἀσθενὴς δὲν εἶναι θεραπεύσιμος, ἡ δὲ ὑγεία του προοδευτικὰ καταρ­ρέει καὶ μάλιστα συνήθως ἀπαιτεῖ πρὸς τοῦτο ἀρκετὸ χρόνο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν φαίνεται τὸ τέλος ὡς ἀνακούφιση οὔτε καὶ ὡς ἄμεση ἀπειλή, ἀλλὰ ἡ ἐξέλιξη ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς βασανιστικῆς παρατεινόμενης διαδικασίας. Ὁ φόβος τῶν ἄγνωστων συνεπειῶν, τῶν αἰφνιδιαστικῶν καὶ μὴ πάντοτε προβλέψιμων ἐξελί­ξεων ἀποτελεῖ δύσκολο νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἀντίπαλο. Εἶναι ὅμως καὶ σύμμαχος. Ὑπο­χρεω­τικὰ φιλοσοφοῦμε∙ γιατί αὐτὸς καὶ ὄχι ἐμεῖς; Ἄλλοτε τὸ ἀπω­θοῦμε. Παρὰ ταῦτα, μπορεῖ νὰ συμβεῖ καὶ σὲ μᾶς. Ἀλλοτε πάλι ἀνακύπτουν ἐρωτήματα: γιατὶ ὁ Θεός ποὺ δὲν ἀποτρέπει, τώρα ποὺ εἶναι ἀργὰ νὰ ἐνισχύει;
(β) Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικὸ τῆς Ἀνακουφιστικῆς φροντίδας εἶναι ὅτι τὸ πλησίασμα τοῦ ἀσθενοῦς δὲν διακρίνεται οὔτε ἀπὸ τὴν ἐλπίδα οὔτε καὶ ἀπὸ τὴν ἔπαρση τῆς θεραπευτικῆς ἱκανότητος, ἀλλὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ταπείνωση τῆς ἀνακούφισης καὶ μόνον τοῦ πάσχοντος, ἡ ὁποία μάλιστα στὴν περίπτωση τῶν νευρομυϊκῶν ἀσθενῶν ἔχει ἀπροσδιόριστη ἐξέ­λιξη καὶ ἀπρόβλεπτη ἀλλὰ συνήθως μακρὰ διάρκεια.
(γ) Τέλος, μαζὶ μὲ τὸν ἀσθενῆ, οἱ συγγενεῖς, οἱ νοσηλευτές, οἱ ἰατροὶ εἶναι ὅλοι χωρὶς ἐλπίδες, κουρασμένοι. Βασικὸ στοιχεῖο ἡ αἴσθηση τοῦ ἀδιεξόδου καὶ ἡ γενικευμένη κατάρρευση. Καὶ ψυχικὴ καὶ πνευματική. Καταρρέει καὶ τὸ περιβάλ­λον. Ἐπὶ πλέον, ἡ εἰκόνα προκαλεῖ ἔντονη λύπη καὶ ἐξαιρετικὰ λεπτὴ συμπάθεια.
Πρέπει νὰ θεμελιώσουμε ἐλπίδες σὲ ἄλλη προοπτική, νὰ ἀναζητήσουμε νόημα πρὸς ἄλλη ἀπὸ τὴν συνήθη κατεύθυνση. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ συμπαράσταση ἀπὸ μόνες τους δὲν ἀρκοῦν. Οὔτε τὸν πόνο ἐξαλείφουν οὔτε στὴν ὑπαρξιακὴ βά­σανο ἀπαντοῦν. Ἴσως ἐκτὸς ἀπὸ ἀμοιβαία ἀγάπη ποὺ βγαίνει αὐθόρμητα νὰ εἶναι εὐκαιρία νὰ βροῦμε πίστη μέσα μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόκληση. Αὐτὴ καταργεῖ τὸ ἐρώτημα τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, λυτρώνει ἀπὸ τὴν σκληρότητα τῆς ἀμφι­σβή­τησής Του καὶ τὰ ἀντικαθιστᾶ μὲ τὴν προσπάθεια τῆς αἴσθησης τῆς παρουσίας Του. Αὐτὸ συνέβη μὲ τὰ ἄτομα ποὺ προανέφερα. Σὲ αὐτοὺς ἡ πίστη ἀνδρώθηκε μέσα ἀπὸ τὴ δοκιμασία.

Ζ. Τί μπορεῖ νὰ προσφέρει ὁ νευρομυϊκὸς ἀσθενής;
Τὸ σημαντικὸ στὴν Ἀνακουφιστικὴ φροντίδα τῶν νευρομυϊκῶν ἀσθενῶν εἶναι τὸ μεγάλο δυναμικὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὴν ψυχή τους, μάλιστα σὲ τέτοιο βαθ­μὸ ποὺ συχνὰ ὁ διακονῶν καὶ ἀνακουφίζων, δέχεται πολὺ μεγαλύτερο ἀνταπό­δομα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ προσφέρει.
(α) Τὸ πρῶτο ποῦ δίνει ὁ ἀσθενὴς εἶναι ὁ ἀγώνας του. Κάτω ἀπὸ τὶς πλέον δύσκολες συνθῆκες ἐκτείνει, τεντώνει τὴν ὕπαρξή του καὶ βγάζει δυνάμεις σπάνιες, ποὺ κάτω ἀπὸ συνήθεις συνθῆκες δὲν ἐκδηλώνονται. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει πολὺ πλουσιότερο δυναμικὸ ἀπὸ ὅσο ἐμφανίζει. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης καὶ τῆς συντήρησης στὴ ζωή, κάτω ἀπὸ ἐξαιρετικὰ δύσκολες συνθῆκες, διαστέλλει τὸν ἄνθρωπο, τὸν μεγενθύνει. Τὴ στιγμὴ ποὺ φαίνεται πὼς χάνει τὴν ἀξιοπρέπειά του καὶ πὼς μειώνεται ἡ ποιότητα τῆς ζωῆς του, τοῦ προσθέτει ἀξία καὶ ποιότητα τέτοια ποὺ διαφορετικὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀναδείξει. Οἱ κρυμμένες του δυνάμεις ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια. Καὶ αὐτὸ μεταγγίζεται.
(β) Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ πραγματικὰ συγκλονίζει εἶναι ἡ ταπείνωση τοῦ ἀσθενοῦς, ὁ ὁποῖος παραδίδεται, γίνεται ἀπόλυτα ἐξαρτώμενος. Ζεῖ τὴν ταπεί­νωση τοῦ αἰτεῖσθαι καὶ λαμβάνειν. Στὶς σχέσεις του, δείχνει νὰ δίνει λίγα καὶ νὰ παίρνει πολλά. Καὶ συμφι­λιώνεται μὲ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Ὅταν αὐτὸ δὲν τοῦ δημιουργεῖ συμπλέγματα τραυματισμένου ἐγωισμοῦ, τότε προκαλεῖ μία ἐσωτε­ρικὴ ταπείνωση ποὺ τὸν καθιστᾶ ὥριμον «ὡς παιδίον» (Λουκ. ιη΄ 17), ἕτοιμο γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀποκτᾶ συνειδητο­ποιημένη παιδικότητα.
(γ) Σίγουρα δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παραλείψει τὸ μέγεθος τῆς ὑπο­μονῆς καὶ ἐγκαρτέρησης τῶν νευρομυϊκῶν ἀσθενῶν. Ἴσως ἡ μεγαλύτερη ἄσκηση εἶναι αὐτὴ τῶν στυλιτῶν καὶ τῶν ἐγκλείστων ἀσκητῶν. Ἡ κίνηση τῶν μελῶν τοῦ σώματος καὶ κυρίως τῶν ποδιῶν, τὸ ἄνοιγμα τῆς ἀπεριόριστης θέας, ἡ ἀπόλαυση τῶν γευστικῶν ἐναλλαγῶν, ἡ ἀπελευθέρωση τῆς ἔκφρασης καὶ τοῦ λόγου, ἡ ἱκανοποίηση τῶν βουλητικῶν ὑποδείξεων, ἀποτελοῦν ἀναγκαῖες προϋποθέσεις νὰ βιώνει κανεὶς τὴν ἐλευθερία του καὶ τὴ ζωή. Τὸ νὰ μπορεῖ ὅμως κάποιος νὰ ζεῖ τὴν αὐτεξουσιότητά του μέσα ἀπὸ πλήρη ἀκινησία, χωρὶς ἐναλλαγὲς εἰκόνων καὶ αἰσθητικῶν ἐρεθισμάτων, δίχως λόγο, μὲ αὐστηρὰ ἐλεγχόμενη τὴ βουλητικὴ δυναμική του, μὲ πλήρη ἀνοχὴ τοῦ ἀδύναμου ἑαυτοῦ του, αὐτὸ ἀπὸ μόνο του ἔχει στοιχεῖα πνευματικῆς ὑπέρβασης μοναδικά.
(δ) Κατακλείοντας δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παραλείψει τὴν προσφορὰ τῆς δοκιμασμένης καὶ δυνατῆς πίστης ὅσων ἀσθενῶν βρῆκαν τὸ μυστικὸ τῆς πίστης. Ἡ πίστη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἐντελῶς ἄλλης ποιότητος ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε καλλιεργημένη πίστη, ἡ ὁποία μπορεῖ μὲν νὰ ἑδράζεται στὴν ταπεινὴ καὶ ἁγνὴ προαίρεση, δὲν ἔχει ὅμως τὸ σημεῖο καὶ τὴ σφραγῖδα τῆς συνεχοῦς καὶ ἀδυσώπητης δοκιμασίας.


Η. «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου»
Ἡ Ἀνακουφιστικὴ φροντίδα εἶναι ἕνα μεγάλο πανεπιστήμιο στὸ ὁποῖο διδά­σκεται ἡ ἐπιστήμη τῆς κενωτικῆς ἀγάπης καὶ ἡ ἔρευνα τῆς βαθιᾶς πίστεως. Ἡ διακονία τῶν ἀσθενῶν ποὺ ζοῦν σὲ ἀκρότητα ψυχοσωματικῆς ἀδυναμίας δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτελεσθεῖ οὔτε μὲ καλὴ διάθεση μόνον οὔτε μὲ συναίσθημα.
Ἡ Γραφὴ ποὺ ἀποτελεῖ θεόπνευστη δεξαμενὴ πνευματικοῦ πλούτου ἀπο­δίδει μοναδικοὺς χαρακτηρισμοὺς καὶ ἰδιώματα στὴν ἀγάπη. Κατ’ ἀρχὰς εἶναι ἡ μόνη ἀρετὴ ποὺ ἀποδίδεται ὡς ὄνομα στὸν Θεό («Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», Α΄ Ἰω. δ΄ 16). Εἶναι ἀρετὴ «μείζων» πασῶν τῶν ἀρετῶν (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13), «ὁδὸς καθ’ ὑπερβολήν» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31), ἐκφράζεται δὲ «ἐν παροξυσμῷ» κατὰ τὸν Ἀπό­στολο Παῦλο καὶ πρέπει νὰ εἶναι «ἐκτενής» (Α΄ Πέτρου δ΄ 8) κατὰ τὸν Πέτρο.
Αὐτὰ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ἐμφανίζονται ἔντονα στὴ διακονία τῶν νευ­ρο­μυϊκῶν ἀσθενῶν. Μιὰ τέτοια ἀγάπη ὁδηγεῖ σὲ ἀπόδειξη τοῦ Θεοῦ, σὲ φανέρωση τῶν σημείων καὶ τῶν ἀποτυπωμάτων Του. Ἐκεῖ ποὺ ὑποφέρει ἀβά­σταχτα ἡ φύ­ση, ποὺ προκαλεῖται ἡ λογική, ποὺ δυσκολεύεται τὸ συναίσθημα, ἐκεῖ ψηλαφεῖται ὁ Θεός, μεγαλύνεται ὁ ἄνθρωπος, δοξάζεται ἡ κοινωνία. Ὅταν ζωή σου εἶναι ἡ ἀνακούφιση τοῦ ἄλλου, τότε ἡ κοινωνία μαζί του εἶναι ἡ παρη­γοριά σου.
«Εἶδες τὸν πλησίον σου ὡς ἀδελφόν σου; Εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ἀββᾶς Ἀπολλώ), «Μακάριός ἐστι ὁ πάντας ἀνθρώ­πους ὡς Θεόν, μετὰ Θεὸν λογιζόμενος» (Ὅσιος Νεῖλος ὁ ἀσκητής). Τὸ μεγα­λύτερο δῶρο ποὺ ἀντιπροσ­φέρει ὁ πάσχων ἀσθενὴς εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἑαυτοῦ του ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ.
Παρὰ ταῦτα, ἡ προσφορὰ τῆς ἀγάπης στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἔχει ὅρια. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄνθρωποι λειτουργοῦμε ὑποκείμενοι σὲ ὅρια καὶ φραγ­μούς. Ἡ μέρα ἔχει 24 ὧρες, οἱ ἀντοχές μας εἶναι περιορισμένες, οἱ δυνά­μεις μας πεπερασμένες. Ἡ ἀγάπη πράγματι συνδέει τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ τους, ἀλλὰ ἀπὸ μόνη της οὔτε τὸν λόγο τῆς δοκιμασίας διαθέτει οὔτε καὶ τὸν θάνατο μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει. Συχνὰ μπορεῖ νὰ φαίνεται ἀνεπαρκής.
Αὐτὸ ποὺ ἀπαραίτητα χρειάζεται νὰ τὴν συμπληρώσει εἶναι ἡ πίστη. Ἡ πίστη στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ ἑρμη­νεύσει τὴ δοκιμασία. Ὅ,τι συμβαίνει, συμβαίνει κάτω ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγάπης Του. Κάτω ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅλα ἀντέχονται. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ζητούμενο∙ ὄχι ἡ φυσικὴ ἀνακούφιση. Ἡ κάθε δοκιμασία προβάλλεται στὸν σταυρὸ καὶ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀντιπροσφέρεται δὲν εἶναι κατ’ ἀναγκην ἡ θερα­πεία, ἀλλὰ ἡ δύναμη Του, καθὼς λέγει ἡ Γραφή: «πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώ­πινος, πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α΄ Κορ. ι΄ 13), δεδομένου μάλιστα ὅτι «ἐν ᾧ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθεὶς δύναται τοῖς πειρα­ζομένοις βοη­θῆσαι» (Ἑβρ. β΄ 18).
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ μέτρο τοῦ πειρασμοῦ εἶναι ἀνάλογο τῶν δυνάμεών μας, ἡ κάθε δοκιμασία ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὸ σταυρικὸ πάθος τοῦ Κυρίου, ἡ δὲ δύναμις τοῦ Θεοῦ παρέχεται ὡς σημεῖο τῆς ἀγάπης Του στὴ ζωή μας. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὸν λόγο, τὴν ἀπάντηση τῆς κάθε δοκιμασίας καὶ ἡ Ἀνάσταση ἀποτελεῖ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου ὡς τέλους καὶ μηδενιστικῆς κατάληξης. Ἡ πίστη σὲ σταυρωμένο ἀλλὰ καὶ ἀναστάντα Θεὸ ξεπερνάει καὶ τὸ βάρος τῆς δοκι­μασίας καὶ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ἡ πίστη στὸν ἐσταυρωμενο Χριστὸ γιὰ τοὺς κλητούς, δηλαδὴ γιὰ τοὺς πιστούς, εἶναι καὶ «Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α΄ Κορ. α΄ 23-24).
Στὴ διακονία τῆς Ἀνακουφιστικῆς φροντίδας προσφέρεται ἡ ἀγάπη ὡς κοινωνία, ἐνισχύεται ἡ πίστη ὡς Θεοῦ δύναμις καὶ σοφία, ἀνταλλάσσεται ὁ Θεός.
Γράφει κάποιος σοφὸς γέροντας, ἐκφραστὴς τῆς λαϊκῆς πίστης:

Ζήτησα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει δύναμη
κι Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε δυσκολίες γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσω.

Τοῦ ζήτησα σοφία
κι Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε προβλήματα νὰ μάθω νὰ λύνω.

Τοῦ ζήτησα οἰκονομικὴ ἄνεση
κι Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε νοῦ καὶ ἱκανότητα νὰ δουλεύω.

Τοῦ ζήτησα θάρρος
κι Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε κινδύνους νὰ ξεπερνῶ.

Τοῦ ζήτησα ἀγάπη
κι Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε προβληματικὰ ἄτομα νὰ βοηθῶ.

Τοῦ ζήτησα χάρες
κι Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε εὐκαιρίες νὰ ἐκμεταλλευτῶ.

Ἀπ’ ὅ,τι ζήτησα δὲν πῆρα τίποτε –τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἤθελα.
Πῆρα ὅμως τὰ πάντα –αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ χρειαζόμουν.

Ἡ προσευχή μου είσακούσθηκε!











ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΡΡΩΣΤΟΥ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
ΣΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου
Ρόδος, 14.10.2011



Θέλω νά ἐκφράσω τή χαρὰ καί τήν εὐγνωμοσύνη μου στοὺς ὀργανωτὲς αὐτοῦ τοῦ ὡραίου συμποσίου. Χαρά γιά τό γεγονός ὅτι μοῦ δίνεται μιά εὐκαιρία ἐπικοι¬νωνίας μαζί μὲ λειτουργοὺς ὑγείας ποὺ διακονοῦν στὸν ἰδιόμορφο ἀλλὰ τόσο ἀληθινὸ χῶρο τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας. Καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ ὅτι μοῦ δίνετε τὴ δυνατό¬τητα νὰ αἰσθανθῶ μέλος αὐτῆς τῆς εὐλογημένης «ἀνακουφιστικῆς» οἰκογέ¬νειας, νὰ ἀκούσω καὶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἐμπειρία ἄλλων, ἀλλὰ καὶ νὰ καταθέσω μὲ τὸν δικό μου τρόπο τὸ ὅραμα τῆς ἀνακούφισης στὸν τόπο μας, κυρίως ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πλευρά, καὶ μάλιστα ὅπως αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐκφρασθεῖ κατὰ τὴ διακονία ἀσθενῶν ποὺ ἐκμετροῦν τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπίγειας πορείας τους.
Σέ μένα ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας χρονο-λογεῖται ἀπὸ τὸ 1985, στὸ Νοσοκομεῖο Παίδων τῆς Βοστώνης στὴν Ἀμερική. Ἐκεῖ, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θεραπευτήρια τοῦ κόσμου, ποὺ συχνὰ ἡ ζωὴ φαινόταν πιὸ εὔκολη ἀπὸ τὸν θάνατο, γιὰ πρώτη φορὰ ὑποψιάσθηκα τὸ ἐνδεχόμενο ἡ προσφορὰ φιλάνθρωπης ἀνακούφισης καὶ στήριξης νὰ ξεπερνάει ἐνδεχομένως σὲ ἀξία ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν θεραπεία.
Στὴ σημερινή μου ὁμιλία, αὐτὸ ποὺ θὰ προσπαθήσω νὰ κάνω εἶναι νὰ ἐπι-κεντρωθῶ ὄχι στὴ φροντίδα τῶν ἀσθενῶν καί τῶν οἰκογενειῶν τους κατά τίς τελευ-ταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς τῶν ἀσθενῶν, ἀλλά στή στήριξή τους, τότε ποὺ οἱ ἐλπίδες μηδενίζονται, ποὺ ἡ ἀπειλὴ κυριαρχεῖ, ποὺ ὁ φόβος τοῦ ἀγνώστου ἐπιβάλλεται καὶ ὅλα φαί¬νε¬ται νὰ καταρρέουν. Τί ἆραγε θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσφέρει, ὅταν ὁ θάνα¬τος εἶναι ἐπὶ θύραις, ὅταν ὁ πόνος ἀποκτᾶ τὴ μεγαλύτερη τιμή του, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παλιν¬δρομεῖ ἀνάμεσα στὴ μέγιστη καὶ τὴν ἐλάχιστη ἀξία του;

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ
Θὰ ξεκινήσω παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τή λέξη ἀνακουφίζω, ἡ ὁποία γιά κάποιο λόγο μοῦ φαίνεται καλύτερη ἀπό τήν λέξη παρηγορῶ καί ἀκόμη καλύτερη ἀπό τήν ἀντίστοιχη ἀγγλική λέξη palliative care. Ἀνακουφίζω προέρχεται ἀπό τή λέξη κοῦφος, ποὺ σημαίνει ἀνάλαφρος, κενός, ἐξ οὗ καί κούφιος. Μέ ἄλλα λόγια, ἀνακουφίζω ση¬μαίνει ξελαφρώνω κάποιον, τοῦ παίρνω τό βάρος, τοῦ δίνω ἀνάσα, τὸν διευκολύνω. Σημαίνει ὅτι κάνω κάποιες συγκεκριμένες ἐνέργειες γιὰ ὅλα τὰ προηγούμενα, κυρίως ὅμως φορτώνομαι ὁ ἴδιος. Καὶ αὐτό εἶναι κάτι τὸ μοναδικό. Στό θεραπευτικό ἐπίπεδο ἡ βοήθεια καί ἡ συμπαράσταση ἐκφράζονται κυρίως μέσα ἀπὸ τὰ ρήματα δίνω καὶ προσφέρω. Στοὺς ἀσθενεῖς τελικοῦ σταδίου ἡ συμπαράσταση ὑποχρεωτικὰ περνάει ἀπὸ τὸ ρῆμα προσφέρομαι. Δὲν ἔχω νὰ δώσω τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Αὐτὸς μοῦ ἔμεινε, αὐτὸν χρειάζεται ὁ ἀδελφός μου. Καὶ μάλιστα ὁλόκληρον. Κυρίως γι’ αὐτὸ ἡ στήριξη εἶναι ὁλιστική.
Ἡ προσφορὰ γενικὰ ἔχει διάφορα ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο εἶναι δίνω ἀπό ὅ,τι ἔχω. Μοιράζομαι τὰ ὑπάρχοντά μου, κρατῶ καὶ γιὰ μένα. Τὸ δεύτερο εἶναι δίνω ὅ,τι ἔχω∙ τά δίνω ὅλα. Δὲν μοῦ μένει τίποτα ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Βαθύτερο καὶ ἀνώτερο εἶναι τὸ ἑπόμενο ἐπίπεδο: δίνω ἀπό αὐτό πού εἶμαι, ἀπό τόν ἑαυτό μου, ἀπὸ τὴν ὑπόστασή μου. Ξοδεύομαι. Καὶ τὸ τελευταῖο ἐπίπεδο εἶναι, δίνω αὐτό πού εἶμαι, προσφέρω ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μου, δίχως κρατούμενα, δίχως ὑπόλοιπα. Δὲν μου μένει τίποτα, οὔτε καὶ ὁ ἑαυτός μου. Κενώνομαι.
Βέβαια, δέν μποροῦμε ὅλοι νά δώσουμε καί γιά πάντα καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μας. Πρός αὐτό ὅμως κατατείνουμε στή συγκεκριμένη διακονία. Ἀγωνιζόμαστε, ἐπι¬διώκουμε νά προσφέρουμε καί ἀπό αὐτά πού ἔχουμε καί ἀπό αὐτό πού εἴμαστε καί, ἐάν εἶναι δυνατόν, νά δώσουμε ἐντελῶς ἀφιερωμένα τήν καρδιά μας, τά κομμάτια τοῦ ἑαυτοῦ μας, στοιχεῖα τῆς ὑπο¬στάσεώς μας στούς ἀδερφούς μας πού πάσχουν, πού ὑποφέρουν, πού βρίσκονται σέ μιά ἐξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, ποὺ μὲ πολλὴ δυσκολία ἀνα¬πνέουν τὸν τελευταῖο τους ἀέρα.

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ
Στὸν χῶρο τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας, ἡ προσφορὰ ἀποκτᾶ συγκεκριμένα ἰδιώματα, ποὺ καλὸ εἶναι νὰ τὰ ἐπισημάνουμε καὶ λίγο νὰ τὰ τονίσουμε:
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι πρέπει νά φορτωθεῖ κανεὶς κάτι πού δέν εἶναι δικό του, πού δέν τοῦ ἀναλογεῖ, εἶναι κάποιου ἄλλου. Καὶ εἶναι ἴσως ὅ,τι πιὸ βαρὺ ὑπάρ¬χει. Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ μοιραστεῖ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖο τὸ παίρνει, διότι αὐτὸς δὲν ἔχει πλέον δυνάμεις. Οὔτε πάλι μπορεῖ νὰ τοῦ προσφέρει τὴν ἀποκα¬τά-σταση, τὴν ὑγεία, ὅπως ὁ θεραπευτής. Πηγὴ τῆς ἱκανοποίησής του δὲν θὰ εἶναι ἡ ἀνταμοιβὴ κάποιας ἐπιτυχίας, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀγαθὴ συνείδηση τῆς συμπα¬ράστασής του. Αὐτό ἐνέχει μιά μοναδικὴ ἀνιδιοτέλεια ποὺ δὲν χαρακτηρίζει τὴ γενικότερη θεραπευτική.
Τό δεύτερο ἰδίωμα εἶναι ὅτι προφανῶς δὲν εἶναι κανεὶς ὑποχρεωμένος νά τό κάνει. Ὑπάρχουν πολλὲς δικαιολογίες καὶ ἀρκετοὶ λόγοι νὰ τὸ ἀποφύγει. Ἄν θέλει τό κάνει. Ἐξ ἄλλου ἡ αἴσθηση τῆς πλήρους ἀνεπάρκειας εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογη-μένη. Ἡ συγκεκριμένη προσφορά δὲν ἀποτελεῖ καθῆκον, οὔτε ὀφειλή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ τήν ἐλεύθερη συγκατάθεση. Εἶναι σαφὴς ἐπιθυμία, συνειδητὴ ἐπιλογή, αὐτόβουλη κίνηση, βαθιὰ ἐσωτε¬ρική διάθεση.
Τό τρίτο ἰδίωμα εἶναι ὅτι παίρνοντας τό βάρος δέν ἔχει κανεὶς ποῦ νά τό ἐναπο¬θέσει. Πρέπει ὁπωσδήποτε νά τό φορτωθεῖ ὁ ἴδιος καὶ νὰ τὸ κρατήσει. Συνήθως, ὅταν κάποιος ἔχει ἕνα βάρος, ἄν θέλουμε νά τόν ἀνακουφίσουμε, τοῦ τὸ παίρνουμε καὶ τὸ τοποθετοῦμε κάπου ἀλλοῦ. Τό ψυχικό ὅμως βάρος, τό ὑπαρξιακό, τό ἐσωτερικό, ὅλη αὐτή τή σύν¬θεση τοῦ φυσικοῦ, ψυχολογικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ ὑπαρξιακοῦ πόνου πού διαπερνάει τὴν ὅλη ὕπαρξη ἑνὸς καρκινοπαθοῦς ποὺ ζεῖ τὶς τελευταῖες του στιγμές, ποῦ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸ ἐνα¬ποθέσει; Ἀνακούφιση σημαίνει νὰ σηκώσει κανεὶς τὸ βάρος τοῦ ἄλλου, νὰ τὸ κρατήσει ἐπάνω του, καὶ ταυτόχρονα νὰ τοῦ χαρίσει τὴν παρουσία του ἀνάλαφρα. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως εἴμαστε ἀδύνατοι, δέν ἔχουμε ἀπεριό¬ριστες δυνάμεις. Καί αὐτό τὸ ἔργο δέν θά τό κάνουμε μέ ἕναν. Πρέπει νά τό κάνουμε μέ πολλούς. Εἶναι καὶ βαρὺ καὶ ἐπανα¬λαμ-βανόμενο, συνοδεύεται δὲ ἀπὸ μιὰ διαρκῆ ἐναλλαγὴ ἰσχυροῦ διαπροσωπικοῦ συνδέσμου καὶ πικροῦ χωρισμοῦ.
Ἂν λοιπὸν σκεφθεῖ κανεὶς τὸ πολὺ τοῦ βάρους καὶ τὸ βαθὺ τοῦ πόνου ποὺ χαρακτηρίζει τὸ τέλος τῆς ζωῆς καὶ τὸ διαρκὲς καὶ ἐπαναλαμβανόμενο τῆς συμπαρά-στασης ποὺ κάνει τὸν χρόνο νὰ πολλαπλασιάζει τὴ δυσκολία, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ περιορισμένο τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων, ἀντιλαμβάνεται πὼς κάθε πνευματικὸς συμπαραστάτης τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου ζεῖ μονίμως στὰ ὅρια τῶν ἀντοχῶν καὶ δυνάμεών του. Αὐτὸ προσδίδει μεγάλη ἀξία στὸ ἔργο του, ἀλλὰ καὶ προϋποθέτει σημαντικὰ στοιχεῖα στὴν προσωπικότητά του, προκειμένου νὰ ἀνταποκριθεῖ ἐπαρκῶς στὴν ἀποστολή του. Καὶ δὲν εἶναι μόνο δύσκολο, εἶναι καὶ μεγαλειῶδες.

Ο ΑΣΘΕΝΗΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ
Ἂς στραφοῦμε λίγο πρὸς τὸν ἀσθενῆ τοῦ τελικοῦ σταδίου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλάβουμε σὲ τὶ καὶ πόσο διαφέρει ἀπὸ κάθε ἄλλον ἀσθενῆ, τί χαρακτηριστικὰ μπορεῖ νὰ παρουσιάζει ὁ ψυχικός του κόσμος.
(α) Κατ’ ἀρχὰς δέν εἶναι ἕνας ἀσθενὴς πού σέ κάποια φάση τῆς ζωῆς του προσ¬βάλ¬λεται ὁ ὀργανισμός του καί δίδεται ἕνας ἀγῶνας γιά νά θεραπευθεῖ καί νά ἀποκα¬τα¬σταθεῖ ἡ ὑγεία του. Ὁ ἀσθενὴς τελικοῦ σταδίου φέρει ἐπάνω του τὴ σφρα-γίδα τῆς βεβαιότητος τοῦ θανάτου ἤ τῆς ἔντονης πιθανότητος ἢ τῆς λογικῆς προσδο¬κίας τοῦ θανάτου. Εἶναι ὁρατό τό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἔχουν ἐξαφανισθεῖ καὶ οἱ τελευταῖες ἐλπίδες τῆς ἀπο¬θε¬ραπείας του.
Αὐτό ὑποχρεώνει καὶ τὸν ἀσθενῆ, στὸ μέτρο ποὺ τὸ ἔχει συνειδητοποιήσει, καὶ ὅσους ἀσχολοῦνται ἀνακουφιστικὰ μαζί του νά σκεφθοῦν λίγο καί νά φιλοσοφήσουν κάπως γιὰ τό τέλος τῆς ζωῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικό. Μέσα στήν καθημερι¬νότητα ὅπως τή ζοῦμε εἶναι εὔκολο νά ἀπωθεῖ ὁ καθένας μας τήν ἰδέα τοῦ θανάτου. Ὅταν ὅμως συμμετέχει καὶ συμπαρίσταται σὲ κάποιον ποὺ βρίσκεται σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση, τότε στὴν οὐσία ὠθεῖ τόν ἑαυτό του στό νά ἀντικρύσει αὐτήν τήν πραγ¬μα¬τικότητα ἐνδεχομένως καί γιά τή δική του τή ζωή.
Εἶναι πολύ φυσικό στόν ἄνθρωπο, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό ὑπ΄ ἀριθμόν ἕνα βέβαιο γεγονός καί ἡ μεγαλύτερη σταθερά αὐτῆς τῆς ζωῆς, νά τόν ἀπωθεῖ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὅλες οἱ ραδιοτηλεοπτικὲς ἐκπομπές οἱ ὁποῖες ἔχουν νά κάνουν μέ τίς ἀναπαραγωγικές τεχνικές, μέ τήν ἔρευνα ἐπί τῶν βλαστοκυττάρων καί τά συναφῆ βιοκοινωνικά καί ἠθικά προβλήματα ἔχουν πάρα πολύ ὑψηλή καί διαρκῶς αὐξανόμενη ἀκροαματικότητα ἤ θεαματικότητα. Ἀντίθετα, μιά συνέντευξη γιά τήν εὐθανασία ρίχνει τὴν ἀκροαματικότητα. Δέν ἀντέχει ὁ κόσμος νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν θάνατο. Εἶναι πολύ φυσικό ὁ κάθε ἕνας μας νά φαντάζεται ὅτι θά φθάσει σὲ βαθὺ γήρας, ὅτι θά εἶναι σέ πλήρη ὑγεία καὶ διαύγεια μέχρι τὴν τελευταία του στιγμή, ὅτι δέν θά ἐπιβαρύνει κανέναν καί ξαφνικά κάπως ἀθό¬ρυβα θά γλιστρήσει στὸν ἄλλο κόσμο. Μᾶς εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ φαντασθοῦμε ὅτι θὰ μᾶς ἔλθει ὁ θά-νατος μέ ἕναν τραγικό ἢ ἐξαιρετικὰ ἐπώδυνο τρόπο. Νομίζουμε ὅτι σὲ μᾶς δέν θά συμβοῦν αὐτά ἀπό τά ὁποῖα φροντίζουμε νά ἀνακουφιστοῦν ἄλλοι. Εἶναι πολύ ἀν-θρώπινο αὐτό, διότι διαφορετικὰ δέν ἀντέχεται ἡ ζωή μέ τό δεδομένο τοῦ θανάτου.
Συνεπῶς, στὴν ἀνακουφιστικὴ φροντίδα, ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων τό τέλος εἶναι ὁρατό. Τοὺς βλέπουμε νά φθίνουν, ψυχοσωματικὰ νὰ καταρ¬ρέουν καί ἀντικρύζουμε τό σημεῖο μηδέν τῆς βιολογικῆς τους ζωῆς. Γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς μας αὐτούς, ἡ ἀπειλή τοῦ βιολογικοῦ τέλους δὲν εἶναι μόνον ὁρατή, εἶναι τό κυρίαρχο γεγονός τῆς ὕπαρξής τους. Ἔχουν πόνο καὶ πλεῖστες ὅσες δυσκολίες, διακατέχονται ἀπὸ δυσφορία, αὐτὸ ὅμως ποὺ κυριαρχεῖ ἐπάνω τους εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ θανάτου καί τοῦ τέλους. Ὄχι τόσο ὁ τρόπος τῆς ἀναχώρησης ὅσο αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, τοῦ τέλους. Ὁ τρόπος τῆς ἀναχώρησης μπορεῖ νά εἶναι ἐπώδυνος, ἀλλὰ ὅλη ἡ ταλαιπωρία κάποτε θὰ τελειώσει ἤ κάπως θά ἀπαλυνθεῖ, ἐπειδή ὑπάρχουν κάποιοι τρόποι ἀνακούφισης καὶ συμπαράστασης. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δὲν ὑπερβαίνεται εὔκολα εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ τέλους, ἡ πικρία γιὰ τὰ ἀνεκπλήρωτα ὁράματα καὶ ὁ φόβος τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸ εἶναι στὸ μηδέν, στὸ τίποτα ἢ τουλά-χιστον στὸ ἄγνωστο μετά. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ βασανιστικὰ καθὼς ἀποτελεῖ κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ σκέψη δὲν εἶναι συνηθισμένη, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐξοικειωμένος μὲ τὸ ἐνδεχό¬μενό του, συχνὰ βρίσκεται ἀνέτοιμος νὰ τὸ δεχθεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀντέξει.
Ὅταν φεύγει ἕνα νέο ἄτομο, αὐτό πού συγκλονίζει εἶναι τὰ πολλὰ ἀνεκ-πλήρωτα ὁράματα, τὸ ἀσύνηθες τοῦ γεγονότος καὶ ἡ ἀσυμβατότητα τῆς νεανικῆς δυνάμεως μὲ τὴ φυσικὴ κατάρρευση. Στὴν περίπτωση πάλι ἑνὸς ἡλικιωμένου ἀτόμου, παρὰ τὸ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ κάτι σύνηθες καὶ ἡ φύση μας εἶναι πιὸ συμφιλιωμένη μαζί του, ἐκεῖνο ποὺ πληγώνει εἶναι οἱ πολλὲς ἀναμνήσεις, οἱ κοινὲς ἐμπειρίες, ἡ διακοπὴ τῶν μακροχρόνιων σχέσεων. Οὕτως ἢ ἄλλως τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου συγκλονίζει τήν ψυχή καί ξεσχίζει τό συναίσθημα.
(β) Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τῶν ἐλπίδων. Ἡ ἐλπίδα εἶναι κάτι τό ὁποῖο τρέφει τόν κάθε ἄνθρωπο, «ἐλπίς ἐστιν ἡ βόσκουσα βροτοῖς». Ὅταν ἕνας ἀσθενής ἔχει ἀπειλητική γιά τή ζωή του ἀσθένεια, ὅσο σοβαρὴ καὶ ἂν εἶναι αὐτή, πάντοτε μέσα μας διατηροῦμε τὴν ἐλπίδα ὅτι μὲ τὴν ἰατρικὴ βοήθεια θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει θετικὴ ἔκβαση. Ὅσο ψηλὸ καὶ ἂν εἶναι τὸ στατιστικὸ ποσοστὸ κακῆς πρό-γνωσης, πάντοτε ὑπάρχει καὶ τὸ μικρὸ ἐνδεχομένως ὑπόλοιπο στὸ ὁποῖο ἐλπίζει κανεὶς πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἀνήκει. Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα εἶναι ποὺ δίνει τό κουράγιο νά παλέψεις γιά τήν νίκη, γιά τήν σωτηρία, γιά τήν ὑγεία, γιά τήν ἐπιβίωση. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο στοὺς ἀσθενεῖς τελικοῦ σταδίου εἶναι πολὺ ἀπο¬δυ¬να¬μωμένο. Εἶναι τόσο ἀδύνατο πού δέν ἐπιτρέπει νά οἰκοδομήσουμε τήν σχέση καί τήν ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἀσθενῆ στό ἔδαφος τῶν ἐλπίδων. Καὶ ὅσο προχωράει ἡ ἐμπειρία μας, τόσο ἐπιβεβαιώνεται αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. Ἔτσι στὸν ἑνάμισυ χρόνο λειτουρ¬γίας τῆς Μονάδας μας «ΓΑΛΙΛΑΙΑ» ἡ ἐμπειρία μας εἶναι ὅτι ἐπὶ συνόλου περίπου ἐνενήντα (90) ἀσθενῶν ἔχουν καταλήξει οἱ ἑξήντα πέντε (65).
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἀπουσία ἐλπίδας ποὺ στηρίζεται στὴν ἰατρικὴ ἐκτίμηση, δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλπίδα ποὺ βασίζεται στὴν ἐσωτερικὴ διαίσθηση καὶ διάθεση. Τοῦτο διότι στὴν περίπτωση τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας, συνδεόμαστε μὲ τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς γνω¬ρίζουμε στὴ φάση τοῦ πολὺ μεγάλου καὶ δύσκολου ἀγῶνα τους, καὶ ἀντὶ γιὰ ὅραμα συνέχειας κάνουμε διαρκῶς ὅραμα ἀποχαιρετισμοῦ. Μαζὶ μὲ τὴ βάσανο τοῦ συναι¬σθή¬ματος ὑφιστάμεθα καὶ τὴν τυραννία τῶν ὑπαρξιακῶν ἐρωτημάτων στὴ μεγαλύτερή τους ἔνταση. Κι ἔτσι σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ ὁ ἀσθενὴς χρειάζεται ἀπὸ μᾶς κυρίως ἐλπίδα, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τέτοια ἀποθέματα νὰ προσφέρουμε.
(γ) Αὐτὰ ὅλα ἐπιτείνονται ἀπὸ τὸ ὅ,τι ἡ κατάρρευση τοῦ ἀσθενοῦς εἶναι γενικευμένη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μαζὶ μὲ τό σῶμα καταρρέει καὶ ἡ ψυχή, ποὺ εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένη μαζί του. Ἔτσι, σταδιακὰ μαζὶ μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀποδυ-νάμωση τοῦ σώματος ἀτονοῦν καὶ διασαλεύονται οἱ ψυχικὲς ἐκδηλώσεις καὶ λειτουρ¬γίες. Ὁ ἀσθενὴς πέφτει γενικά. Ἀποδυναμώνεται τό σῶμα του ἀπομειώ¬νονται οἱ ἐλπίδες του, ξεφτίζει ψυχικά, ἐνδεχομένως καταρρέει καί πνευματικά.
Καί ὄχι μόνον αὐτό. Μαζί μέ τόν ἀσθενῆ πού βρίσκεται σέ αὐτήν τήν κατά-σταση, δοκιμάζονται καί οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποτελοῦν τό ἄμεσο περιβάλλον του πού μπροστά του μέν συγκρα¬τοῦ¬νται, στὴν οὐσία ὅμως καὶ αὐτοὶ ἀδυνατοῦν νὰ ξεπερά-σουν τὸ δικό τους πρό¬βλημα, μὲ ἀποτέλεσμα πολὺ συχνὰ νὰ ἀναπτύσσουν ἕναν ἰδιόμορφο διάλογο μὲ τὸ πρόβλημα καὶ νὰ ἐμφανίζουν μία τάση νὰ ἀποσυρθοῦν. Ἡ κατάρρευση λοιπὸν εἶναι σωματική, ψυχική, πνευματικὴ καὶ συμπερι¬λαμβάνει καὶ τὸ περιβάλλον.
Ὅλα αὐτά, δηλαδὴ ἡ ἐγγύτητα καὶ ἡ βεβαιότητα τοῦ ἐπερχόμενου θανάτου, ὁ γενικευμένος χαρακτήρας τῆς δοκιμασίας καὶ ἡ συνολικὴ ἀπώλεια τῶν ἐλπίδων ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταδεικνύουν τὴν δυσκολία τῆς διακονίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σαφῶς ὁδηγοῦν στὴν ἀνάγκη στροφῆς τῶν ἐλπίδων μας ἀπὸ τὴ θεραπεία σὲ ἄλλη κατεύθυνση.
(δ) Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ραγδαίας καὶ ὑπερ¬βολικῆς ἔκπτωσης τῶν δυνά-μεων, φυσικῶν καὶ ψυχικῶν, δημιουργεῖ μιά σύγκρουση αἰσθη¬μάτων ὄχι μόνον στόν ἴδιο, ἀλλὰ καί στό περιβάλλον του, περιορίζοντας¬ αἰσθη¬τά τὰ περιθώρια συμ-παράστασης. Ἔτσι ἀντιπαλεύουν ἡ ἀνάγκη νά μήν πονάει καί ἡ ἐπιθυμία νά ζήσει. Ὁ θάνατος, ἐνῶ εἶναι ἀποτρόπαιος, ἐμφανίζεται ὡς ἡ μόνη ἀνακουφιστικὴ καὶ λυτρω-τικὴ λύση. Ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ «κρεῖσσόν με ἀποθανεῖν» (Α΄ Μακ. γ΄ 59), καλύτερα νά φύγω, ἀποτελεῖ συχνὰ κραυγὴ ἀνάγκης. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ τέλους, γιατί δέν ἀντέ-χεται τό παρόν, ἀντικαθιστᾶ τὸν φυσικὸ καὶ διαχρονικὸ φόβο του.
Πολλές φορές αὐτό τὸ κυρίαρχο συγκρουσιακό δίλημμα ὑπάρχει καί στό περιβάλλον τοῦ ἀσθενοῦς ποὺ παλινδρομεῖ μεταξὺ εὐθύνης καὶ ἀγάπης. Ἀρχίζει κανεὶς νά μήν θέλει τόν ἄνθρωπό του νά ὑποφέρει τόσο καί νά ἐπιλέγει τήν ὥς τότε ἀδύ¬νατον καί νά τήν σκεφθεῖ ἤ νά τήν ὑποψιαστεῖ ἀκόμη ἰδέα τοῦ τέλους του, προ-κει¬μένου νά ἀνακουφιστεῖ. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον ἀντὶ πλέον νὰ ἐκφράζεται ὡς πόθος παράτασης τῆς ζωῆς του, ἐκφράζεται ὡς ἐπιθυμία διακοπῆς της. Αὐτὸ γεννάει πειρα¬σμούς εὐθανασιακῶν ἐπιλογῶν, βγάζει αἰσθήματα ἐνοχῶν -μήπως δέν τόν ἀγαπῶ- ἤ ἀκόμη ἀναδεικνύει διλήμματα ὡς πρός τό κατά πόσον θά πρέπει νά εἴμαστε ἐπιθετικοί στὴν ἰατρικὴ ἀγωγή, προκειμένου νὰ παρατείνουμε τὴ ζωὴ ἤ ἐνδεχομένως πιό ἐλαστικοί γιά νά περιορίσουμε τά βασανιστικά στοιχεῖα τοῦ πόνου καί τῆς δυσκο¬λίας τοῦ ἀνθρώπου πού ἀναχωρεῖ.
(ε) Δίπλα σὲ ὅλα αὐτά, ἡ ὅλη κατάσταση ἀρχίζει νὰ ἀναδίδει πολύ ἔντονα στοι¬χεῖα ἀμοιβαίας λύπης. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχουμε μπροστά μας, ὁ δικός μας ἄνθρωπος, αὐτός πού τόν ἀγκαλιάσαμε, πού τόν φιλήσαμε, πού τόν γνωρίσαμε, ποὺ μοιρασθήκαμε τὴ ζωή, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος παραμορφώνεται κατὰ τὴν εἰκόνα του, ἀλλοι¬ώνεται τὸ βλέμμα του, γίνεται μὴ ἀναγνωρίσιμος, διαφορετικὸς ἀπ’ ὅ,τι τὸν ξέραμε. Δέν τόν συνηθίσαμε ἔτσι, δέν θά θέλαμε νά εἶναι ἔτσι καί δέν μποροῦμε νά τόν ἀντικρύζουμε ἔτσι. Αὐτὸ γεννᾶ μιά τεράστια λύπη, τὴ λύπη τῆς ἀλλοιώσεως τῆς εἰκόνας του, ἡ ὁποία ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν λύπη γιὰ τὸν πόνο του καὶ ἀκόμη περισ-σότερο ἀπὸ τὴ λύπη τοῦ ἐπικείμενου χωρισμοῦ. Παρὰ ταῦτα ἡ λύπη αὐτὴ διακρίνεται καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ ἀσθενοῦς, ἔστω καί ἐάν προοδευτικά ἡ ἀντίληψη καὶ ἡ συνεί¬δησή του γίνονται ἀβαθεῖς. Ἡ διαπίστωση τῆς λύπης τοῦ ἑνὸς ἐπιτείνει τὴ λύπη τοῦ ἄλλου.
(στ) Αὐτὴ ἡ λύπη συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἕναν καταιγισμό πρωτόγνωρων φό-βων, μὲ ἐσωτερική ἀνασφάλεια, αἰσθήματα ἀποστροφῆς, σύγχυσης κ.λπ. ποὺ προ-ξενοῦν ὅρους ἀλλοιωμένης συμπεριφορᾶς. Ἀγαποῦμε τὸν ἄνθρωπό μας, θέλουμε νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε, νὰ μείνουμε γιὰ λίγο ἀκόμα μαζί του, ταυτόχρονα ὅμως ἀντίρ-ροπες δυνάμεις μᾶς ὠθοῦν σὲ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴ δραματικὴ ἐμπειρία τῆς συνά-ντησης. Τί νὰ τοῦ ποῦμε; Δὲν ἀντέχουμε νὰ τὸν ἀντικρύσουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ τοῦ προσ¬φέ¬ρουμε κάτι. Καὶ ἡ πρόκληση τοῦ νά μήν εἴμαστε εἰλικρινεῖς μπροστά του εἶναι ἐπίσης μεγάλη. Ἀλλὰ καὶ ο ἀσθενὴς γιὰ τοὺς δικούς του λόγους μπορεῖ νά μήν μᾶς λέει τήν ἀλήθεια ἤ νά μήν εἶναι διαφανής. Ὅταν λοιπὸν ἡ σχέση μας χαρακτηριζόταν ἀπὸ μία ἀμοιβαία διαφάνεια, τώρα διαμορφώνονται ὅροι ἐπικοι-νωνίας ἀρκετὰ ἀμφι¬λεγόμενοι καὶ συνειδησιακὰ προβληματικοί.
(ζ) Θὰ ἤθελα νὰ κλείσω μὲ ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικό. Εἶναι ὁ χωρισμός. Ὅταν μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μιὰ συμπόρευση μὲ ἕναν ἄνθρωπο τόσο βίαια καὶ ἐπώδυνα διακόπτεται, ὅταν διαρρηγνύεται ἡ εὐλογία τῆς συζυγίας ἢ ὁ δεσμὸς τῆς μητρότητος ἢ ἡ σχέση τῆς πατρότητος αὐτὸ πολὺ δύσκολα ἀντέχεται. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα ποιός εἶναι ἕτοιμος νὰ ζήσει χωρὶς τὸ παιδί του ἢ νὰ φύγει μετὰ ἀπὸ αὐτό; Δὲν μποροῦμε νὰ συνεχίσουμε. Καταρρέουμε.
Ἡ ἔννοια τοῦ χωρισμοῦ εἶναι μιά ἐξαιρετικά ἐπώδυνη ἐμπειρία τήν ὁποία καί καλό εἶναι μέσα μας νά τὴν ἀναλύσουμε σέ διάφορα ἐπίπεδα σχέσεων προκειμένου νὰ μπορέσουμε κάπως νά τήν πλησιάσουμε. Ἄλλος εἶναι ὁ χωρισμός, ὁ θάνατος μιᾶς κοπέλας εἴκοσι χρονῶν, ἄλλος εἶναι ἑνός βρέφους πού μόλις γεννήθηκε δύο μηνῶν, ἄλλος εἶναι ὁ θάνατος μιᾶς γερόντισσας ἐνενήντα χρονῶν, ἄλλο εἶναι ἡ διακοπὴ μιᾶς πολὺ ἁρμονικῆς συζυγίας, ἄλλος ὁ χωρισμός μιᾶς φοβερά συναισθηματικῆς συμβιώ-σεως, ἄλλος ὁ χωρισμός ἑνός ζευγαριοῦ πού διαρκῶς εἶχαν τριβές μεταξύ τους ἀλλά δέν ἀπετόλμησαν τὸ διαζύγιο κ.ο.κ. Μπορεῖ καὶ οἱ τελευταῖοι νὰ ἀγαπηθοῦν στὸ τέλος ὅσο δὲν κατάφεραν σὲ ὅλη τους τὴ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ νὰ μὴν ἀντέχουν τὸν χωρισμό τους. Ὁ χωρισμός εἶναι μιά ἰδιώνυμη κατάσταση γιά τόν κάθε ἄνθρωπο, ἡ ὁποία τόν ξεσχίζει ὑπαρξιακά, τοῦ κλονίζει τήν ὕπαρξη, τοῦ ἀλλοιώνει τήν ὑπόσταση.

Η ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
Ὅλα αὐτὰ προσδιορίζουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν φύση τῆς ὑπαρκτῆς ἀνάγκης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν χαρακτήρα μιᾶς ὑποστη¬ρικτικῆς ὁμάδας, τὰ μέλη τῆς ὁποίας διακατέ-χονται ἀπὸ μία λογική ἐντελῶς ἀντί¬στροφης κατεύθυνσης. Ὄχι ἁπλῶς δέν θέλουν νά ἀποσυρθοῦν, ἀλλά βλέπουν τή ζωή τους νά καταξιώνεται μέσα ἀπό μιά τέτοια δυνα-μική οὐσιαστικῆς παρουσίας καὶ συμμετοχῆς στό πρόβλημα. Αὐτὸ βέβαια προϋποθέτει ὅτι ἀντικρύζουν τὸν θάνατο ὄχι ὡς τέλος, τὴ δοκιμασία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι χωρὶς σκοπὸ καὶ λόγο καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀσθενῆ ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ προοπτικὴ ὁμοιώσεως μὲ Αὐτόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀντλήσει κανεὶς ἐσωτερικὴ ἐλπίδα ὥστε νὰ μπορέσει νὰ τὴ μεταδώσει, νὰ ἀποκτήσει δύναμη γιὰ νὰ ἀντέξει, νὰ βρεῖ νόημα στὸν βιολογικὸ θάνατο ὥστε νὰ τὸν μεταμορ¬φώσει ἀπὸ τέλος σὲ μετάβαση καὶ συνέχεια. Ὅπως ἀντιλαμβάνεται κανείς, αὐτό εἶναι κάτι πολύ μεγάλο. Δέν πληρώνεται, δέν ἀνταμείβεται, δέν ἀπαιτεῖται, δέν προκα¬λεῖται, ἀλλά ἀπό μόνο του γεννᾶται σέ ὅσους ἔχουν τὸ ἐσωτερικὸ ἀπόθεμα πίστεως ὅπως τὴν περιγράψαμε καὶ ἀγάπης.
Ἐὰν ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ ὡς προϋποθέσεις, τότε ἡ ἐπιστηρικτικὴ ἀποστολὴ τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου ἔχει τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά:
(α) Διάθεση θυσίας καί προσφορᾶς, ὑπομονῆς καὶ ἀντοχῆς, ἀνεκτικότητας καὶ συγχω¬ρητικότητας. Ὁ ἀσθενὴς εἶναι σέ δύσκολη κατάσταση. Δικαιοῦται νὰ δυσ¬τρο¬πεῖ, νὰ ἐκνευρίζεται, νὰ θυμώνει, νὰ μὴν εὐχαριστεῖ, νὰ διαμαρτύρεται, νὰ ἀντι¬μιλάει, νὰ ὀλιγοπιστεῖ, νὰ γογγύζει. Αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν ἀγκαλιάσουμε ὅπως εἶναι. Αὐτὸ δὲν γίνεται ἂν εἶσαι «ἐπαγγελματίας ὑγείας» οὔτε ἂν αἰσθά¬νεσαι ὡς μισθωτός. Αὐτὸ γιὰ νὰ γίνει πρέπει νὰ εἶσαι ἐθελοντὴς στὸ φρόνημα καὶ λειτουργὸς στὴ συμπε¬ριφορά. Αὐτὸ γίνεται μόνο μὲ διάθεση θυσίας, τὴν ὁποία ὅμως ὅταν τὴν κάνεις δὲν τὴν αἰσθάνεσαι ἔτσι. Γίνεται ὄχι ὡς πράξη προσφορᾶς ἀλλὰ ὡς κίνηση αὐτο¬προσ¬φορᾶς.
Ἐπίσης, ἡ διακονία αὐτὴ δέν γίνεται ἄν σκέπτεται κανείς πολύ τόν ἑαυτό του. Πρέπει νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη ἤ ἀπό τήν λύπηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπὸ τό δικαίωμά του εἴτε τὸ νομικὸ εἴτε τὸ ἠθικὸ εἴτε τὸ λογικό.
(β) Ὅσον ἀφορᾶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κανεὶς προσφέρεται καὶ διακονεῖ, αὐτὸ δὲν γίνεται ὅπως ὁ ἀσθενής ἤ οἱ συγγενεῖς κάτω ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες τους ἀπαιτοῦν, ἀλλά σύμφωνα μὲ τὴν πραγματική τους ἀνάγκη, τὴν ὁποία συχνὰ οἱ ἴδιοι ἀγνοοῦν. Ὅπως μὲ τὸν φυσικὸ πόνο ὁ γιατρὸς γνωρίζει καλύτερα τὴν αἰτία του, ἔτσι καὶ μὲ τὸν πνευματικό, ὁ πνευματικὸς συμπαραστάτης καλεῖται νά αἰσθανθεῖ τήν ἀνάγκη τοῦ ἀσθενοῦς ἀκόμη καλύτερα καί ἀπό τόν ἴδιο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὶς ψυχικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀνάγκες του. Ὀφείλουμε νὰ τὶς ἀνιχνεύσουμε πρὶν ὁ ἀσθενὴς ταπεινωθεῖ καὶ ζητήσει. Εἶναι χρέος μας νά τοῦ προστατεύσουμε τήν ἀξιοπρέπεια.
Ἡ λεπτότητα καὶ εὐγένεια ἀποτελοῦν ἀπαράβατο ὅρο πνευματικῆς συμπα-ράστασης. Ὁ πνευματικὸς συμπαραστάτης δὲν κάνει τὴν καλή του πράξη, οὔτε βοη-θάει γιὰ νὰ νοιώσει καλά, ἀλλὰ ἀνακουφίζει κενωτικά. Ἀνάλαφρος ὁ ἴδιος ἀπὸ προσω¬πικὲς δεσμεύσεις καὶ μικροεγωισμούς, μὲ ὄχημα τὴν ἀγάπη καὶ μὲ γνώμονα τὸν σεβασμό, πολύ εὐγενικά καί διακριτικά εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ τῆς ψυχῆς τοῦ πάσχοντος, αἰσθάνεται τὸ μυστικό του, ἀγκαλιάζει τὴν ἀνάγκη του καὶ καταθέτει εἴτε μὲ λόγο εἴτε μὲ κινήσεις εἴτε μὲ συγκεκριμένες πράξεις τὸ ἀπόθεμα τῆς ἐλπίδας καὶ ἀγάπης του.
(γ) Ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτο χαρακτηριστικὸ στὴν ἐπιστηρικτικὴ διακονία τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου. Εἶναι ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ παντελὴς ἐλευθερία ἀπὸ κάποιο ἀνταπόδομα. Ἡ προσφορὰ αὐτὴ δὲν ἔχει συναλλαγή, δὲν μπαίνει σὲ ζυγαριά δοῦναι καί λαβεῖν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δέν περιμένω κάτι. Δέν αἰσθάνομαι ὅτι κάποιος μοῦ χρωστάει. Οὔτε λίγη εὐγνωμοσύνη οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ. Ὁ ἀσθενὴς ἢ καὶ οἱ συγγενεῖς μπορεῖ νά ἐκφράσουν τήν γκρίνια τους, τόν γογγυσμό τους, τήν ἀγανάκτησή τους, τό θυμό τους, τὴν ἀχαριστία τους. Περνοῦν τό βάσανό τους, δέν ξέρουν τί τούς φταίει καί εἶναι δυνατὸν νὰ ξεσπάσουν ἐπάνω μας. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἕνας εὔκολος ἀσθενής πού εὔχεται καὶ εὐγνωμονεῖ, καί ἄλλο ἕνας ποὺ διαμαρτύρεται καὶ ἐνῶ προσπαθεῖς νά τὸν βοη¬θήσεις, σοῦ φέρεται ἄκομψα. Ἀνιδιοτελὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν περιμένει ἀντα¬πόδομα, ἀναγνώριση, κατανόηση, εὐγνωμοσύνη, εὐγένεια κ.ο.κ.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάτι τέτοιο προϋποθέτει μιά πολύ λεπτή ἐσωτερική ἐλευ-θερία, ἀρκετά ὑψηλοῦ ἐπιπέδου. Ἐδῶ τὸ ἀναφέρουμε, ὄχι κατ’ ἀνάγκην γιὰ νὰ τὸ κατορθώσουμε στὴ ζωή μας, ὅσο γιὰ νά ὁρίσει τό φρόνημά μας, γιὰ νὰ φωτογρα¬φί-ζεται ἐπάνω του ἡ κάθε μας στιγμή καί ἡ κάθε ἐνέργειά μας.
Ὅταν κανεὶς προσφέρεται ὁ ἴδιος ὁλόκληρος, τότε γεμίζει. Καθὼς μοιράζει τόν χρόνο του, τή γνώση του, τή διάθεσή του, τό πρόγραμμά του, τήν ἄνεσή του, πλη-ροῦται καὶ ἀναγεννᾶται ὁ ἴδιος.
(δ) Θὰ κλείσω μὲ ἕνα τέταρτο τό ὁποῖο εἶναι πιό βαθύ. Καί αὐτό ἔχει νά κάνει μέ ἕνα ἐσωτερικό σθένος, τό ὁποῖο ἔχει δύο ἄξονες ἤ μᾶλλον δύο θεμέλια πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται.
Τό ἕνα εἶναι τό θεμέλιο τῆς προσφερόμενης ἀγάπης καί τό ἄλλο εἶναι ἡ πίστη. Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἀγάπη ἐννοοῦμε κενωτικοῦ καί ὄχι κτητικοῦ χαρακτῆρα. Μιὰ ἀγάπη ποὺ δὲν τὴν κάνω γιά μένα ἢ ἐπειδὴ ἀπὸ μόνη της ἀνταμείβει ἤ γιατὶ προκαλεῖ τὴν εὐμένεια τοῦ ἄλλου ἢ γιατὶ καλύπτει τό δικό μου κοινωνικό ἢ ψυχολογικὸ κενό. Ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη κενωτική, ἀνιδιοτελῆ. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ἡ ἄσκηση της συνδυάζεται μὲ ἄδεια¬σμα ἀπὸ ἑαυτό καὶ ἀπὸ ἐγωισμό. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ἀντικαθιστᾶ τὸ ἐγώ μου ἀπὸ τὸν ἄλλον, ποὺ βάζει στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μου τὸν πάσχοντα ὡς ἀδελφό μου, ὡς τὸν καλὸ ἑαυτό μου. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ὁδη¬γεῖ σὲ περιχώρηση ζωῆς, σὲ κοινωνία προσώπων.
Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι ἀρκετό. Ἂν δὲν ὑπάρχει πίστη, δὲν ὑπερβαίνεται οὔτε ὁ χωρισμὸς οὔτε τὸ ὁριστικὸ τέλος. Ἡ πίστη στὸν Θεό, στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸν αἰώνιο προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου κάνει τὸν χωρισμὸ προσωρινὸ καὶ μεταμορφώνει τὸν θάνατο ἀπὸ τέλος σὲ πέρασμα, ἀπὸ ἀπόλυτο σκοτάδι σὲ μυστικὸ φῶς, ἀπὸ ἄγνωστο σὲ ποθούμενο, σὲ οἰκεία κατάσταση: «ποθει¬νὴν πατρίδα παράσχου μοι...» Παίρνει τὸν πόνο καὶ τὸν γλυκαίνει μὲ ἐλπίδα. Ἀγκαλιάζει τὸν φυσικὸ ἄνθρωπο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ δίνει προοπτική ἀφθαρσίας. Στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς ποὺ ἡ πίστη δοκιμά¬ζεται, ποὺ ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται πὼς βρίσκεται μέσα σέ μιά ἄβυσσο μεταφυσικῶν ἀποριῶν ἤ ἀναγκῶν ἤ θυμοῦ ἤ συγ¬χύσεως, ποὺ δέν καταλαβαίνει γιατί τοῦ συμβαί¬νουν αὐτά τά πράγματα, ποὺ δέν μπορεῖ νά τά δικαιολογήσει γιατί συμβαίνουν σ’ αὐτὸν καὶ ὄχι στόν διπλανό του ἤ γιατί συμβαίνουν σ΄αὐτόν τόν κόσμο στόν ὁποῖο τελικά βρέθηκε, καί ποῦ πηγαίνει, σὲ αὐτὲς τὶς στιγμὲς ποὺ τὰ αἰσθήματα τοῦ χωρισμοῦ καὶ τοῦ τέλους πνίγουν τὴν ἀνάσα τῆς ψυχῆς, ἡ ἀγάπη -ποὺ εἶναι τόσο μεγάλη- δείχνει πιὸ ἀδύναμη ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὴ βρίσκεται σὲ σπερματικὴ μορφή. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς πίστης εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τῆς ἀγάπης μας.
Ὁ πνευματικὸς λειτουργὸς μπορεῖ αὐτὴν τὴν σπερματικὴ πίστη νὰ τὴ ζωντα-νέψει, νὰ τὴν ἐνισχύσει, ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή. Καὶ μάλιστα καὶ χωρὶς λόγια. Ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νὰ τὴν φιλοξενεῖ μέσα του.

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ
Τὸ ἐρώτημα ποὺ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀνακύπτει εἶναι βέβαια πῶς γίνεται ἡ δια-χείριση τοῦ ἐσωτερικοῦ περιεχομένου τοῦ ἀνθρώπου στίς πολύ δύσκολες αὐτές τελευταῖες στιγμές.
(α) Τό πρῶτο πρᾶγμα πού χρειάζεται εἶναι ἡ κατανόηση. Νά μπορέσει λίγο νά γίνει ἀναλυτικός κανείς μέσα του γιά νά μπεῖ στή θέση τοῦ ἄλλου. Νά φύγει ἀπό τή θέση αὐτοῦ ὁ ὁποῖος βοηθεῖ αὐτόν πού βρίσκεται σέ ἀνάγκη καί νά μπεῖ στή θέση αὐτοῦ ὁ ὁποῖος περιχωρεῖ στήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου. Νά καταλάβει δηλαδή πὼς εἶναι πολύ δικαιολογημένος ἕνας ἄνθρωπος μέ τέτοια δυσφορία, μέ καταρρέουσες τίς ἐσωτερικές του ἄμυνες, νά γογγίσει, νά διαμαρτυρηθεῖ, νά γίνει ἀπαιτητικός, νά εἶναι ἀγενής, νά ἔχει εἴτε ἔκπτωση τοῦ συναισθήματος εἴτε ἔκρηξη τῶν συναισθηματικῶν ἐκδηλώσεων καί εὐαισθησία, νά ἐπιζητεῖ τόν θάνατο, νά ἀμφισβητεῖ τά πάντα. Πρέπει νά μπορέσει κανείς νά μπεῖ πρῶτον στήν κατάσταση καί δεύτερον στήν ἰδιομορφία τοῦ προσώπου τοῦ ἀνθρώπου τόν ὁποῖο διακονεῖ.
Ἐπίσης, νά καταλάβει ὅτι ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος μεγαλώνει μέ ἐγωισμούς πού δέν ὑπῆρχαν σέ ἄλλες ἐποχές, μέ ὀρθολογισμούς, μὲ ἀπαιτήσεις γιά ἀπαντήσεις, ἐπιχειρήματα καί ἀποδείξεις. Σήμερα ἔχουμε μεγάλη δύναμη ἀλλά πολύ περιορισμένες ἀντοχές. Εἴμαστε ἄνθρωποι μέ πολλά θελήματα, ἀλλά μέ πολύ ἀπο-δυναμωμένη θέληση. Ἡ πίστη καὶ ὅταν ὑπάρχει εἶναι ὑποβαθμισμένη σὲ ποιότητα, μολυσμένη ἀπὸ τὸ μικρόβιο τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Ὅταν λοιπόν πλησιάσουμε ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, τό πρῶτο πρᾶγμα πού ἔχουμε νά κάνουμε εἶναι νά τόν ἀγκαλιάσουμε μέ τόν σεβα¬σμό καί τήν κατανόησή μας γι΄αὐτό πού ὄντως εἶναι καί ὄχι αὐτό πού θά θέλαμε ἐμεῖς νά ἦταν.
(β) Ἕνα δεύτερο πρᾶγμα, εἶναι τό ἰσοζύγιο τοῦ λόγου καί τῆς σιωπῆς. Ὅταν βρεθοῦμε στό πλευρὸ ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ σβήνει, συχνὰ αἰσθανόμαστε μιά ἀνάγκη νά τόν πλησιάσουμε μέ πολλά λόγια εἴτε γιὰ νὰ ξεχασθεῖ εἴτε γιὰ νὰ παρη-γορηθεῖ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι σωστό. Ἡ πιό μικρή ἐπιστολή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι ἡ ἐπιστολή πρός πενθοῦντα πατέρα, τρισήμισυ μόλις σειρές. Λέει ἐκεῖ ὁ ἅγιος ὅτι ἡ ψυχή τοῦ πονεμένου πατέρα εἶναι τόσο εὐαίσθητη σάν τό μάτι. Καί πούπουλο νά τοῦ βάλεις θά ἐρεθισθεῖ. Γι΄αὐτό καὶ δέν τοῦ λέει τίποτα καὶ ἀποφεύγει νὰ ἀπαντήσει στὸν καταιγισμό τῶν ἐρωτημάτων πού ἐκφράζουν τήν ἐσωτερική του ἀναστάτωση. Οὔτε οἱ συμβουλές, οὔτε τὰ ψευτο¬παρηγορητικὰ λόγια βοηθοῦν στὶς στιγμὲς αὐτές.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι πλευρά, ἕνας ἀληθινὸς λόγος στὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὴν σκέψη φωτίζει καὶ λειτουργεῖ σὰν βάλσαμο στὴν ψυχή. Ὅπως ἐπίσης θὰ μπο-ροῦσε νὰ βοηθήσει καὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς σιωπή, ἕνα δάκρυ, ἕνα χάδι. Μπορεῖ νά μήν ἀπαντήσουμε σέ καμμιά ἐρώτηση ὑπαρξιακῆς ἐντάσεως, ὅσο πιεστικὴ καὶ ἂν εἶναι, καὶ νὰ πιάσουμε τὸ χέρι ἢ νὰ ρωτήσουμε γιὰ κάποια πρακτικὴ ἀνάγκη. Αὐτό εἶναι σεβασμός καί λέει πολύ περισσότερα. Αὐτό θέλει σοφία γιὰ νά τό κάνει κανείς.
Θυμοῦμαι μία σχετικὰ νέα κυρία, ἡ ὁποία ἦταν καθηγήτρια τῆς Ἰατρικῆς καὶ πολιτικὸ πρόσωπο. Τή γνώριζα ὄχι πολὺ καλά, ὡς ἕναν ἀθλητικό τύπο, γεμᾶτο ζωντάνια. Προσβλήθηκε ἀπό ἐπιθετικὸ καρκῖνο. Λίγο πρὶν πεθάνει δέχθηκα ἕνα τηλε-φώνημα ἀπὸ τὸν ἄνδρα της νὰ τὴν ἐπισκεφθῶ, διότι, ὅπως μοῦ εἶπε, ἔφευγε καὶ ἔπρεπε νὰ βιαστῶ. Πῆγα λοιπόν καί τήν εἶδα ἐντελῶς ἀλλοιωμένη στὴν ὄψη, μή ἀναγνωρίσιμη, στό κρεβάτι, μέ μία εἰκόνα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης στὰ χέρια. Ἦταν τελικά ἡ παραμονή τοῦ θανάτου της. Μοῦ εἶπε:
- Ἕνα πρᾶγμα ἤθελα καί συγγνώμην πού σὲ ἔβαλα σὲ κόπο. Δέν θέλω νά μοῦ πεῖς ὅτι θά γίνω καλά. Δέν θέλω νά μοῦ διαβάσεις μιά εὐχή γιά νά γίνω καλά. Ἕνα πρᾶγμα θέλω∙ νά μέ συνοδεύει ἡ εὐχή σου στήν αἰώνια πορεία καί στό αἰώνιο ταξείδι μου.
- Μά, τῆς λέω: δέν σᾶς ἤξερα ἔτσι. Μοῦ ἀπαντάει:
- Φεύγω πολύ χαρούμενη, ὄχι βλέποντας πίσω τήν ζωή μου, τό πῶς πέρα¬σα, πού ὄντως ἧταν ὄμορφη καί εὐλο¬γημένη, ἀλλά βλέποντας κυρίως τήν προοπτική μου.
- Τί θὰ θέλατε ἀπό μένα; Ρωτῶ.
- Μιά εὐχή νά μοῦ διαβάσεις καί νά πεῖς στόν ἄντρα μου ὅτι φεύγω πολύ εὐτυχισμένη. Καὶ κάτι ἄλλο∙ νὰ τοῦ πεῖς καὶ δύο λέξεις. Δυσκολεύεται νὰ πιστέψει.
Ὁ πειρασμός νά ἀρχίσω ἐγώ νά τῆς κάνω ἕνα ἐκκλησιαστικοῦ τύπου κήρυγμα γιὰ νὰ τὴν στηρίξω, ἢ μᾶλλον γιὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὸν ἑαυτό μου, ἦταν ὁρατός. Τὸ ἴδιο καὶ στὸν ἄνδρα. Ἔστω καὶ ἂν μοῦ τὸ εἶχε ἡ ἴδια ζητήσει. Αὐτὸς μόνο βγῆκε ἔξω καὶ κάπνιζε.
Δίστασα νὰ πάρω τὸ ρίσκο καὶ σιώπησα. Δέν εἶπα τίποτα. Ἐξ ἄλλου αὐτή μέ κάλεσε γιά νὰ ὠφεληθῶ ἐγώ -ἔτσι αἰσθάνθηκα- δέν μέ κάλεσε γιά νὰ στηριχθεῖ ἐκεί-νη. Μοῦ ἔδωσε πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα μποροῦσα ἐγὼ νὰ τῆς προσφέρω. Ἔτσι μέχρι σήμερα πιστεύω. Τί νὰ κάνω; νά ἀρχίσω νά τῆς λέω θρησκευτικά πράγματα περὶ πίστεως καὶ Θεοῦ; Δὲν τὰ χρεια¬ζότανε. Τὰ εἶχε ὅλα μέσα της. Οὔτε ὅμως καὶ στὸν σύζυγό της. Αὐτὸς δὲν εἶχε κουράγιο νὰ ἀκούσει. Πολλὲς φορὲς ἡ σιωπὴ πιστοποιεῖ τὴν ἀνιδιοτέλεια τῆς ἀγάπης μας. Καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ!
Κι ἔτσι ἔφυγε, κάτω ἀπό πολύ δύσκολες συνθῆκες. Αὐτή εἶναι ἡ περίπτωση ἐνός ἀνθρώπου πού ἔχει μέσα του φυσικά ἀποθέματα πίστεως καί μέ κάποιο τρόπο στή δύσκολη στιγμή του τοῦ βγαίνουν.
Θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἕνας ἄλλος πού νά εἶναι τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Αὐτὸς θὰ ἀπαιτοῦσε ἄλλο χειρισμό. Συνεπῶς δέν ὑπάρχει πρωτόκολλο συμπεριφορᾶς, ἀλλά ὑπάρχει ἕνα ἄρθρο σέ ἕνα πρωτόκολλο σεβασμοῦ τό ὁποῖο ἐπιβάλλει τὴν ἰσορροπία λόγου καί σιωπῆς. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ παραβιάζουμε.
(γ) Δίπλα σὲ αὐτὰ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναφερεθεῖ στὴ φροντίδα γιά τὶς καθη¬μερινὲς πρακτικὲς ἀνάγκες, στὸν τρόπο, στὴν ἐπιμέλεια, στὴ διάθεση, στὸν χρόνο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἐπιτελεῖται ἡ ὅλη διακονία. Ἐπίσης, ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης ὡς καλωσύνης. Ἡ καλωσύνη εἶναι κάτι πολύ ἀνθρώπινο, πολύ ἱερό, πολύ ζεστό καί πολύ ἐνισχυτικό καί ἀναγκαῖο. Θά πρέπει δηλαδή οἱ ἄνθρωποι τούς ὁποίους ἀγκαλιάζουμε, νά αἰσθανθοῦν ὅτι μᾶς εἶναι καί ἀγαπητοί καί ἐπιθυμητοί καί πολύτιμοι.
Μᾶς εἶναι ἀγαπητοί ἔστω καί ἐάν εἶναι σέ μιά τόσο δύσκολη θέση πού ἀπαιτεῖ γιά μᾶς θυσία. Μᾶς εἶναι ἐπιθυμητοί ἔστω καί ἐάν εἶναι δύστροποι, προκλητικοί, ἀχάριστοι καμμιά φορά. Καί μᾶς εἶναι πολύτιμοι ἔστω καί ἐάν δέν μποροῦν νά προσφέρουν τίποτα στήν λογική τῆς προσφορᾶς, ὅπως τήν ἐννοοῦν οἱ σύγχρονες κοινωνίες μας. Ὅταν αὐτό τό νοιώσει ὁ πάσχων καί ὅταν βγεῖ ἀπό μᾶς ἡ διακονία μας κυρίως ὡς εὐγνωμοσύνη γιά τήν εὐκαιρία πού μᾶς δίνεται, τότε αὐτό μπορεῖ νά εἶναι ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε νὰ προσφέρουμε.
(δ) Θά κλείσω μὲ ἕνα τέταρτο στοιχεῖο τό ὁποῖο εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό. Εἶναι ὅτι ἡ προσπάθεια σὲ αὐτὴν τὴν διακονία ἐπιτελεῖται κατ’ ἀνάγκην ὁλιστικὰ καὶ συλ¬λογικά. Ὁλιστικὰ σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἀσθενὴς ἀντιμετωπίζεται στὸ σύνολό του, δηλα¬δὴ φυσικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πνευματικὰ καὶ σὲ συνάρτηση μὲ τὸ περι¬βάλλον, τὴν ἱστορία καὶ τὰ δεδομένα του. Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ χρειάζεται ὁ για-τρός, ὁ νο¬σηλευτής, ὁ ψυχολόγος, ὁ κοινωνικός λειτουρ¬γός, ὁ φυ¬σικοθεραπευτής, ὁ ἐθελο¬ντής, ὁ ἱερέας, ὅλοι. Ἔτσι ἀγκαλιά¬ζου¬με τόν ἄνθρωπο ὅλοι καί ὅλον.
Συλ¬λογική προσπάθεια σημαίνει ὄχι μόνον ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ συναπαρτίζουν τὴν ὁμάδα συνυ¬πηρε¬τοῦν συμπληρωματικῶς, ἀλλά καὶ ὅτι εἶναι συνδυασμένοι μεταξύ τους καὶ συντο¬νισμένοι, μὲ ἀμοιβαῖο σεβασμό, χωρὶς προσωπικὲς διαφορές, χωρὶς ἀτο¬μικὲς ὑπερ¬βολές. Εἶναι τόσο λεπτοὶ οἱ χειρισμοί, τόσο εὐαίσθητες οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώ¬πων, τόσο μεγάλες οἱ δυσκολίες, ποὺ καὶ οἱ μικρότερες διαταραχὲς στὴ δια¬κονία μεγεθύνονται. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι λειτουργοῦμε ὡς ὁμάδα καὶ ἕκαστος ἐκ τῶν μελῶν ἔχει εἰρηνεύσει μέ τούς λογισμούς του, εἶναι ἰσορροπημένος μέ τόν ἑαυτό του, μέ τό καθημερινό καί τό εὐρύτερο περιβάλλον του. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σοβα¬ρότερες προϋποθέσεις ἐπιτέλεσης τῆς ἀνακουφιστικῆς ἀποστολῆς. Μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργεῖ ἐναρμονισμένα ἡ ὁμάδα καὶ ὁ καθένας νά συμβάλλει μέ τό δικό του χάρισμα καί τίς δικές του δυνατότητες, ὥστε νὰ προκύψει ἕνα ἁρμονικό ἀποτέλεσμα, τό ὁποῖο πραγματικά νὰ μεταγγίζει δύναμη καὶ ἐλπίδα καὶ νά ἀποπνέει σιγουριὰ καὶ ἔμπνευση.
Αὐτὰ γιὰ νὰ γίνουν ἀπαιτοῦν ἐξειδικευμένη γνώση, διαρκῆ ἐκπαίδευση καὶ δυνατότητα ἀνανέωσης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ὅλα ὅσα προαναφέρθηκαν οὔτε εὔκολα εἶναι οὔτε ἀσφαλῶς ἐξαντλοῦν τὴν πραγματικὴ εἰκόνα ποὺ συνθέτει, ποὺ φέρνει μαζί, τὴν μεγάλη ἀνάγκη μὲ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀπο¬στολή. Ἡ ἀνακουφιστικὴ φροντίδα, ἰδίως στὸ ἐπίπεδο τῆς στήριξης, εἶναι ἕνα ἄθλημα προσωπικῆς αὐθυπέρβασης καὶ ἀμοιβαίας κοινωνίας, τὸ ὁποῖο ἐπιτελεῖται σὲ τρεῖς βαθμίδες. Ἀρχικὰ συμ-παριστάμεθα στὸν ἀσθενῆ, δηλαδή εἴμαστε στό πλευρό, παρόντες, ἐκεῖ, συνέχεια μὲ ὅλο μας τὸν ἐνδιαφέρον καὶ τὴ διάθεση νὰ βοηθήσουμε. Στὴ συνέχεια συμ-πορευόμαστε, προχωροῦμε μαζί του, στὸν ἀνή¬φορο, τὴ δυσκολία, τὸν ἀγῶνα του. Ἀλλάζουμε τό πρόγραμμα τῆς ζωῆς μας, δημι¬ουργοῦμε νέα ρουτίνα καθημερινότητας, νέα λογική χαρᾶς, εὐτυχίας, ἐπιδιώξεων, προσανα¬τολισμοῦ, στόχων, ἡ ὁποία περνάει μέσα ἀπό τή ζωὴ τῶν ἀσθενῶν, ἔστω καί ἐάν γνωρίζουμε ὅτι σύντομα θὰ φύγουν.
Ἀνώτερη κατάσταση εἶναι τὸ συμ-πάσχειν, τὸ νὰ πάσχουμε μαζί, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὑποφέρειν ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ περιχωρεῖν, δηλαδὴ νὰ ζοῦμε μαζί τό πρόβλημα τοῦ ἄλλου ὡς δικό μας, νὰ συμμετέχουμε ὁλιστικά, νὰ φορτωνόμαστε τὸ βάρος του, τό ὁποῖο στήν οὐσία ἀποτελεῖ καὶ γιά μᾶς μιά μεγάλη εὐλογία προσωπικοῦ ἀφυπνισμοῦ, κυρίως ὅμως σχέσης μέ τούς ἀνθρώπους ποὺ καλούμαστε νά διακο¬νήσουμε.
Μέσα σέ ὅλο αὐτό τό πλαίσιο, κάθε θυσία, κάθε δυσκολία, πού ὅλοι κάνουμε γιά αὐτόν τόν σκοπό ἀξίζει πολύ καί πολλά. Θεωρῶ ὅτι ἡ ἀνάγκη εἶναι πολύ μεγάλη σέ αὐτόν τόν τομέα, ὁ στόχος εἶναι πολύ ὑψηλός, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι πολύ ὄμορ¬φος καί ἡ ἀνταμοιβὴ ἀνεκτίμητη.
Ἡ ἀνακουφιστικὴ στήριξη ἔχει κάτι τὸ θεϊκό μέσα της. Δίνει τὸν Θεό. Δείχνει τὸν Θεό.






«Μείζω τούτων ὄψει»
 
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου




Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴ γιορτή της. Ἐνῶ ὅμως βάση τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἀποτελεῖ κάποιο ἱστορικὸ γεγονός, ἡ ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων, σήμερα δὲν γιορτάζουμε τὴν οὕτως ἢ ἄλλως ἔνδοξη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τιμοῦμε αὐτὸ ποὺ ἠχεῖ παράξενα στὶς μέρες μας∙ τὴ σημασία τῶν δογμάτων. Τιμοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὴ σχέση της μὲ τὴν ἀλήθεια, τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μοναδικὴ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ.

Τί εἶναι ὅμως ἀκριβῶς ἡ Ὀρθοδοξία; Εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς θρησκεῖες, ἐνδεχομένως ἡ καλύτερη; Εἶναι μία φιλοσοφικὴ προσέγγιση τῆς μεταφυσικῆς ἀλήθειας, πιθανὸν ἡ πιὸ ὁλοκληρωμένη; Εἶναι μία σημαντικὴ παράδοση ἱστορίας καὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ἴσως ἡ ἀρχαιότερη; Ἢ μήπως εἶναι κάτι ἄλλο, πέραν ἀπὸ ὅλα αὐτά, πολὺ λεπτὸ καὶ πολὺ βαθύ;

Μόλις πρὸ ὀλίγου, ἀκούσαμε μιὰ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα καὶ ἀποκαλυπτική· τὴ συνάντηση καὶ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Ναθαναήλ. Καὶ εἶναι ἀποκαλυπτικὴ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του μὲ πολὺ ἁπλὸ ἀλλὰ ἐντυπωσιακὸ τρόπο. Τοῦ λέγει ὅτι εἶναι πραγματικὸς Ἰσραηλίτης «ἐν ᾧ δόλος οὔκ ἐστι» (Ἰω. α΄ 47), στοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ δὲν ὑπάρχει πονηρία, δὲν ὑπάρχει κακία, δὲν ὑπάρχει σκληρότητα. Καὶ τὸ λέγει αὐτὸ χωρὶς προηγουμένως νὰ τὸν γνωρίζει, χωρὶς κάποιος νὰ τοῦ τὸ ἔχει πεῖ. Ἐκεῖνος ξαφνιάζεται καὶ τότε ὁ Κύριος προβαίνει σὲ δεύτερη ἀποκάλυψη· ὅτι λίγο πρὶν Τὸν πλησιάσει τὸν εἶδε νοερὰ νὰ κάθεται κάτω ἀπὸ μιὰ συκιά. Τότε, ἔκπληκτος ὁ Ναθαναὴλ ξεσπᾶ σὲ μιὰ ὁμολογία πίστεως, «ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰω. α΄ 49). Ὁ Κύριος δὲν μένει σὲ αὐτό, ἀλλὰ πολὺ ἁπλᾶ τοῦ ἀπαντᾶ «ὅτι εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει» (Ἰω. α΄ 50)· σὲ ἐξέπληξε τὸ ὅτι σὲ εἶδα ποὺ καθόσουν κάτω ἀπό τὴ συκιά; Δὲν εἶναι τίποτε τὸ νὰ σοῦ ἀποκαλύψω κάτι ἀπὸ τὴ ζωή σου, τὸ νὰ σὲ ἀποκαλέσω ἐνδεχομένως μὲ τὸ ὄνομά σου, ἐνῶ δὲν γνωριζόμαστε, ἢ τὸ νὰ φανερώσω καὶ κάποια ἀπὸ τὰ βαθύτερα μυστικά τῆς ψυχῆς σου. Ἂν ἔρθεις κοντά μου, «μείζω τούτων ὄψει», πολὺ μεγαλύτερα πράγματα πρόκειται νὰ δεῖς∙ καὶ αὐτὴν τὴν μεγάλη ὁμολογία ποὺ ἔκανες πολὺ διαφορετικὰ θὰ τὴν ἐπαναλάβεις καὶ θὰ τὴν ἀντιληφθεῖς.

Σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ ρήση τοῦ Κυρίου ἀξίζει νὰ ἑστιάσουμε γιὰ λίγο τὴν προσοχή μας. Ποιά ἆραγε εἶναι αὐτὰ τὰ μεγαλύτερα; Τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ μία προορατικὴ καὶ διορατικὴ ἱκανότητα; ἀπὸ ἕνα ἐντυπωσιακὸ σημεῖο; ἀπὸ μία συνάντηση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αὐθόρμητη ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός; Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ὑπερθετικὰ μείζονα κρύβεται ἡ βαθύτερη ταυτότητα καὶ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ διαφύλαξη, ἡ φανέρωση, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ θέα τῶν μειζόνων καὶ ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἐξ αὐτῶν ἀπορρέουσα ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Ναθαναὴλ ἀναφέρεται στὸ α΄ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου. Λίγο παρακάτω παρατίθενται κάποια λίγα μὲν ἀλλὰ χαρακτηριστικὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Κανά, τῆς μετατροπῆς τοῦ νεροῦ σὲ κρασί, ἀκολουθεῖ αὐτὸ τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, στὴ συνέχεια ἡ κατασίγαση τῆς τρικυμίας, ἡ ἀνάβλεψη τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ - ὅλα αὐτὰ ἀσφαλῶς πιὸ ἐντυπωσιακὰ ἀπὸ τὸ πρῶτο.

Ἡ ἁλυσσίδα τῶν μεγάλων καὶ συγκλονιστικῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ ἀποκορυφώνεται στὸ ια΄ κεφάλαιο μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Χωρὶς ἀμφιβολία ἐδῶ ἔχουμε φτάσει στὸ μέγιστο τῶν σημείων. Ὁ Λάζαρος «τεταρταῖος» νεκρός, τέσσερις μέρες στὸν τάφο, ποὺ «ὄζει», μυρίζει, καὶ ὁ Κύριος τὸν ἀνασταίνει καὶ μετὰ συνεστιάζεται μαζί του. Ὁ Κύριος ὑπερβαίνει τὸν χρόνο καὶ τὴ λογική, ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, εἶναι κυρίαρχος τῆς φύσης, κυριαρχεῖ καὶ στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο.

Εἶναι ὅμως αὐτὰ τὰ «μείζονα» τὰ ὁποῖα ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στὸν Ναθαναήλ ἢ μήπως καὶ κάτι ἄλλο;

Ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὶς Ἐπιστολές του χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὴ λέξη «μεῖζον»∙ μιλάει γιὰ μεγάλα –γι’ αὐτὰ ποὺ ἐπιδιώκονται, ποὺ κατανοοῦνται- καὶ στὴ συνέχεια γιὰ «μείζονα», γιὰ ἀκόμη μεγαλύτερα -γι’ αὐτὰ ποὺ ἀποκαλύπτονται, μέσα στὰ ὁποῖα κρύβεται ἡ ἀλήθεια. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐνῶ ὁμιλεῖ γιὰ τὰ μοναδικὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστοὺς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, προχωρεῖ στὰ «κρείττονα» χαρίσματα καὶ ἀναφέρεται στὴν ἀρετὴ τῆς ἀγάπης ὡς τὸ «μέγα μυστήριον» καὶ ὡς «καθ’ ὑπερβολὴν ὁδόν»: «ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31).

Αὐτὴν τὴν ἀγάπη ὁ Ναθαναὴλ δὲν τὴν ἄκουσε μόνον ὡς διδασκαλία∙ τὴν εἶδε ἔκδηλη στὸ πρόσωπο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ὡς τὸ μεῖζον καὶ κρεῖττον ὅλων τῶν χαρισμάτων, τῶν ὑπερβατικῶν σημείων καὶ τῶν ἀρετῶν, ὡς μεῖζον καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἰωάννης ὅμως συνεχίζει καὶ μὲ ἄλλα παράδοξα καὶ μείζονα.  Λέει κάπου ὁ Κύριος· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κακεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰω. ιδ΄ 12). Ὁ λόγος αὐτὸς ἀξίζει ἰδιαίτερης προσοχῆς!  Κάθε πιστὸς ποὺ συντηρεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ βαπτίσματός του στὴν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας τὰ ἔργα ποὺ ὁ Κύριος ἐποίησε ποιεῖ καὶ μπορεῖ «μείζονα τούτων» νὰ ἐπιτελέσει.

Αὐτὸ συνέβη μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. Αὐτοί, ὅπως ἀναφέρεται στὸ ε΄ κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα» (στ. 12), ὁ δὲ Πέτρος θεράπευε καὶ μὲ μόνη τὴ σκιά του (στ. 15). Κάτι τέτοιο δὲν συνέβη μὲ τὸν Κύριο. Ἀνάλογα καὶ μεγαλύτερα κατορθώματα συναντᾶ κανεὶς καὶ στὰ μαρτύρια τῶν ὑπολοίπων ἀποστόλων καὶ γενικὰ στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.  Ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ἔζησε πενήντα τρία συναπτὰ χρόνια πάνω σὲ μιὰ κολώνα· γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε κιωνίτης! Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο παράδειγμα. Ὁ Κύριος ἔζησε σαράντα μέρες στὴν ἔρημο. Αὐτὴ ἔζησε σὲ πλήρη μόνωση σαράντα ἑπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου. Αὐτὸ εἶναι ὄντως μεγάλο! Εἶναι ὅμως καὶ τὸ μεῖζον;

Ὄχι!  Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μεῖζον. Αὐτὸ δείχνει τὸ μεῖζον. Ὁ Κύριος δὲν κρατάει τὴ δύναμη Του γιὰ τὸν ἑαυτό Του, γιὰ νὰ ἐπιτελεῖ μόνον Αὐτὸς σημεῖα. Δὲν κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό Του τὴν ἁγιότητα ἢ τὸν λόγο Του, γιὰ νὰ τὰ προσφέρει σὲ μᾶς, νὰ κοιτοῦμε ἐντυπωσιασμένοι καὶ νὰ εἴμαστε ἐκτός. Ἀλλὰ τὰ προσφέρει ὅλα, καὶ δύναμη καὶ λόγο καὶ ζωὴ ὡς δυνατότητα στοὺς πιστούς, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μικροί, ἀδύναμοι ἢ καὶ ἁμαρτωλοί. Εἶναι κοινωνούμενος, «προσφέρων καὶ προσφερόμενος, κλώμενος καὶ ἐκχυνόμενος καὶ διαδιδόμενος». Αὐτὸ εἶναι τὸ μεῖζον. Τὸ ὅτι ποιοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ μείζονα στὸ ὄνομά Του εἶναι ἀπόδειξη τῆς κοινωνίας Του. Αὐτὸ τὸ δῶρο, ἀποτελεῖ μείζονα ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ ἔκανε στὸν Ναθαναήλ. 

Ἂς προχωρήσουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα. Λίγο πρὶν μιλήσει ὁ Κύριος γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του στοὺς μαθητὲς καὶ στοὺς παρόντες ἐκεῖ Ἰουδαίους, λέγει τὸ ἑξῆς: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ δείκνυσιν αὐτοῦ πάντα ἃ αὐτὸς ποιεῖ καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε» (Ἰω. ε΄ 20), δηλαδὴ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀγαπᾶ τόσο τὸν Θεὸ Υἱό, τὸν Κύριο, ὥστε κάθε τι τὸ ὁποῖο κάνει Τοῦ τὸ φανερώνει καὶ τὸ ἐνεργεῖ μαζί Του, ἀλλὰ καὶ διὰ Αὐτοῦ θὰ δείξει καὶ μεγαλύτερα ἔργα, ποὺ ἐσεῖς θὰ τὰ θαυμάζετε.

Ποιὰ εἶναι αὐτά τὰ μεγαλύτερα ἔργα τοῦ Θεοῦ; Εἶναι ἡ Θεία Οἰκονομία, δηλαδὴ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, ἡ Μεταμόρφωση, τὸ Πάθος, ἡ Ἀνάσταση, εἶναι προηγουμένως ἡ προσφορά τοῦ μυστηρίου κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, εἶναι ἡ Ἀνάληψη, ἡ Πεντηκοστή. Αὐτὰ ὅλα συναποτελοῦν τὸ μεῖζον ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀποκάλυψη αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἶναι ὅ,τι μεγαλύτερο μπορεῖ νὰ δοθεῖ σὲ ἕναν πιστό. Αὐτὸ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴ βίωση τῆς θεολογίας. Στὴν οὐσία εἶναι διὰ πίστεως μετοχὴ στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, μετοχὴ στὰ γεγονότα ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἕπονται.  Ὁ Ναθαναὴλ δὲν εἶδε τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, δὲν ἦταν παρὼν στὴ Μεταμόρφωση, οὔτε ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται στὶς ἀναφορές τῶν εὐαγγελιστῶν, ἦταν παρὼν στὴ Σταύρωση καὶ φυσικὰ κανεὶς δὲν ἦταν παρὼν στὴν Ἀνάσταση. Δέχθηκε ὅμως τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου. Συνήντησε τὸν Κύριο Ἀναστάντα «ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος» (Ἰω. κα΄ 1,2). Αὐτὸ εἶναι τὸ μεῖζον, γιὰ τὸ ὁποῖο τελικὰ ἔδωσε καὶ τὴ ζωή του.

Ἔτσι, ὁ κάθε ἕνας μας δὲν βλέπει μόνο τί κάνει ὁ Θεὸς οὔτε μόνο τί δίνει ὁ Θεός, ἀλλὰ μπορεῖ τελικὰ νὰ ἀναγνωρίσει ποιὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὄχι μόνον νὰ δεῖ τὰ ἔργα Του, οὔτε νὰ διακρίνει τὶς ἐνέργειές Του, οὔτε τὰ σημεῖα ποὺ ἔμμεσα Τὸν φανερώνουν, ἀλλὰ νὰ ἀντικρύσει Αὐτὸν «καθὼς ἐστίν», ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. γ΄ 2). Νὰ ζεῖ τὸν Θεὸ ὄχι ὅπως Τὸν φαντάζεται, οὔτε ὅπως Τὸν περιγράφουν τὰ βιβλία, ἀλλὰ ὅπως τοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος, ὅπως Αὐτὸς εἶναι.

Ὀρθόδοξία εἶναι ἡ θέα τῶν μειζόνων. Ἡ ἐμπειρία τοῦ «καθὼς ἐστίν». Ἡ χρήση ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπερθετικῶν ἁγιογραφικῶν ὅρων, ὅπως τὸ μεῖζον τῶν σημείων, τὰ κρείττονα τῶν χαρισμάτων, τὸ περισσὸν τῆς ζωῆς, τὸ καινὸν μυστήριον, τὸ ὑπερπερίσσευμα τῆς χάριτος, ἀποτελεῖ τὸ περίγραμμα τοῦ Ὀρθόδοξου φρονήματος. Ἡ Ὀρθοδοξία μεταφέρει τὴν ἀλήθεια τῆς θεότητος στὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς, μπολιάζει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, τοῦ ἀκατανοήτου, τοῦ ἀπρόσιτου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἀνάγει τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ στὸ μέγιστο τοῦ ὕψους της, τῆς προσδίδει τὴ μεγαλύτερή της ἔκταση, τὴν διαστέλλει καὶ τελικῶς μὲ ὁρμὴ τὴν ὠθεῖ στὸ πιὸ ἀπόμακρο σημεῖο ποὺ αὐτὴ μπορεῖ νὰ φθάσει. Τὴν βγάζει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου καὶ τὴν μεταφέρει στὴν «ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. η΄ 21).

Ὅλα αὐτὰ προσφέρονται ἔστω καὶ ἄν ἐμεῖς δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε, ἔστω καὶ ἂν μᾶς φαίνονται τόσο μεγάλα ποὺ δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὰ σκεφτοῦμε. Καὶ ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ἐκκλησία μας τὰ διαφυλάσσει ὡς ἄλλη κιβωτός, τὰ ἐπαναλαμβάνει καὶ τὰ προσφέρει διαρκῶς στοὺς πιστοὺς ὡς βίωμά της καὶ ὡς ὅραμα καὶ προοπτική μας. Ἀκόμη κι ἂν δὲν ζήσουμε αὐτὲς τὶς μείζονες καταστάσεις, τουλάχιστον μποροῦμε νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ αὐτές, νὰ τὶς ἐπιθυμοῦμε, νὰ τὶς πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, νὰ τὶς διακρίνουμε στὸν ὁρίζοντα τῶν προοπτικῶν μας, νὰ διαμορφώνουν τὸ φρόνημα καὶ τὸν προορισμό μας, νὰ ξεπερνοῦμε μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τους τὶς ὅποιες κρίσεις μας.

Οἱ ὅροι ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ στὴ θεολογία της ἐκφράζουν τὴν ἀνωτέρα δυνατὴ κατάσταση καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὴν τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνίας, γύρω ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς ὁποίας δομεῖται ἡ Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων προσπάθεια ἀπομείωσης τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καὶ ἰσοπέδωσής του στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐφημερότητος καὶ τῆς βιολογικῆς ζωικότητος.

Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἕνα θρησκευτικὸ ἰδεολόγημα ποὺ καλεῖται κανεὶς νὰ υἱοθετήσει, οὔτε ἕνα θεολογικὸ φιλοσόφημα ποὺ πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε, οὔτε ἕνα ἠθικὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο ἀρκεῖ ὁ πιστὸς νὰ συμμορφωθεῖ. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ προτρέπεται ὁ καθένας μας νὰ πιστεύσει, σύμφωνα μὲ αὐτὴν νὰ ζήσει καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἐλευθερωθεῖ. Εἶναι ἡ θέα τῶν μειζόνων καὶ ἀπὸ τὰ θαύματα, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τῶν κρειττόνων καὶ ἀπὸ τὰ χαρίσματα, εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἀνάδειξης τοῦ ἀνθρώπου σὲ θεόμορφο πλάσμα, εἶναι θεία ἀποκάλυψις ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἑτερότητα τῆς λογικῆς, εἶναι ἡ μόνη διέξοδος στὰ ἀδιέξοδα τῶν πάσης φύσεως προσωπικῶν ἢ καὶ κοσμικῶν κρίσεων.

Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ βίωση τῆς μετάνοιας, ὅπως παρουσιάζεται στὴν ἀκρότητά της ὡς μείζων πύλη σωτηρίας στὸν βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας τὴν ὁποία καὶ θὰ τιμήσουμε τὴν Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν∙ εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν ἀρετῶν, ὅπως αὐτὴ ἀναδεικνύεται ὡς μείζων ἔργο τοῦ κάθε πιστοῦ στὸ ὑπέροχο βιβλίο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου ποὺ θὰ θυμηθοῦμε τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν∙ εἶναι ὁ θησαυρὸς τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη θὰ γιορτάσουμε τὴν προσεχῆ Β΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν καὶ ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τὴ θέωση ὡς μείζονα προοπτικὴ τοῦ ἀνθρώπου∙ εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖο θὰ προσκυνήσουμε τὴν Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ὡς ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Τί τούτων μείζων; 

 Εἶναι μεγάλη εὐλογία νὰ εἶναι κανεὶς Ὀρθόδοξος χριστιανός. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ ποὺ βαπτισθήκαμε Ὀρθόδοξοι καὶ μποροῦμε νὰ ἀναβαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα αὐτῶν τῶν ἀληθειῶν. Εἶναι ὄντως τὸ μεῖζον τῶν δώρων. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἐπιστρέψουμε τελικά στὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία μας. Κυρίως ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι! Οἱ γεννημένοι Ὀρθόδοξοι νὰ γίνουμε γνήσιοι Ὀρθόδοξοι. Νὰ δώσει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας! Ἀμήν!


«Μείζω τούτων ὄψει»
 
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου



Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴ γιορτή της. Ἐνῶ ὅμως βάση τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἀποτελεῖ κάποιο ἱστορικὸ γεγονός, ἡ ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων, σήμερα δὲν γιορτάζουμε τὴν οὕτως ἢ ἄλλως ἔνδοξη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τιμοῦμε αὐτὸ ποὺ ἠχεῖ παράξενα στὶς μέρες μας∙ τὴ σημασία τῶν δογμάτων. Τιμοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὴ σχέση της μὲ τὴν ἀλήθεια, τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μοναδικὴ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ.

Τί εἶναι ὅμως ἀκριβῶς ἡ Ὀρθοδοξία; Εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς θρησκεῖες, ἐνδεχομένως ἡ καλύτερη; Εἶναι μία φιλοσοφικὴ προσέγγιση τῆς μεταφυσικῆς ἀλήθειας, πιθανὸν ἡ πιὸ ὁλοκληρωμένη; Εἶναι μία σημαντικὴ παράδοση ἱστορίας καὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ἴσως ἡ ἀρχαιότερη; Ἢ μήπως εἶναι κάτι ἄλλο, πέραν ἀπὸ ὅλα αὐτά, πολὺ λεπτὸ καὶ πολὺ βαθύ;

Μόλις πρὸ ὀλίγου, ἀκούσαμε μιὰ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα καὶ ἀποκαλυπτική· τὴ συνάντηση καὶ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Ναθαναήλ. Καὶ εἶναι ἀποκαλυπτικὴ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του μὲ πολὺ ἁπλὸ ἀλλὰ ἐντυπωσιακὸ τρόπο. Τοῦ λέγει ὅτι εἶναι πραγματικὸς Ἰσραηλίτης «ἐν ᾧ δόλος οὔκ ἐστι» (Ἰω. α΄ 47), στοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ δὲν ὑπάρχει πονηρία, δὲν ὑπάρχει κακία, δὲν ὑπάρχει σκληρότητα. Καὶ τὸ λέγει αὐτὸ χωρὶς προηγουμένως νὰ τὸν γνωρίζει, χωρὶς κάποιος νὰ τοῦ τὸ ἔχει πεῖ. Ἐκεῖνος ξαφνιάζεται καὶ τότε ὁ Κύριος προβαίνει σὲ δεύτερη ἀποκάλυψη· ὅτι λίγο πρὶν Τὸν πλησιάσει τὸν εἶδε νοερὰ νὰ κάθεται κάτω ἀπὸ μιὰ συκιά. Τότε, ἔκπληκτος ὁ Ναθαναὴλ ξεσπᾶ σὲ μιὰ ὁμολογία πίστεως, «ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰω. α΄ 49). Ὁ Κύριος δὲν μένει σὲ αὐτό, ἀλλὰ πολὺ ἁπλᾶ τοῦ ἀπαντᾶ «ὅτι εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει» (Ἰω. α΄ 50)· σὲ ἐξέπληξε τὸ ὅτι σὲ εἶδα ποὺ καθόσουν κάτω ἀπό τὴ συκιά; Δὲν εἶναι τίποτε τὸ νὰ σοῦ ἀποκαλύψω κάτι ἀπὸ τὴ ζωή σου, τὸ νὰ σὲ ἀποκαλέσω ἐνδεχομένως μὲ τὸ ὄνομά σου, ἐνῶ δὲν γνωριζόμαστε, ἢ τὸ νὰ φανερώσω καὶ κάποια ἀπὸ τὰ βαθύτερα μυστικά τῆς ψυχῆς σου. Ἂν ἔρθεις κοντά μου, «μείζω τούτων ὄψει», πολὺ μεγαλύτερα πράγματα πρόκειται νὰ δεῖς∙ καὶ αὐτὴν τὴν μεγάλη ὁμολογία ποὺ ἔκανες πολὺ διαφορετικὰ θὰ τὴν ἐπαναλάβεις καὶ θὰ τὴν ἀντιληφθεῖς.

Σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ ρήση τοῦ Κυρίου ἀξίζει νὰ ἑστιάσουμε γιὰ λίγο τὴν προσοχή μας. Ποιά ἆραγε εἶναι αὐτὰ τὰ μεγαλύτερα; Τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ μία προορατικὴ καὶ διορατικὴ ἱκανότητα; ἀπὸ ἕνα ἐντυπωσιακὸ σημεῖο; ἀπὸ μία συνάντηση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αὐθόρμητη ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός; Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ὑπερθετικὰ μείζονα κρύβεται ἡ βαθύτερη ταυτότητα καὶ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ διαφύλαξη, ἡ φανέρωση, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ θέα τῶν μειζόνων καὶ ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἐξ αὐτῶν ἀπορρέουσα ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Ναθαναὴλ ἀναφέρεται στὸ α΄ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου. Λίγο παρακάτω παρατίθενται κάποια λίγα μὲν ἀλλὰ χαρακτηριστικὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Κανά, τῆς μετατροπῆς τοῦ νεροῦ σὲ κρασί, ἀκολουθεῖ αὐτὸ τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, στὴ συνέχεια ἡ κατασίγαση τῆς τρικυμίας, ἡ ἀνάβλεψη τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ - ὅλα αὐτὰ ἀσφαλῶς πιὸ ἐντυπωσιακὰ ἀπὸ τὸ πρῶτο.

Ἡ ἁλυσσίδα τῶν μεγάλων καὶ συγκλονιστικῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ ἀποκορυφώνεται στὸ ια΄ κεφάλαιο μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Χωρὶς ἀμφιβολία ἐδῶ ἔχουμε φτάσει στὸ μέγιστο τῶν σημείων. Ὁ Λάζαρος «τεταρταῖος» νεκρός, τέσσερις μέρες στὸν τάφο, ποὺ «ὄζει», μυρίζει, καὶ ὁ Κύριος τὸν ἀνασταίνει καὶ μετὰ συνεστιάζεται μαζί του. Ὁ Κύριος ὑπερβαίνει τὸν χρόνο καὶ τὴ λογική, ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, εἶναι κυρίαρχος τῆς φύσης, κυριαρχεῖ καὶ στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο.

Εἶναι ὅμως αὐτὰ τὰ «μείζονα» τὰ ὁποῖα ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στὸν Ναθαναήλ ἢ μήπως καὶ κάτι ἄλλο;

Ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὶς Ἐπιστολές του χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὴ λέξη «μεῖζον»∙ μιλάει γιὰ μεγάλα –γι’ αὐτὰ ποὺ ἐπιδιώκονται, ποὺ κατανοοῦνται- καὶ στὴ συνέχεια γιὰ «μείζονα», γιὰ ἀκόμη μεγαλύτερα -γι’ αὐτὰ ποὺ ἀποκαλύπτονται, μέσα στὰ ὁποῖα κρύβεται ἡ ἀλήθεια. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐνῶ ὁμιλεῖ γιὰ τὰ μοναδικὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστοὺς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, προχωρεῖ στὰ «κρείττονα» χαρίσματα καὶ ἀναφέρεται στὴν ἀρετὴ τῆς ἀγάπης ὡς τὸ «μέγα μυστήριον» καὶ ὡς «καθ’ ὑπερβολὴν ὁδόν»: «ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31).

Αὐτὴν τὴν ἀγάπη ὁ Ναθαναὴλ δὲν τὴν ἄκουσε μόνον ὡς διδασκαλία∙ τὴν εἶδε ἔκδηλη στὸ πρόσωπο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ὡς τὸ μεῖζον καὶ κρεῖττον ὅλων τῶν χαρισμάτων, τῶν ὑπερβατικῶν σημείων καὶ τῶν ἀρετῶν, ὡς μεῖζον καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἰωάννης ὅμως συνεχίζει καὶ μὲ ἄλλα παράδοξα καὶ μείζονα.  Λέει κάπου ὁ Κύριος· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κακεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰω. ιδ΄ 12). Ὁ λόγος αὐτὸς ἀξίζει ἰδιαίτερης προσοχῆς!  Κάθε πιστὸς ποὺ συντηρεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ βαπτίσματός του στὴν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας τὰ ἔργα ποὺ ὁ Κύριος ἐποίησε ποιεῖ καὶ μπορεῖ «μείζονα τούτων» νὰ ἐπιτελέσει.

Αὐτὸ συνέβη μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. Αὐτοί, ὅπως ἀναφέρεται στὸ ε΄ κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα» (στ. 12), ὁ δὲ Πέτρος θεράπευε καὶ μὲ μόνη τὴ σκιά του (στ. 15). Κάτι τέτοιο δὲν συνέβη μὲ τὸν Κύριο. Ἀνάλογα καὶ μεγαλύτερα κατορθώματα συναντᾶ κανεὶς καὶ στὰ μαρτύρια τῶν ὑπολοίπων ἀποστόλων καὶ γενικὰ στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.  Ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ἔζησε πενήντα τρία συναπτὰ χρόνια πάνω σὲ μιὰ κολώνα· γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε κιωνίτης! Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο παράδειγμα. Ὁ Κύριος ἔζησε σαράντα μέρες στὴν ἔρημο. Αὐτὴ ἔζησε σὲ πλήρη μόνωση σαράντα ἑπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου. Αὐτὸ εἶναι ὄντως μεγάλο! Εἶναι ὅμως καὶ τὸ μεῖζον;

Ὄχι!  Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μεῖζον. Αὐτὸ δείχνει τὸ μεῖζον. Ὁ Κύριος δὲν κρατάει τὴ δύναμη Του γιὰ τὸν ἑαυτό Του, γιὰ νὰ ἐπιτελεῖ μόνον Αὐτὸς σημεῖα. Δὲν κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό Του τὴν ἁγιότητα ἢ τὸν λόγο Του, γιὰ νὰ τὰ προσφέρει σὲ μᾶς, νὰ κοιτοῦμε ἐντυπωσιασμένοι καὶ νὰ εἴμαστε ἐκτός. Ἀλλὰ τὰ προσφέρει ὅλα, καὶ δύναμη καὶ λόγο καὶ ζωὴ ὡς δυνατότητα στοὺς πιστούς, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μικροί, ἀδύναμοι ἢ καὶ ἁμαρτωλοί. Εἶναι κοινωνούμενος, «προσφέρων καὶ προσφερόμενος, κλώμενος καὶ ἐκχυνόμενος καὶ διαδιδόμενος». Αὐτὸ εἶναι τὸ μεῖζον. Τὸ ὅτι ποιοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ μείζονα στὸ ὄνομά Του εἶναι ἀπόδειξη τῆς κοινωνίας Του. Αὐτὸ τὸ δῶρο, ἀποτελεῖ μείζονα ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ ἔκανε στὸν Ναθαναήλ.  

Ἂς προχωρήσουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα. Λίγο πρὶν μιλήσει ὁ Κύριος γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του στοὺς μαθητὲς καὶ στοὺς παρόντες ἐκεῖ Ἰουδαίους, λέγει τὸ ἑξῆς: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ δείκνυσιν αὐτοῦ πάντα ἃ αὐτὸς ποιεῖ καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε» (Ἰω. ε΄ 20), δηλαδὴ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀγαπᾶ τόσο τὸν Θεὸ Υἱό, τὸν Κύριο, ὥστε κάθε τι τὸ ὁποῖο κάνει Τοῦ τὸ φανερώνει καὶ τὸ ἐνεργεῖ μαζί Του, ἀλλὰ καὶ διὰ Αὐτοῦ θὰ δείξει καὶ μεγαλύτερα ἔργα, ποὺ ἐσεῖς θὰ τὰ θαυμάζετε.

Ποιὰ εἶναι αὐτά τὰ μεγαλύτερα ἔργα τοῦ Θεοῦ; Εἶναι ἡ Θεία Οἰκονομία, δηλαδὴ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, ἡ Μεταμόρφωση, τὸ Πάθος, ἡ Ἀνάσταση, εἶναι προηγουμένως ἡ προσφορά τοῦ μυστηρίου κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, εἶναι ἡ Ἀνάληψη, ἡ Πεντηκοστή. Αὐτὰ ὅλα συναποτελοῦν τὸ μεῖζον ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀποκάλυψη αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἶναι ὅ,τι μεγαλύτερο μπορεῖ νὰ δοθεῖ σὲ ἕναν πιστό. Αὐτὸ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴ βίωση τῆς θεολογίας. Στὴν οὐσία εἶναι διὰ πίστεως μετοχὴ στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, μετοχὴ στὰ γεγονότα ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἕπονται.  Ὁ Ναθαναὴλ δὲν εἶδε τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, δὲν ἦταν παρὼν στὴ Μεταμόρφωση, οὔτε ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται στὶς ἀναφορές τῶν εὐαγγελιστῶν, ἦταν παρὼν στὴ Σταύρωση καὶ φυσικὰ κανεὶς δὲν ἦταν παρὼν στὴν Ἀνάσταση. Δέχθηκε ὅμως τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου. Συνήντησε τὸν Κύριο Ἀναστάντα «ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος» (Ἰω. κα΄ 1,2). Αὐτὸ εἶναι τὸ μεῖζον, γιὰ τὸ ὁποῖο τελικὰ ἔδωσε καὶ τὴ ζωή του.

Ἔτσι, ὁ κάθε ἕνας μας δὲν βλέπει μόνο τί κάνει ὁ Θεὸς οὔτε μόνο τί δίνει ὁ Θεός, ἀλλὰ μπορεῖ τελικὰ νὰ ἀναγνωρίσει ποιὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὄχι μόνον νὰ δεῖ τὰ ἔργα Του, οὔτε νὰ διακρίνει τὶς ἐνέργειές Του, οὔτε τὰ σημεῖα ποὺ ἔμμεσα Τὸν φανερώνουν, ἀλλὰ νὰ ἀντικρύσει Αὐτὸν «καθὼς ἐστίν», ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. γ΄ 2). Νὰ ζεῖ τὸν Θεὸ ὄχι ὅπως Τὸν φαντάζεται, οὔτε ὅπως Τὸν περιγράφουν τὰ βιβλία, ἀλλὰ ὅπως τοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος, ὅπως Αὐτὸς εἶναι.

Ὀρθόδοξία εἶναι ἡ θέα τῶν μειζόνων. Ἡ ἐμπειρία τοῦ «καθὼς ἐστίν». Ἡ χρήση ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπερθετικῶν ἁγιογραφικῶν ὅρων, ὅπως τὸ μεῖζον τῶν σημείων, τὰ κρείττονα τῶν χαρισμάτων, τὸ περισσὸν τῆς ζωῆς, τὸ καινὸν μυστήριον, τὸ ὑπερπερίσσευμα τῆς χάριτος, ἀποτελεῖ τὸ περίγραμμα τοῦ Ὀρθόδοξου φρονήματος. Ἡ Ὀρθοδοξία μεταφέρει τὴν ἀλήθεια τῆς θεότητος στὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς, μπολιάζει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, τοῦ ἀκατανοήτου, τοῦ ἀπρόσιτου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἀνάγει τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ στὸ μέγιστο τοῦ ὕψους της, τῆς προσδίδει τὴ μεγαλύτερή της ἔκταση, τὴν διαστέλλει καὶ τελικῶς μὲ ὁρμὴ τὴν ὠθεῖ στὸ πιὸ ἀπόμακρο σημεῖο ποὺ αὐτὴ μπορεῖ νὰ φθάσει. Τὴν βγάζει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου καὶ τὴν μεταφέρει στὴν «ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. η΄ 21).

Ὅλα αὐτὰ προσφέρονται ἔστω καὶ ἄν ἐμεῖς δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε, ἔστω καὶ ἂν μᾶς φαίνονται τόσο μεγάλα ποὺ δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὰ σκεφτοῦμε. Καὶ ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ἐκκλησία μας τὰ διαφυλάσσει ὡς ἄλλη κιβωτός, τὰ ἐπαναλαμβάνει καὶ τὰ προσφέρει διαρκῶς στοὺς πιστοὺς ὡς βίωμά της καὶ ὡς ὅραμα καὶ προοπτική μας. Ἀκόμη κι ἂν δὲν ζήσουμε αὐτὲς τὶς μείζονες καταστάσεις, τουλάχιστον μποροῦμε νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ αὐτές, νὰ τὶς ἐπιθυμοῦμε, νὰ τὶς πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, νὰ τὶς διακρίνουμε στὸν ὁρίζοντα τῶν προοπτικῶν μας, νὰ διαμορφώνουν τὸ φρόνημα καὶ τὸν προορισμό μας, νὰ ξεπερνοῦμε μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τους τὶς ὅποιες κρίσεις μας.

Οἱ ὅροι ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ στὴ θεολογία της ἐκφράζουν τὴν ἀνωτέρα δυνατὴ κατάσταση καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὴν τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνίας, γύρω ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς ὁποίας δομεῖται ἡ Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων προσπάθεια ἀπομείωσης τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καὶ ἰσοπέδωσής του στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐφημερότητος καὶ τῆς βιολογικῆς ζωικότητος.

Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἕνα θρησκευτικὸ ἰδεολόγημα ποὺ καλεῖται κανεὶς νὰ υἱοθετήσει, οὔτε ἕνα θεολογικὸ φιλοσόφημα ποὺ πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε, οὔτε ἕνα ἠθικὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο ἀρκεῖ ὁ πιστὸς νὰ συμμορφωθεῖ. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ προτρέπεται ὁ καθένας μας νὰ πιστεύσει, σύμφωνα μὲ αὐτὴν νὰ ζήσει καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἐλευθερωθεῖ. Εἶναι ἡ θέα τῶν μειζόνων καὶ ἀπὸ τὰ θαύματα, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τῶν κρειττόνων καὶ ἀπὸ τὰ χαρίσματα, εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἀνάδειξης τοῦ ἀνθρώπου σὲ θεόμορφο πλάσμα, εἶναι θεία ἀποκάλυψις ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἑτερότητα τῆς λογικῆς, εἶναι ἡ μόνη διέξοδος στὰ ἀδιέξοδα τῶν πάσης φύσεως προσωπικῶν ἢ καὶ κοσμικῶν κρίσεων.

Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ βίωση τῆς μετάνοιας, ὅπως παρουσιάζεται στὴν ἀκρότητά της ὡς μείζων πύλη σωτηρίας στὸν βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας τὴν ὁποία καὶ θὰ τιμήσουμε τὴν Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν∙ εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν ἀρετῶν, ὅπως αὐτὴ ἀναδεικνύεται ὡς μείζων ἔργο τοῦ κάθε πιστοῦ στὸ ὑπέροχο βιβλίο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου ποὺ θὰ θυμηθοῦμε τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν∙ εἶναι ὁ θησαυρὸς τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη θὰ γιορτάσουμε τὴν προσεχῆ Β΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν καὶ ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τὴ θέωση ὡς μείζονα προοπτικὴ τοῦ ἀνθρώπου∙ εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖο θὰ προσκυνήσουμε τὴν Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ὡς ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Τί τούτων μείζων;  

 Εἶναι μεγάλη εὐλογία νὰ εἶναι κανεὶς Ὀρθόδοξος χριστιανός. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ ποὺ βαπτισθήκαμε Ὀρθόδοξοι καὶ μποροῦμε νὰ ἀναβαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα αὐτῶν τῶν ἀληθειῶν. Εἶναι ὄντως τὸ μεῖζον τῶν δώρων. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἐπιστρέψουμε τελικά στὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία μας. Κυρίως ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι! Οἱ γεννημένοι Ὀρθόδοξοι νὰ γίνουμε γνήσιοι Ὀρθόδοξοι. Νὰ δώσει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας! Ἀμήν!

 

«Μείζω τούτων ὄψει»
 
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου


 
 

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴ γιορτή της. Ἐνῶ ὅμως βάση τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἀποτελεῖ κάποιο ἱστορικὸ γεγονός, ἡ ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων, σήμερα δὲν γιορτάζουμε τὴν οὕτως ἢ ἄλλως ἔνδοξη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τιμοῦμε αὐτὸ ποὺ ἠχεῖ παράξενα στὶς μέρες μας∙ τὴ σημασία τῶν δογμάτων. Τιμοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὴ σχέση της μὲ τὴν ἀλήθεια, τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μοναδικὴ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ.

Τί εἶναι ὅμως ἀκριβῶς ἡ Ὀρθοδοξία; Εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς θρησκεῖες, ἐνδεχομένως ἡ καλύτερη; Εἶναι μία φιλοσοφικὴ προσέγγιση τῆς μεταφυσικῆς ἀλήθειας, πιθανὸν ἡ πιὸ ὁλοκληρωμένη; Εἶναι μία σημαντικὴ παράδοση ἱστορίας καὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ἴσως ἡ ἀρχαιότερη; Ἢ μήπως εἶναι κάτι ἄλλο, πέραν ἀπὸ ὅλα αὐτά, πολὺ λεπτὸ καὶ πολὺ βαθύ;

Μόλις πρὸ ὀλίγου, ἀκούσαμε μιὰ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα καὶ ἀποκαλυπτική· τὴ συνάντηση καὶ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Ναθαναήλ. Καὶ εἶναι ἀποκαλυπτικὴ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του μὲ πολὺ ἁπλὸ ἀλλὰ ἐντυπωσιακὸ τρόπο. Τοῦ λέγει ὅτι εἶναι πραγματικὸς Ἰσραηλίτης «ἐν ᾧ δόλος οὔκ ἐστι» (Ἰω. α΄ 47), στοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ δὲν ὑπάρχει πονηρία, δὲν ὑπάρχει κακία, δὲν ὑπάρχει σκληρότητα. Καὶ τὸ λέγει αὐτὸ χωρὶς προηγουμένως νὰ τὸν γνωρίζει, χωρὶς κάποιος νὰ τοῦ τὸ ἔχει πεῖ. Ἐκεῖνος ξαφνιάζεται καὶ τότε ὁ Κύριος προβαίνει σὲ δεύτερη ἀποκάλυψη· ὅτι λίγο πρὶν Τὸν πλησιάσει τὸν εἶδε νοερὰ νὰ κάθεται κάτω ἀπὸ μιὰ συκιά. Τότε, ἔκπληκτος ὁ Ναθαναὴλ ξεσπᾶ σὲ μιὰ ὁμολογία πίστεως, «ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰω. α΄ 49). Ὁ Κύριος δὲν μένει σὲ αὐτό, ἀλλὰ πολὺ ἁπλᾶ τοῦ ἀπαντᾶ «ὅτι εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει» (Ἰω. α΄ 50)· σὲ ἐξέπληξε τὸ ὅτι σὲ εἶδα ποὺ καθόσουν κάτω ἀπό τὴ συκιά; Δὲν εἶναι τίποτε τὸ νὰ σοῦ ἀποκαλύψω κάτι ἀπὸ τὴ ζωή σου, τὸ νὰ σὲ ἀποκαλέσω ἐνδεχομένως μὲ τὸ ὄνομά σου, ἐνῶ δὲν γνωριζόμαστε, ἢ τὸ νὰ φανερώσω καὶ κάποια ἀπὸ τὰ βαθύτερα μυστικά τῆς ψυχῆς σου. Ἂν ἔρθεις κοντά μου, «μείζω τούτων ὄψει», πολὺ μεγαλύτερα πράγματα πρόκειται νὰ δεῖς∙ καὶ αὐτὴν τὴν μεγάλη ὁμολογία ποὺ ἔκανες πολὺ διαφορετικὰ θὰ τὴν ἐπαναλάβεις καὶ θὰ τὴν ἀντιληφθεῖς.

Σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ ρήση τοῦ Κυρίου ἀξίζει νὰ ἑστιάσουμε γιὰ λίγο τὴν προσοχή μας. Ποιά ἆραγε εἶναι αὐτὰ τὰ μεγαλύτερα; Τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ μία προορατικὴ καὶ διορατικὴ ἱκανότητα; ἀπὸ ἕνα ἐντυπωσιακὸ σημεῖο; ἀπὸ μία συνάντηση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αὐθόρμητη ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός; Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ὑπερθετικὰ μείζονα κρύβεται ἡ βαθύτερη ταυτότητα καὶ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ διαφύλαξη, ἡ φανέρωση, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ θέα τῶν μειζόνων καὶ ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἐξ αὐτῶν ἀπορρέουσα ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Ναθαναὴλ ἀναφέρεται στὸ α΄ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου. Λίγο παρακάτω παρατίθενται κάποια λίγα μὲν ἀλλὰ χαρακτηριστικὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Κανά, τῆς μετατροπῆς τοῦ νεροῦ σὲ κρασί, ἀκολουθεῖ αὐτὸ τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, στὴ συνέχεια ἡ κατασίγαση τῆς τρικυμίας, ἡ ἀνάβλεψη τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ - ὅλα αὐτὰ ἀσφαλῶς πιὸ ἐντυπωσιακὰ ἀπὸ τὸ πρῶτο.

Ἡ ἁλυσσίδα τῶν μεγάλων καὶ συγκλονιστικῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ ἀποκορυφώνεται στὸ ια΄ κεφάλαιο μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Χωρὶς ἀμφιβολία ἐδῶ ἔχουμε φτάσει στὸ μέγιστο τῶν σημείων. Ὁ Λάζαρος «τεταρταῖος» νεκρός, τέσσερις μέρες στὸν τάφο, ποὺ «ὄζει», μυρίζει, καὶ ὁ Κύριος τὸν ἀνασταίνει καὶ μετὰ συνεστιάζεται μαζί του. Ὁ Κύριος ὑπερβαίνει τὸν χρόνο καὶ τὴ λογική, ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, εἶναι κυρίαρχος τῆς φύσης, κυριαρχεῖ καὶ στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο.

Εἶναι ὅμως αὐτὰ τὰ «μείζονα» τὰ ὁποῖα ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στὸν Ναθαναήλ ἢ μήπως καὶ κάτι ἄλλο;

Ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὶς Ἐπιστολές του χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὴ λέξη «μεῖζον»∙ μιλάει γιὰ μεγάλα –γι’ αὐτὰ ποὺ ἐπιδιώκονται, ποὺ κατανοοῦνται- καὶ στὴ συνέχεια γιὰ «μείζονα», γιὰ ἀκόμη μεγαλύτερα -γι’ αὐτὰ ποὺ ἀποκαλύπτονται, μέσα στὰ ὁποῖα κρύβεται ἡ ἀλήθεια. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐνῶ ὁμιλεῖ γιὰ τὰ μοναδικὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστοὺς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, προχωρεῖ στὰ «κρείττονα» χαρίσματα καὶ ἀναφέρεται στὴν ἀρετὴ τῆς ἀγάπης ὡς τὸ «μέγα μυστήριον» καὶ ὡς «καθ’ ὑπερβολὴν ὁδόν»: «ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31).

Αὐτὴν τὴν ἀγάπη ὁ Ναθαναὴλ δὲν τὴν ἄκουσε μόνον ὡς διδασκαλία∙ τὴν εἶδε ἔκδηλη στὸ πρόσωπο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ὡς τὸ μεῖζον καὶ κρεῖττον ὅλων τῶν χαρισμάτων, τῶν ὑπερβατικῶν σημείων καὶ τῶν ἀρετῶν, ὡς μεῖζον καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἰωάννης ὅμως συνεχίζει καὶ μὲ ἄλλα παράδοξα καὶ μείζονα.  Λέει κάπου ὁ Κύριος· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κακεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰω. ιδ΄ 12). Ὁ λόγος αὐτὸς ἀξίζει ἰδιαίτερης προσοχῆς!  Κάθε πιστὸς ποὺ συντηρεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ βαπτίσματός του στὴν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας τὰ ἔργα ποὺ ὁ Κύριος ἐποίησε ποιεῖ καὶ μπορεῖ «μείζονα τούτων» νὰ ἐπιτελέσει.

Αὐτὸ συνέβη μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. Αὐτοί, ὅπως ἀναφέρεται στὸ ε΄ κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα» (στ. 12), ὁ δὲ Πέτρος θεράπευε καὶ μὲ μόνη τὴ σκιά του (στ. 15). Κάτι τέτοιο δὲν συνέβη μὲ τὸν Κύριο. Ἀνάλογα καὶ μεγαλύτερα κατορθώματα συναντᾶ κανεὶς καὶ στὰ μαρτύρια τῶν ὑπολοίπων ἀποστόλων καὶ γενικὰ στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.  Ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ἔζησε πενήντα τρία συναπτὰ χρόνια πάνω σὲ μιὰ κολώνα· γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε κιωνίτης! Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο παράδειγμα. Ὁ Κύριος ἔζησε σαράντα μέρες στὴν ἔρημο. Αὐτὴ ἔζησε σὲ πλήρη μόνωση σαράντα ἑπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου. Αὐτὸ εἶναι ὄντως μεγάλο! Εἶναι ὅμως καὶ τὸ μεῖζον;

Ὄχι!  Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μεῖζον. Αὐτὸ δείχνει τὸ μεῖζον. Ὁ Κύριος δὲν κρατάει τὴ δύναμη Του γιὰ τὸν ἑαυτό Του, γιὰ νὰ ἐπιτελεῖ μόνον Αὐτὸς σημεῖα. Δὲν κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό Του τὴν ἁγιότητα ἢ τὸν λόγο Του, γιὰ νὰ τὰ προσφέρει σὲ μᾶς, νὰ κοιτοῦμε ἐντυπωσιασμένοι καὶ νὰ εἴμαστε ἐκτός. Ἀλλὰ τὰ προσφέρει ὅλα, καὶ δύναμη καὶ λόγο καὶ ζωὴ ὡς δυνατότητα στοὺς πιστούς, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μικροί, ἀδύναμοι ἢ καὶ ἁμαρτωλοί. Εἶναι κοινωνούμενος, «προσφέρων καὶ προσφερόμενος, κλώμενος καὶ ἐκχυνόμενος καὶ διαδιδόμενος». Αὐτὸ εἶναι τὸ μεῖζον. Τὸ ὅτι ποιοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ μείζονα στὸ ὄνομά Του εἶναι ἀπόδειξη τῆς κοινωνίας Του. Αὐτὸ τὸ δῶρο, ἀποτελεῖ μείζονα ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ ἔκανε στὸν Ναθαναήλ.  

Ἂς προχωρήσουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα. Λίγο πρὶν μιλήσει ὁ Κύριος γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του στοὺς μαθητὲς καὶ στοὺς παρόντες ἐκεῖ Ἰουδαίους, λέγει τὸ ἑξῆς: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ δείκνυσιν αὐτοῦ πάντα ἃ αὐτὸς ποιεῖ καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε» (Ἰω. ε΄ 20), δηλαδὴ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀγαπᾶ τόσο τὸν Θεὸ Υἱό, τὸν Κύριο, ὥστε κάθε τι τὸ ὁποῖο κάνει Τοῦ τὸ φανερώνει καὶ τὸ ἐνεργεῖ μαζί Του, ἀλλὰ καὶ διὰ Αὐτοῦ θὰ δείξει καὶ μεγαλύτερα ἔργα, ποὺ ἐσεῖς θὰ τὰ θαυμάζετε.

Ποιὰ εἶναι αὐτά τὰ μεγαλύτερα ἔργα τοῦ Θεοῦ; Εἶναι ἡ Θεία Οἰκονομία, δηλαδὴ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, ἡ Μεταμόρφωση, τὸ Πάθος, ἡ Ἀνάσταση, εἶναι προηγουμένως ἡ προσφορά τοῦ μυστηρίου κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, εἶναι ἡ Ἀνάληψη, ἡ Πεντηκοστή. Αὐτὰ ὅλα συναποτελοῦν τὸ μεῖζον ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀποκάλυψη αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἶναι ὅ,τι μεγαλύτερο μπορεῖ νὰ δοθεῖ σὲ ἕναν πιστό. Αὐτὸ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴ βίωση τῆς θεολογίας. Στὴν οὐσία εἶναι διὰ πίστεως μετοχὴ στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, μετοχὴ στὰ γεγονότα ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἕπονται.  Ὁ Ναθαναὴλ δὲν εἶδε τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, δὲν ἦταν παρὼν στὴ Μεταμόρφωση, οὔτε ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται στὶς ἀναφορές τῶν εὐαγγελιστῶν, ἦταν παρὼν στὴ Σταύρωση καὶ φυσικὰ κανεὶς δὲν ἦταν παρὼν στὴν Ἀνάσταση. Δέχθηκε ὅμως τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου. Συνήντησε τὸν Κύριο Ἀναστάντα «ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος» (Ἰω. κα΄ 1,2). Αὐτὸ εἶναι τὸ μεῖζον, γιὰ τὸ ὁποῖο τελικὰ ἔδωσε καὶ τὴ ζωή του.

Ἔτσι, ὁ κάθε ἕνας μας δὲν βλέπει μόνο τί κάνει ὁ Θεὸς οὔτε μόνο τί δίνει ὁ Θεός, ἀλλὰ μπορεῖ τελικὰ νὰ ἀναγνωρίσει ποιὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὄχι μόνον νὰ δεῖ τὰ ἔργα Του, οὔτε νὰ διακρίνει τὶς ἐνέργειές Του, οὔτε τὰ σημεῖα ποὺ ἔμμεσα Τὸν φανερώνουν, ἀλλὰ νὰ ἀντικρύσει Αὐτὸν «καθὼς ἐστίν», ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. γ΄ 2). Νὰ ζεῖ τὸν Θεὸ ὄχι ὅπως Τὸν φαντάζεται, οὔτε ὅπως Τὸν περιγράφουν τὰ βιβλία, ἀλλὰ ὅπως τοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος, ὅπως Αὐτὸς εἶναι.

Ὀρθόδοξία εἶναι ἡ θέα τῶν μειζόνων. Ἡ ἐμπειρία τοῦ «καθὼς ἐστίν». Ἡ χρήση ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπερθετικῶν ἁγιογραφικῶν ὅρων, ὅπως τὸ μεῖζον τῶν σημείων, τὰ κρείττονα τῶν χαρισμάτων, τὸ περισσὸν τῆς ζωῆς, τὸ καινὸν μυστήριον, τὸ ὑπερπερίσσευμα τῆς χάριτος, ἀποτελεῖ τὸ περίγραμμα τοῦ Ὀρθόδοξου φρονήματος. Ἡ Ὀρθοδοξία μεταφέρει τὴν ἀλήθεια τῆς θεότητος στὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς, μπολιάζει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, τοῦ ἀκατανοήτου, τοῦ ἀπρόσιτου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἀνάγει τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ στὸ μέγιστο τοῦ ὕψους της, τῆς προσδίδει τὴ μεγαλύτερή της ἔκταση, τὴν διαστέλλει καὶ τελικῶς μὲ ὁρμὴ τὴν ὠθεῖ στὸ πιὸ ἀπόμακρο σημεῖο ποὺ αὐτὴ μπορεῖ νὰ φθάσει. Τὴν βγάζει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου καὶ τὴν μεταφέρει στὴν «ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. η΄ 21).

Ὅλα αὐτὰ προσφέρονται ἔστω καὶ ἄν ἐμεῖς δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε, ἔστω καὶ ἂν μᾶς φαίνονται τόσο μεγάλα ποὺ δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὰ σκεφτοῦμε. Καὶ ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ἐκκλησία μας τὰ διαφυλάσσει ὡς ἄλλη κιβωτός, τὰ ἐπαναλαμβάνει καὶ τὰ προσφέρει διαρκῶς στοὺς πιστοὺς ὡς βίωμά της καὶ ὡς ὅραμα καὶ προοπτική μας. Ἀκόμη κι ἂν δὲν ζήσουμε αὐτὲς τὶς μείζονες καταστάσεις, τουλάχιστον μποροῦμε νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ αὐτές, νὰ τὶς ἐπιθυμοῦμε, νὰ τὶς πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν, νὰ τὶς διακρίνουμε στὸν ὁρίζοντα τῶν προοπτικῶν μας, νὰ διαμορφώνουν τὸ φρόνημα καὶ τὸν προορισμό μας, νὰ ξεπερνοῦμε μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τους τὶς ὅποιες κρίσεις μας.

Οἱ ὅροι ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ στὴ θεολογία της ἐκφράζουν τὴν ἀνωτέρα δυνατὴ κατάσταση καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὴν τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνίας, γύρω ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς ὁποίας δομεῖται ἡ Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων προσπάθεια ἀπομείωσης τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καὶ ἰσοπέδωσής του στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐφημερότητος καὶ τῆς βιολογικῆς ζωικότητος.

Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἕνα θρησκευτικὸ ἰδεολόγημα ποὺ καλεῖται κανεὶς νὰ υἱοθετήσει, οὔτε ἕνα θεολογικὸ φιλοσόφημα ποὺ πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε, οὔτε ἕνα ἠθικὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο ἀρκεῖ ὁ πιστὸς νὰ συμμορφωθεῖ. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ προτρέπεται ὁ καθένας μας νὰ πιστεύσει, σύμφωνα μὲ αὐτὴν νὰ ζήσει καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἐλευθερωθεῖ. Εἶναι ἡ θέα τῶν μειζόνων καὶ ἀπὸ τὰ θαύματα, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τῶν κρειττόνων καὶ ἀπὸ τὰ χαρίσματα, εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἀνάδειξης τοῦ ἀνθρώπου σὲ θεόμορφο πλάσμα, εἶναι θεία ἀποκάλυψις ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἑτερότητα τῆς λογικῆς, εἶναι ἡ μόνη διέξοδος στὰ ἀδιέξοδα τῶν πάσης φύσεως προσωπικῶν ἢ καὶ κοσμικῶν κρίσεων.

Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ βίωση τῆς μετάνοιας, ὅπως παρουσιάζεται στὴν ἀκρότητά της ὡς μείζων πύλη σωτηρίας στὸν βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας τὴν ὁποία καὶ θὰ τιμήσουμε τὴν Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν∙ εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν ἀρετῶν, ὅπως αὐτὴ ἀναδεικνύεται ὡς μείζων ἔργο τοῦ κάθε πιστοῦ στὸ ὑπέροχο βιβλίο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου ποὺ θὰ θυμηθοῦμε τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν∙ εἶναι ὁ θησαυρὸς τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη θὰ γιορτάσουμε τὴν προσεχῆ Β΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν καὶ ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τὴ θέωση ὡς μείζονα προοπτικὴ τοῦ ἀνθρώπου∙ εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖο θὰ προσκυνήσουμε τὴν Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ὡς ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Τί τούτων μείζων;  

 Εἶναι μεγάλη εὐλογία νὰ εἶναι κανεὶς Ὀρθόδοξος χριστιανός. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ ποὺ βαπτισθήκαμε Ὀρθόδοξοι καὶ μποροῦμε νὰ ἀναβαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα αὐτῶν τῶν ἀληθειῶν. Εἶναι ὄντως τὸ μεῖζον τῶν δώρων. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἐπιστρέψουμε τελικά στὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία μας. Κυρίως ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι! Οἱ γεννημένοι Ὀρθόδοξοι νὰ γίνουμε γνήσιοι Ὀρθόδοξοι. Νὰ δώσει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας! Ἀμήν!


COMPLEMENTARY VIEWS
ON THE ORIGIN OF VALUES*
 

 Metropolitan Nikolaos of Mesogea and Lavreotiki


 

I must, of course, begin by expressing my profound gratitude to the Athens Academy. It is indeed a great honour to have been given this opportunity to set out not so much my opinions but my inner thoughts borne of experience, questioning and searching. This is a time when many speak about the “trans­mutation” of values, this is a historic hall where they are debated and promoted, and this is a unique initiative to support dialogue between traditional and con­temporary values.

I am deeply thankful to you also for the subject you have chosen. We have the word complementary or sympleromatikos: any word containing the prefix syn- or con- necessarily indicates meanings that pertain to unity and fullness. In a world that is content with the “little” that isolates, and promotes the “in part” that divides, in a world that prefers ant-agonism to co-operation, in a world that fluctuates between arbitrary relativising and inflexible absolutising, without finding any balance or middle way; in such a world, the possibility that one can speak about the complementarity of philo­sophies, experiences and the sciences, allows us to hope that what is called the “fullness of truth” can be approached in a spirit of wisdom. For above and beyond the self-sufficiency we feel in our own knowledge, we are humbled before our ignorance and we have respect for the knowledge that others possess.

This realization allows me to turn to the very foundation of values, which is none other than the sacred notion of unity. It is a concept that has biological, social, pan-human, universal, and theological dimensions, and it is one that pervades and shapes everything.

Unity as a Source of Values

Given intuition and experience, one can see in the deeper mystery of nature, in our inner sense of goodness and in our most finely attuned strivings for the truth, that all converge on meanings such as harmony, unity and oneness. Likewise, it is commonly accepted that whatever divides, splits apart, or separates, takes us further from the truth, disorientates, and clouds any aim.

One needs only to glance at the universe to be convinced that it is governed by harmony. It might be expanding and all its points moving further away from each other, but this only bears out the one beginning of the world, when all space was gathered into one point, time was one moment, matter was a condensed physical entity with a tremendous dynamic, when everything was one. In the cause and effect of physical laws, in the relativity or the uncertainty of these laws, even in the cosmic chaos, one can detect regularities, symmetries and organisation: there is a harmony between the small and the large, the slow and the fast, the extremely hot and the cold, the new and the old.

Two galaxies, each with more than a hundred billion stars, can pass through each other without even one of their stars colliding. That is just how big and how empty the universe is. That is how harmonious and stable the world is. The universal constants have specific values, and the slightest variation would destroy the balance of the world. In the universe everything is linked in concord.

In the present day, the great theories that try to explain the deeper laws of nature are called Grand Unification Theories (GUT). The efforts of scientists are focused on demonstrating that the four fundamental forces, Weak Interaction, Strong Interaction, Electro­magnetic Forces, and even Gravitational Forces, are in essence manifestations of one single force.

Quantum Mechanics and the Standard Model Theory describe phenomena at the level of the very small, while the theory of General Relativity explains gravity and the phenomena of the macrocosm. It is believed that theories known as Superstring Theory, Super-symmetry, Cosmic Inflation and the multi-dimensional Membrane Theory of Gravity may help link Quantum Physics with Relativity and, in this way, create the basis for uniting the laws of nature.

Moreover, research on the beginning and the very secrets of the universe, namely of the very large scale, is carried out today by high energy physicists, specialising on the very small scale. In the study of the early universe, we find Cosmology meeting Elementary Particle Physics.

Biology reveals a similar story. In this field we observe that life begins with the fusion of two cells. As we step backwards, Evolution Theory maintains that there was an initial convergence of beings and a relation between them. Our genomes are more alike than different, and this observation binds us to each other and, in turn, links us to nature.

Unity is also the cornerstone of society. The ideal and the best or άριστον, according to Plato, is “to make the city one”.[1] An aim pursued by every society, which is also the precondition for their survival, is the concept of social cohesion—the idea of the Bible that “all may be one”[2]. In this way, we see others not just as other human beings but as our fellow human beings or “syn-anthropoi,” as our neighbours, as our brothers (in Greek the word brother is adelphos, originally meaning “born of the same womb”), as children of God, as brothers of Christ, as our very selves. Another person is no longer the other, a stranger, but the best part of our self. This means that the many “are one body, and individually members of one another”[3] and “many parts, yet one body”.[4]

Finally, in psychology and in Christian anthropology the lack of unity and harmony between the forces and the faculties of the soul manifests a pathological condition. Schizophrenia, bipolarity, inner split, or the rupture between what we truly are and what we appear to be, between what we want and what we can, between feeling and thinking, acting and becoming, constitute unhealthy conditions causing all kinds of different aberrations and unhappiness. The union of the mind with the heart, the eradication of the afore-mentioned ruptures and the cultivation of every kind of virtue underline the importance of wholeness, of the unification of the person. This is the way to genuine life and true freedom, to the consistency of one’s conduct with his beliefs and ultimately to the virtues. Virtue means composition, synthesis and unification of the person’s forces into what is good. The final pursuit is not psycho-analysis but, if I may say, psycho-synthesis.

It is interesting to note that the three words armonia (harmony), ariston (the best) and areti (virtue) that I have used to describe, unity in nature, unity in society and unity in the person, respectively, in Greek, all begin with the syllable “ar”. This points to their common etymological derivation from the Greek verb ararisko, which means to “bring together”.

 Likewise, in theology the entire Christian tradition is based on the dogma that God is “One in three persons” and that the communion of the three persons leads to “One God in Trinity”. God is Trinitarian, but at the same time Single and One,[5] God is “Trinity of absolute oneness and of equal glory.”[6]

This unity is not only proclaimed in the dogma of divinity, but it is also expressed in the potential of man to share in, to become partaker of the divine nature[7], namely to unite with God.[8]

Perfection is understood only in terms of unity, “that they may be perfect in one”.[9] This is the very essence of both the teaching and the lived experience of the Orthodox Christian Tradition.

Thus, everything refers to unity, communability and oneness. Returning to unity forms a universal law of balance, a condition for harmony, a prerequisite for integration and a means for restoring to health. This all-pervasive sense of unity that is found in the forces of nature, in the laws of life, in the expressions of the soul, in our relations with each other and with God constitutes the basis of social values such as solidarity, brotherliness, love, forgiveness, communion, mutual indwelling, our relation to nature and our thankfulness towards and communion with God.

Diversity and Multiplicity

Furthermore, in the world we find not only one colour, one frequency or one species; there exists no photographical likeness or monotonous symmetry. There is instead an easing asymmetry, a beauty of difference, a balanced diversity and a harmonious variety. This multiplicity is the melody and the harmony of the universe, it underlines the importance of complementarity and it reveals the uniqueness of each person.

            Diversity is a feature of the natural world. In the universe we speak of billions of galaxies that have many likenesses but no sameness; not one is the same as any other.  Every galaxy has billions of stars that in turn have a wide spectrum of properties, color, age, characteristics, different types of chemical composition and nuclear content.

In Molecular Chemistry we meet a whole host of elements. As we penetrate into the depths of the subatomic world, we meet a great many elementary particles, each of which has its role and fulfills its distinct purpose. Some of those are material (such as quarks and leptons), others are carriers of the forces, while others are much heavier -the super-particles-, and seem to complete the requisite symmetry.

In the plant and animal kingdoms one also sees a similar state of affairs. A huge number of species, each with its own characteristics and its genetic complexity and variety, contributes to and adorns the world in a unique way. Likewise, some tens of thousands of genes combine to give morphological characteristics and to determine the dynamics of the health of every person.

The power of diversity emerges also from the fact that we are all so different. Each person has 23 pairs of chromosomes, and at the fusion of a sperm and an ovum 232 different pairs can be formed. These when combined per 23 form an incredible genetic “mix” that produces 1040 independent possibilities. This means that two parents could give birth to 1040 different children.[10]

If we add the modifications that occur after fertilization, for instance the inactivity of certain genes as a result of methylation, which is responsible for the genomic imprint, such as the phenomenon of brain ductility, then the statistical probability of meeting two similar human beings can be calculated as being in the region of 10-87. That means that no two alike human beings exist nor will they ever exist.[11]

Moreover, according to Christian theology, God, even if He is One, is Triune: “one nature in three persons”. At Pentecost we see a sharing out of gifts, a wealth and otherness of tongues, which, however, are not confused nor do they divide, but unite,[12] “there are diversities of gifts but the same Spirit.”[13]

This multiplicity and variety gives to the world, on the one hand, the element of overabundance and magnitude in volume, in time, in knowledge, and, on the other hand, the need for respect for the other person. The encounter with variety inspires us to inquiry, research and progress; the encounter with multiplicity engenders the values of mutual respect and justice, equality and autonomy. Although we are dissimilar we are equal.

Transcendence as a Source of Values

A third feature of our world is that opposites co-exist: big and small, comprehensible and incomprehensible, knowledge and unknowability, magnificence and pettiness, good and evil, unity and dissimilarity. We speak about the theory of everything, yet we declare that “we are a redistribution of nothing”; we speak about theories of super-symmetry, yet the theories which we adopt with confidence nowadays go under the names of “Relativity” and “Uncertainty”. We believe that we are decoding the genetic secrets, yet we are unable to combat our great and small biological enemies. We may well be able to discover the secrets of our theories and describe our very first beginning or end, or the details of the microcosm and macrocosm, yet we fail to deal with present time reality. By using the conceptual tool of what is very small and infinitesimal in terms of time, we may be close to discovering the mystery of the origins of the world and the vastness of the universe, yet we succeed in making mountains out of molehills in our everyday life. Some, in fact a very few, claim that they comprehend the mystery of the world, but none of us can understand them. They reject faith, but the only way to convince us about their theories, which are incomprehensible, is for us to have faith in them.

It seems that the more we draw near to its heart, the more nature likes to withhold its secrets. We are nearing the point of the beginning of the world, we are only 10-43 seconds away from the Big Bang, and before we can seize upon this moment, our equations collapse and we are left with singularity. We chase after the ends of the universe and we realise that the closer we approach, the faster they are drawing away from us (Hubble’s Law). The more our knowledge of the world increases, the more it reveals our expanding unknowability. This is also expressed with the Uncertainty Principle. We designate with accuracy a certain quality of nature and at the same time we make an error on a respective one.

The same applies to the universe: we carry on researching into it and we find black holes, dark matter and energy, hidden symmetry, unknown particles, strange entities, to which we give names that pertain to the metaphysical (i.e. strange quark, God’s particle), and which conceal the most beautiful secrets.

The world becomes very alluring but is revealed to be tragically isolating. The great constants of physics have values that justify our existence as human beings (Anthropic Principle), but necessarily lead to our isolation as beings. The universe is enormous and speeds are insuperably low. The speed of light, the greatest speed there is, the speed of communication, is at once both unsurpassable and finite. We can hear -receive stimuli-, we can speak -send messages-, but we cannot develop a cosmic communication with the universe. We can only see with our telescopes 4% of the entire universe. The remaining 23% is dark matter and 73% is dark energy. And this is where the secret of our world lies. We know so little and there is so much more that we are unaware of.

We open the book of the code of life and we find out that we cannot read it. We learn more about the genome in the hope that we are discovering the truth of our genetic identity, and we are led to the proteome, which confirms our greater ignorance. Before we can even get to grips with one alphabet, we are forced to learn an even more difficult language.

Yet, how amazing this game with the mysteries of the world and life is! The Orthodox Christian tradition offers to the modern world a theology that confesses that we know much less than what we ignore; that the conceivable is less than the inconceivable and apart from the affirmative way of knowledge there is also the apophatic way. We cannot partake of God’s essence but we can partake of His uncreated energies. The term “uncreated” refers to our inability to understand but it does not affect our ability to partake.

What we can ultimately understand is that “God is infinite and incomprehensible and all that is comprehensible about Him is His infinity and incomprehensibility.”[14]

At this point we are introduced to the transcendental and spiritual values; the need to communicate with the mystery, with what is beyond our capabilities and knowledge; we are called to replace understanding with revelation, to abandon the logic of human limits and to become familiar with the transcendental communion with God.

Contemporary science uses terms that sound metaphysical, knowing that its means and instruments are in essence inaccessible. For example, infinity –it also has a mathematical symbol- and the eternal – which is now used in Physics - are used more and more often. In expounding the latest theories scientists are anxious to speak of perfection and a completeness of interpretations.

The very big, the almost infinite, resembles more to the infinite but its distance from it is much greater than its distance from the very small. The same applies to what is almost eternal. It is further away from eternity than it is from anything recent in time. Moreover, the almost perfect is further away from the perfect than it is from the most imperfect. The difference lies in the word “almost”.

The human soul has an innate need to experience its freedom in the absolute, the perfect, the infinite and the eternal. It cannot be reconciled with this “almost”. This need forms the basis of the spiritual and transcendental values. We feel that the real universe is the one of our unknowability, in which, however, we can enjoy scattered stars and galaxies, namely viewpoints and theories of an impressive but partial knowledge “seen in a mirror dimly”.[15]

The Value of the Minor

One more glance at our world persuades us that its truth and beauty co-exist with imperfections, disabilities, decay and death. After the “death” of a star, from its remnants new stars are born. Along with super-symmetry in the early universe as big as 10-33cm in diameter or 10-36 sec from the Big Bang, there is a great assymetry in the world that we perceive with our senses. As forms of life disappear, other more developed forms emerge. In the genetic content of a human cell, even in the so-called “junk DNA”, there seems to be a host of finely-concealed riddles. These play a role that is far from insignificant in the whole hereditary procedure and in determining the biological characteristics of the individual.

Despite all our remarkable achievements, illnesses, physical decay and death do not simply make their presence felt daily; in the world of “relativity” and “uncertainty”, they constitute its most absolute, certain and unavoidable parameters.

All these negative aspects of life, even death itself, also seem to have a positive side, which is so different to anything we are used to. All medical achievements that lead us closer to discovering and understanding of the mystery of life are based on the unceasing efforts of man to confront a number of diseases and pathological symptoms. Imperfection and illness in the end engender the most fundamental and creative knowledge.

We are made of “earth and ash”.[16] This is what both the theory of evolution and the Scriptures say. The Bible, however, adds to this that we are also made “in the image and likeness of God”,[17] which underlines that our origin is not only physical or biological, but that we are created by and out of God. Therefore, what is important is not so much our biological evolution from the beginning until now, but our spiritual development from this moment until “we all come to the unity of the faith, to perfect manhood, to the measure of the stature of the fullness of Christ”.[18]  

We often discover that disabled people have amazing abilities and capabilities, which perhaps might not have been brought to the fore otherwise. One could cite the well-known example of Stephen Hawking, but even more astounding are the achievements of others who have learning or developmental disabilities, yet who conceal within them a surprisingly hidden spiritual world.

In Orthodox theology, pain, indeed any kind of suffering, is often seen as an “aid towards salvation” and sometimes even as “better than health itself”.[19] Pain generates humility, it reveals sensitivities normally unknown to man, and often helps us to discover spiritual strength so far unknown.

Similarly, biological death does not mean the inevitable and final end. On the contrary, in Christianity it is a transition from sorrow to joy, from corruption to a state of imperishability, “where there is no pain, nor sadness nor sighing, but life everlasting”.[20]

This reality of death reveals, through another vision of course, the value of life, just as it is revealed through the prism of death.

The Value of Life

We could say that life is the greatest gift man has and death his greatest enemy, yet his most certain companion. Moreover, life and death are the most sacred mysteries. It is through biological life that the human person comes into being and is expressed. The countenance of a human being is what remains engraved in our memory. His words and thoughts are not foreign to the characteristics of his brain and person. The way he moves, his strength or weakness have also biological grounds.

Nevertheless, it seems that a human being is much more than a biological cell system. The variety of choices every man makes, his characteristic otherness, the uniqueness of his psychology, the creativity of his intellect and the formation of his personhood are much more than just anatomic features and detectable biochemical processes. His biological nature bestows upon him the beauty of a well-organised determinism, while his spiritual identity the grandeur of a free will that is unique.

The biological beginning bears the weight of the onset of personhood, while the end refers to an unknown continuation in a higher state of being. The realisation of the grandeur and uniqueness of each human being hints at his unending life and the sense of his eternal perspective.

In that respect, the ‘if’, ‘how’ and ‘when’ of the beginning and end of the life of every person is also of utmost importance for the Orthodox Church. In our modern age, we have the technology for preventing and terminating a pregnancy, and therefore we can determine whether someone will be conceived -that is if he will come into being, and whether in the end he will be born- that is if he will live. Our age can alter at will the form and the characteristics of life. It can also delay death, relieve pain and be invasive by using advanced technology and thus create new forms of life and novel conditions of death. It can create the possibility of a vast number of choices. Ultimately, it poses unprecedented questions, to which it gives no replies and provokes serious dilemmas that unfortunately are underestimated.

It has created bio-banks so as to cryo-preserve millions of embryos in vitro -such embryos have not existed until now. In naming these embryos it uses misleading terms and questions their value as human beings, but it overestimates their value for the sake of experimenting. It claims that they are not human beings, but its arguments about when and how life begins are not persuasive. Symposia, committees and parliamentary bodies give their own versions of what constitutes the beginning of life, none of which is the same. Thus, in several states of America, or in Italy and Germany these embryos might be considered human beings, but in other states, in the United Kingdom and Greece they might not. Although they might until now have been called embryos with specific rights, all of a sudden a special resolution refers to them using the awkward term “natal material” that has an uncertain future, yet is legally protected.

The same applies to death. The thinking behind euthanasia is that death should not come by itself but that, in certain cases, we should bring it about, whenever and however we want. This is thought to be a human right. We demand that we ourselves designate the quality of life, actually as a precondition for its continuation.

And since we deny life after death with confidence, we reduce man to a biological or physical entity with a specific weight, a transient life span that is subject to uncontrollable determinism. The eugenic character of his perishable life becomes his sole purpose which of course can “justify all means”.

In other instances, by adopting an entirely different logic we try to prevent the occurrence of death when it comes. We do not let people who are close to dying to actually die. We refuse to consent to their biological decomposition, although their systems are slowly collapsing and their consciousness, physical senses and the ability to express themselves have been irrevocably lost.

The Church respects the end of man’s life. It waits for his hour to come. And when it does come, it simply confesses it and accompanies him into his life ever after. Illness, pain, disability and imperfection are all part of life, which should be met with patience, love and humility. None of these can be cured by “provoking death”. Any means that is called therapeutic, i.e. abortion, cloning etc. ought to cure the person to whom it is being applied so as to justify its name.

The beginning of human life “from the very moment of conception” acknowledges the value of the person from the point at which he or she first appears. It grants him the time that belongs to him, and the respect he deserves. Man does not lose his dignity when he endures pain and suffers patiently. He loses his value when, based on myopic criteria, we identify his good with the provoked termination of his biological course either at its initial or final stage.

No one would ever dream of locating the beginning of the universe at some other moment after the Big Bang, just because it took a little while for the first particles to appear, the first nuclei to be formed, the first stars to be born or, even more importantly, for the conditions of life to appear. Nevertheless, many scientists nowadays struggle to convince us that there is no proof that the beginning of human life and the overwhelming moment of fertilisation coincide. Furthermore, they try to appraise life based solely on “quality” criteria. But do we speak about the universe as being something of value only when stars are born and not when they die?

The question as to when human life begins or ends is not a simple scientific matter, nor can it be defined in precise terms or expressed as an observation, resolution or number.  The beginning of any human being is his very first beginning, the moment of fertilisation. The other stages are phases of his life. The “how” and “why” remain an inscrutable mystery. The same applies to death.

Life is granted; it is not chosen. It reveals the secret grandeur of the soul and the person. Its end is unavoidable. No matter what man does, he will always fight for life, yet he will still inherit death. The massive destruction of embryos so that those alive may improve their life, reminds us more of death than it supports life. Similarly, relief through euthanasia does not draw death further away but rather it hastens it. Life is promoted only when one embraces death spiritually; namely, when one recognizes death as the clearest reflection of life and not as its irrevocable end.

For these reasons, we do not look upon life as a right that belongs to us, but we respect it as a mystery that transcends us. Its value does not depend on any right of man, but on the respect of all of us.

Values and the Truth – Transcending Values

I hope you will allow me, in my concluding remarks, to speak more as a clergyman than as a scientist; not as a clergyman who sees truth through his theological education but as an Orthodox faithful who discerns it through the awareness of his own unknowability, which eventually helps us experience the unknown mystery of the world in which we live. I would like to take this perspective, for I could not have concluded my viewpoints on the complementarity of values, without presenting at the same time the transcendence of values.

In the end, we must admit that on the cosmic scale we are very insignificant, extremely alone and our life span is all too short. Thus, we are incapable of knowing the very truth of the cosmos, of comprehending all its secrets and details and of communicating within it.

The greatest speed of communication, the breathtaking speed of light, is finite, while the universe is inconceivably vast. That makes this extraordinary speed to be actually extremely low. While, according to Aristotle, we are social beings, we are obliged to live so lonely in the universe.[21] While, according to the same ancient Greek philosopher, “all men, by nature, desire to know,” we are compelled to remain within limited knowledge.[22] The inadequacy of science as well as of our technology thus becomes apparent. Although, our achievements and knowledge are, in human terms, incredible, yet, in cosmic terms they are close to nothing and most likely erroneous.

At the same time, we are so different and special within the universe. We are unique! We have logos in terms of our intellectual and thinking abilities, as well as in terms of the ability to express ourselves articulately. Nature and the universe do not possess logos in the aforementioned sense, still we can observe rationality in the workings of both. “The heavens declare the glory of God; and the firmament shows His handiwork.”[23] This cosmic rationality can be approached scientifically, while its truth is better revealed spiritually.

Modern scientific philosophy is fixated on proving its self-sufficiency and therefore it questions the existence or disregards the presence of God, the reason probably being that it tries to compete with Him on the level of power. It does not want an almighty God; rather it favors an all-powerful man. That is why it looks for values that, according to its opinion, can stand better without God.

Orthodox tradition, faith and theology are not concerned with the question of the existence of God, but with that of His revealed and experienced presence. Science fails to prove either the existence or the non-existence of God. Every attempt to prove His existence is pointless. God is an inscrutable mystery! Therefore, it is better to question His presence spiritually than to try to prove His existence rationally or scientifically. A god whose existence or non-existence can be proven does not exist. He is not the God!

God as “HE WHO IS” (Ο ΩΝ) appears to be an adversary to creation; we look for Him and He hides Himself, He is not partakable in His essence, His existence is unprovable. On the contrary, God as “HE WHO IS PRESENT” (O ΠΑΡΩΝ), is a friend and father to creation; He reveals Himself and is partakable in His uncreated energies. His presence can be experienced.

Augustine proclaimed that we can see God with our mind or intellect (nous) since our nous is akin to Him, and thus he led Western thought on a fruitless quest to comprehend the incomprehensible. On the other hand, the Fathers of the Eastern Church maintain that we can transcend the limitations of our created nature only through the Holy Spirit. God combines both that which is comprehensible and that which is not.[24]

God, as experienced in the life of the Orthodox Church, is of course transcendent in His power, although He is transcendent mainly in His wisdom and love. He is Super-substantial , He is All-perfect; He remains not distant from us but always self-emptying for us; he does not punish us but is Himself crucified; it is not that we die and He lives, but that He dies in time for us to live eternally. He does not express His love to us by arrogantly demonstrating His power but by offering us the possibility of partaking in His uncreated energies and love. God is not an opponent that science should either ignore or extinguish bat rather He is the God of love that science must on all accounts discover.

God can also be communed through scientific knowledge, yet He reveals His wisdom and His truth to the “lowly in heart”. He conceals it from the arrogant. The way towards true knowledge is the acceptance of our limited knowledge. As Socrates claims “I neither know nor think that I know. All I know is that I know nothing”; and concludes that “it is better to have honest ignorance than self-deceptive knowledge”.[25] There are values that derive from our knowledge; however, there are values that spring from the way we reconcile ourselves with our limitations.

Here lies the greatest value: the “right” to transcend our ego and even our own human nature; to escape from the “gravitational field” of the limitations of our humanness, to partake in the “unknown knowledge”, and comprehend the world and cosmos in the spirit of God.

Ultimately, what is important is not to identify certain values in the life of our societies, but to allow those people who constitute society to discern shining glimpses of divine truth. Values are based on one’s vision of truth. Truth can be disclosed through scientific research; it can be comprehended through philosophical thought, questioning and analysis; it can be assimilated given a balanced psychological condition. Finally, it is revealed and experienced only through the illumination of a genuine spiritual life. Divine truth cannot be understood through complementary ideas; it can be partaken of through transcendental experience.

 
ENDNOTES

 

*A talk given at the Second International Symposium on Universal Values: Science, Technology and Human Values, Academy of Athens, May 2-4, 2007.

[1] “each man, practicing his own, which is one, will not become many but one; and thus, you see, the whole city will naturally grow to be one” (Plato’s Republic D, 423d).

[2] John 17:11.

[3] Rom. 12: 5.

[4] 1 Cor. 12: 20.

[5] “the Trinity, the hyper-God, is indivisible oneness according to essence. Being united according to nature it is divided according to the particular persons; it is divided without being divided. Being one it is also three” (9th Ode, Wednesday, 2nd Week of Great Lent).

[6] Triodion, 9th Ode, 1st Week of Great Lent

[7] 2Peter 1:4

[8] “Lord, the threefold light of your monarchy shines on our minds with revelatory radiance and leads us back from multifarious error to unifying deification.” (Glory, 9th Ode, Friday before Palm Sunday)

[9] “And the glory which you gave me I have given them, that they may be one just as we are one. I in them and you in me that they me be perfect in one” (John 17: 22–3).

[10] Claudine Guérin-Marchand: Les manipulation génetiques, p. 28, coll. “Que sais-je?” P.U.F. Paris 1997.

[11] André Boué, La médicine du fœtus, p.39, éd. Odile Jacob, Paris 1995.

[12] Acts 2: 3, 4, 6.

[13] 1 Cor. 12: 4.

[14] St. John of Damascus, Exact Exposition of Orthodox Faith, Book 1, ch. 4.

[15] 1 Cor. 13: 12.

[16] Gen 18: 27.

[17] Gen 1: 26.

[18] Eph. 4: 13.

[19] St. Gregory Palamas, GFC (ΕΠΕ), Thessaloniki 1985, vol. 9, p. 264.

[20] Funeral Service.

[21] W.D. Ross, Aristotelis Politica. Clarendon Press. Oxford, 1957.

[22] W.D. Ross, Aristotelis, Post Naturalis, 922α, first line, Oxford, 1955.

[23] Psalms 19: 1.

[24] “As I conceive, by that part of It which we can comprehend to draw us to itself (for that which is altogether incomprehensible is outside the bounds of hope, and not within the compass of endeavour), and by that part of It which we cannot comprehend to move our wonder, and as an object of wonder to become more an object of desire, and, being desired, to purify, and by purifying to make us like God, so that, when we have thus become like Himself, God may, I being united to us, and that perhaps to the same extent as He already knows those who are known to Him” (St. Gregory the Theologian, On Theophany, Homily 38, 7, GFC (ΕΠΕ) 5.44-46).

[25] Plato: Socrates’  Apology, 21d.

ΟΜΙΛΙΕΣ

arrow01    «Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως & Κονίτσης Σεβαστιανὸς», Παρουσίαση στἠν Αἴθουσα Τελετῶν τοῦ ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 30.11.2014 καὶ στὴν Κόνιτσα, 14.12.2014 (20 ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως τοῦ Μητροπολίτου Σεβαστιανοῦ) [pdf]
 
arrow01    «Ἡ Μαγεία τῶν φωτονίων», Δυὸ λόγια στὴν ἐκδήλωση τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀστεροσκοπείου Ἀθηνῶν, μὲ άφορμὴ τὴν πλήρη ἀποκατάσταση τοῦ ἱστορικοῦ τηλεσκοπίου Newall, Παλ. Πεντέλη, 21.9.2013[pdf]
 
arrow01    «Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου», Ὁμιλία γιὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα [pdf]
 
arrow01    «Ἔφθασε καιρὸς ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή…τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται»», Ὁμιλία γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ [pdf]
 
arrow01    «ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ...ΚΑΡΔΙΑ», Ὁμιλία στὴν τιμητικὴ ἐκδήλωση γιὰ τὸν καρδιοχειρουργό Αὐξέντιο Καλαγκό, Θεσσαλονίκη, Μέγαρο Μουσικῆς, Σάββατο 2.2.2013 [pdf]
 
arrow01    «Θεὸς τὸ τεχθέν, ἡ δὲ μήτηρ Παρθένος!»
 
arrow01    «ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ», Κήρυγμα ποὺ ἐκφωνήθηκε στὸ Ἱ. Μετόχιον τῆς Ἀναλήψεως στὸν Βύρωνα στὶς 23.11.2003
 
arrow01    «ΕΚΚΛΗΣΙΑ, νέες ἀντιλήψεις καὶ νέες τεχνολογίες», Ὁμιλία στὴν Τακτικὴ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 4.10.2012
 
arrow01    «Μείζω τούτων ὄψει», ὁμιλία στὴ Συνοδικὴ Θεία Λειτουργία, Ἱ. Ν. Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Ἀθήνα, 4.3.2012
 
arrow01    Ἀνακουφιστικὴ φροντίδα ἀτόμων μὲ νευρομυϊκὲς ἀσθένειες, 2ο Ἐπιστημονικό Συνέδριο μὲ τὴν συμπλήρωση 50 χρόνων ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ, ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως καὶ Κριμαίας, «Ἅγιος Λουκᾶς (Βοϊονο-Γιασενέτσκι) ὁ Ἰατρός», Πολεμικὸ Μουσεῖο, Ἀθήνα 11-12 Νοεμβρίου 2011 [pdf]
 
arrow01    Στήριξη ἀρρώστου-οἰκογένειας στὶς τελευταίες ἡμέρες τῆς ζωῆς, 2nd International Conference “Caring Before the Gates of Death”, Ρόδος, 12-16 Ὀκτωβρίου 2011 [pdf]
 
arrow01    Ἡ συνεισφορὰ τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ στὴν ποιμαντικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, Ἐπιστημονικὸ-πνευματικὸ συμπόσιο περὶ γυναικείου μοναχισμοῦ, Ἱ. Μονὴ Ζίτσα, Σερβία, 1- 4 Σεπτεμβρίου 2011 [pdf]
 
arrow01    Ἐκκλησιαστικὲς ἀντιστάσεις στὸν ὁδοστρωτῆρα τῆς Παγκοσμιο-ποίησης, Σχολὴ Γονέων Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Λευκωσία, Κύπρος, 2 Μαΐου 2011 [pdf]
 
arrow01    Ἡ Θεότοκος στὴ ζωὴ τοῦ ἁγιορείτη μοναχοῦ, Συνέδριο τῶν Friends of Mount Athos, Cambridge University, Madingley Hall, 25 Φεβρ 2011 [pdf]
 
arrow01    Ἀποτέφρωση νεκρῶν - Πρόκληση ποιμαντικῆς εὐθύνης καὶ μαρτυρίας, Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 11 Mαΐου 2010 [pdf]
 
arrow01    Οἰκογενειακὸς προγραμματισμὸς καὶ περιγεννητικὴ ἠθική, 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Οἰκογενειακοῦ Προγραμματισμοῦ, Ἀλεξανδρούπολη 26-28 Φεβρουαρίου 2010 [pdf]
 
arrow01     "Τὸ Ἅγιον Ὄρος πέραν ἀπὸ τὰ σκάνδαλα", ὁμιλία Σεβασμιωτάτου στὸ σύλλογο "Οἱ φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους", Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία Ἀθηνῶν, 17.12.2009
 
arrow01    "Ἐπιστήμη-Θεολογία, Ἀπὸ τὸ ἀκατανόητο τοῦ κτιστοῦ στὸ μεθεκτὸ τοῦ ἀκτίστου", ὁμιλία τῆς ἀναγορεύσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου σὲ Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 3.11.2008
 
arrow01    Προσφώνηση Σεβασμιωτάτου γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαίου στήν Κοινότητα τῆς Ἀνθούσας, 31.10.2008
 
arrow01    Ἀπὸ τὴ βελτίωση τῆς φυσιογνωμίας στὸν σεβασμὸ τοῦ προσώπου, ὁμιλία στὸ 28ο Πανελλήνιο Ὀδοντιατρικὸ συνέδριο, 24.10.2008
 
arrow01   "Complementary Views on the Origin of Values", ὁμιλία στά πλαίσια τοῦ Διεθνοῦς Συμποσίου "Πανανθρώπινες Ἀξίες ΙΙ: Ἐπιστήμη, Τεχνολογία καί Ἀνθρώπινες Ἀξίες" που διοργανώθηκε ἀπό τήν Ἀκαδημία Άθηνῶν, 3.5.2007
 
arrow01    ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: 1600 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του, Ἱερὸς Καθεδρικὸς Ναὸς Ἀθηνῶν, Κυριακὴ Τελώνου καί Φαρισαίου 28.1.2007
 
arrow01    Χειροτονητήριος Λόγος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ (30 Ἀπριλίου 2004) [pdf]
 
arrow01    Ἐνθρονιστήριος Λόγος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ (26 Ἰουνίου 2004) [pdf]
 
arrow01    Ἐνθρονιστήρια Ἀντιφώνηση στὸν Δήμαρχο Σπάτων (26 ᾿Ιουνίου 2004) [pdf]


 

"Τὸ Ἅγιον Ὄρος πέραν ἀπὸ τὰ σκάνδαλα"

ὁμιλία Σεβασμιωτάτου στὸ σύλλογο "Οἱ φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους",  17.12.2009, Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία Ἀθηνῶν

 

Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ σᾶς εὐχαριστήσω πολὺ γιὰ τὴν πρόσκληση κ. Πρόεδρε. Ἤθελα πολὺ αὐτὸν τὸν καιρὸ νὰ ἀφήσω τὴν καρδιά μου νὰ μιλήσει γιὰ τὸ Ὄρος. Πόνεσα, ὅπως ὅλοι μας, βαθιὰ γιὰ τὰ ὅσα ἀκούστηκαν καὶ ἔγιναν πιστευτά.

Τὸ ἰδανικό μας δέχθηκε δημόσια χτυπήματα. Νοιώσαμε ἢ προδωμένοι ἢ κακοποιημένοι. Ἤθελα λίγο νὰ συμμαρτυρήσω∙ νὰ σταθῶ δίπλα στὸν κατηγορούμενο ὄχι γιὰ νὰ τὸν ὑπερασπιστῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν δῶ στὰ μάτια καὶ νὰ συμβάλω στὴ φανέρωση τῆς ἀλήθειας. Ὄχι τοῦ δικαίου οὔτε τοῦ πραγματικοῦ οὔτε τοῦ ἀντικειμενικοῦ. Αὐτὸ ἂς τὸ κάνουν ἄλλοι. Ἤθελα νὰ ἐκφράσω δημόσια τὴ λεπτὴ ἀλήθεια, ὅπως τὴν ἀκούει ἡ ψυχή μου, καθαρά, δίχως οὔτε ἐμπαθῆ καὶ στενόκαρδη κρι­τικὴ διάθεση οὔτε ὅμως καὶ ἄτολμες καὶ στενόμυαλες συγκαλύψεις. Ἤθελα νὰ τὸ κάνω τώρα. Τώρα ποὺ φαίνεται πὼς ἀπομυθοποιεῖται ἡ αἴγλη τοῦ Ὄρους, πὼς μολύνεται ἡ ἁγιότητά του, τώρα ποὺ χάνει τὴν ἀξιοπιστία του. Τώρα ποὺ λιγοστεύουν οἱ φίλοι του, μοῦ δίνετε τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσω στοὺς φίλους του. Σᾶς εὐχαριστῶ, ἀγαπητοί μου, φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, φίλοι τῆς ἀλήθειας, φίλοι τῆς Ἐκκλησίας, φίλοι τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ Ὄρος ἔχει κάτι τὸ μοναδικό. Ἡ διαπίστωση αὐτὴ δὲν εἶναι φτιαχτή, οὔτε προκλητή, οὔτε κάπως σχεδιασμένη καὶ ἐπιβεβλημένη. Εἶναι πάγκοινα ὁμολογούμενη. Μιλάει μὲ τὴ φύση του, μὲ τὰ κειμήλιά του, μὲ τὸ εἶδος τῶν ἀνθρώπων του, μὲ τὴν πίστη του, μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἰδιομορφία του, μὲ τὴν παράδοσή του, μὲ τὴ θεϊκότητά του, μὲ τὴν ἀνθρωπιά του. Μιλάει ὅσο καὶ ὅπως τίποτε ἄλλο. Μιλάει ἐντυπωσιάζοντας, μιλάει ἐμπνέοντας, μιλάει συγκινῶντας, μιλάει συγκλονίζοντας, μιλάει προκαλῶντας ἀλλαγὲς ζωῆς, μεταμόρφωση σκέψης, ἀπροσδόκητες ἀφιερώσεις. Μιλάει πάντοτε, πολύ, βαθιὰ καὶ σὲ ὅλους. Μιλάει ἀκόμη καὶ στὶς φάσεις τῆς φαινομένης παρακμῆς του. Μιλάει στοὺς προσκυνητές, στοὺς πιστούς, στοὺς ἁπλοϊκοὺς καὶ εὔκολους. Μιλάει καὶ στοὺς περιηγητές, στοὺς διανοουμένους, στοὺς ἀναζητητές. Μιλάει ὅμως καὶ στοὺς ἀρνητὲς τῆς πίστης, σὲ ἀλλόθρησκους, στοὺς πολέμιους τοῦ μοναχισμοῦ ὡς μορφῆς ζωῆς, στοὺς ἀδιάφορους, σὲ ὅλους. Δὲν μιλάει πάντοτε σὲ αὐτοὺς ποὺ ἢ τὸ ἀγνοοῦν ἢ καὶ ὅταν τὸ πλησιάζουν ἀρνοῦνται νὰ τὸ ἀντικρύσουν.

Γιὰ κάποιον λόγο κλέβει τὶς καρδιὲς ὡς τόπος καὶ μαγεύει ὡς ὅραμα ζωῆς. Μιᾶς ζωῆς ποὺ παρά τὴ σκληρότητά της ἀναδίδει τὸ ἄρωμα μιᾶς πρωτόγνωρης γλυκύτητος καὶ παρὰ τὴν ἀκρότητα ποὺ τὴ χαρα­κτηρίζει φέρει τὸ ἰδίωμα μιᾶς ἰσορροπίας «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»[2]. Ὁ ἀπόλυτος χαρακτήρας της καὶ ἡ ἀνατρεπτικότητα τῶν ὅρων της ὁδηγοῦν διαρκῶς σὲ ἐκπλήξεις, ποὺ ἀφήνουν τὴν ὑποψία ὅτι τὸ Ὄρος κρύβει ἀλήθεια ποὺ ἀξίζει νὰ πιστεύσεις καὶ ποιότητα ποὺ ἀξίζει νὰ ἀπολαύσεις.

Κοσμικοὶ καὶ κληρικοὶ ἁμιλλῶνται σὲ μοναδικὲς περιγραφὲς τῆς ἄγριας φυσικῆς ὀμορφιᾶς τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθω ποὺ διετήρησε τὴν αὐθεντικότητά της λόγω ἀφ' ἑνὸς μὲν τῶν γεωμορφολογικῶν της χαρακτηριστικῶν, ἀφ΄ ἑτέρου δὲ τῆς μόνωσης, τὴν ὁποία τῆς χάρισε ὁ χαρακτήρας τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀπόλυτης διοικητικῆς ἀνεξαρτησίας ποὺ τῆς ἐξασφάλισε ἡ νομοθετικὴ προστασία.

 Χαρακτηριστικὰ ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς (1360) περιγράφει τὶς ὀμορφιὲς τοῦ Ἄθω ὡς ἑξῆς: «πανταχόθεν ρεῖ ὥσπερ ἐκ θησαυρῶν τό τε εὔπνουν τῆς ὀσμῆς καὶ τὸ τοῦ ἄνθους εὔχρουν, δένδρεσί τε πολυπληθέσι κομᾷ καὶ λειμώνας ποικίλους πλουτεῖ καὶ τέρψεως πέπλος ἐντεῦθεν ὑφαίνεται ξένος καὶ συμμιγής, ἅμα δὲ καὶ θαλάσσῃ μακρᾷ στεφανοῦται πολλὴν ὡς ἐκ κύκλου κομιζούσῃ τὴν χάριν».

Ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Α΄ ὁ Κομνηνὸς θεωρεῖ τὸ Ὄρος ὡς «τὸ πλέον βασιλικὸν καὶ ὄντως θεῖον μεταξὺ πάντων τῶν ὀρέων». Ὁ  Ἀνδρόνικος Β´ ὁ Παλαιολόγος τὸ ὀνομάζει «καταφύγιον πασῶν τῶν ἀρε­τῶν». Ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνὸς τὸ ἀποκαλεῖ «θείαν πολιτείαν» καὶ «πόλιν οὐράνιον». Ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς γράφει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὅτι «ἐξ ὑπαρχῆς ἡ φύσις τὸ ἡτοίμασεν καὶ τὸ διέθεσεν διὰ νὰ γίνει σπουδαστήριον, ἔνθα καλλιεργεῖται ἡ ἀρετή». Ὁ Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Γ´ τὸ χαρακτηρίζει ὡς «Θεοῦ εὕρημα πρὸς κατοικίαν ἁγίων ἀνθρώπων». Ὁ πάπας τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους, Ἰννοκέντιος ὁ Γ´, ὀνομάζει τὸ Ὄρος «οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ πύλην τοῦ οὐρανοῦ»[3].

Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα, ὁ Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος θεωρεῖ τὸ Ὄρος καὶ τὸ πνεῦμα του ὡς «ἐπισημότερον τόπον τοῦ μοναδικοῦ τάγματος καὶ βίου», ὅτι διασώζει «διὰ τῆς θείας χάριτος τὸ πλέον ἱερὸν παράδειγμα τῆς Ὀρθο­δόξου διαγωγῆς» καὶ ὅτι «εἶναι τὸ μόνον Ὀρθόδοξον μέρος, τὸ ὁποῖον διέμεινεν ἀνόθευτον καὶ ἀμίαντον» ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴν τῆς Δύσεως «ὡς ὀλιγώτερον καὶ ὅλως σχεδὸν ἀνεπίδεκτον τῆς πλάνης».

  Σύμφωνα μὲ τὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, ὁ Ρωμαίικος πολιτισμός μας ἀνθίσταται ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἀπόρθητο τὸ ὀχυρὸν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ διασώζεται ὁ Ὀρθόδοξος τρόπος ὑπάρξεως[4].

Ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς καὶ θαυμαστές του θεωρεῖται «ἀπροσμάχητος τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκρόπολις», «μουσῶν καταφύγιον καὶ κιβωτὸς Ἱερῶν παραδόσεων», «κλῆρος ἴδιος τῆς Θεοτόκου» καὶ «Περιβόλι τῆς Παναγίας», «Ὄρος ἀνεπίβατον τῇ γυναικείᾳ φύσει».

Καὶ ἐνῶ ὅλα αὐτὰ προσπαθοῦν νὰ ἐκφράσουν κάτι μεγάλο, ὅλοι καταλαβαίνουμε ὅτι ταυτόχρονα ἀδυνατοῦν νὰ περιγράψουν τὴν ἀλήθεια τοῦ μυστικοῦ καὶ τοῦ μεγαλείου του. Τὸ Ὄρος περιγράφεται μόνον ἀρρήτως καὶ ἀφράστως καὶ ἀπολαμβάνεται μόνον ὑπερλόγως καὶ ἐν πνεύματι ἁγίῳ.

 

ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Τὸν τόπο αὐτὸν διάλεξαν οἱ πρῶτοι ἄγνωστοι ἀσκητὲς γιὰ νὰ ζήσουν μαζὶ καὶ νὰ ἱδρύσουν ἐντελῶς ἄτυπα μιὰ διαχρονικὴ ἀσκητικὴ κοινότητα. Ἐδῶ οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες τοῦ 10ου καὶ 11ου αἰῶνος κατέθεσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τῆς μυστικῆς πίστης τους, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε μὲ εἰδικὰ προνόμια καὶ οἰκονομικὲς ἐπιχορηγήσεις. Ἐδῶ ἑστιάζεται ἡ ἐλπίδα καὶ ἀναπαύεται ἡ σκέψη τῶν Ὀρθοδόξων μέσα στοὺς αἰῶνες.

Στὰ πρόσφατα χρόνια, τὸ Ἅγιον Ὄρος γνώρισε τὴν ἀναγνώριση τοῦ συνόλου σχεδὸν τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς χριστιανικῆς, τῆς εὐρωπαϊκῆς καὶ τῆς παγκόσμιας κοινότητας. Βιβλία σὲ πλεῖστες ὅσες γλῶσσες, δημοσιεύματα σὲ πνευματικοῦ, πολιτιστικοῦ, τουριστικοῦ καὶ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος περιοδικὰ καὶ ἔντυπα φιλοξενήθηκαν στὶς σελίδες τους. Ἤδη τὸ παγκοσμίως γνωστὸ περιοδικὸ  National Geographic τοῦ τρέχοντος μηνὸς Δεκεμβρίου 2009 παρουσιάζει ἐνδιαφέρον ἀφιέρωμα γιὰ τοὺς Ἁγιορεῖτες μοναχοὺς καὶ τὴ ζωή τους[5]. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἀναγνωρίζοντας ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἀξίας του πρόθυμα ἀνέλαβε τὴν οἰκοδομικὴ ἀποκατάστασή του καὶ σεβάστηκε τὴ θεσμικὴ ἰδιομορφία του. Πολιτικοὶ ξένων χωρῶν, ἴσως καὶ μὴ χριστιανικῶν, φιλόσοφοι καὶ ἱστορικοί, φυσιολάτρες καὶ φυσιοδίφες, ὁμολογοῦν τὴν ἑλκυστικότητα ποὺ ἀσκεῖ ἐπάνω τους, ἔστω καὶ ἂν στεροῦνται προϋποθέσεων βιώσεως τοῦ μυστηρίου του. Τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὑπάρχει Σύλλογος «Φίλων τοῦ Ἁγίου Ὄρους» στὴν Εὐρώπη, τὰ περισσότερα μέλη τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι κἂν Ὀρθόδοξοι καὶ γνωρίστηκαν μεταξύ τους μέσω ἐπιστολῶν καὶ δημοσιευμάτων σὲ μεγάλης κυκλοφορίας ἐφημερίδες τῆς Ἀγγλίας, καταδεικνύει ἀσφαλῶς τὴν οἰκουμενικὴ καὶ βαθειὰ ἐπιρροή του στὶς ψυχές, στὸν κόσμο, στὸν πολιτισμό.

Τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ἀντλεῖ τὴν ἀξία του ἀπὸ τὰ κειμήλια καὶ τοὺς θησαυρούς του οὔτε ἀπὸ τὶς φυσικὲς ὀμορφιές του οὔτε ἀπὸ τὶς ἐντυπωσιακὲς ἰδιαιτερότητές του οὔτε ἀπὸ τὸ παράξενο τυπικὸ καὶ πρό­γραμμά του οὔτε ἀπὸ τὶς ἐντυπωσιακὲς κατασκευές του οὔτε ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους του οὔτε καὶ ἀπὸ τὸ παρελθόν του. Τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ποὺ γιὰ κάποιον λόγο ἀναπαύεται στὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο του καὶ τὴν ἐπιβεβαιώνει μὲ τὴ διαχρονικότητά του.

Τὸ ἀγάπησαν καὶ μανητίζονται οἱ πιὸ μοναχικὲς καὶ ἀσκητικὲς ψυχές. Κάτι βρίσκει ἡ ψυχὴ ποὺ διψάει γιὰ τὸ ἀπόλυτο ποὺ δὲν βρίσκεται πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐρημῖτες σὲ αὐτὸν τὸν τόπο βρῆκαν τὰ σπήλαια καὶ τοὺς τόπους τῆς καταφυγῆς τους, ζῶντας τὴν ἁγιότητα ποὺ ἀπεργάζεται ἡ ἀγριότητα τῆς ἐρήμου κοντὰ σὲ ἀδελφοὺς κοινοβιάτες. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ «βαθεῖα ἔρημος» ποὺ δὲν εἶναι τόσο γεωγραφικὰ βαθειά. Αὐτὸν τὸν τόπο ἐπέλεξε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ νέος, μετὰ τὴν ἄσκησή του στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας καὶ ἦλθε τὸ 859 «ἐπειδὴ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὴν ἡσυχία του»[6]. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ ἱδρυτὴς τῆς Λαύρας καὶ ἀργότερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

Ἕνας μυστικὸς λόγος μάζευε καὶ μαζεύει τὶς ἀσκητικὲς ψυχὲς στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἄθωνα. Κατὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Τράγου τὸ 976, ἀμέσως μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Λαύρας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ὑπῆρχαν 46 γεροντάδες μικρῶν συνοδιῶν  (ὅσοι ὑπέγραψαν τὸν Τράγο) καὶ τριάντα χρόνια ἀργότερα, μὲ τὴν ἐπίδραση καὶ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ὁ ἀριθμὸς ξεπέρασε τὶς τρεῖς χιλιάδες, προσελκύοντας μοναχοὺς ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περιοχὲς τοῦ Βυζαντινοῦ κέντρου καὶ ἀπὸ τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, τὴν Ἀρμενία, ἀκόμη καὶ τὴν Ἰταλία. Τὸν περασμένο αἰῶνα, μὲ τὴ μεγάλη εἴσοδο τῶν Ρώσων, τὸ 1902 τὸ Ὄρος ἔφθασε νὰ φιλοξενεῖ 3.496 Ρώσους μοναχούς καὶ 3.276 Ἕλληνες[7]. Μόνο τὸ Ρωσικὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος εἶχε 1.858 μοναχούς, ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέα εἶχε περίπου 800 μοναχοὺς καὶ ἡ Σκήτη τοῦ Προφήτη Ἠλία 400.

Ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, μελετητὲς τῆς ἐπιστήμης, τῆς φύσης, τῆς θεολογίας, τῆς ἱστορίας ἐδῶ προστρέχουν νὰ ἀκουμπήσουν τὴν ἀναζήτησή τους, γιατὶ ἐδῶ συναντοῦν τὴν ἡσυχία ὡς προϋπόθεση μελέτης νὰ συνεργάζεται μὲ τὸν πλοῦτο τῶν πηγῶν καὶ τὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ πρακτικὴ νὰ μεταφέρει τοὺς αἰῶνες στὸ σήμερα καὶ νὰ φανερώνει τὸν κρυμμένο θησαυρὸ τῆς ζωῆς στὴ σύγχρονη καθημερινότητα. Στὸ Ὄρος κατέθεσε ἡ ἱστορία τὴ βαρειὰ ἐμπιστοσύνη της καὶ ἡ φύση τὴ λεπτὴ εὔνοιά της.

Ἐδῶ βρῆκε καὶ ἡ πίστη τὸ καταφύγιό της. Τὸ Ὄρος δὲν εἶναι μόνον ἡ χώρα τῶν μοναχῶν· εἶναι καὶ ὁ τόπος τῶν πιστῶν. Γι' αὐτὸ καὶ παράλληλα μὲ μοναστικὴ πολιτεία εἶναι καὶ προσκύνημα. Προσκύνημα ἐφάμιλλο τῶν Ἁγίων Τόπων. Ἐκεῖ ἡ χάρις ἔχει ἐναποτεθεῖ ἀπὸ τὸ ἀδιαμφισβήτητο προνόμιο τῶν βημάτων τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ καὶ τῶν φυσικῶν πειστηρίων τῶν ἁγιογραφικῶν περιγραφῶν. Ἐδῶ, ἡ χάρις ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὶς ἀποδείξεις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν καθημερινότητα τῶν σημείων καὶ τὴ φυσικότητα τῶν θαυμάτων, ἀπὸ τὴ βοὴ τῶν μυστικῶν προσευχῶν, ἀπὸ τὴν οὐρανοποίηση τοῦ ἀνθρώπου μέσῳ τῆς θείας λατρείας, ἀπὸ τὸ στέγνωμα τῆς ἀνθρώπινης παχύτητος στὰ ἐργαστήρια τῶν ἀσκητικῶν ἐπιλογῶν, στὶς βιβλιοθῆκες τῶν ἐσωτερικῶν βιωμάτων, στὸ πανεπιστήμιο τοῦ ἁγιασμοῦ. Στὸ Ὄρος ἀκουμπάει ἡ καρδιὰ τοῦ πιστοῦ λαοῦ.

Ἀλλὰ καὶ οἱ γυναῖκες ποὺ γνωρίζουν ὅτι ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ πατήσουν μὲ τὰ πόδια τους τὸ εὐλογημένο χῶμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἢ μὲ τὰ χέρια τους νὰ ψηλαφήσουν τὴν ἁγιασμένη ὕλη του, πράγμα ποὺ καὶ σέβονται καὶ χωρὶς ἀμφισβητήσεις ἔχουν ταπεινὰ ἀποδεχθεῖ, προσπαθοῦν ποικιλότροπα νὰ ἐκφράσουν τὸ μυστικὸ δέος τους γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Μάλιστα, ἡ Alice-Mary Talbot, καταθέτοντας στοιχεῖα ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ περίοδο, ἀναφέρει πῶς μέσῳ διαφόρων ἐμπορικῶν πράξεων μὲ ἁγιορεῖτες μοναχοὺς ἢ μὲ προσφορές, δωρεὲς καὶ αἰτήματα προσευχῶν, ὅπως καὶ σήμερα, οἱ γυναῖκες τοῦ Βυζαντίου προσπαθοῦσαν νὰ ἐκφράσουν «τὴ λαχτάρα τους νὰ συνδεθοῦν πνευματικὰ μὲ τὸ Ὄρος, τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπισκεφθοῦν».[8] Καὶ σήμερα ἡ ἀποστολὴ ἐδεσμάτων καὶ γλυκισμάτων στοὺς ἁγιορεῖτες μοναχοὺς ἀπὸ εὐλαβεῖς γυναῖκες, ἡ προθυμία διακονίας τους, ὅταν ἔρχονται στὸν κόσμο, ἡ προσπάθεια τηλεφωνικῆς ἐπικοινωνίας, ὅταν εἶναι ἐφικτή, ἡ ἀσυνήθης ἐπιθυμία νὰ δεχθοῦν μὲ εὐλάβεια τὴν εὐχὴ καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη τὴ συμβουλή τους φανερώνουν τὸν ἰδιάζοντα ἀντίκτυπο ποὺ ἔχει ἡ ἁγιορείτικη φωνὴ στὴ μυστικὴ πίστη τῆς γυναικείας φύσης.

 

ΒΥΖΑΝΤΙΟ - ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - ΣΛΑΒΟΙ

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Ὄρος ἔχει οἰκουμενικὸ χαρακτήρα. Μόλις τὸ γνώρισαν οἱ σλαβικοὶ λαοὶ θέλησαν νὰ εἰσχωρήσουν στὴ ζωή του. Ἀκόμη καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ ἀργότερα ἔζησαν τὸ δέος του καὶ τὸ μεταχειρίστηκαν ἰδιό­μορφα.

Τὸ πολιτικὸ ἐνδιαφέρον τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων καὶ τῶν ἡγεμόνων τῆς Ρωσίας, Σερβίας, Βουλγαρίας καὶ Ρουμανίας ποὺ τελικὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἵδρυση αὐτοτελῶν ἐθνικῶν μονῶν στὸ Ὄρος, ἀλλὰ καὶ οἱ σχετικὲς διαμάχες ποὺ προκλήθηκαν λόγῳ τῆς ἰδιάζουσας σημασίας του, ἔχουν ὡς βάση του τὴν ἰδιαίτερη εὐλάβεια μὲ τὴν ὁποία ὅλοι αὐτοὶ τὸ ἀντίκρυζαν ὡς χῶρο ἐξαιρετικὰ εὐλογημένο καὶ ἐπίζηλο.

Ὅπως ὁμολογεῖ καὶ ὁ μακαριστὸς Πατριάρχης Μόσχας καὶ Πασῶν τῶν Ρωσιῶν Ἀλέξιος Β΄, «σημαντικὴ θέση στὴν ἱστορία τῶν πνευματικῶν σχέσεων Ρωσίας καὶ Ἑλλάδας κατέχει τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἕνας τόπος ξεχωριστῆς ἁγιότητας», στὸν ὁποῖο μπόρεσαν νὰ προοδεύοσυν κατὰ τὴ διάρκεια αἰώνων δίπλα-δίπλα Ἕλληνες καὶ Ρῶσοι μοναχοί[9].

Ἔτσι ἐντελῶς ἐνδεικτικά, στὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα, ἡ Μονὴ Ἁγίου Παύλου προσελκύει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ δεσπότου τῆς Θεσσαλονίκης Ἰωάννου Ζ΄ Παλαιολόγου (1406), τοῦ Σέρβου ἡγεμόνος Γκιοὺρ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Λαζάρου (1416), τοῦ Ἰωάννου Η΄ Παλαιολόγου, τοῦ ἐπίσης Σέρβου ἡγεμόνος Βράνκοβιτς, ὁ ὁποῖος μάλιστα χρηματοδότησε τὸ πρῶτο σοβαρὸ οἰκοδομικὸ πρόγραμμα τῆς Μονῆς καὶ ἔκτισε νέο εὐρύτερο καθολικὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Κόρη τοῦ Βράνκοβιτς ἦταν ἡ Μάρα, σύζυγος τοῦ σουλτάνου Μουρὰτ Β' καὶ μητέρα τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητή. Αὐτὴ δώρισε στὴ Μονὴ 1000 δουκάτα καὶ δύο κτήματα, ἕνα στὶς Σέρρες καὶ ἕνα στὰ Νέα Ρόδα. Αὐτὴ ἐπίσης, ποὺ πάντα διατηροῦσε τὴν χριστιανική της πίστη μετέφερε αὐτοπροσώπως τὰ δῶρα τῶν μάγων ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου διεφυλάσσοντο, στὴ Μονὴ Ἁγίου Παύλου, προκειμένου νὰ διασωθοῦν. Ἐκεῖ τὰ ἐμπιστεύθηκε.

Ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου ἀνέκαθεν ἀποτελοῦσε τὸ κόσμημα τοῦ Σερβικοῦ στέμματος καὶ βάση τοῦ πλούτου της ἦταν ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία. Στὸ τέλος τοῦ 14ου αἰώνα κατεῖχε περισσότερα ἀπὸ τριάντα μετόχια καὶ 360 χωριὰ πάνω στὰ ὁποῖα ἀσκοῦσε πλήρη διοικητικά, φορολογικὰ καὶ δικα­στικὰ δικαιώματα. Ἀργότερα ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἔφτασε τὰ 600 χωριὰ καὶ 180.000 ἀμπελῶνες[10]. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἐλὶτ τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, τῆς λογοτεχνίας καὶ θεολογίας εἶχε περάσει ἀπὸ τὸ Χιλανδάρι[11]. Αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια νὰ δημιουργηθεῖ βαθειὰ διαχρονικὴ σχέση τῆς ἱστορίας, τοῦ λαοῦ καὶ τῆς παράδοσης τῆς Σερβίας μὲ τὸ Ὄρος.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος ὁ Γ΄, ὅταν ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους πληροφορήθηκε τὰ ὅσα ὑπέστησαν οἱ ἁγιορεῖτες ἀπὸ τὸν λατῖνο ἐπίσκοπό του, ἐξέδωσε μία βούλα (17 Ἰανουαρίου 1213) ἐκφράζοντας τὴν ὑποστήριξή του στοὺς ἁγιορεῖτες καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τους[12].

Ὁ ὑψηλὸς σεβασμὸς ποὺ ἀπελάμβαναν οἱ μοναχοὶ στὴ Βυζαντινὴ κοινωνία καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ Ἁγιορείτικα μοναστήρια ἀποτελοῦσαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν κέντρα μοναδικῆς διανοητικῆς καὶ πνευματικῆς ὑπεροχῆς ἀφ΄ ἑτέρου δὲ ἀπὸ τοὺς πλουσιώτερους καὶ ἰσχυρότερους θεσμοὺς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθιδρύματος τῆς αὐτοκρατορίας ἔγινε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντι­ληπτὸ καὶ ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς. Λέγεται μάλιστα ὅτι αἰσθάνονταν τρόμο μπροστὰ στὶς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις τῶν μοναχῶν καὶ στὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν προσευχῶν τους[13], μιὰ ποὺ ὁ Ἄθως ἦταν ἕνας τόπος, ὅπου οἱ πάντες ἐπικαλοῦνται συνεχῶς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη ἀδια­κρί­τως πρὸς ὅλους ἐνδημεῖ, ἀφοῦ βρίσκουν καταφύγιο, μαζὶ μὲ τoὺς προσκυνητὲς καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ ἄστεγοι.

Ἡ συγκέντρωση τόσων τιμίων λειψάνων, οἱ μεγάλες συλλογὲς χειρογράφων καὶ ἐντύπων κωδίκων, ὁ ἀσύλληπτος ἀριθμὸς ἀμυθήτου ἀξίας κειμηλίων, τὸ πέρασμα πλήθους ἁγίων μοναχῶν μὲ μεγέθη ἱστορικῆς σημασίας καὶ αἰώνιας ἀξίας δείχνουν τὴν κεντρικὴ θέση ποὺ κατέχει τὸ Ἅγιον Ὄρος στὸν ὀργανισμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ πίστεως. Τὸ Ὄρος ἔχει κατακτήσει τὴν ἐμπιστοσύνη τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας.

 

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Ἄς τολμήσουμε ὅμως νὰ ξεφύγουμε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν τιμὴ καὶ δόξα του καὶ ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὶς ἱστορικὲς κηλίδες του.

Παρὰ τὴ μεγάλη καὶ σπάνια πνευματική του αἴγλη, ἡ πορεία του δὲν ἦταν ἀδιατάρακτη. Ἡ ἱστορία του παρουσιάζει ἐναλλασσόμενες φάσεις ἀκμῆς καὶ παρακμῆς, ὄχι πάντοτε ἄσχετες ἀπὸ τὰ πολιτικῶς δρώμενα στὸν Βυζαντινὸ κόσμο. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ποὺ στήριξε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο στὴν ἵδρυση τῆς Λαύρας, ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς, δολοφονήθηκε ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ὑπέγραψε τὸν Τράγο, τὸ πρῶτο καταστατικό του, τὸν Ἰωάννη Τσιμισκῆ. Ἡ σχέση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου μὲ τὸν Τσιμισκῆ εἶναι τὸ πρῶτο σκάνδαλο.

Ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ ἄνθιση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἑνδέκατου αἰῶνα, ἀποτέλεσμα τῆς εἰρήνης καὶ σταθερότητος τῆς περιόδου ἐκείνης, ποὺ ὁδήγησε στὴ μεγάλη στήριξη τῶν μονῶν τοῦ Ὄρους ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορες, τὴν οἰκονομική τους εὐημερία καὶ τὴ μεγάλη αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν, ἀκολούθησε μία περίοδος κρίσης καὶ σκανδάλων.

Νὰ πῶς περιγράφει τὴν κατάσταση ὁ Graham Speak: «Οἱ κανόνες περιφρονοῦνταν ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις: ἀνήλικα ἀγόρια βρέθηκαν νὰ ζοῦν στὸ Ὄρος· ἡ Λαύρα τῶν Καρυῶν εἶχε μετατραπεῖ σὲ μεγάλο παζάρι ὅπου προσφέρονταν πρὸς πώληση ἀκόμη καὶ εὐνοῦχοι· τὰ μεγαλύτερα μοναστήρια οἰκειοποιοῦνταν ἀγροτεμάχια ἀπὸ τὶς κοινὲς γαῖες γιὰ δική τους χρήση καὶ μερικὰ εἶχαν διαφορὲς μὲ τοὺς γείτονές τους· ἦταν διαδεδομένη ἡ χρήση παράνομων πλοιαρίων καὶ ζώων καὶ ὑπῆρχαν φῆμες πὼς οἱ ἡγούμενοι συνωμοτοῦσαν ἐνάντια στὸν Πρῶτο»[14].

Ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔκδοση τοῦ Τυπικοῦ τοῦ Κωνσταντίνου Θ΄ τοῦ Μονομάχου. Σύμφωνα μὲ αὐτό, διατυπώθηκαν διατάξεις ἐλέγχου τῶν ἀγοροπωλησιῶν καὶ ἐν γένει ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, τῆς χρήσης ζώων καὶ πλοιαρίων, τῆς παρουσίας ἀγενείων νέων κ.λπ.

Προβλήματα δημιουργήθηκαν καὶ τὸν δωδέκατο αἰῶνα ὅταν περίπου 300 Βλάχοι εἰσέδυσαν στὸ Ὄρος φέρνοντας μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια τους καὶ τὶς συζύγους καὶ τὶς κόρες τους, μὲ ἀνδρικὴ ἀμφίεση, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἄργησε νὰ ὁδηγήσει σὲ ἔκτροπα, γιὰ τὰ ὁποῖα γράφει ὁ P. Meyer: «εἶναι ἀτιμωτικὸ νὰ ἀναφέρει κανεὶς ἢ νὰ ἀκούει αὐτὰ ποὺ συνέβησαν ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς καὶ μερικοὺς μοναχούς»[15]. Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ ἐπηρέασε δυσμενῶς τὴ μαρτυρία καὶ ζωὴ τοῦ Ὄρους κατὰ τὸν 12ο αἰῶνα καὶ στιγμάτισε τὴν εἰκόνα του. Περιγράφοντας τὴ θλιβερή εἰκόνα τῶν ἐτῶν ποὺ ἀκολούθησαν τὸν θάνατο τοῦ Ἀλεξίου Α΄ Κομνηνοῦ, ἀναφέρει ἡ Rosemary Morris κάτι ποὺ ἀξίζει νὰ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς πολὺ προσεκτικὰ σήμερα:

«Ὅσοι ἀσκοῦσαν τὴ μοναχικὴ ζωὴ γίνονταν ὅλο καὶ περισσότερο ἀντικείμενο κριτικῆς καὶ μομφῶν, μὲ τὴν προσωπικότητά τους νὰ πνίγεται σὲ μιὰ νέα ἐποχὴ ξεπεσμοῦ καὶ συμβιβασμοῦ. Ὑπῆρχαν φυσικὰ ἅγιοι ἄνδρες, ἀλλὰ ἡ συνεχιζόμενη δημοφιλία τους σὲ πολλὰ μέρη βρίσκονταν ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ὁμόφωνη κριτικὴ ἀπὸ τοὺς διανοουμένους τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς καὶ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ ἐκκλησία. Ἐκεῖ ὅπου ἡ θαυματουργία, τὸ προορατικὸ καὶ θεραπευτικὸ χάρισμα ἀποτελοῦσαν προηγουμένως ἀντικείμενο θαυμασμοῦ, τώρα ὑπῆρχε φοβερὸς σκεπτικισμὸς καὶ φόβος παραπλάνησης καὶ ἐκμετάλλευσης. Οἱ ἅγιοι μοναχοὶ θεωροῦνταν πλέον ὡς μορφὲς τοῦ παρελθόντος· τὸ παρὸν ἦταν ἕνας κόσμος στὸν ὁποῖο ἡ μορφὴ τοῦ μοναχοῦ εἶχε γιὰ πολλοὺς χάσει μεγάλο μέρος τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας της.[16]

Ἀργότερα, κατὰ τὰ μέσα τοῦ 16ου αἰώνα, τὰ θέσμια τοῦ Ὄρους γνώρισαν νέα παρακμή. Ἡ ἐπικράτηση τοῦ ἰδιόρρυθμου συστήματος ζωῆς ὁδήγησε σταδιακὰ σὲ ἐξαχρείωση, τέτοια ὥστε οἱ μοναχοὶ ἐπεδίδοντο σὲ ἐμπορικὲς δραστηριότητες ἔξω ἀπὸ τὸ Ὄρος, τὰ μοναστήρια γέμισαν ἀπὸ ἀγένειους νεαρούς, οἱ ἀγροὶ ἀπὸ ἀγελάδες, τὰ μετόχια ἀπὸ καλογριὲς καὶ γενικότερα δημιουργήθηκε ἕνα κλῖμα ξένο πρὸς τὰ ἁγιορείτικα ἤθη ποὺ προκάλεσε τὶς διαμαρτυρίες τῶν πατριαρχῶν καὶ σοφῶν ἁγιορειτῶν καὶ τὸν σκανδαλισμὸ τοῦ λαοῦ.

Ἡ ἐκτροπὴ γίνεται ἐμφανὴς στὸ Τυπικὸ τοῦ 1574 τὸ ὁποῖο ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία τὸν Β΄. Σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ αὐτό, οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ -προφανῶς αὐτὸ δὲν ἦταν αὐτονόητο-, νὰ ζοῦν μὲ εἰρήνη καὶ ἁρμονία, διατάχθηκε ἡ ἐκδίωξη τῶν κατοικιδίων ζώων, ἀπαγορευόταν αὐστηρὰ ἡ εἴσοδος στοὺς ἀνήλικους νέους, ἡ διαμονὴ γυναικῶν μοναχῶν σὲ ἁγιορείτικα ἐξαρτήματα ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους, ἡ ἀπόσταξη καὶ κατανάλωση τῆς «πηγῆς κάθε κα­κοῦ», τοῦ ρακιοῦ, ἀπαγορευόταν ἐπίσης καὶ ὑπῆρχαν αὐστηρὲς συστάσεις γιὰ ἀποφυγὴ τῆς πλαστογράφησης οἰκονομικῆς φύσεως ἐγγράφων, τοῦ κουτσομπολιοῦ, γιὰ ἄμεση παύση τῆς καλλιέργειας σιταριοῦ καὶ κριθαριοῦ πρὸς πώληση καὶ τοῦ ἐμπορίου καρυδιῶν, ὅπως καὶ γιὰ τὴν ἀποφυγὴ ἐμπορικῆς ἐκμετάλλευσης τῆς ραπτικῆς καὶ τῶν ἄλλων ἐργοχείρων[17].

Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα, στὰ χρόνια τοῦ Ἰωακείμ τοῦ Γ΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, βλέπουμε ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης νὰ ὁμολογεῖ ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴν κατάπτωση μερικῶν Ἑλλήνων μοναχῶν, ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ φιλοχρηματία τους καὶ ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ πεποίθηση καὶ ἐπίμονη διεκδίκηση τῶν φιλοδοξων δικαιωμάτων τους[18]. Αὐτό, σὲ μία περίοδο, ὅπου καὶ οἱ ἀπροκάλυπτες πολιτικές παρεμβάσεις τῶν Ρώσων κυριαρχοῦσαν ἀπόλυτα στὴ ζωή του, ἀποδυναμώνοντας τὴν πνευματικὴ ἰκμάδα του, ἰσοπεδώνοντας τὸ κῦρος καὶ τὴν αἴγλη του καὶ ἀλλοιώνοντας τὴ μοναχικὴ ταυτότητά του, Ρῶσοι δὲ κελλιῶτες μοναχοὶ ἐπεδίδοντο «εἰς πλεῖστας ὅσας ἀξιοκατακρίτους καὶ ἀσυνειδήτους πράξεις», ὅπως ἀναφέρεται σὲ σχετικὴ ἔκθεση τοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ[19]. Μάλιστα τὴν περίοδο ἐκείνη, προκλήθηκε μεγάλο ζήτημα ἀπὸ ἀνίερη ἐκμετάλλευση προσκυνητῶν ἀπὸ Ρώσους μοναχούς, μὲ σκανδαλώδεις ἐνοικιάσεις δωματίων στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπίσημες κατηγορίες γιὰ λωποδυσία κ.ἄ.

Σκάνδαλα καὶ ἐκτροπὲς πάντα καὶ παντοῦ ὑπῆρχαν καὶ θὰ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώνουν μὲ τὴν παρουσία τους πόσο ἐγχάρακτη εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ πτώση στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ὑπόσταση, μὲ τὴ δὲ ἀνεπάρκειά τους νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἁγιαστικὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, πόσο ἐνεργὰ μπορεῖ αὐτὴ νὰ ἐκφράζεται στὸν ἄνθρωπο καὶ πόσο συγγενὴς καὶ οἰκεία μὲ τὴ θεϊκὴ φύση μπορεῖ νὰ γίνει τελικὰ ἡ ἀνθρώπινη.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ ἀναγνώριση, ὁ θαυμασμός, τὸ κῦρος, ὁ πλοῦτος, οἱ παροχές, οἱ δωρεές, ἡ προνομιακὴ μεταχείριση τῶν μονῶν ἀσφαλῶς καὶ ἀποτελοῦν ὁμολογία τοῦ ἔργου, τῆς οὐσιαστικῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ζωῆς τους. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, οἱ κοινωνίες ἐκφράζουν τὴ βαθύτερη ἀνάγκη τους γιὰ αὐθεντικότητα καὶ ἀλήθεια, γιὰ στέρεο στήριγμα καὶ ἀξιόπιστη ἐλπίδα· ἐκφράζουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους, τὴν εὐγένεια τῆς ἀγάπης τους. Μὲ τὸν τρόπο ὅμως αὐτὸν καὶ συχνὰ καταστρέφουν τὸν θησαυρό τους. Ἡ γνησιότητα τῆς θεϊκῆς παρουσίας στὸ φρόνημά τῆς Ἐκκλησίας ἀσφαλίζεται κυρίως μέσα στὴ μακαριότητα τῆς πτωχείας, μέσα στὴν «εὐσέβεια μετ’ αὐταρκείας», μέσα στὴν εὐλογία τῆς περιφρόνησης, τοῦ διωγμοῦ, τῆς ἐγκατάλειψης, τῆς συκοφαντίας, τῆς ἐπιλογῆς τῆς θέσης τοῦ τελευταίου. Αὐτοὶ ποὺ μακαρίζονται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Κυρίου καὶ προβάλλονται ἀπὸ τὰ πρότυπα τῆς ἁγιωσύνης εἶναι οἱ ἑκουσίως πτωχεύοντες, οἱ ἀδίκως διωκόμενοι, οἱ ὡς μωρὰ τοῦ κόσμου καὶ ἀσθενῆ περιφρονούμενοι. Ἀντίθετα, ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἐπιτιμᾶ τὸν ἔπαινο: «οὐαὶ ὅταν καλῶς εἴπωσιν ὑμᾶς πάντες οἱ ἄνθρωποι· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν»[20].

Ὁ μεγάλος ἐχθρὸς τοῦ Ὄρους εἶναι ὁ ἔπαινος τοῦ μεγαλείου του.

 

ΤΟ ΟΡΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ

Καὶ στὶς μέρες μας, ἐδῶ καὶ δεκαπέντε μῆνες, συγκλονίζεται ἡ πατρίδα μας ἀπὸ ἔντονο σκανδαλισμὸ ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ συναλλαγὲς τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου μὲ τὸ Δημόσιο. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν σκανδάλων, ἀμφισβητήθηκε ἡ ἰσχὺς τῶν ἱστορικῶν προνομίων καὶ ἰδιοκτησιακῶν τίτλων τοῦ Ὄρους, ἐπανῆλθε ἡ δυσοσμία τῆς δημόσιας καὶ γενικευμένης διαστροφῆς τῶν θεσμῶν, ἔχασαν τὶς θέσεις τους κορυφαῖοι ὑπουργοὶ καὶ συμπαρέσυραν σὲ ἐλεύθερη πτώση μία καθ’ ὅλα σταθερὴ κυβερνητικὴ πορεία, ἄλλαξε ἀπρόβλεπτα τὸ πολιτικὸ σκηνικὸ στὸν τόπο μας∙ ἀπαξιώθηκε κάθε ἔννοια ἱεροῦ καὶ ὁσίου, κυριάρχησε ἡ καχυποψία καὶ ἡ ἀπελπισία, σχόλια καὶ συζητήσεις συνετάραξαν ὁλόκληρο τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο, ὀνόματα μοναχῶν καὶ ἱερῶν μονῶν πλειοδότησαν σὲ καυστικὰ ἄρθρα, σὲ σκληρὲς εἰρωνεῖες, σὲ ἄνευ προηγουμένου σαρκαστικὰ δημοσιεύματα, σὲ γελοιογραφίες, σὲ καρναβαλικὲς παρελάσεις, ταυτίστηκαν μὲ τὶς ὑπόγειες μεθοδεύσεις, ἡ δὲ λέξη Βατοπαίδι ἔγινε συνώνυμη μὲ τὴ διαφθορὰ καὶ τὴ διαπλοκή. Ἡ Ἐκκλησία παρουσιάστηκε ὡς κρυσφύγετο τῆς ἀνομίας καὶ ἡ ἁγιότητα ὡς ἡ μεγαλύτερη ἀπάτη.

Λογικά, ἡ ζημιὰ ποὺ προκάλεσε ἡ ὑπόθεση Βατοπαιδίου καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Ἔθνος καὶ στὸν κοινωνικὸ βίο, ἔχει λάβει διαστάσεις γενικευμένης θεσμικῆς καταστροφῆς. Ὁ τραυματισμὸς τοῦ δέους μας πρὸς τὸ Ὄρος ἔχει συμπτώματα καὶ συνέπειες ἀπροσμέτρητου μεγέθους, καθὼς ἄφησε πίσω του τὴν πικρὴ γεύση μιᾶς ἀπροσδόκητης πνευματικῆς προδοσίας. Κανεὶς δὲν φαντάστηκε πὼς ἡ δόξα καὶ τιμὴ μποροῦσε νὰ ὑποκρύπτει αἰσχύνη καὶ ντροπή. Φάνηκε νὰ γκρεμίζεται καὶ τὸ τελευταῖο ὀχυρὸ τῶν ἀξιῶν καὶ τοῦ ἤθους. Ἔτσι τουλάχιστον φάνηκε!

Ἡ διαχείριση τῆς πληροφόρησης ἐπέβαλε μιὰ κατευθυνόμενη λογικὴ ποὺ μεγένθυνε καὶ ἀναπαρήγαγε τὸ σκάνδαλο, ταυτόχρονα δὲ ἀπαγόρευε τὴν ἐλεύθερη σκέψη καὶ τὴ δικαιοκρισία. Στὴν οὐσία προκαταλήφθηκε ἡ ἀπόφαση τῆς δικαιοσύνης, φανερώθηκε ἡ ἀτολμία καὶ ἡ ἔλλειψη κυβερνητικῆς καὶ πολιτικῆς εὐφυΐας, ἀντικαταστάθηκε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγιορείτη μὲ τὴν καχυποψία καὶ τὸν ἐμπαιγμό. Ἡ Ἐκκλησία ξαναμπῆκε στὸ στόχαστρο τῆς σκληρῆς κριτικῆς καὶ ξιφούλκησε ἡ ἀμφισβήτηση τῆς καθαρῆς πίστης καὶ ζωῆς μὲ πρωτοφανῆ κοινωνικὴ ἀποδοχή.

Ἡ ἐλάχιστη πλέον ἐναπομείνασα περιουσία της χαρακτηρίζεται δημόσια ὡς «ἀμύθητη» γιὰ νὰ ἐξάπτει τὴ φαντασία τῶν καχύποπτων. Τὰ δεσμευμένα εὐάριθμα ἀκίνητά της βαπτίζονται «φιλέτα», γιὰ νὰ ἐρεθίζονται οἱ δύσπιστοι. Ἤδη κατασκευάστηκε μιὰ λογική, ὅπου οἱ Μητροπολίτες, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ μιλοῦν, θὰ πρέπει νὰ φοροῦν μόνον σχισμένα ράσα καὶ μπαλωμένα παπούτσια, νὰ τρέφονται μόνο μὲ κονσέρβες καὶ περισσεύματα, νὰ κυκλοφοροῦν μόνο μὲ αὐτοκίνητα γιὰ ἀπόσυρση, νὰ διαμένουν μόνο σὲ ἐρείπια, νὰ καταργήσουν τὰ παγκάρια καὶ τοὺς ἐράνους, ἀλλὰ νὰ δίνουν παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ σὲ ὅλους. Μόλις προχθὲς κατηγορήθηκε ὁ ἡγούμενος τοῦ Βατοπαιδίου καὶ ἀναγκάστηκε νὰ δώσει δημόσιες ἐξηγήσεις, γιατί, λένε, χρησιμοποίησε ἕξι φορὲς τὴ λέμβο τοῦ Λιμενικοῦ (!)[21] Ὅλα αὐτὰ ἀναπαράγονται ἀπὸ τὸ «σκάνδαλο τοῦ Βατοπαιδίου». Ὁ ἀποδέκτης τῆς ἀδικίας ταυτίζεται μὲ τὸν αἴτιο τῆς σκανδαλολογίας.

Βροντερὰ ὅμως ἐρωτήματα ἐπιμένουν νὰ ἀνακυκλώνονται ἀναπά­ντητα: Πῶς μπορεῖ μιὰ ἁγιορείτικη Μονὴ νὰ ἐμπλέκεται σὲ ἀπίστευτου ὕψους οἰκονομικὲς συναλλαγές; Γιατὶ οἱ γνωριμίες καὶ οἱ διασυνδέσεις της νὰ ὁδηγοῦν σὲ συμφωνίες ἄγνωστες στὴν ἱερὰ Κοινότητα, οἱ δὲ καρποὶ τῶν συναλλαγῶν της νὰ ἀποκρύπτονται ἀπὸ τοὺς φορεῖς τῶν ἄμεσα ἐνδιαφερομέ­νων τοπικῶν κοινωνιῶν; Πῶς μποροῦν νὰ συνδυαστοῦν οἱ πλεονεκτικὲς τάσεις τῶν μοναχῶν μὲ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα περὶ αὐταρκείας καὶ φιλοπτωχίας; Γιατί, μάλιστα σὲ μιὰ περίοδο παγκόσμιας οἰκονομικῆς στενότητος, νὰ εὐνοεῖται σκανδαλωδῶς μιὰ ἑστία αὐταπάρνησης καὶ περιφρόνησης τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν μοναχοὶ ποὺ ὁμολογοῦν ὡς κύριο ἔργο τὴν προσευχὴ καὶ στηρίζονται στὴν ἄνευ ὅρων ἀποταγὴ τῶν ἐγκοσμίων, νὰ δικαιολογοῦν τὶς οἰκονομικὲς ἐπιδιώξεις τους, προφασιζόμενοι προγραμματισμοὺς μεγάλων ἔργων κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ σχεδιασμοὺς πολυμέριμνων πρωτοβουλιῶν καὶ δράσεων; Γιατὶ ἐνῶ ἐπιμένουν στὸ ἄβατο τοῦ Ὄρους γιὰ τοὺς ἄλλους δὲν ἐπιλέγουν τὸ ἄβατο τοῦ κόσμου γιὰ τοὺς ἴδιους;

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μπροστά μας ὀρθώνεται ἕνα μοναστήρι μὲ ἀσύλληπτη ἱστορικὴ αἴγλη, μὲ πρωτοποριακὴ καὶ σὲ ἐλάχιστο χρόνο ἀριθ­μητικὴ καὶ πνευματικὴ ἀναγέννηση, μὲ ὑποδειγματικὴ πρωτειὰ στὰ ἔργα ἀναστηλώσεώς του, μὲ πανθομολογούμενο, ἐντυπωσιακό, ἄμεσο καὶ ὁρατὸ διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ νοικοκύρεμα σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς του, μὲ σπάνια καὶ σὲ μεγάλους ἀριθμοὺς φιλοξενία, μὲ παγκόσμιο κῦρος καὶ ἀναγνώριση, μὲ γνωστὸ τοῖς πᾶσι βαρὺ καὶ γιὰ μοναχικὰ δεδομένα λατρευτικὸ καὶ πνευματικὸ πρόγραμμα, μὲ ἐμφανῶς ἁπλῆ, ταπεινὴ καὶ φτωχὴ ζωὴ τῶν ἴδιων τῶν μοναχῶν του, μὲ ψηλαφητὴ χάρι ἄσχετη ἀπὸ τὶς διοικητικὲς ἐπιλογὲς τῶν λίγων ὑπευθύνων του. Τὸ βλέπεις καὶ σοῦ προκαλεῖ θαυμασμό. Τὸ σκέπτεσαι καὶ σὲ συγκινεῖ ἡ χάρις του. Ἡ μαρ­τυρία του ἀποκλείεται νὰ μὴν εἶναι αὐθεντική.

Ρίχνεις μιὰ ματιὰ στὴν εἰκόνα τῶν γεγονότων καὶ τῶν ἐξελίξεων καὶ ἀπορεῖς. Θὰ μποροῦσε κάλλιστα αὐτὸ ποὺ σήμερα ἑρμηνεύεται ὡς ἔνοχη συμπαιγνία νὰ ἀποτελοῦσε συνεργασία ἀξιοποίησης τῶν περιουσιακῶν στοιχείων του μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν κτιριακὴ ἀποκατάστασή του, μάλιστα μὲ τέτοιον τρόπο ποὺ καθόλου δὲν θὰ τραυμάτιζε τὴν πτωχεία καὶ τὴν ἀμεριμνία τῶν μοναχῶν του. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς σπατάλης τῶν ἐθνικῶν πόρων αὐτοκαταργεῖται, ὅταν αὐτοὶ ἐπενδύονται σὲ ἔργα πολιτισμικῶν ὑποδομῶν. Ὅπως ἕνα καλὸ μουσεῖο ἀποτελεῖ ἐπένδυση τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ὄχι τῶν ὑπαλλήλων του, ἔτσι καὶ ἡ ἀποκατάσταση τοῦ μοναδικοῦ μοναστηριακοῦ μνημείου ποὺ ὀνομάζεται Βατοπαίδι θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ πολιτισμικὴ καὶ πνευματικὴ ἐπένδυση μιᾶς προοδευτικῆς χώρας στὸ πλαίσιο μακροχρόνιων τολμηρῶν πολιτι­κῶν καὶ ὄχι μικρονοϊκὴ ἀξιοποίηση ἑνὸς μοναστηριοῦ, ποὺ θυσιάζει τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν στὸν βωμὸ τῆς καλοπέρασης, τῆς καλοζωΐας, τῆς μικροφιλοδοξίας καὶ τῆς κοσμικῆς ματαιοδοξίας εἴτε ἀσεβεῖ βάναυσα στὸ ἱερὸ σῶμα τῆς μοναχικῆς παραδόσεως, ζωῆς καὶ διδασκαλίας.

Ὅποιος ἐπισκέφθηκε τὸ Βατοπαίδι τὸ 1990 δὲν ἤθελε νὰ τὸ ξαναεπισκεφθεῖ. Τὸ γνωστὸ μεγαλεῖο τῆς ἱστορίας του ἦταν θαμμένο κάτω ἀπὸ τὶς σκόνες καὶ τὶς ἀράχνες τοῦ τότε ἀποκρουστικοῦ παρόντος του. Μέσα σὲ λίγα χρόνια ἡ ἀνακάλυψη τῶν ἀμυθήτου ἀξίας θησαυρῶν του, ἡ καλαίσθητη καὶ κατ’ ἐπανάληψιν βραβευμένη ἀποκατάσταση τῶν παρεκκλησίων, τῆς τράπεζας καὶ τῶν πτερύγων του, ἡ παραδειγματικὴ ἀξιοποίηση τῶν κειμηλίων καὶ τῶν ὑποδομῶν του, ἡ κατασκευὴ τοῦ σκευοφυλακίου, ἡ ὀργάνωση τῆς σπάνιας βιβλιοθήκης του, ἡ ἐντυπωσιακὴ σὲ ρυθμοὺς ἐπάνδρωσή του καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἀνάσταση τῆς ζωῆς καὶ δόξας του εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔγιναν ἀπὸ ὄργανα διαπλοκῆς, ἀπὸ σκοτεινὲς φυσιογνωμίες ξένες πρὸς τὰ βιώματα τῆς πίστεως καὶ οἰκεῖες πρὸς τὴ διαφθορὰ καὶ τὴν διαστροφή. Ἡ δόξα καὶ ἡ πρόοδος τῆς Μονῆς συνδυάστηκε μὲ τὴ λιτότητα, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μοναχικότητα τῶν πατέρων της. Ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ φαίνεται ἀπίστευτο, εἶναι ἀληθές. Τὸ Βατοπαίδι τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πιστωθεῖ σὲ αὐτοὺς ποὺ σήμερα σέρνονται στὰ δικαστήρια.

Ὁ συνδυασμὸς αὐτῶν τῶν φοβερῶν ποὺ ἀκούγονται μὲ αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ ποὺ βλέπουμε ἀποτελεῖ ἄγνωστο μυστήριο ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δικές μας ἱκανότητες καὶ δυνατότητες. Τὴ δικαιοσύνη δὲν θὰ τὴν ἀποδώσουν τὰ δικαστήρια οὔτε οἱ ἐξεταστικὲς ἐπιτροπὲς ἀλλὰ ἡ ἱστορία καὶ ὁ ἀπαράβατος νόμος τοῦ Θεοῦ. Ἴσως τὸ Βατοπαίδι νὰ φιλοξένησε ἄκαιρα τὴν ὑπερβολικὴ καὶ ἄδικη γιὰ τὴν ἀλήθεια εὔνοια καὶ τιμὴ τὰ προγενέστερα χρόνια. Ἴσως τώρα νὰ χρειάζεται νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν ἐπίσης ὑπερβολικὴ καὶ ἄδικη γιὰ τὴν ἀλήθεια κρίση καὶ κριτική. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή τους τότε χρειαζόταν ἡ εὔκολη ταπείνωση, τώρα ἡ δύσκολη, ἡ ἁγιορείτικη.

Πάντως ἡ ἐθνικὴ ζημιὰ ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν κατάρρευση τοῦ κύρους τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὡς συμβόλου ἀναφορᾶς καὶ ἐλπίδας στὶς ψυχὲς τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς συντριβῆς καὶ τῶν τελευταίων μεγάλων ἀξιῶν εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς ὅποιες συνέπειες τῆς προκληθείσης ἀστάθειας, τοῦ τραυματισμοῦ τῆς πολιτικῆς ἀξιοπρέπειας καὶ τοῦ κλονισμοῦ τῆς θεσμικῆς ἀξιοπιστίας, πολὺ μεγαλύτερη καὶ ἀπὸ τὴ ζημιὰ ποὺ ὑπέστη τὸ ἴδιο τὸ Βατοπαίδι.

 

ΤΟ ΟΡΟΣ ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ

Θὰ μποροῦσε γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ σκάνδαλα νὰ φταῖνε κάποιοι μονα­χοί. Ὁ ζῆλος τους νὰ τοὺς ὁδήγησε σὲ ἐκτροπὲς ἀπὸ τὸ ἁγιορείτικο φρόνημα, ὑπερβολικὲς διεκδικήσεις καὶ ἐσφαλμένες ἐπιλογές. Ἡ μεγάλη ἀγά­πη στὸν εὐλογημένο τόπο τῆς μετανοίας τους νὰ τοὺς παρέσυρε σὲ ὑπερβολικὴ προστασία τῶν δικαιωμάτων τῆς Μονῆς τους. Ἡ ὁρμὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ὑποδομῶν σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς προβαλλόμενες ὡς μονα­δικὲς εὐκαιρίες νὰ ζάλισε τὴ σκέψη τους καὶ νὰ ἀστόχησαν στὴν ἀξιολόγηση τῶν καταστάσεων. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ βοήθησαν, πολιτικοὶ ἢ πρόσωπα τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ, πολὺ πιθανὸν νὰ παραπλανήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τους καὶ νὰ ὑπερέβαλαν στὴ διευκόλυνση τῆς Μονῆς.

Ἐνῶ ὅμως εἶναι προφανὴς ἡ εὔνοια πρὸς τὴν Μονή, δύσκολα θὰ βρεῖ κανεὶς προσωπικὰ ὠφέλη στοὺς συντελεστὲς τοῦ παράξενου αὐτοῦ «σκανδάλου». Οἱ μοναχοὶ παρέμειναν τυλιγμένοι στὸ ἴδιο μαῦρο ράσο, ἐγκατεστημένοι στὸ ἴδιο λιτὸ κελλί τους, ἀκολουθῶντας τὸν ἴδιο μονότονο καθημερινὸ κανόνα τους, τηρῶντας ἀπαρέγκλιτα τὶς αὐστηρὲς νηστεῖες τους, ἀγρυπνῶντας μὲ τὸν ἴδιο τρόπο κατὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες τους. Καὶ οἱ πολιτικοὶ οὔτε ψήφους κέρδισαν ἀπὸ τὸ μοναστήρι οὔτε τὸ περιεχόμενο τοῦ βαλαντίου τους κατάφεραν μὲ κάποιο τρόπο νὰ πολλαπλασιάσουν. Ὁ καλὸς λογισμὸς λέει ὅτι πιθανότατα ὅλοι θέλησαν νὰ βοηθήσουν. Μᾶλλον ἄκομψα. Ὁ μόνος κερδισμένος θὰ ἦταν ἡ Μονή. Ὄχι οἱ ἐκπρόσωποί της.

Ἀφοῦ δὲν κατάφεραν νὰ λειτουργήσουν στὴν κατὰ πάντα ἀσφαλῆ, καλογερική, σοφὴ καὶ προληπτικὴ λογικὴ τῆς μοναχικῆς αὐτάρκειας καὶ ὀλιγάρκειας, θὰ μποροῦσε οἱ εὐθυνόμενοι μοναχοὶ μὲ ἁγιορείτικη ἀρχοντιὰ τώρα νὰ ἀντιληφθοῦν τὰ τυχὸν σφάλματά τους καὶ ταπεινά, ἀντὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν, νὰ τὰ ὁμολογήσουν. Καὶ αὐτὸ εὐλογημένο εἶναι. Θὰ μποροῦσε πάλι, ἂν ἔχουν συκοφαντηθεῖ, νὰ σηκώσουν ἀξιοπρεπῶς, σταυρικῶς καὶ ἐν ταπεινώσει τὸ τεράστιο συκοφαντικὸ βάρος αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀντὶ νὰ περιποιηθοῦν τὴν κοσμικὴ εἰκόνα τους νὰ ἀρκεστοῦν στὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ καὶ μόνον. Αὐτὸ θὰ ἦταν πολὺ ἅγιο. Αὐτὸ θὰ ἀκύρωνε κάθε συνέπεια τοῦ προσωρινοῦ σκανδαλισμοῦ.

Θὰ μποροῦσε ὅμως καὶ νὰ εἶναι τὰ πάντα ἀληθινὰ σ’ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση. Δὲν θὰ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ οὔτε καὶ ἡ τελευταία. Ἡ Ἐκκλησία στὴν ἱστορία της ἔχει γνωρίσει τὴ συναύξηση τοῦ σίτου της μὲ τὰ ζιζάνια τῶν σκανδάλων. Ἡ ἀλήθεια της αὐτοαμύνεται καὶ δὲν κινδυνεύει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία ἢ καὶ διαστροφή. Ὅπως οἱ ἀρετὲς τῶν πιστῶν δὲν προσθέτουν στὴν ἀξία της οὔτε καὶ τὰ σκάνδαλα τῶν ἐκπροσώπων της ὑποβαθμίζουν τὴν οὐσία της. Ἁπλά, τραυματίζουν τὴν εἰκόνα της καὶ νοθεύουν τὴ μαρτυρία της.

 Ἡ ἀξία τοῦ Ὄρους δὲν βασίζεται στὴ μεγάλη περιουσία του, οὔτε προσμετρᾶται μὲ τὸ πλῆθος τῶν κειμηλίων του, οὔτε κρύβεται μέσα στὴν πανέμορφη φυσικὴ παρακαταθήκη του, οὔτε ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀναγνώρισή του, οὔτε διασφαλίζεται μὲ τὰ εἰδικὰ προνόμιά του, οὔτε κατοχυρώνεται ἀπὸ τὴ σταθερὴ ἱστορικότητά του. Ἡ ἀξία τοῦ Ὄρους βρίσκεται πέραν καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικότητά του, πέραν καὶ ἀπὸ τὶς ἀρετὲς ἢ τὰ χαρίσματα τῶν μοναχῶν του. Γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ παραμένει ἀνεπηρέαστο ἀπὸ τὰ σκάνδαλά του.

Περιουσία του εἶναι ἡ ἡρωικὴ ἀκρότητα τῶν ποικίλων κλήσεων τῶν μοναχῶν του, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται τὴν ἡμέρα καὶ στιγμὴ τῆς κουρᾶς τους. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ ἀνάλαφρη ψυχή ζυγίζει περισσότερο ἀπὸ τὰ βαρύγδουπα θέλγετρα τοῦ κόσμου· τὰ μὴ ὁρώμενα γίνονται πιὸ πιστευτὰ ἀπὸ τὴν ἑλκυστικὴ πολυχρωμία τῶν αἰσθήσεων· ἔννοιες ὅπως πλοῦτος, δόξα, ἡδονή, καταρρέουν συγκρινόμενες μὲ τὴν ἑκούσια πτωχεία, τὴ συνειδητὴ ταπείνωση, τὴν ἐπιδιωκόμενη ἄσκηση· τὰ νεκρὰ λείψανα τῶν ἁγίων ἀναδίδουν περισσότερη ζωὴ ἀπὸ τὰ ζωντανὰ σώματα τῶν πολιτῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου· ἡ ἐπιθυμία τοῦ θεϊκοῦ κόσμου καθιστᾶ τὰ πάντα «σκύβαλα», τὴ ματαιότητα ἀντιληπτή, τὴν ἐφημερότητα κατανοητή, τὴν καλο­ζωΐα  ἀναξιόπιστη, τὸν πόνο εὐεργέτη, τὴ συκοφαντία σωτηρία, τὴν «μωρία» καὶ τὸ «σκάνδαλο» τοῦ σταυροῦ «Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν»[22]∙ ἐκείνη τὴ στιγμὴ καταρρέουν τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ τὴ θέση τους καταλαμβάνουν τὰ «γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον»[23] δικαιώματα τοῦ Θεοῦ καὶ «ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ποὺ μένει εἰς τὸν αἰῶνα»[24].

Κειμήλιά του, εἶναι οἰ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες τῶν συνεπῶς πρὸς τὶς ὑποσχέσεις τους ἀγωνιζομένων μοναχῶν του∙ θησαυροί του ἡ πληθὺς τῶν θαυμάτων καὶ σημείων του· χειρόγραφά του οἱ ἀποτυπώσεις τῶν χαρισμάτων καὶ ἐμπειριῶν τῶν ἁγίων του∙ περιβαλλοντικὴ ὀμορφιά του ὁ πλοῦτος τῆς λατρείας του∙ εὐωδία του τὸ ἄρωμα τῶν προσευχῶν∙ πηγὲς του τὰ δακρύρροα μάτια τῶν πατέρων του∙ καταστατικὸς χάρτης του ἡ συσσωρευμένη ἐμπειρία καὶ χάρις του ποὺ δίνει τὸ κριτήριο τῆς δόξας του καὶ τοὺς ὅρους τῆς αὐτοκριτικῆς του∙ κάτοικοί του οἱ τετελειωμένοι γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι ἅγιοί του, οἱ ταπεινοὶ καὶ ἐνδεχομένως κεκρυμμένοι ἐνασκούμενοι πατέρες του, μέσα στοὺς ὁποίους «τὸ πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει στεναγμοῖς ἀλαλήτοις»[25], αὐτοὶ ποὺ δὲν ζοῦν στὸν εἰκοστὸ πρῶτο αἰῶνα, ἀλλὰ τῶν ὁποίων «τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει»[26].

Πρὸ ἐτῶν, τὸ 2003, ἐπισκέφθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ τότε πρόεδρος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου Pat Cox. Ἀφοῦ ξεναγήθηκε καὶ ἐνημερώθηκε ἀπὸ ὁμιλητικοὺς λόγιους μοναχούς γιὰ τὴν ἱστορία, τὴ ζωή, τοὺς θησαυρούς, τὴν πολιτικὴ παρουσία του, τὸ μεγαλεῖο του, εὐχαρίστησε καὶ εἶπε: «Πέραν ἀπὸ τὶς περιγραφές σας, ἐγὼ τὸ ἀληθινὸ Ὄρος τὸ ἀντικρύζω στὴν ἀντανάκλαση τῶν ματιῶν, στὸ βλέμμα, αὐτοῦ τοῦ μοναχοῦ». Καὶ ἔδειξε τὸν Πρωτεπιστάτη τῆς χρονιᾶς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ ἀνοίξει τὸ δικό του στόμα, μὲ τὴν ταπεινή σιωπή του, ἄνοιξε τὴν καρδιὰ τοῦ Εὐρωπαίου προέδρου.

Τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ τοῦ ἔτους 2008, ἐπισκέφτηκε incognito μία ἀπὸ τὶς ἁγιορείτικες μονές, γιὰ τρεῖς μέρες, ὁ τότε πρόεδρος τῆς Ἑλβετίας Pascal Couchepin. Σὲ κάθε ἀκολουθία πήγαινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ στεκόταν ὄρθιος. Οἱ πατέρες εὐγενικὰ τοῦ πρότειναν, ἀφοῦ οὔτε στὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ παράδοση ἦταν ἐκτεθειμένος οὔτε καὶ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα γνώριζε, νὰ νοιώσει ἄνετα νὰ καθυστερεῖ. Τότε τοὺς ἀπάντησε: «Μπορεῖ νὰ μὴν καταλαβαίνω τὴ γλῶσσα τῶν νοημάτων, αἰσθάνομαι ὅμως γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι ἐδῶ ὅλοι ἀληθινὰ προσεύχονται καὶ ὁ Θεός εἶναι παρὼν καὶ τοὺς ἀκούει. Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ κάνω μετάφραση οὔτε κάτι νὰ καταλάβει τὸ μυαλό μου∙ ἦλθα γιὰ νὰ βρεθῶ μπροστὰ στὸν Θεό, μαζὶ μὲ ἀνθρώπους ποὺ καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο κάνουν. Εἶναι τὸ μόνο μέρος στὸν κόσμο ποὺ αὐτὸ εἶδα νὰ συμβαίνει».

Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀντανακλᾶται στὰ μάτια τῶν μοναχῶν ποὺ πολὺ σεμνὰ τὰ ἀνοίγουν, στὸν διακριτικὸ λόγο αὐτῶν ποὺ γνωρίζουν νὰ σιωποῦν, στὴν ἀδιάψευστη ἀπόδειξη τῆς ἀτμόσφαιρας ποὺ δημιουργοῦν αὐτοὶ ποὺ ξέρουν νὰ προσεύχονται, στὰ ἀνεξίτηλα ἴχνη ποὺ ἀφήνει στὴν ψυχὴ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὸ τὸ Ὄρος δὲν σκανδαλίζει. Αὐτὸ μόνον ἐμπνέει καὶ πείθει.

 

[1] Ὁμιλία στὴν Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας Ἀθηνῶν, ὀργανωθεῖσα ἀπὸ τὸν Σύλλογο «Οἱ Φίλοι
τοῦ Ἁγίου Ὄρους» τὴν 17η Δεκεμβρίου 2009.


[2] Ἰω. η΄ 23, ιη΄ 36.


[3] http://www.agiooros.net


[4] Διάλεξη στὴν Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας Ἀθηνῶν, ὀργανωθεῖσα ἀπὸ τὸν Σύλλογο «Οἱ
Φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους» τὴν 12η Μαΐου 1987.


[5] Draper, Robert: Called to the Holy Mountain, The Monks of Mount Athos, NATIONAL GEOGRAPHIC, Dec
2009.


[6] Papachryssanthou, D.: La Vie de Saint Euthyme le Jeune et la métropole de Thessalonique, Revue des
Etudes Byzantines, 32 (1974), σσ. 225-45.


[7] Σμυρνάκη, Γ.: Τὸ ἅγιον Ὄρος, σσ. 705-707.
 

[8] Alice-Mary Talbot, στὸ A. Bryer & M. Cunningham (ἐπιμ.), Mount Athos and Byzantine Monasticism
(Aldershot, 1996) σ. 77.


[9] Συνέντευξη στὸν Θ. Αὐγερινό, ΚΥΠΕ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15.01.2007.


[10] Σπήκ, Γκράχαμ: ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ: Ἀνανέωση στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Ἀθήνα 2005, σ. 158.


[11] Bogdanovic, D., Djuric, V.J., Medakovic, D.Q Chilandar on the Holy Mountain, σσ. 40-42.


[12] Σπήκ, Γκράχαμ: ὅπ. παρ. σ. 137.

 
[13] Dölger, F.:  Mönschsland Athos, Münhen, 1943, σ. 19.


[14] Σπήκ, Γκράχαμ: ὅπ. παρ., σ. 122.


[15] Meyer, P.: Die Haupturkunden für die Geschichte der Athoskloster, Λειψία 1994.


[16] Morris, R.: Monks and Laymen in Byzantium, 843-1118, Cambridge, 1995, σ. 294-295.


[17] Meyer, P., ὅπ. παρ. σ. 215-218, Σπήκ, Γκράχαμ: ὅπ. παρ., σ. 215-216.

 
[18] Ἀπόρρητη ἐπιστολὴ Ἰωακείμ Γ΄ πρὸς Ἀνδρέα Κουντουριώτη, ἀρ. Πρωτ. 2442/19.10.1883, ἐν Καρδαρᾶ,
Χρήστου: Ἰωακείμ Γ΄ Χαρ. Τρικούπη, ἡ ἀντιπαράθεση, ἐκδ. ΤΡΟΧΑΛΙΑ, Ἀθήνα, 1998, σ. 233.


[19] Μητρ. Μύρων Χρυσοστόμου (Καλαϊτζῆ): Γεγονότα ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν δύο Πατριαρχιῶν Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄,
ἐκδ. Μητροπόλεως Μύρων, 2005, σσ. 46-47.


[20] Λουκ. στ΄ 26.


[21] www.romfea.gr (15.12.2009), www.inews.gr (16.12.2009)

 
[22] Α΄ Κορ. Α΄ 24.

 
[23] Ψαλμ. ιη΄18.

 
[24] Β΄ Κορ. θ΄ 9.


[25] Ρωμ. η΄ 28.

 
[26] Φιλ. γ΄ 20.


"Ἐπιστήμη-Θεολογία, Ἀπὸ τὸ ἀκατανόητο τοῦ κτιστοῦ στὸ μεθεκτὸ τοῦ ἀκτίστου"

ὁμιλία τῆς ἀναγορεύσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου  σὲ Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 3.11.2008

 

Αἰσθάνομαι εἰλικρινῆ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μοναδικότητα τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἐπιτρέψτε μου στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας δημόσια να ὁμολογήσω ὅτι τίποτε δὲν ἔχει μεγαλύτερη τιμὴ καὶ ἀξία ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τιμὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτήν, ἡ παροῦσα εὐκαιρία ἀποτελεῖ βαρύτατο δῶρο γιὰ μένα, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζω καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.



Σὲ μιὰ χρονικὴ συγκυρία παγκόσμιου ἐκφυλισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεολογιῶν, γενικευμένης κατάρρευσης τοῦ χρηματοοικονομικοῦ μας εἰδώλου, ἀπροσδόκητου κλονισμοῦ τῆς τεχνολογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μας ἔπαρσης στὴ Γενεύη, ἀνεπίστροφης καταστροφῆς του φυσικοῦ μας περιβάλλοντος σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς καὶ ἀλόγιστης ἐκδαπάνησης τοῦ φυσικοῦ μας πλούτου∙ σὲ μιὰ περίοδο ποὺ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐπιστρατεύονται γιὰ νὰ καταργήσουν τὰ αἰώνια «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὶς παγκόσμιες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ λογικὲς σταθερές, σὲ μιὰ ἐποχὴ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ διαχρονικοῦ συστήματος τῶν ἀξιῶν, νοσηρῆς προβολῆς τῶν ἀνθρώπινων ἐπιτευγμάτων καὶ ταυτόχρονης περιπλοκῆς τῶν διαπολιτισμικῶν ἐπικοινωνιακῶν μηχανισμῶν, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ ἄγνωστη ἐμπειρία καὶ ὁ περὶ Θεοῦ λόγος στερεῖται θεολογίας, τὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς ἱστορικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μοῦ κάνει τὴν τιμὴ νὰ μὲ ἀναγορεύσει διδάκτορά του.

Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐπὶ πλέον διασπᾶ ἱστορικοὺς δεσμούς, ὅπως τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μὲ τὴ ζῶσα χριστιανικὴ πνοή, ἢ αἰώνιες σχέσεις, ὅπως τῆς φυσικῆς γνώσης μὲ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία, δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀξιολογήσω τὴν παροῦσα στιγμὴ καὶ νὰ προσδιορίσω μὲ ἀκρίβεια τὶς συντεταγμένες της. Βλέποντας ὅμως στὴν αἴθουσα αὐτὴν τῶν Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν νὰ συνυπάρχουν τὰ λάβαρα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, θεολόγοι ἐπιστήμονες καὶ ἐπιστήμονες πιστοί, σεβασμὸς στὴ θύραθεν καὶ στὴν κατὰ Θεὸν σοφία, καὶ διερωτώμενος γιὰ πόσο ἀκόμη καὶ γιατὶ ὄχι γιὰ πάντα, καταλήγω στὸ κλειδὶ τῆς σημερινῆς ἐκδηλώσεως.

Ἡ λέξη κοινωνία εἶναι μία μαγικὴ λέξη, συγγενὴς μὲ τὴ λέξη μέθεξη. Σημαίνει περιχώρηση ἐν ἀγάπῃ, ὅταν ἀναφέρεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Σημαίνει ἀνακάλυψη υἱοθεσίας, ἀποκάλυψη ἀληθείας καὶ «ὀθνεία ἀλλοίωση», ὅταν ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Σημαίνει ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνεύρεση, συνάντηση, συμπόρευση, ζωντανὸ διάλογο, ὅταν ἀναφέρεται σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη σχέση. Σκέφθηκα, λοιπόν, σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἐν τοῖς πράγμασι κοινωνία δύο φαινομενικὰ ἀντικρουομένων ἢ τουλάχιστων ἀσύμβατων συστημάτων σκέψης: τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς συνακόλουθης ἐπιστημονικῆς λογικῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαχρονικῆς Ὀρθόδοξης θεολογικῆς πνοῆς -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ ὅρος- ἀφ’ ἑτέρου.

 

Τὸ ἀσύλληπτο τῆς ἀριθμητικῆς πραγματικότητος

Βασικὸ στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀποτέλεσμα τῆς θείας σοφίας,  εἶναι ἡ ἁρμονία, ἡ ὁποία πιὸ πολὺ διαπιστώνεται παρὰ κατανοεῖται, γίνεται περισσότερο ἀντιληπτὴ καὶ ἐλάχιστα καταληπτή. Συνδέεται κυρίως μὲ μιὰ ἀπολαυστικὴ αἴσθηση παρὰ μὲ μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἑρμηνεία. Ὁ κόσμος μας δὲν κυριαρχεῖται μόνον ἀπὸ ἕνα χρῶμα, ἀπὸ μία συχνότητα, ἀπὸ ἕνα εἶδος, ἀπὸ φωτοαντιγραφικὴ ὁμοιότητα, ἀπὸ μονότονη συμμετρία. Γιὰ κάποιον λόγο, παρουσιάζει ἀνακουφιστικὲς ἀσυμμετρίες, ὄμορφες ἀνομοιότητες, ἰσορροπημένες ποικιλότητες, ἁρμονικές διαφορετικότητες. Αὐτὲς γεννοῦν τὴ μελωδία, συνθέτουν τὴν ἁρμονία, προβάλλουν τὴν αἰσθητική, ὑπογραμμίζουν τὴ σημασία τῆς συμπληρωματικότητας, ἀναδεικνύουν τὰ πρόσωπα.

Ἡ ποικιλότητα ἀποτελεῖ ἰδίωμα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἡ δὲ αἰτία καὶ ἡ ἀριθμητική της ἔκφραση ὑπερβαίνουν τὶς ἀνθρώπινες ἀντιληπτικὲς δυνάμεις καὶ συνθλίβουν τὰ ὅρια τοῦ νοῦ. Στὸ σύμπαν μιλᾶμε γιὰ δισεκατομμύρια γαλαξιῶν μὲ μεγάλες μεταξύ τους ὁμοιότητες ἀλλὰ καμμία ταυτότητα· κανένας δὲν εἶναι ἴδιος μὲ κάποιον ἄλλον. Κάθε γαλαξίας ἔχει δισεκατομμύρια ἀστέρων, ποὺ καὶ αὐτοὶ παρουσιάζουν μία τεράστια ποικιλία ἰδιοτήτων, χαρακτηριστικῶν, χημικῆς συστάσεως, πυρηνικοῦ περιεχομένου.

Στὸν κόσμο τῆς Μοριακῆς Χημείας, συναντοῦμε ἕνα πλῆθος ἀπὸ στοιχεῖα, καθὼς δὲ διεισδύουμε στὰ ἐνδότερα τοῦ ὑπατομικοῦ κόσμου καταλήγουμε σὲ ποικίλα στοιχειώδη σωμάτια, ὅπου τὸ καθένα ἔχει τὴν ἀποστολή του καὶ ἐπιτελεῖ τὸν μοναδικὸ σκοπό του. Ἄλλα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὑλικὰ (ὅπως τὰ quarks καὶ τὰ λεπτόνια), ἄλλα εἶναι φορεῖς τῶν δυνάμεων καὶ ἄλλα πολὺ βαρύτερα, τὰ ὑπερσωματίδια, φαίνεται πὼς συμπληρώνουν τὴν ἀπαιτούμενη συμμετρία.

Ἀλλὰ καὶ στὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο ἀντικρύζει κανεὶς μιὰ ἀνάλογη κατάσταση. Ἕνα πλῆθος εἰδῶν, τὸ καθένα μὲ τὰ ἰδιώματα καὶ τὴ γενετικὴ πολυπλοκότητα καὶ διαφορετικότητά του, γεμίζουν καὶ κοσμοῦν τὸν κόσμο μὲ τὴ συνεισφορὰ καὶ τὴν παρουσία τους.

Κάποιες δεκάδες χιλιάδες γονιδίων συνδυάζονται μεταξύ τους γιὰ νὰ ἐκφράσουν μορφολογικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ νὰ προσδιορίσουν τὴ δυναμικὴ τῆς ὑγείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἐκφράζουν τὴ γενετικὴ καὶ γονιδιωματικὴ διαφορετικότητά μας εἶναι ἀσύλληπτοι.

Ἡ δύναμη τῆς ποικιλότητας φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀνομοιομορφία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων, καὶ κατὰ τὴ σύντηξη ὠαρίου-σπερματοζωαρίου μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν 232 διαφορετικὰ μεταξύ τους ζεύγη. Αὐτὰ συνδυαζόμενα ἀνὰ 23 δημιουργοῦν ἕνα ἀσύλληπτο γενετικὸ «ἀνακάτωμα» ποὺ δίνει 1040 ἀνεξάρτητες δυνατότητες, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δύο γονεῖς θὰ μποροῦσαν νὰ δώσουν ἕναν τέτοιον ἀριθμὸ διαφορετικῶν μεταξύ τους ἀπογόνων[1]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἀπόλυτα παρόμοια ἀνθρώπινα ὄντα καὶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρξουν[2].

Ὅλα αὐτὰ τὰ παρατηροῦμε ἢ καὶ τὰ ὑπολογίζουμε, χωρὶς ὅμως νὰ κατανοοῦμε τὶς διαστάσεις καὶ τὶς ἀποστάσεις τους, χωρὶς νὰ χωροῦμε τὶς ἡλικίες τους, τὴν ἱστορία τους, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ μεγέθη τους καὶ τὰ αἴτιά τους. Ἀριθμοὶ πάνω ἀπὸ 1010, δηλαδὴ μεγαλύτεροι ἀπὸ δέκα δισεκατομμύρια, δὲν χωροῦν στὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι γιὰ νὰ καταμετρηθοῦν τὰ 6,5 δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ σήμερα ζοῦν στὴ γῆ, μὲ συχνότητα ἑνὸς τὸ δευτερόλεπτο, ἀπαιτοῦνται περισσότερα ἀπὸ 220 χρόνια. Στὸ σύμπαν ὅμως μιλοῦμε γιὰ μεγέθη μέχρι καὶ 1087, τόσος εἶναι ὁ ὄγκος του σὲ mm3. Κάθε προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἐκθέτες ἀποτελεῖ τραγικὴ ματαιοπονία. Μιλοῦμε γιὰ χρόνους 10-43sec∙ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζει τὴν πιὸ ἀπόμακρη στιγμὴ ἀπὸ τὸ σήμερα καὶ τὴν πιὸ κοντινὴ στὸ big bang∙ ἕνας μικρὸς χρόνος ἴσος μὲ αὐτὸν ποὺ ἀπαιτεῖται ὥστε τὸ φῶς, ποὺ καλύπτει τὴν ἀπόσταση Γῆς - Σελήνης σὲ ἕνα δευτερόλεπτο, νὰ διανύσει ἀπόσταση ἴση μὲ τὴ διάμετρο τοῦ πρωτονίου. Οὔτε τὸ μεγάλο συλλαμβάνεται οὔτε τὸ μικρὸ χωράει στὸ νοῦ μας.

Τελικά, ἡ ἀκρίβεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνδεικτική, στατιστικὴ καὶ συχνὰ ἀσυμπτωτικὴ παρὰ ἀριθμητικὰ καὶ λογικὰ ἀποδεικτική. Ἀλλὰ καὶ ὅταν συμβαίνει τὸ δεύτερο, ἡ κατανόηση αὐτῶν τῶν μεγεθῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη. Ὁ κτιστὸς κόσμος μας γνωρίζεται, ἀλλὰ δὲν κατανοεῖται.
 

Μιὰ φύση μὲ κρυμμένα τὰ μυστικά της

Στὸν ὑπέροχο καὶ ταυτόχρονα παράξενο αὐτὸν κόσμο, συνυπάρχει τὸ μικρὸ μὲ τὸ μεγάλο, τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο, ἡ γνώση μὲ τὴν ἀγνωσία, τὸ μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ἡ ἑνότητα μὲ τὴ διαφορετικότητα.

Ἐνῶ κάποιοι μιλοῦν γιὰ τὴ θεωρία τῶν πάντων, διακηρύσσουν ταυτόχρονα ὅτι «εἴμαστε μιὰ ἀνακατανομὴ τοῦ τίποτα»∙[3] ἐνῶ ἀναφερόμαστε σὲ θεωρίες Ὑπερσυμμετρίας, αὐτὲς ποὺ μὲ βεβαιότητα σήμερα υἱοθετοῦμε ἔχουν τὰ ὀνόματα τῆς Σχετικότητας καὶ τῆς Ἀβεβαιότητας. Ἐνῶ θεωροῦμε ὅτι ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ γενετικὰ μυστικά μας, ταυτόχρονα ἀδυνατοῦμε νὰ καταπολεμήσουμε μικροὺς καὶ μεγάλους βιολογικοὺς ἐχθρούς μας. Ἴσως βρίσκουμε τὰ μυστικὰ τῶν θεωριῶν μας, ἴσως περιγράφουμε τὴν ἀπώτερη ἀρχὴ καὶ τὸ ἔσχατο τέλος μας ἢ τὶς λεπτομέρειες τοῦ μικρόκοσμου καὶ τοῦ μακρόκοσμου μας, δὲν τὰ καταφέρνουμε ὅμως καλὰ μὲ τὸ παρὸν καὶ τὴν πραγματικότητά μας. Ἐνῶ μὲ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ πολὺ μικροῦ καὶ χρονικὰ ἀπειροστοῦ, ἀνιχνεύουμε τὰ μυστικὰ τοῦ κοσμικὰ ἀρχικοῦ καὶ τοῦ συμπαντικὰ πολὺ μεγάλου, καταφέρνουμε τὰ μικρὰ προβλήματα νὰ τὰ κάνουμε ἀνυπέρβλητα μεγάλα.

Ἡ φύση δείχνει πώς, ὅσο τὴν πλησιάζουμε, ἀρέσκεται νὰ ἀποκρύπτει τὰ μυστικά της. Πλησιάζουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μόλις 10-43 sec ἀπὸ τὸ big bang, καὶ πρὶν τὴν κατακτήσουμε, καταρρέουν οἱ ἐξισώσεις μας, ἔχουμε ἀνωμαλία (singularity). «Ἡ μεγάλη Ἔκρηξη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἄγνοιάς μας»[4], ὁμολογεῖ ὁ μεγάλος Ἕλληνας φυσικὸς Γιάννης Ἡλιόπουλος. Κυνηγοῦμε τὶς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος, τὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα του, καὶ διαπιστώνουμε ὅτι, ὅσο τὶς πλησιάζουμε, αὐτὲς ἀπομακρύνονται μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοῦ Hubble). Ὅσο αὐξάνουμε τὴ γνώση μας γιὰ τὸν κόσμο, τόσο αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὴ διογκούμενη ἀγνωσία μας. Ἡ θεωρία τῆς ἀβεβαιότητος (Uncertainty Principle) αὐτὸ ἀποδεικνύει. Προσδιορίζουμε μὲ ἀκρίβεια μιὰ ἰδιότητα τῆς φύσης καὶ ὑποχρεωνόμαστε σὲ σφάλμα γιὰ τὴ συζυγῆ της. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ σύμπαν∙ προχωροῦμε στὴν ἔρευνά του καὶ βρίσκουμε μαῦρες τρύπες, σκοτεινὴ ὕλη καὶ ἐνέργεια, μυστικὲς συμμετρίες, σωμάτια ποὺ ἀγνοοῦμε τὰ βασικά τους στοιχεῖα, παράξενες ὀντότητες, ποὺ τοὺς ἀποδίδουμε μεταφυσικὰ ὀνόματα (strange quark, God’s particle), οἱ ὁποῖες ὅμως κρύβουν τὰ πιὸ ὡραῖα μυστικά.

Ὁ κόσμος γίνεται φοβερὰ ἑλκυστικός, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται τραγικὰ ἀπομονωτικός. Οἱ μεγάλες φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τιμὲς ποὺ δικαιολογοῦν τὴν ὑποχρεωτική μας ὕπαρξη ὡς ἀνθρώπων (Ἀνθρωπικὴ Ἀρχή) ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπίσης ὑποχρεωτική μας ἀπομόνωση. Τὸ σύμπαν εἶναι τεράστιο καὶ οἱ ταχύτητες ἀνυπέρβλητα μικρές. Ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, ἡ μεγαλύτερη ταχύτητα, ἡ ταχύτητα τῆς ἐπικοινωνίας μας, εἶναι ἀξεπέραστη καὶ πεπερασμένη. Μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε -νὰ λαμβάνουμε ἐρεθίσματα-, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε -νὰ στέλνουμε μηνύματα-, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ διαλεχθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νὰ ἐπικοινωνήσουμε διαστρικὰ καὶ διαγαλαξιακά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ τηλεσκόπιά μας εἶναι μόλις τὸ 4% τοῦ σύμπαντος. Τὸ ὑπόλοιπο 23% εἶναι σκοτεινὴ ὕλη καὶ τὸ 73% σκοτεινὴ ἐνέργεια. Καὶ ἐκεῖ κρύβεται τὸ μυστικὸ τοῦ κόσμου μας. Εἶναι τόσο λίγα αὐτὰ ποὺ γνωρίζουμε καὶ τόσο περισσότερα αὐτὰ ποὺ ἀγνοοῦμε!

Κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες, ἡ φυσικὴ καὶ ἡ γεωμετρία ἐκφράζονται μὲ τρόπους ποὺ ἀντιβαίνουν στὶς αἰσθήσεις μας. Ἡ πραγματικότητα μοιάζει περισσσότερο μὲ φαντασία. Στὶς μεγάλες διαστάσεις, στὸ σύμπαν, ὁ χῶρος καμπυλώνεται, ἡ εὐκλείδια γεωμετρία καταργεῖται. Στὶς ἀπειροστὰ μικρές, ὁ χῶρος ἀποκτᾶ πολλαπλότητα καὶ φυσικὲς διαστάσεις -ἴσως ἑπτὰ τὸν ἀριθμό- ἐντελῶς ἄγνωστες καὶ ξένες στὴ φυσική μας ἀντίληψη. Στὶς ὑψηλὲς ταχύτητες ὁ χρόνος διαστέλλεται, τὸ μῆκος συστέλλεται, ἡ φυσικὴ αἴσθηση παραβιάζεται. Στὶς διαστάσεις τῆς νανοκλίμακας, ποὺ πλέον τεχνολογεῖται, ἡ ὕλη ἐμφανίζει ἐντελῶς ἀσυνήθεις ἰδιότητες καὶ ἐνῶ στὴν τεχνολογία θαυματουργοῦμε στὴν πρόληψη καὶ πρόνοια ἀδυνατοῦμε.

Μιὰ ἀκόμη ματιὰ στὸν κόσμο μας μᾶς πείθει ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὀμορφιά του συνυπάρχουν μὲ ἀτέλειες, ἀναπηρίες, φθορὰ καὶ θάνατο. Μέσα σὲ ἀστρικὰ συντρίμμια γεννιοῦνται νέοι ἀστέρες. Μαζὶ μὲ τὴν ὑπερσυμμετρία στὰ 10-33cm τοῦ πρωτόγονου σύμπαντος ἢ στὰ 10-36 sec ἀπὸ τὸ big bang, ὑπάρχει μιὰ μεγάλη ἀσυμμετρία στὸν κόσμο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σπίτι μας. Τὸ σύμπαν παρὰ τὰ φωτεινὰ ἀστέρια του, τὶς ὑψηλὲς θερμοκρασίες τους, τὰ ἄπειρα ἀστρικὰ συστήματά του, τὴν ἀέναο κίνηση τῶν γαλαξιῶν του, εἶναι πολὺ σκοτεινὸ -μὲ ἐλάχιστα φωτόνια-, εἶναι πολὺ ψυχρὸ -μόλις 2,70 Κ, εἶναι πολὺ ἄδειο -μὲ τεράστιο κενό, στατικό.

Τὸ ἀκατανόητο συντελεῖ ὥστε κάποιοι νὰ προσπαθοῦν τὶς φιλοσοφικὲς ἐπιθυμίες τους νὰ τὶς θωρακίσουν μὲ μεταφυσικίζουσες ἐπιστημονικὲς θεωρίες, νὰ τὶς κρύψουν σὲ ἐξωσυμπαντικοὺς κόσμους, σὲ ἀναπόδεικτες ἑρμηνεῖες, σὲ ἀκατανόητες καὶ ἀνεξέλεγκτες ἐπιστημονικοφανεῖς ἀδολεσχίες. Μιλοῦν γιὰ ὑπερσυμμετρίες, γιὰ πολυσύμπαντα, γιὰ πιθανολογικὲς φαντασιώσεις, γιὰ παραμυθένιους ἐκθέτες στὶς ποσοτικές τους ἐκτιμήσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνίοτε διαφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης μὴ ἐπιστημονικά. Ἀπορρίπτουν τὴν πίστη, ἀλλὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ μᾶς πείσουν γιὰ τὶς θεωρίες τους, ποὺ κανεὶς δὲν κατανοεῖ, εἶναι νὰ τοὺς πιστέψουμε. Φαίνεται πὼς ἐνῶ ἡ αἴγλη τῆς ἐπιστήμης εἶναι μεγαλύτερη, ἡ ἕλξη τῆς φιλοσοφικῆς αὐθαιρεσίας εἶναι δυνατότερη.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ὅρους ποὺ μοιάζουν μεταφυσικοί, γνωρίζοντας ὅτι μὲ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐργαλεῖα της εἶναι στὴν οὐσία ἀσυμπτωτικοί, ἄφθαστοι, ἀπρόσιτοι. Γιὰ παράδειγμα τὸ ἄπειρο -ἔχει καὶ μαθηματικὸ σύμβολο-, τὸ αἰώνιο -ἀποτελεῖ φυσικὸ πλέον ὅρο- ὅλο καὶ περισσότερο χρησιμοποιούμενο. Οἱ τελευταῖες θεωρίες βιάζονται νὰ μιλήσουν γιὰ τελειότητα καὶ πληρότητα ἑρμηνειῶν. Παρὰ ταῦτα ἡ ἐπιστήμη στὴν προσπάθειά της νὰ γνωρίσει καλὰ τὸν κτιστὸ κόσμο ὁδηγεῖται στὴ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας της νὰ τὸν κατανοήσει.

 

Τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φύση, ἔχουμε πρόβλημα καὶ μὲ τὴν κατανόηση τῆς βιολογικῆς μας ταυτότητος.

Στὸν κώδικα τῆς ζωῆς, ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο καὶ διαπιστώνουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ διαβάσουμε. Κι ἐδῶ μιλοῦμε μὲ ἀριθμοὺς ποὺ δὲν κατανοοῦμε, μὲ πιθανότητες ποὺ δὲν ἐπιβεβαιώνονται. Προσεγγίζουμε τὸ γονιδίωμα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀποκαλύπτουμε τὴ γενετικὴ ἀλήθεια μας, καὶ αὐτὸ μᾶς προωθεῖ στὸ πρωτέωμα, μὲ τὴ διαβεβαίωση τῆς μεγαλύτερης ἀγνοίας μας. Πρὶν προλάβουμε νὰ μάθουμε τὸ ἕνα ἀλφάβητο, ὁδηγούμαστε στὴν ἀνάγκη ἐκμάθησης μιᾶς δυσκολότερης γλώσσας.

Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν μορφῶν τῆς ζωῆς, ἐμφανίζονται ἄλλες πιὸ ἐξελιγμένες. Μέσα στὴ γενετικὴ περιουσία τοῦ ἀνθρώπινου κυττάρου, ἀκόμη καὶ τὸ ἀποκαλούμενο ἄχρηστο DNA (junk DNA), φαίνεται πὼς διακριτικὰ ἀποκρύπτει πλοῦτο μυστικῶν ποὺ παίζουν ἕναν καθόλου εὐκαταφρόνητο ρόλο στὴν ὅλη κληρονομικὴ διαδικασία καὶ τὸν προσδιορισμὸ τῶν βιολογικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀτόμου.

Οἱ σύγχρονες ἐπιστῆμες τῆς νευροφυσιολογίας καὶ τῆς νευροβιολογίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς νόησης, μᾶς εἶναι ὁ μεγάλος ἄγνωστος. Δὲν κατανοοῦμε οὔτε τοὺς μηχανισμοὺς τοῦ ἐγκεφάλου οὔτε τὴ δυναμικὴ τῆς κατανόησης.

Αἰσθανόμαστε πὼς τὸ πραγματικὸ σύμπαν εἶναι αὐτὸ τῆς ἀγνωσίας μας, ὅπου ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε διάσπαρτους ἀστέρες καὶ γαλαξίες, ἀπόψεις καὶ θεωρίες, ἐντυπωσιακῆς ἀλλὰ μερικῆς γνώσεως «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»[5].

Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει καὶ ἡ φιλοσοφικὴ ὁδός. Οὔτε αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε πῶς ἡ μεγάλη ἡλικία τοῦ σύμπαντος συνυπάρχει μὲ τὴ σύντομη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, ἡ σοφία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν καταστροφικότητα, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη μὲ τὸ κακό.

Ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ὅποιου ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἀσύλληπτο κλάσμα τῆς ἡλικίας τοῦ σύμπαντος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦμε μέσα σὲ ἕναν κόσμο σκεπτόμενοι ἀλλὰ ἀγνοοῦντες, δυνατοὶ κατὰ τὴ σκέψη ἀλλὰ ἀπειλούμενοι ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ τὴ φύση, γεμᾶτοι ζωὴ ἀλλὰ συνεχῶς καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὸν θάνατο, μὲ ἔμφυτη μυστικὴ ἀναζήτηση ἀλλὰ πλήρη ἀνεπάρκεια ἀνακάλυψης τοῦ ὑπερλόγου, ἂν δὲν ἀποτελεῖ τραγωδία, εἶναι μυστήριο. Τελικά, δὲν ἀποτελεῖ μυστήριο μόνον ἡ φύση ἀλλὰ καὶ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος.

Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται πὼς εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα βιολογικὸ κυτταρικὸ σύστημα. Ἡ ποικιλία τῶν ἐπιλογῶν τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἡ χαρακτηριστικὴ διαφορετικότητά του, ἡ ἰδιομορφία τῆς ψυχικῆς ἔκφρασής του, ἡ δημιουργικότητα τῆς σκέψης του, τὸ κτίσιμο τοῦ προσώπου του εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἀνατομικὰ ἰδιώματα καὶ ἀνιχνεύσιμες βιοχημικὲς διεργασίες. Ἡ βιολογική του ἀρχὴ σηκώνει τὸ βάρος τῆς ὑπαρκτικῆς ἔναρξης, ἐνῶ τὸ τέλος παραπέμπει στὴν εὐθύνη τῆς ἄγνωστης, ἐνδεχομένως πολὺ ἀνώτερης, συνέχειας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς μοναδικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στὴν ὑποψία τοῦ μὴ τέλους του καὶ στὴν αἴσθηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς του. Ἡ βιολογική του ὑπόσταση τὸν κοσμεῖ μὲ τὴν ὀμορφιὰ μιᾶς ὀργανωμένης νομοτέλειας, ἐνῶ ἡ πνευματική του μὲ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς ἀνεπανάληπτης αὐτεξουσιότητας.

Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια,  τὸ «ἄν», τὸ «πώς» καὶ τὸ «πότε» τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς βιολογικῆς πορείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἐξέχουσας σημασίας. Ἡ ἐποχή μας, μὲ τὴν ἀντισυλληπτικὴ καὶ περιγεννητικὴ τεχνολογία της, μπορεῖ νὰ καθορίσει τὸ ἂν κάποιος θὰ συλληφθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ὑπάρξει- καὶ τὸ ἂν τελικὰ θὰ γεννηθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ζήσει. Μπορεῖ νὰ ἀλλοιώνει κατ’ ἐπιθυμία τὴ μορφὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ζωῆς. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐπιβραδύνει τὸν θάνατο, μπορεῖ νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ παρεμβαίνει τεχνολογικὰ καὶ νὰ δημιουργεῖ νέες καταστάσεις ζωῆς καὶ πρωτοφανεῖς συνθῆκες θανάτου. Μπορεῖ νὰ προκαλεῖ τὴ δυνατότητα πλήθους ἐπιλογῶν.

Παρὰ ταῦτα, θέτει κενοφανῆ ἐρωτήματα, ποὺ ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει, καὶ προξενεῖ πρωτόγνωρα διλήμματα, ποὺ ὅμως προσπαθεῖ μάταια νὰ ὑποβαθμίσει. Ἡ συζήτηση γιὰ τὸ πότε ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ ζωὴ ἢ γιὰ τὸ status τῶν κρυοσυντηρημένων ἐμβρύων ἢ τὸ πῶς συνδέεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα ἢ τὸ τὶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὶ ὁ θάνατος, ἐνῶ παρουσιάζει ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον δὲν δείχνει νὰ φθάνει σὲ ὁριστικὸ τέλος στὸ ὁρατὸ μέλλον. Οἱ συνέπειές της ὅμως εἶναι τεράστιες, καθὼς ἐνίοτε ὁδηγοῦν σὲ μιὰ εὐπρόσδεκτη εὐγονικὴ καὶ εὐθανασιακὴ λογικὴ ποὺ φαίνεται ἠθικὴ καὶ σὲ μιὰ ἀνεπιθύμητη ἠθικὴ ποὺ παρουσιάζεται πολὺ σκληρή. Μὲ βάση τὴν αὐθαίρετη γνώση τοῦ ἀγνώστου τὸ τοπίο τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν ἀξιῶν κυριολεκτικὰ παραμορφώνεται.

Τὸ πότε ἀρχίζει ἢ τελειώνει ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἐπιστημονικὸ θέμα. Οὔτε προσδιορίζεται μὲ ἀκριβεῖς ὁρισμούς, νομικὲς παρατηρήσεις, πολιτικὲς ἀποφάσεις ἢ ἀριθμούς. Τὸ πῶς καὶ γιατί τῆς ἀρχῆς τῆς ζωῆς εἶναι μυστικὸ ἀνεξιχνίαστο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τὴ ζωὴ δὲν τὴν ἀντικρύζουμε ὡς δικαίωμα πού μᾶς ἀνήκει, ἀλλὰ τὴ σεβόμαστε ὡς μυστήριο πού μας ὑπερβαίνει.

 

Πρὸς τὸ μεθεκτὸν τοῦ ἀκτίστου

Τὰ πάντα συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ κτιστὸς φυσικὸς καὶ ὑλικὸς κόσμος δείχνει λίγα καὶ κρύβει πολλά. Τὸ νοητό του μέρος κυρίως ὑποψιάζει γιὰ τὸ πολύ του ἀκατανόητο. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὅπως τὸν βέπουμε καὶ τὸν νοοῦμε. Ἁπλὰ τὸ γνωστὸ καὶ τὸ νοητὸ παραπέμπουν σὲ ἄλλες διαστάσεις ὕπαρξης, γνώσης καὶ ἀλήθειας, κτιστῆς φυσικά, συμπληρωματικῆς ποὺ ὅμως μᾶς ὑπερβαίνει. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὴ σύγχρονη ἐπιστήμη.

Ζοῦμε σὲ μιὰ μοναδικὴ ἐποχή. Ἡ ἔκρηξη τῆς γνώσης καὶ τῆς πληροφορίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ χρησιμότερο συμπέρασμα: Τελικά, εἴμαστε ἀπίστευτα μικροί, ὑπερβολικὰ μόνοι, πολὺ στιγμιαῖοι γιὰ τοὺς κοσμικοὺς χρόνους  γιὰ νὰ ποῦμε:

α) ὅτι γνωρίζουμε τὸν κόσμο,

β) ὅτι τὸν  κατανοοῦμε καὶ

γ) ὅτι μποροῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε.

Ἡ μέγιστη ταχύτητα ἐπικοινωνίας, ἡ ἰλιγγιώδης ταχύτητα τοῦ φωτός, εἶναι πεπερασμένη καὶ τὸ σύμπαν ἀσύλληπτα μεγάλο. Αὐτὸ τὴν κάνει πολὺ μικρή. Ἐνῶ, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, εἴμαστε κοινωνικὰ ὄντα, «ὁ ἄνθρωπος ζῷόν ἐστι πολιτικόν»[6], εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ μοναξιά. Ἐνῶ, κατὰ τὸν ἴδιο Ἕλληνα ἀρχαῖο φιλόσοφο, «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται ὁ ἄνθρωπος»[7], εἴμαστε καταδικασμένοι καὶ σὲ ἄγνοια. Ἔτσι φαίνεται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας μας. Ἐνῶ ἡ κατάστασή μας, τὰ ἐπιτεύγματά καὶ ἡ γνώση μας σὲ ἀνθρώπινη κλίμακα εἶναι ἀπίστευτα, συγκλονιστικὰ καὶ ἀσύλληπτα, τὴν ἴδια στιγμή, σὲ κοσμικὲς διαστάσεις πλησιάζουν τὸ τίποτα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ λάθος.

Ταυτόχρονα, ὅμως, εἴμαστε καὶ πολὺ διαφορετικοὶ καὶ ἰδιαίτεροι μέσα στὸ σύμπαν. Μοναδικοί! Διαθέτουμε λόγο (σκέψη καὶ λογικότητα) καὶ λόγο (δυνατότητα ἔναρθρης ἔκφρασης). Τὸ σύμπαν καὶ ἡ φύση δὲν ἔχουν λόγο, ἀλλὰ ἐμφανίζουν λογική: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα»[8]. Αὐτὴ τὴ λογικὴ μποροῦμε νὰ τὴν προσεγγίσουμε ἐπιστημονικά, μποροῦμε ὅμως καλύτερα νὰ τὴν κατανοήσουμε πνευματικά.

Σήμερα χρησιμοποιοῦμε ὅρους στὴ Φυσικὴ ὅπως Ὑπερσυμμετρία, Ὑπερχορδὲς, Ὑπερσύμπαντα θέλοντας νὰ δείξουμε τὸ πέραν τοῦ αἰσθητοῦ καὶ λογικοῦ, ὅπως καὶ στὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦμε τοὺς ὅρους Ὑπερευλογημένη γιὰ τὴν Θεοτόκο, Ὑπερκόσμιος γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ Ὑπερούσιος γιὰ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὸ πέραν τοῦ κατανοητοῦ καὶ τοῦ ἀντιληπτοῦ, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὑπὲρ φύσιν κόσμου, τὸ μετὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ὑπὲρ τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων.

Παρά ταῦτα, ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία διακατέχεται ἀπὸ μία τάση νὰ ἀποδείξει τὴν αὐτάρκειά της καὶ γι’ αὐτὸ ἀντιστρατεύεται στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἴσως διότι διαλέγεται μαζί Του στὸ ἐπίπεδο τῆς δυνάμεως. Δὲν θέλει ἕναν παντοδύναμο θεό. Προτιμᾶ δυνατότερο τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐρευνᾶ γιὰ ἀξίες πιὸ σίγουρες, κατὰ τὴν ἄποψή της, χωρὶς Θεό.

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, πίστη καὶ θεολογία δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ὕπαρξής τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τῆς ἀποδεδειγμένης παρουσίας Του. Ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ βάλει τελεία στὴν ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Κάθε προσπάθεια ἀποδείξεως τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ματαιοπονία. Ὁ Θεὸς ὡς μυστήριο εἶναι καλύτερα νὰ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητεῖται πνευματικὰ παρὰ νὰ ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά. Θεὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει ἤ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι θεός.

Ὁ Θεὸς ὡς ΩΝ ἐμφανίζεται ἀπρόσιτος στὴν κτίση∙ Τὸν ψάχνουμε καὶ κρύβεται, εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του. Ἀντίθετα, ὡς ΠΑΡΩΝ εἶναι φίλος καὶ πατέρας τῆς κτίσης∙ φανερώνεται, εἶναι μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του∙ βιωματικὰ διαπιστώνεται, κοινωνεῖται. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη πιστοποιεῖ τὸ πρῶτο∙ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιβεβαιώνει τὸ δεύτερο.

Ὁ Αὐγουστῖνος διεκήρυξε ὅτι μὲ τὸν νοῦ μας μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν Θεό, ἐπειδὴ αὐτὸς συγγενεύει μαζί Του καὶ ἔτσι παρέσυρε τὴ Δύση στὴν ἄκαρπη προσπάθεια τῆς κατανόησης τοῦ ἀκατανοήτου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ὑποστηρίζουν ὅτι μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Θεὸς συνδυάζει τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο[9].

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καταθέτει καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο μιὰ θεολογία, ὅπου ὁμολογοῦμε πὼς γνωρίζουμε πολὺ λιγότερα ἀπ’ ὅσα ἀγνοοῦμε, ὅτι τὸ καταληπτὸν τελικὰ εἶναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταφατική, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀποφατικὴ ὁδὸς γνώσεως, ὅτι ὑπάρχει τὸ μυστήριο πού, ἐνῶ δὲν κατανοεῖται, κοινωνεῖται. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του καὶ μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ὁ ὅρος «ἄκτιστες» ἀποδυναμώνει τὸ κατανοητό, ἀλλὰ δὲν ἐξασθενίζει τὸ μεθεκτό. Ἐμφανίζεται «καθὼς ἐστί» (Α΄ Ἰω. γ΄ 2), «ὁ ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιν» ὁρᾶται καὶ γιγνώσεται «δι’ ἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας– τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶ γνῶναι»[10]. Ἕνα εἶναι τελικὰ κατανοητό, ἡ ἀκατανοησία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου[11]. Ἡ προσπάθεια τῆς Δύσης νὰ διεισδύσει στὴν ἀμέθεκτη διάστασή Του, τὴν ὁδήγησε στὴ ματαιοπονία τῆς ἀπόδειξής Του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία.

Ὁ Θεός, ὅπως βιώνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ὑπερβατικὸς γιὰ τὴν δύναμή Του, εἶναι ὅμως ὑπερβατικὸς κυρίως γιὰ τὴ σοφία καὶ ἀγάπη Του. Εἶναι ὑπερούσιος, εἶναι παντέλειος∙ δὲν εἶναι ἀπόμακρος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ διαρκῶς κενούμενος γιὰ τὸν ἄνθρωπο∙ δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ σταυρούμενος ὁ Ἴδιος∙ δὲν πεθαίνουμε ἐμεῖς καὶ ζεῖ ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ πεθαίνει Ἐκεῖνος ἐν χρόνῳ γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς αἰωνίως. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ δείχνοντάς μας ὑπεροπτικὰ τὴ δύναμή Του, ἀλλὰ δίνοντάς μας τὴ δυνατότητα ὑπερβατικὰ νὰ μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τῆς ἀγάπης Του. Ἀπέναντι σ’ Αὐτὸν δὲν στεκόμαστε μὲ τὴν διάθεση νὰ μὴ μᾶς συντρίψει, ἀλλὰ μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη Του εἶναι τέτοια καὶ τόση ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν κοινωνοῦμε. Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντίπαλος ποὺ πρέπει ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐξαφανίσει. Οὔτε ἀντικείμενο ποὺ πρέπει νὰ ἀποδείξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀνακαλύψει.

Αὐτὸς ὁ Θεὸς κοινωνεῖται καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης. Ἀποκαλύπτει ὅμως τὴ σοφία Του, ὅπως καὶ τὴν ἀλήθεια Του, στοὺς «ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ». Τὴν κρύβει ἀπὸ τοὺς ἐπαιρόμενους. Ἡ ὁδὸς γι’ αὐτὴ τὴ γνώση εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀγνωσίας μας. Ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σωκράτης στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος (21d) «οὐκ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι... ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» καὶ καταλήγει ὅτι εἶναι προτιμότερη ἡ εἰλικρινὴς ἄγνοια τῆς αὐταπατούσης γνώσεως. Ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ ἀνακαλύπτονται μὲ τὴ γνώση μας, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀλήθειες ποὺ ἀποκαλύπτονται ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀποδεχόμαστε τὴν ἀγνωσία μας. Ἡ συνειδητοποιημένη αἴσθηση ἄγνοιας, ἡ ἥσυχη θέα τῆς ἐνδοτέρας ἐρήμου μας, ἡ ταπείνωση, ἀποτελεῖ «ὁδὸν ἀρίστην», προκειμένου νὰ βιώσουμε τὴν ψηλάφηση τοῦ ἄγνωστου καὶ ἀκατανόητου μυστηρίου τοῦ κόσμου μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ὁδὸς ἐγκρύπτει στὸ βάθος της μία λεπτὴ ἀπογοήτευση, διότι ἐνῶ γοητεύει καὶ ἐξάπτει τὸ ἐπιθυμητικὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπατηλὴ προσδοκία τῆς κατανόησης τοῦ κτιστοῦ κόσμου, τελικὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν παραδοχὴ τῶν ὁρίων του. Ἡ δυνατότητα πλήρους ἀνακάλυψης τοῦ φυσικοῦ κόσμου εἶναι φραγμένη. Τελικά, μποροῦμε πολὺ λιγότερα ἀπὸ ὅσα ἐπιθυμοῦμε.

Ἀντίθετα, ἡ θεολογία τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀποκρύφου καὶ ἀπορρήτου θεϊκοῦ μυστηρίου ταπεινῆς παραστάσεως τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἐπιτρέπει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχὴ στὴν ἐν ἡμῖν ἀποκάλυψη τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης δὲν ζητάει ἀπὸ τὸν διαρκῶς κενούμενο Θεὸ νὰ τοῦ φανερώνεται. Δὲν περιμένει, δὲν θέλει πολλά. Τελικά, ὅμως, τοῦ προσφέρεται γνώση πολὺ μεγαλύτερη καὶ περισσότερη ἀπὸ ὅση φαντάζεται. Τοῦ προσφέρεται ἡ «καινή» γνώση, ἡ «ἑτέρα» ἐμπειρία, τὸ «ξένον θέαμα», τοῦ προσφέρεται ὁ Θεὸς ὡς πρόσωπο.

Ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς γνώσης, στὴν ταπεινὴ συνειδητοποίηση τῶν φυσικῶν καὶ διανοητικῶν ὁρίων του. Ἡ θεολογία μπορεῖ, ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ τὸν παραλάβει, προκειμένου νὰ τὸν εἰσαγάγει στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη μᾶς ὁδηγεῖ νομοτελειακὰ στὴν ἀλήθεια τῆς ἀποφατικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀπόδειξη οὔτε μὲ τὴν ἀνακάλυψη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀποκάλυψη. Καὶ κάτι ἀκόμη. Ἡ ἐπιστήμη εἶναι γιὰ λίγους. Ὁ Θεὸς εἶναι γιὰ ὅλους. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸν ὑποκαταστήσουν. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν κατανοήσουν. Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἐπιστήμονες!  Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ...«θεολόγους»!

 

 

[1] Claudine Guérin-Marchand: Les manipulation génetiques, p. 28, coll. “Que sais-je?” P.U.F. Paris 1997.

[2] André Boué, La médicine du fœtus, p.39, éd. Odile Jacob, Paris 1995.

[3] Δημήτρης Νανόπουλος, http://www.physics4u.gr/news/2001/nanopoulos.html

[4] Ἡλιόπουλος, Γιάννης. Ἀπὸ τὸ ἀπειροστὰ μικρὸ στὸ ἀπείρως μεγάλο. Τὰ μυστήρια τοῦ Σύμπαντος, τ. 8. Φεβρουάριος 2008, σ. 22

[5] Α΄ Κορ. ιγ΄ 12

[6] W.D. Ross, ἐκδ. 1957. Aristotelis Politica. Ὀξφόρδη: Clarendon Press. Ἀνατ. 1964.

[7] Ἀριστοτέλη, Μετὰ τὰ Φυσικά, 922α, πρώτη πρόταση.

[8] Ψάλμ. ιη΄ 1

 [9] «ἐμοὶ δοκεῖ ἵνα τῷ ληπτῷ μὲν ἕλκῃ πρὸς ἑαυτὸν (τὸ γὰρ τελέως ἄληπτον, ἀνέλπιστον καὶ ἀνεπιχείρητον), τῷ δὲ ἀλήπτῳ θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δὲ ποθῆται πλέον, ποθούμενον δὲ καθαίρῃ, καθαῖρον δὲ θεοειδὲς ἀπεργάζηται. Τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος» (Γρηγ. Θεολόγου, ὁμιλία εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος ΛΗ΄ παρ. 7, ΕΠΕ 5.44-46).

[10] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 3, 1025 A

[11] «Ἄπειρον τὸ Θεῖον καὶ ἀκατάληπτον καὶ ἓν μόνον αὐτοῦ καταληπτὸν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία αὺτοῦ» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἀκριβὴς Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως, 1,4).

 

Προσφώνηση Σεβασμιωτάτου γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαίου στήν Κοινότητα τῆς Ἀνθούσας, 31.10.2008

 

Παναγιώτατε Δέσποτα,

Μὲ αἰσθήματα ἱστορικῆς συγκινήσεως, βαθειᾶς θεσμικῆς τιμῆς, ὀφειλομένου σεβασμοῦ καὶ πνευματικῆς χαρᾶς Σᾶς ὑποδεχόμαστε στὸν εὐλογημένο καὶ ὄμορφο τόπο τῶν Μεσογείων καὶ τῆς Ἀνθούσης.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ξαφνικὸς προγραμματισμὸς τῆς ἐπισκέψεώς Σας περιορίζει τὶς δυνατότητες πληθωρικῆς ἐκφράσεως τῶν φιλόξενων αἰσθημάτων μας. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ συμπιέσει τὴν αὐθορμητισμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ μας στὸ σεπτὸ πρόσωπό Σας καὶ στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς, τῆς ταυτότητος καὶ τῆς ὡς ἔθνους συνειδήσεώς μας, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.


Στρεφόμαστε στὴ λατρευτικὴ παράδοσή μας καὶ συναντοῦμε τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ Φανάρι. Ρίχνουμε τὰ βλέμματά μας στὴν ἱστορία μας καὶ ἀντικρύζουμε τὴ δόξα τῆς Βασιλεύουσας. Ἡ σκυτάλη τοῦ ἑλληνικοῦ μεγαλείου ἀπὸ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα περνάει στὸ Βυζάντιο, ποὺ στὴν οὐσία ταυτίζεται μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ψάχνουμε γιὰ τὶς ρίζες μας, γιὰ τὶς πιὸ λεπτὲς εὐαισθησίες μας, γιὰ τὸ βαθύτερο στοιχεῖο μας, γιὰ τὴν ἀρχοντιὰ τῆς Ρωμηοσύνης μας καὶ τὴ βρίσκουμε στὰ ἱερὰ σκηνώματα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Δυσκολευόμαστε νὰ καταλάβουμε τὸν ἑαυτό μας χωρὶς τὸ Βυζάντιο. Ἀδυνατοῦμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ταυτότητά μας χωρὶς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ παρουσία Σας ἀνάμεσά μας, ὡς τοῦ Πατριάρχου τοῦ Γένους μας, μᾶς θυμίζει τὴ βαθύτερη ἱστορική, ἐκκλησιαστική, ἐθνικὴ καὶ πολιτισμικὴ ὑπόστασή μας. Ἑνώνει τὴν ἐθνικὴ συνείδησή μας ὡς Ἑλλήνων μὲ τὴν οἰκουμενικὴ αἴσθησή μας ὡς Ὀρθοδόξων.

Ὡς ἁπλοῖ πιστοὶ Ἕλληνες, στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀναγνωρίζουμε τὴν ἱστορικότητα τῆς οἰκουμενικῆς ἀποστολῆς του, τὸ πρωτεῖο τῆς εὐθύνης του, τὴν ἀδιάπτωτη μαρτυρικότητα τῆς πορείας του, τὴν εὐαισθησία καὶ τὸ βαρὺ χρέος γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἀληθείας, τὴ συνείδηση τῆς παραδόσεώς μας, τὴν οἰκουμενικὴ δυναμικὴ τῶν πνευματικῶν προοπτικῶν μας. Δυσκολευόμαστε νὰ φαντασθοῦμε καὶ τὸ μέλλον μας χωρὶς αὐτό.

Παναγιώτατε, γνωρίζουμε ὅτι «ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνετε καὶ ἐπὶ ἐπάλξεων περιπατεῖτε». Διακρίνουμε τὸν φωτισμὸ ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἰσορροπία ἀνάμεσα στὸν σεβασμὸ τῆς παραδεδομένης πίστεώς μας καὶ στὴν ταυτόχρονη κατάθεση μαρτυρίας στὸν διψασμένο πολυπολιτισμικὸ κόσμο μας, στὴ διατήρηση τῆς πνευματικῆς ἀποστολῆς σας καὶ στὴ διεκπεραίωση τῆς κοσμικῆς εὐθύνης Σας, στὴ διακονία τῆς οἰκουμενικῆς παρουσίας Σας καὶ στὴ λεπτότητα τῆς ἐθνικῆς εὐθύνης Σας. Γι’ αὐτὸ καὶ προσευχόμαστε.

Κοντά Σας, ζοῦμε τὴν αὐτοσυνειδησία μας, ἀντικρύζουμε τὸ μέλλον μας, βιώνουμε τὴν ἐλευθερία μας καὶ μαζί Σας μοιραζόμαστε τὸν ἀμοιβαῖο σεβασμὸ καὶ τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης μας. Χαιρόμαστε ἰδιαιτέρως τὴν ἐν ὁμονοίᾳ συμπόρευση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ μᾶς γέννησε, μᾶς κατήχησε, μᾶς ἀνέθρεψε, μᾶς ἀγκάλιασε καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ποὺ διαρκῶς μᾶς ἐμπνέει, ποὺ πάντοτε μᾶς συγκινεῖ, ποὺ σχετίζεται μὲ ὅ,τι εὐγενέστερο ὑπάρχει στὴν ψυχή μας.  

Ἡ Ἐπαρχία μας, μαζὶ μὲ τὶς φυσικὲς ὀμορφιές της, ἔχει τὸ προνόμιο νὰ φιλοξενεῖ ἀνθρώπους ποὺ γεννήθηκαν καὶ μεγάλωσαν στὰ γεωγραφικὰ ὅριά της, ἔχει πρόσφυγες ἀπὸ τὶς ἀλησμόνητες πατρίδες, ἔχει παιδιά της ἀπὸ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ἔχει ἀδέλφια της ἀπὸ ὅλες τὶς ἐθνότητες. Στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ γραφικοὺς γήλοφους καὶ ὄμορφα ἀκρογιάλια, ποὺ εἶναι κατάφυτος ἀπὸ ἀμπέλια, ἐλαιόδενδρα καὶ πεῦκα, συνυπάρχει ὑγιῶς τὸ ἀρχαῖο μὲ τὸ ὑπερσύγχρονο, ἡ ἀσφάλεια τῆς παραδόσεως μὲ τὴν τόλμη τῆς καινοτομίας, ὁ τοπικὸς χαρακτήρας τοῦ χωριοῦ μὲ τὸν οἰκουμενικὸ τοῦ κοσμοπολίτη καὶ ἀντιπαλεύουν τὸ φυσικὸ μὲ τὸ τεχνολογικό, ἡ πνευματικὴ ὀμορφιὰ μὲ τὴν σκληρὴ συμμετρία τῶν ὑλικῶν κατασκευῶν, ἡ γλυκειὰ γεύση τῶν παλαιῶν ἐθίμων μὲ τὴν πρόκληση τῶν νέων ἠθῶν.

Ὡς ἔκφραση χαρᾶς, εὐγνωμοσύνης καὶ εὐγενῶν αἰσθημάτων ἀπέναντί Σας, καὶ ὡς ἐνθύμιο τῆς ἐδῶ σημερινῆς ἐπισκέψεώς Σας, Σᾶς παρακαλοῦμε νὰ δεχθεῖτε δύο καλαίσθητες ἐκδόσεις, μία γιὰ τὰ Μεσόγεια καὶ μία γιὰ τὴ Λαυρεωτικὴ ποὺ παρουσιάζουν μὲ τὸν πλέον σύγχρονο τρόπο τὴ σχέση τῆς παλαιᾶς ἱστορίας καὶ τῆς φύσης μὲ τὴ σύγχρονη δημιουργία. Ἐπίσης, Σᾶς προσφέρουμε καὶ ἕνα τρίτο ποὺ καταδεικνύει μὲ τὸν ἐναργέστερο τρόπο πῶς τὰ σύγχρονα μεγαλόπνοα ἔργα τῆς περιοχῆς μας, μαζὶ μὲ αὐτὸ ποὺ τεχνολογικὰ δημιούργησαν, ἔφεραν στὴν ἐπιφάνεια ἕναν πλοῦτο ἀρχαίου θησαυροῦ ποὺ ταπεινὰ κρυβόταν γιὰ χιλιάδες χρόνια στὰ σπλάγχνα τῆς Ἀττικῆς γῆς.

Καλῶς ὁρίσατε στὴν Ἀνθοῦσα. Ζητοῦμε τὴν Πατριαρχικὴ εὐλογία Σας καὶ εὐχόμεθα ὁ Πατὴρ νὰ Σᾶς στηρίζει, ὁ Υἱὸς νὰ Σᾶς ἐνδυναμώνει καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα νὰ Σᾶς φωτίζει, Παναγιώτατε, στὴν παναγία ἀποστολή Σας.


 

Ἀπὸ τὴ βελτίωση τῆς φυσιογνωμίας στὸν σεβασμὸ τοῦ προσώπου, ὁμιλία στὸ 28ο Πανελλήνιο Ὀδοντιατρικὸ συνέδριο, 24.10.2008

 

Θέλω πολὺ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ εὐκαιρία ποὺ μοῦ δίνετε, ὄχι τόσο νὰ μιλήσω στὸ συνέδριο ὡς κάπως εἰδικός, ὅσο νὰ ἐπιχειρήσω νὰ φιλοσοφήσω δημόσια γιὰ κάτι πολὺ τεχνικό, καθαρὰ ἐπιστημονικὸ ἀλλὰ καὶ συνάμα πολὺ ἀνθρώπινο.

Ἐγώ, ὅπως πολὺ καλὰ γνωρίζετε, οὔτε μὲ τὴν Ὀδοντιατρικὴ ἔχω σχέση οὔτε καὶ μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς σχετικῆς μὲ τὴν Ὀδοντιατρικὴ πράξη Ἠθικῆς ἔχω ἐπεξεργασμένη γνώση. Θέλοντας λοιπὸν νὰ εἶμαι ἀπόλυτα εἰλικρινὴς μαζί σας, θὰ ἔπρεπε ἐξ ἀρχῆς νὰ παραδεχθῶ τὴν οὐσιαστικὴ ἀνεπάρκειά μου σὲ αὐτὸ ποὺ προσδοκᾶτε ἀπὸ μένα, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κύριος λόγος ποὺ ἀποδέχθηκα τὴν πρόσκληση τῆς ὁμιλίας ἦταν ἡ πρόκληση, ὕστερα ἀπὸ τὴν πρώτη μου ἐμπειρία γνωριμίας μὲ τὴν Ὀδοντοστοματολογικὴ Ἑταιρεία στὴν Ἀθήνα, νὰ ξαναεκθέσω τὸν ἑαυτό μου σὲ αὐτὸν τὸν ἄγνωστο ἀλλὰ συναρπαστικὸ χῶρο τῆς φυσιογνωμικῆς καὶ στοματικῆς Ἠθικῆς καὶ κυρίως νὰ ἐκφράσω αὐτὰ ποὺ αἰσθάνομαι γιὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ λόγου, μὲ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἔκφραση τῶν ὁποίων ἐσεῖς ἔχετε τόσο στενὴ σχέση.

1. Ὀδοντιατρικὴ Ἠθικὴ - Παροῦσα κατάσταση

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ τομέας τῆς ὀδοντιατρικῆς καὶ γναθοπροσωπικῆς ἠθικῆς δὲν ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς συγκεκριμένης, καλὰ προσδιορισμένης βιοηθικῆς εἰδικότητος. Σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ ἀρχεῖα, ψηφιακὰ καὶ συμβατικά, τὸ σχετικὸ λῆμμα καταλαμβάνει πολὺ περιορισμένο χῶρο. Δὲν ὑπάρχουν συγγράμματα μὲ συστηματικὴ μορφή, ἡ δὲ ἀναλογία τῶν δημοσιευμένων ἄρθρων σὲ σχέση μὲ τὰ ἀντίστοιχα τοῦ ἰατρικοῦ χώρου εἶναι ἰδιαίτερα μικρή. Ἐνῶ ὑπάρχει στὴν κυκλοφορία ἕνα πλῆθος βιβλίων σὲ Ἰατρικὴ Ἠθική, στὴν Ὀδοντιατρική δὲν ὑπάρχει σχεδὸν τίποτε, πλὴν λίγων ἄρθρων μὲ θεματολογία κυρίως ἀφορῶσα στὴν πληροφορημένη συναίνεση.

Ἐπίσης εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἔλλειψη Ἐπιτροπῶν Ὀδοντιατρικῆς Ἠθικῆς. Ἡ παρατήρηση αὐτή, συχνὰ δημιουργεῖ τὴν ὑποψία ὅτι γιὰ κάποιο λόγο ἡ εὐρύτερη ὀδοντιατρικὴ κοινότητα, σὲ παγκόσμια κλίμακα, δρᾶ πιὸ ἀνεξέλεγκτα ἀπὸ τὴν ἰατρική, μὲ ἀποτέλεσμα συχνὰ νὰ διατυπώνονται καὶ ἀκραῖα καὶ ἐν πολλοῖς ἄδικα σχόλια περὶ τῆς ἠθικῆς ἀκεραιότητος τοῦ γενικότερου συστήματος παροχῆς ὀδοντοστοματολογικῶν ὑπηρεσιῶν, δεδομένης μάλιστα καὶ τῆς συνεχῶς μειούμενης λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης σὲ θεσμοὺς καὶ φορεῖς.

Μὲ βάση αὐτό, θεωρῶ ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ παρόντος Συνεδρίου νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἀνθρώπινη διάσταση τῆς ὀδοντιατρικῆς εἶναι ὅτι πιὸ ὡραῖο, ἀναγκαῖο καὶ σύγχρονο θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιλέξει ἡ Ὀργανωτικὴ Ἐπιτροπή. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ ἤθελα, δίπλα στὶς εὐχαριστίες μου, νὰ καταθέσω καὶ τὰ θερμὰ μου συγχαρητήρια γιὰ τὴ βιοηθικὴ εὐκαιρία ποὺ μᾶς δίνετε.

Ἐπὶ πλέον ἐπιτρέψτε μου, ἀντὶ νὰ μιλήσω χρησιμοποιῶντας μέσα τῆς πληροφορικῆς καὶ ψηφιακῆς τεχνολογίας, μέσα ποὺ τονίζουν τὴν εἰκόνα τῆς πληροφορίας καὶ ἀφαιροῦν ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ προσώπου, νὰ προτιμήσω τὴν παραδοσιακὴ ἐμφάνιση τοῦ προσώπου καὶ τὴν ἔμφαση τοῦ λόγου μου γιὰ νὰ ἀναδείξω αὐθεντικότερα τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων μου. Κάποιος κάποτε μοῦ εἶχε πεῖ: «τὰ δόντια, ἡ φωνὴ καὶ τὸ πρόσωπο ἀντανακλοῦν τὸ βαθύτερο περιεχόμενο τῆς ψυχῆς. Γι' αὐτὸ καὶ ἐνῶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιδεικνύονται, δὲν πρέπει νὰ τὰ κρύβουμε». Ἴσως νὰ εἶχε δίκιο. Ἦταν ὀδοντογιατρός.

2. Σχέση Ὀδοντιατρικῆς καὶ Ἰατρικῆς Ἠθικῆς

Ἡ Ὀδοντιατρικὴ Ἠθικὴ φαίνεται πὼς ἀκολουθεῖ τὴν Ἰατρικὴ κατὰ 15 χρόνια. Βασικὰ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ ἴδια προβλήματα μὲ τὴν Ἰατρική Ἠθική. Οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ βασικοὶ ὅροι προβληματισμοῦ εἶναι οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως καὶ προσαρμόζονται ἀνάλογα μὲ τὴν εἰδικότητα καὶ τὶς συγκεκριμένες ἰδιομορφίες ποὺ αὐτὴ παρουσιάζει.

Ἔτσι τὰ προβλήματα τῆς ἰατρικῆς εὐθύνης, τῆς πληροφορημένης συναίνεσης, τοῦ malpractice, τῆς οἰκονομικῆς ἐκμετάλλευσης, τῆς ἰσότιμης πρόσβασης στὶς ὑπηρεσίας ὑγείας, τῆς αὐτονομίας, τοῦ βαθμοῦ τῆς παρεμβατικότητος, τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κ.λπ. εἶναι προβλήματα ποὺ μὲ κάποια παραλλαγὴ ἐμφανίζονται καὶ στὸν ὀδοντιατρικὸ χῶρο.  

Παρὰ ταῦτα ὑπάρχουν δύο βασικὲς διαφορές: ἡ πρώτη εἶναι ὅτι τὸ κόστος θεραπείας γενικῶς εἶναι χαμηλότερο στὴν ὀδοντιατρικὴ κλινικὴ πράξη, ἡ δὲ δεύτερη ὅτι ὁ κίνδυνος νὰ ἐπισυμβεῖ θάνατος εἶναι προφανῶς πιὸ περιορισμένος καὶ τὰ ἀντίστοιχα περιστατικὰ ποὺ ὁ ἀσθενὴς παλεύει μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου εἶναι σαφῶς λιγότερα.

 3. Οἰκονομικοποιημένη Ὀδοντιατρικὴ

 Ἡ ζωή μας ὅλο καὶ ἀλλάζει. Ἡ καθημερινότητα τεχνολογικοποιεῖται καὶ οἱ σχέσεις ἀποπροσωποποιοῦνται καὶ μηχανοποιοῦνται. Ὁ χρόνος δίνει τὴ θέση του στὴ βιασύνη καὶ ἡ ποιότητα στὴν προχειρότητα. Τὰ καταναλωτικὰ ἀγαθὰ ἀποκτοῦν περισσότερες δυνατότητες, ἀλλὰ εἶναι μικρότερης ἀντοχῆς. Ἡ οὐσία ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὴν πίεση τῆς εἰκόνας καὶ ὁ συναγωνισμὸς ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸν ἀνταγωνισμό. Στὸν χείμαρρο αὐτὸν δὲν μπόρεσε νὰ ἀντισταθεῖ οὔτε ἡ ὑγεία. Ἴσως αὐτὴ νὰ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο θῦμα. Μεταμορφώθηκε ἀπὸ θεϊκὸ δῶρο καὶ ἀξία σὲ καταναλωτικὸ ἀγαθὸ καὶ ἡ ἰατρικὴ ἀπὸ ἀποστολὴ σὲ κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρηση. Πίσω ἀπὸ τὸν γιατρὸ τώρα κρύβεται ἡ ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία. Πίσω ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀλλαγὲς κρύβεται ἕνα τέρας ποὺ ὀνομάζεται κέρδος, χρῆμα, συμφέρον. Ἡ ζωή μας ἔχει ἔντονα καὶ ἔνοχα οἰκονομικοποιηθεῖ.

Τὸ χρῆμα μπορεῖς νὰ τὸ συναντήσεις πίσω ἀπὸ ἕναν ἀσθενῆ ποὺ ἔχει καρδιοπάθεια ἢ πάσχει ἀπὸ ἀδιάγνωστο καρκῖνο. Μπορεῖς νὰ τὸ συναντήσεις πίσω ἀπὸ κάθε παθολογικὴ διάγνωση ἢ χειρουργικὴ ἐπέμβαση. Μπορεῖς νὰ τὸ ἀντικρύσεις σὲ καθοριστικὲς καὶ εὐαίσθητες ἰατρικὲς πρακτικὲς ὅπως οἱ μεταμοσχεύσεις, ἡ ἀπόκτηση παιδιοῦ, ἡ ἀντικατάσταση ἄκρου, ἡ φροντίδα τελικοῦ σταδίου. Μπορεῖς νὰ τὸ συναντήσεις στὴ χορήγηση φαρμάκων ἢ στὴν ἐπιλογὴ συγκεκριμένων διαγνωστικῶν καὶ θεραπευτικῶν μεθόδων. Μπορεῖς νὰ τὸ διακρίνεις καὶ μέσα στὸ στόμα καὶ πάνω σὲ ἕνα χαλασμένο δόντι. Μπορεῖς νὰ τὸ συναντήσεις καὶ στὴν ὀδοντιατρικὴ πράξη. Σὲ κάθε λεπτομέρειά της, σὲ κάθε στιγμή της. Αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῶν βιοηθικῶν προβληματισμῶν στὸν χῶρο της.

Ἤδη ἡ σαρωτικὴ ἐμφάνιση τῆς νανοτεχνολογίας φαίνεται πὼς οὐσιαστικὰ θὰ ἐπηρεάσει καὶ τὸ ὀδοντιατρικο σκηνικό καὶ κλινικὰ καὶ τεχνικὰ καὶ οἰκονομικὰ καὶ ἠθικά[1]. Ἡ Νανο-οδοντιατρικὴ θὰ καταστήσει δυνατὴ τὴ συντήρηση τῆς γενικῆς στοματικῆς ὑγείας μὲ τὴ χρήση νανοϋλικῶν, μὲ τὴ βιοτεχνολογικὴ ἐπεξεργασία ἱστῶν καὶ τελικὰ μὲ τὴν νανορομποτική. Ὅταν σὲ λίγα χρόνια τελειοποιηθοῦν τὰ πρῶτα νανορομπότ, αὐτὰ θὰ βοηθήσουν στὴν ἀπόλυτα ἐλεγχόμενη στοματικὴ ἀναλγησία, στὴν ὀδοντικὴ ἀντικατάσταση μὲ βιολογικὰ αὐτόλογα δόντια κατασκευασμένα στὴ διάρκεια μιᾶς μόνον ἐπίσκεψης, στὴν ἐξελιγμένη τεχνολογία τῶν ἐμφυτευμάτων[2], στὴν ὀδοντοστοματικὴ θεραπεία μὲ ἀκρίβεια νανοκλίμακος, στὴν ἀναζωογονητικὴ ὀδοντιατρική, στὴν μόνιμη ὑπερευαισθητικὴ θεραπεία, στὴν πλήρη ὀρθοδοντικὴ ἀποκατάσταση σὲ μία μόλις ἐπίσκεψη, στὴ συντήρηση τῆς στοματικῆς ὑγείας μὲ μηχανικὰ ρομπότ ἐπὶ μονίμου βάσεως[3].

Ἡ εἴσοδος ὅμως αὐτῆς τῆς νέας ἐντυπωσιακῆς καὶ πολλὰ ὑποσχόμενης νανοτεχνολογίας, μαζὶ μὲ τὰ θεαματικά της ὠφέλη, θὰ δημιουργήσει μιὰ ἀκόμη, μάλιστα ἰδιαίτερα ἰσχυρὴ ἐξάρτηση τῆς ὀδοντιατρικῆς κλινικῆς προσφορᾶς ἀπὸ τὶς ἑταιρεῖες, τὰ συμφέροντα, τὴν οἰκονομικὴ παράμετρο.  

Ἔτσι, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλῆς ὑγείας ἐμφανίζονται νέα ὑλικά, διαρκῶς ἐναλλασσόμενες μέθοδοι, ποικίλες εἰδικότητες, κατακερματισμὸς τῆς θεραπείας, πολύπλοκες συσκευές, μὲ ἀποτέλεσμα συχνὰ τὴν ἀνισόρροπη σχέση κόστους καὶ ὀφέλους ἢ τὴν παροχὴ καλῆς ἀλλὰ πολὺ δαπανηρῆς ὑγείας∙ ὑγείας γιὰ τοὺς λίγους καὶ ὄχι γιὰ ὅλους, οὔτε κἂν γιὰ τοὺς περισσότερους.

Ἐρωτήματα ὅπως: Ποιός τελικὰ μπορεῖ νὰ ἔχει πρόσβαση στὴν ὑγεία; Ποιός θὰ ἐπιλεγεῖ; Ποιός θὰ πληρώσει; Ποιός θὰ ἀποφασίσει; Τί θὰ γίνει μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν μεγαλύτερη ἀνάγκη καὶ λιγότερα χρήματα; συνεχῶς ἐμφανίζονται στὸ προσκήνιο, προκαλοῦν τὴν ψήφιση νομοθετικῶν ρυθμίσεων, ἀλλὰ τελικὰ στὴν πράξη δὲν φαίνεται νὰ βρίσκουν τὴν ὁριστικὴ ἀπάντησή τους. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα, πρόσφατα ὑπολογιστικὲς τεχνολογίες, lasers, χρήση μοσχευμάτων καὶ ἀκριβῶν ὑλικῶν (ἐμφυτευμάτων) βελτιώνουν σημαντικὰ τὴν ποιότητα ζωῆς, παράλληλα ὅμως καθιστοῦν τὴν ὀδοντιατρικὴ ὅλο καὶ πιὸ ἀπρόσιτη στὶς εὐρεῖες κοινωνικὲς μάζες.

Πρὸ δύο μόλις μηνῶν, ὅταν συζητήθηκε στὸ Σ.τ.Ε. τὸ Προεδρικὸ Διάταγμα γιὰ τὴ μετοχικὴ σύνθεση τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ποὺ παρέχουν ὑπηρεσίες πρωτοβάθμιας ὑγείας καὶ ἄναψε πράσινο φῶς σὲ ἐπιχειρηματίες καὶ ἐπενδυτὲς νὰ δραστηριοποιηθοῦν στὸν χῶρο τῆς ὑγείας, ὁ Ὀδοντιατρικὸς Σύλλογος Ἀττικῆς καὶ ἄλλοι φορεῖς ἀντέδρασαν ἔντονα σὲ αὐτὴν τὴν ἐπέλαση συμφερόντων στὸ ἱερὸ ἄβατο τῆς ὑγείας[4].

Τὸ μερίδιο τοῦ medical care στὸν προϋπολογισμὸ ὅλο καὶ αὐξάνει. Η αὔξηση τοῦ κόστους τῆς ὑγείας προκαλεῖ αὐξημένο ἐνδιαφέρον τῶν πολιτῶν γιὰ ἠθικὰ κριτήρια στὴν παροχή της. Ἐνῶ ὅμως οἱ ΗΠΑ ξοδεύουν γιὰ τὴν ὑγεία ἀνὰ ἄτομο περίπου 2,5 φορὲς περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἡ Ἀγγλία, δὲν παρατηροῦνται σημαντικὲς ἀλλαγὲς στὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑγείας ἢ τῆς παράτασης τῆς ζωῆς. Τὸ τεράστιο κόστος φροντίδας δὲν ἔχει βελτιώσει τὶς στατιστικὲς θνησιμότητος. Αὐτὸ ὀφείλεται στὶς ἀσφάλειες, οἱ ὁποῖες προτιμοῦν τὴν ὑπερθεραπεία καὶ τὴν ὑπερκατανάλωση τῶν ἰατρικῶν πόρων, καὶ ἀντικαθιστοῦν τὴν ἰατρικὴ φροντίδα μὲ τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀνάγκη μὲ τὴ σπατάλη. Ἀλλὰ καθὼς καὶ ἡ ἀναλογία ἰατρῶν πρὸς ἀσθενεῖς αὐξάνει, ἡ πορεία πρὸς τὴν ὑπερθεραπεία δείχνει νὰ εἶναι μονόδρομος πρὸς τὴν πλατεῖα τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐπιβίωσης.

4. Αὐτονομία ἀσθενοῦς-Συναίνεση

Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ὁδηγεῖ καὶ στὸν περιορισμὸ τῆς αὐτονομίας τοῦ ἀσθενοῦς -ἴσως καὶ τοῦ γιατροῦ-, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ αὐτὴ προστατεύεται ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τὰ συντάγματα τῶν χωρῶν. Ἡ μεγάλη καὶ ἐξειδικευμένη γνώση, ἡ ποικιλία τῶν δυνατοτήτων καὶ ἐφαρμογῶν, ἡ προκλητὴ ἀνάγκη γιὰ στατιστικὴ ποσοτικοποίηση τῆς ποιότητος τῶν παρεχομένων ὑπηρεσιῶν, ἡ νομικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀπαίτηση γιὰ λεπτομερῆ ἐνημέρωση, τὰ πολλὰ ὑλικὰ καὶ οἱ ποικίλες τεχνικὲς γιὰ τὸ ἴδιο ὀδοντιατρικὸ πρόβλημα, δυσκολεύουν πολὺ τὴν ἐπαρκῆ πληροφόρηση τοῦ ἀσθενοῦς. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ἐνῶ ἡ συναίνεση θεωρεῖται ἀπολύτως ἀναγκαία καὶ πρωταρχικῆς σημασίας, αὐτὴ νὰ παρέχεται δίχως τὴν ἀπαιτούμενη πληροφόρηση καὶ ἐνημέρωση. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλιῶς.

Ἐπίσης, συχνὰ ἐμφανίζονται προβλήματα συγκρούσεων μεταξὺ ἰατρῶν καὶ ἀσθενῶν. Γιὰ παράδειγμα, ἔχουμε περιπτώσεις  ποὺ ἀσθενεῖς ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ὑποδείξεις τοῦ ἰατροῦ γιὰ φροντίδα στὸ σπίτι καὶ ὁ ἰατρὸς δὲν θεωρεῖ δικαιολογημένη τὴν κάτω ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους συνέχιση τῆς θεραπείας. Ἢ περιπτώσεις ποὺ ὁ ἀσθενὴς ἀπαιτεῖ θεραπεία ποὺ ἀντιβαίνει στὴν ἐκπαίδευση καὶ τὰ κριτήρια τοῦ γιατροῦ ἢ ζητεῖ ἀναισθησία ἢ ἐπικαλεῖται τὴν γνώση του ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὴν τηλεόραση, μὲ κριτήριο ἐντελῶς ἀντιεπιστημονικό.

Στὴν παιδοδοντία ἐμφανίζονται περιπτώσεις παιδιῶν ποὺ δὲν συνεργάζονται, μὲ ἀποτέλεσμα ἐνίοτε νὰ ἀσκεῖται σχετικὴ βία.

Στὴν εὐρύτερη αὐτὴν κατηγορία, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναφέρει ἐρωτήματα τοῦ τύπου:

Τί κάνουμε σὲ περιπτώσεις ἀσθενῶν μὲ AIDS, ἢ ἀσθενῶν ποὺ ἡ προηγούμενη θεραπεία ἀπέτυχε;

Θὰ ἦταν σωστὸ νὰ διακοπεῖ ἡ θεραπεία στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἀσθενὴς εἶναι ἀσυνεπὴς στὶς ἀπέναντι τοῦ ἰατροῦ ὑποχρεώσεις του;

Μποροῦμε νὰ δώσουμε προτεραιότητα σὲ θεραπεῖες, ἀναπήρων, ἡλικιωμένων ἢ τροφίμων γηροκομείων; Καὶ ἂν ναί, κάτω ἀπὸ ποιούς ὅρους καὶ μὲ ποιά κριτήρια;

Πόσο ὑποχρεωμένοι εἴμαστε νὰ προσφέρουμε δωρεὰν ὑπηρεσίες; Σὲ ποιές περιπτώσεις; Σὲ ποιό βαθμό;

Τί κάνουμε στὴν περίπτωση ἀσθενοῦς ποὺ ἀρνεῖται θεραπεία στὸ δόντι του καὶ ζητάει τὴν ἐξαγωγή του, τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὸ χρειάζεται ἀπονεύρωση καὶ σφράγισμα καὶ ὁ ἰατρὸς διαφωνεῖ;

Τί πρέπει νὰ κάνουμε στὴν περίπτωση δύσκολης ἀξιολόγησης τῶν μακροχρονίων καὶ βραχυπροσθέσμων θεραπειῶν; Γιὰ παράδειγμα, θὰ μποροῦσε σὲ κάποιον, ποὺ κατὰ τὴν ἰατρικὴ ἐκτίμηση σὲ δύο χρόνια θὰ πέσουν τὰ δόντια του, ἀντὶ νὰ τοῦ κάνουμε προσωρινὴ δαπανηρὴ συστηματικὴ θεραπεία μὲ σφραγίσματα, νὰ προχωρήσουμε προσθετικά; Τί πρέπει νὰ κάνουμε ἂν ὁ ἀσθενὴς ἐπιμένει γιὰ τὸ ἀντίθετο; νὰ τοῦ τὸ ἀρνηθοῦμε;

Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀπαιτεῖται μιὰ ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴν ἔμπειρη κρίση τοῦ γιατροῦ καὶ τὴν αὐτονομία τοῦ ἀσθενοῦς, τὰ ὅρια τῆς ὁποίας δὲν εἶναι πάντοτε εὐδιάκριτα.

5. Εἰδικὲς καταστάσεις

α) Ἰσορροπία ἀνάμεσα στὸ ρίσκο καὶ τὴν θεραπεία

Κάτω ἀπὸ κανονικὲς συνθῆκες δὲν θὰ ἔπρεπε οἱ ὀδοντίατροι νὰ ἀκολουθήσουν μεθόδους ὑψηλοῦ κινδύνου τῆς ζωῆς τῶν ἀσθενῶν.

Σὲ περίπτωση ποὺ κάποιος ἀσθενὴς πάσχει ἀπὸ κακοήθη ὑπεραιμία καὶ παρουσιάζει σοβαρὸ τραῦμα στὸ πρόσωπο, ὁ κίνδυνος θανάτου κατὰ τὴ διάρκεια γενικῆς ἀναισθησίας μπορεῖ νὰ ὑπερβαίνει τὴν ἀναμενόμενη αἰσθητικὴ βελτίωση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προκληθεῖ κάτω ἀπὸ συνθῆκες γενικῆς ἀναισθησίας. Ὁ γναθοχειρουργὸς σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση τί κάνει; Χρησιμοποιεῖ τοπικὴ ἀναισθησία ἢ ὄχι;

β) Διεπαγγελματικὲς σχέσεις

Τί γίνεται ὅταν ἀναγνωρίσουμε παραλείψεις καὶ ἰατρικὰ σφάλματα συναδέλφων ἰατρῶν; Ἀποκαλύπτουμε τὸ σφάλμα τοῦ συναδέλφου ἢ τὸ ἀποκρύπτουμε καὶ ὁ ἀσθενὴς ὑποβάλλεται σὲ νέα ταλαιπωρία καὶ ἐπὶ πλέον ἔξοδα;

Ἀπὸ ποιές ἠθικὲς ἀρχὲς διέπεται ὁ ὑφιστάμενος ἀνταγωνισμός;

γ) Οἰκονομικὲς συναλλαγὲς

Συχνὰ παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο νὰ ὑποβάλλονται ψευδῆ δικαιολογητικὰ (ἀπόκρυψη κερδῶν ἢ ἐξόδων) ἢ νὰ ἐκδίδονται ἀποδείξεις χωρὶς νὰ ἔχει παρασχεθεῖ ἡ ἀναγραφόμενη ὑπηρεσία.

Ἐπίσης, ποιός πληρώνει ὅταν ἀποτύχει ἡ θεραπεία;

Ἢ τί πρέπει νὰ γίνει ὅταν οἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἀσφάλειας ὑπαγορεύουν προσαρμογὴ τῆς αἰτιολογίας καὶ περιγραφῆς τῆς θεραπείας;

 δ) Ἀνειλικρίνεια

Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν συχνὰ σὲ ἀμφίβολες ἐπιλογὲς καὶ ἐπιβολὴ μὴ ἀναγκαίων θεραπειῶν, ἡ δικαιολόγηση τῶν ὁποίων ἐπιβάλλει μιὰ νοοτροπία ἀνειλικρινείας. Μιᾶς ἀνειλικρίνειας ποὺ ἀναφέρεται σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα∙ καὶ πρὸς τὸν ἀσθενῆ καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους καὶ πρὸς τὶς ἀσφαλιστικὲς ἑταιρεῖες καὶ γενικότερα πρὸς τὴν κοινωνία.

 6. Αἰσθητικὴ καὶ Πρόσωπο

Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ πρόσωπό του. Αὐτὸ ποὺ πρωτοαντικρύζουμε σὲ μία συνάντηση μὲ κάποιον ἄνθρωπο, αὐτὸ ποὺ δημιουργεῖ τὴν πρώτη θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἐντύπωση, αὐτὸ ποὺ συνειρμικὰ συνδέει μὲ τὸ ὄνομά του, αὐτὸ ποὺ διατηροῦμε ὡς ἀνάμνηση ἀπὸ αὐτόν, αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἔκφραση τῆς φυσιογνωμίας του καὶ τῆς μορφῆς του, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ προσώπου του∙ «ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ»[5].

Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ τὸ περιποιούμαστε περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε μέρος τοῦ σώματός μας. Ἡ φροντίδα του μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλὰ περιποιητικὴ τῶν ὑφισταμένων χαρακτηριστικῶν του (χτένισμα, χρωματικὲς παρεμβάσεις), μπορεῖ νὰ εἶναι θεραπευτικὴ ἑνὸς σοβαροῦ ἢ μὴ τραύματος (γναθοπροσωπικὲς ἀλλοιώσεις ἀπὸ ἀτυχήματα ἢ νεοπλασματικὲς ἀσθένειες), μπορεῖ νὰ εἶναι διορθωτικὴ μιᾶς συγγενοῦς ἀντιαισθητικῆς ἀτέλειας (μιὰ οὐλή, ἕνα ἐμφανὲς σπίλωμα), μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ αὐθαίρετα βελτιωτικὴ τῆς ὅλης εἰκόνας του ἢ τροποποιητικὴ τῶν ἰδιωμάτων καὶ τῆς συνολικῆς ἔκφρασής του. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ παρέμβαση μπορεῖ νὰ διατηρήσει τὸ πρόσωπο, μπορεῖ νὰ τὸ ἐναλλάσσει κατὰ βούλησιν, μπορεῖ νὰ τὸ ὑπογραμμίσει διακριτικά καὶ νὰ τὸ ἀναδείξει, μπορεῖ νὰ τὸ θεραπεύσει ὅταν νοσεῖ, μπορεῖ νὰ τὸ ἀλλοιώσει θετικὰ ἢ ἀρνητικά, μπορεῖ καὶ νὰ τὸ καταστρέψει ὁριστικά.

Ἐπίσης, ἡ ἐπέμβαση στὴ φυσιογνωμία μπορεῖ νὰ καταδεικνύει ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ἢ μπορεῖ καὶ νὰ ἐπηρεάζει τὴν ἐκδήλωσή του (ὅταν κάποιος δὲν βολεύεται μὲ τὴν εἰκόνα του, δὲν ἀποφασίζει γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἔκφρασή της, δὲν τοῦ ἀρέσει ὁ ἑαυτός του, δὲν ἀγαπᾶ τὴ φυσικὴ καὶ αὐθεντικὴ πρὸς τὰ ἔξω προβολή του, ὅταν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀλλαγή του).

Τὸ φυσικὸ πρόσωπο κρύβει κάτι πολὺ βαθύ, τὸ ὁποῖο σχετίζεται στενὰ μὲ τὸ μυστικὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου. «Ἀπὸ ὁράσεως ἐπιγνωσθήσεται ἀνὴρ καὶ ἀπὸ ἀπαντήσεως προσώπου ἐπιγνωσθήσεται νοήμων. Καὶ γέλως ὀδόντων καὶ βήματα ἀνθρώπου ἀναγγέλλει τὰ περὶ τοῦ ἀνδρός» γράφει στὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σειρὰχ (ιθ΄ 30) καὶ «Καρδία ἀνθρώπου ἀλλιοῖ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἴχνος καρδίας ἐν ἀγαθοῖς πρόσωπον ἱλαρόν» (ιγ΄ 25, 26)

Εὐθύνη τῆς ἰατρικῆς εἶναι νὰ θεραπεύσει μία πάθηση ἢ νὰ διορθώσει μία ἀνωμαλία, ὄχι νὰ ἀλλοιώσει τὴ μορφή, οὔτε νὰ προκαλέσει σύγχυση εἰκόνας καὶ οὐσίας, οὔτε νὰ προσδώσει ψευδῆ ἔκφραση στὴ φυσιογνωμία οὔτε νὰ ὑποδουλώσει τὴν ἀποστολή της σὲ ἀλόγιστα θελήματα, σὲ νοσηρὲς ἐμμονές ἢ ματαιόδοξες ἀπαιτήσεις, οὔτε πολὺ περισσότερο νὰ ὑποτάξει τὴν παρέμβαση σὲ ἐμπορικὲς ἐπιταγὲς καὶ ὑπαγορεύσεις τῶν διαφημιστικῶν μηχανισμῶν καὶ τῶν ΜΜΕ.

Ἡ διόρθωση μπορεῖ νὰ εἶναι αἰσθητική, νὰ προσφέρει τὸ πρόσωπο ὅσο πιὸ φυσικὸ γίνεται, ὅσο πιὸ ἀληθινό, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἀσχήμια τῆς ἀναπηρίας. Ἡ εἰκόνα ἀνθρώπων μὲ ὁλόασπρα δόντια, μὲ ψεύτικες στητὲς ἐκφράσεις, μὲ σχετικὴ διαφημιστικὴ ὁμοιομορφία καὶ τυποποιημένη ὀμορφιά, μὲ ἀσύμβατο ὡς πρὸς τὴν ἡλικία τεντωμένο δέρμα, πλαστικοποιεῖ τὴν εἰκόνα, ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια του, τὸν ὑποτάσσει στὴν ἐμπορικότητα καὶ τελικὰ τοῦ προσφέρει τὴν πανάκριβη ἀσχήμια μιᾶς μὴ ἀληθινῆς ὀμορφιᾶς.

7. «Σοφία στόματι πιστῷ τελείωσις»

Ὁ ὀδοντίατρος ὅμως δὲν παρεμβαίνει μόνο στὸ πρόσωπο, στὴν πρώτη εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὸ στόμα, τὸ ὁποῖο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποστολὴ τῆς μάσησης ἐπιτελεῖ καὶ τὴ διαμόρφωση τῆς φωνῆς, τῆς ὁποίας ἡ χροιὰ  ἀποτελεῖ ἰδίωμα τῆς ἀνθρώπινης ταυτότητος καὶ ὁ τόνος ἔνδειξη τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου. Ἡ φωνὴ διαμορφώνεται μὲν ἀπὸ τὸν λάρυγγα, τὸν φάρυγγα, τὴ γλῶσσα, τὴ στοματικὴ γεωμετρία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δόντια. Γι’ αὐτὸ κάποια σύμφωνα (τ, δ, θ) λέγονται ὀδοντικά. Στὸ σ, τὸ λ, τὸ ρ, καὶ τὸ ν παρεμβαίνει ὁ σχηματισμὸς τῶν ὀδόντων καθοριστικά. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δίχως σημασία. Ὅταν χωρίσουμε ἀπὸ ἕνα πρόσωπο, αὐτὸ ποὺ παραμένει καὶ μᾶς συνδέει νοερὰ μαζί του, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ εἰκόνα τῆς φυσιογνωμίας του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ἄκουσμα καὶ ἡ χροιὰ τῆς φωνῆς του, τὰ ὁποῖα ἀποτυπώνονται στὴν μνήμη μας ὡς ἀμυδρὴ εἰκόνα τοῦ προσώπου. Ἡ ἀναγνώριση καὶ ταυτοποίηση κάποιου γίνεται κυρίως ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή του.

Τὸ στόμα ὅμως ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι διαμορφώνει τὴ φωνή, ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ λόγου, τὸ ἀντηχεῖο τῆς ψυχῆς καὶ τῆς νόησης. Εἶναι ὁ φράκτης τῆς σκέψης, τὸ τελευταῖο ὅριο ποὺ προστατεύεται ἡ σκέψη∙ «Θοῦ, Κύριε φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου»[6], ἀναφέρει ὁ ψαλμωδός. Εἶναι γνωστὸς ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα στὸν Ἀτρεΐδη, ὅπως περιγράφεται στὸν Ὅμηρο: «Ἀτρεΐδη ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων;»[7]

 Ἐπὶ πλέον εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἐνσαρκώνεται καὶ μεταφέρεται ἡ σκέψη. Ὁ ἄνθρωπος ἀρχικὰ μὲν γνωρίζεται μὲ τὴν ἔκφραση καὶ εἰκόνα τῆς μορφῆς τοῦ προσώπου του, ἀλλὰ στὴν οὐσία ἀποκαλύπτεται μὲ τὸν λόγο του. Ἡ φυσιογνωμία δίνει τὴν ἐντύπωση καὶ ὑποψία τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὁ λόγος βοηθάει στὴ γνώση τοῦ προσώπου, στὴ φανέρωση τῆς ἐνδοτέρας χώρας τῆς καρδίας του, τοῦ βάθους του.

Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος ποὺ τὸ στόμα θεωρεῖται ὡς κάτι ἰδιαζόντως ἱερό, ὡς κάτι ποὺ μιαίνεται ἢ ἁγιάζεται: «Ὦ ἄξιε τῆς ἱερωσύνης ἱερεῦ, οὐκ ἐμίανας τοὺς ἱεροὺς ὀδόντας»[8] καὶ «Σοφία στόματι πιστῷ τελείωσις»[9] ἢ «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει οὗτος τέλειος ἀνήρ»[10]. Ἐνῶ ἡ σύνεση συνήθως ἐκφράζεται διὰ τῆς σιωπῆς, ἡ σοφία φανερώνεται διὰ τοῦ λόγου. Ἡ ὀργάνωση τῶν διανοημάτων ἐπισυμβαίνει στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ λαμβάνει μορφὴ καὶ σχῆμα στὸ στόμα του. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἱκανότατοι στὴ σκέψη ἀλλὰ πολὺ ἀδύνατοι στὸ λόγο. Ὁ συνδυασμὸς τῆς νοητικῆς λειτουργίας μὲ τὴν ἐκφραστικὴ εἶναι προϋπόθεση φανέρωσης τοῦ προσώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἔκφραση τῶν δύο ἀποτυπώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο ὅρο∙ τὴ λέξη λόγος.

Τὸ στόμα λοιπὸν ποὺ ἀγγίζουμε ὡς ὀδοντίατροι καὶ τὸ φυσικὸ πρόσωπο ποὺ περιποιούμαστε, κατὰ τὸ βίωμα καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἐνέχουν μιὰ ἱερότητα καὶ ἀποτελοῦν τὰ κατ’ ἐξοχὴν σημεῖα τοῦ σώματος ποὺ ἐκφράζουν τὸ βαθύτερο πρόσωπο, τὸν «κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ ποὺ ἐξαγιαζόμενο μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ «ὡς πρόσωπον ἀγγέλου» (Περίπτωση Διακόνου Στεφάνου)[11] ἢ νὰ λάμψει «ὡς ὁ ἥλιος»[12] ἢ νὰ γίνει «ἕτερον»[13], ὅπως συνέβη στὸ γεγονὸς τῆς Θείας Μεταμορφώσεως καὶ συχνὰ ἀπαντᾶται σὲ περιγραφὲς ἁγίας ἀκρότητος τῆς ἀσκητικῆς ἐμπειρίας ἢ ἀκόμη νὰ ἀποτελέσει «κατοπτρισμό» τῆς δόξης τοῦ θεϊκοῦ προσώπου[14].

Ἡ βιοηθικὴ συνεπῶς ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπὸ ἕναν ὀδοντίατρο δὲν εἶναι μιὰ ἠθικὴ συμμόρφωσης σὲ κανόνες δεοντολογίας -αὐτοὶ εὔκολα ἐπινοοῦνται καὶ εὐκολότερα παραβιάζονται. Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν βοηθεῖ νὰ γίνει σωστός καὶ ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸν νόμο καὶ τὸ κοινωνικὸ αἴσθημα -αὐτὸ εἶναι τὸ πολὺ λίγο. Εἶναι κυρίως μιὰ πρακτικὴ ποὺ ἐκφράζει μιὰ βαθειὰ αἴσθηση σεβασμοῦ καθώς, ὡς παρεμβαίνοντες θεραπευτικά στὸ σωματικὸ πρόσωπο, στὴν οὐσία, ἱερουργοῦμε στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς ἀνθρώπινης ταυτότητος καὶ μοναδικότητος, στὸ πρόσωπο καὶ τὸν λόγο. Ὁ ἀσθενὴς μᾶς ἐμπιστεύεται τὸ πιὸ δικό του κομμάτι. Περιμένει ἀπὸ μᾶς τὸν πιὸ βαθύ μας σεβασμό.

 

[1] Jhaveri HM, Balaji PR. “Nanotechnology: The future of dentistry,” Journal of Indian Prosthodontics Society 2005;5:15-7.

[2] Nanotechnology used in Dental Implants, US Markets for Dental Implants 2007 report, June 5th, 2007, http://www.nanotechnologydevelopment.com/medical/nanotechnology-used-in-dental-implants.html

[3] Freitas, Robert A. Jr., “Nanodentistry,” J. Amer. Dent. Assoc. 131(November 2000):1559-1566 (Cover story).

 [4] Νέτα, Σοφία: «Ἐπέλαση συμφερόντων στὴν Ὑγεία», ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 05/08/2008.

 [5] Α΄ Θεσσ. β΄ 17

[6] Ψαλμ. ρμ΄ 3

[7] Ὁμήρου Ἰλιάς, Ραψωδία Ξ, στ. 83

[8] Δ΄ Μακ. ζ΄ 6

[9] Σοφ. Σειρ. λα΄(λδ΄) 8

[10] Ἰακ. γ΄ 2

[11] Πραξ. στ΄ 15

[12] Ματθ. ιζ΄ 2

[13] Λουκ. θ΄ 29

[14] Β΄ Κορ. γ΄ 18

 

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: 1600 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του, Ἱερὸς Καθεδρικὸς Ναὸς Ἀθηνῶν, Κυριακὴ Τελώνου καί Φαρισαίου 28.1.2007

 

Μακαριώτατε,

Σεβασμιώτατοι,

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Ἡ σημερινὴ μέρα δὲν εἶναι μεγάλη γιὰ τὸν ἀναμφίβολα μέγιστο καὶ παγκόσμιο Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, τὸν ὁποῖο φέτος τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση 1600 χρόνων ἀπὸ τῆς κοιμήσεώς του. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἀσφαλῶς ἀνάγκη ἀπὸ τέτοιους ἑορτασμούς.

Ἡ σημερινὴ μέρα εἶναι μεγάλη γιὰ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ζῶντας πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή του καὶ ἀκόμη μακρύτερα ἀπὸ τὸ πνεῦμα του, αἰσθανόμαστε ὡς μέγιστη ἀνάγκη νὰ ἐμπνευσθοῦμε ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ μεγαλεῖο του, ἀγωνιζόμαστε νὰ μαθητεύσουμε στὶς μυστικὲς γωνιὲς τῆς ἀνεπανάληπτης μοναδικότητός του, προσπαθοῦμε νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰώνιας δόξας καὶ τῆς χάριτός του.

Α) Γνωριμία μὲ τὸν Ἅγιο

Τὸν Ἅγιό μας μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε σὲ ποικίλα ἐπίπεδα. Ἡ μνήμη του μᾶς φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἱστορικὸ περίγραμμά του, ἡ μελέτη τῶν λόγων του καὶ ἡ ταπεινὴ τιμή του μὲ τὴν κρυμμένη μυστικὴ μορφή του∙ καὶ τέλος ἡ αἴσθηση τῆς προσευχῆς του μὲ τὸ συνήθως δυσδιάκριτο αἰώνιο πρόσωπό του.

α) Διαβάζοντας τὸν βίο, τὰ ἔργα καὶ τὸ συναξάρι του, γνωρίζουμε τὸ ἱστορικό, τὸ φανερὸ πρόσωπό του. Βλέπουμε πῶς πέρασε ἀπὸ πειρασμοὺς καὶ διωγμούς, πῶς ἀξιοποίησε τὶς εὐκαιρίες, τὰ γεγονότα καὶ τὰ τάλαντά του, πῶς ἐξαγίασε τὴ φύση του. Γνωρίζουμε τὶς ἀρετὲς καὶ τὸν χαρακτήρα του, τὴν ὑπομονή, τὴ μακροθυμία, τὴν ἀνωτερότητα, τὶς εὐαισθησίες, τὸ κοινωνικόν τῆς καρδίας του, τὴ φιλοπτωχία του. Μιὰ πολυτάραχη, γεμάτη ἐντάσεις καὶ πάθος ζωή, μὲ διωγμοὺς ἀλλὰ καὶ ἀνεξικακία, μὲ ἀδικίες ἀλλὰ καὶ δικαίωση, μὲ ἐξορίες ἀλλὰ καὶ παλλαϊκὴ ἀποκατάσταση, μὲ ἀπέραντη ἀγάπη στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ συνεχῆ διάψευση ἀπὸ μέρους της τῆς κηρυττομένης ἀπὸ τὸν ἴδιο ἁγίας ἀποστολῆς της.

β) Προσεγγίζοντας σὲ βάθος τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς καὶ τῶν λόγων του, ὑποψιαζόμαστε κάπως τὸ μυστικὸ πρόσωπό του. Πίσω ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του κρύβεται ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀπαράμιλλης πίστεως, τῆς ἀξιοθαύμαστης δυνάμεως, τῆς ἀπροσμέτρητης ἀγάπης, τῆς σπάνιας χάριτος. Αὐτὸς ποὺ βλέποντάς τον δὲν ἀναγνωρίζεις μόνον τὸ μεγαλεῖο τῶν ἐπιτευγμάτων του, ἀλλὰ ἀντικρύζεις κυρίως τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του. Καμαρώνεις γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, κυρίως ὅμως χαίρεσαι γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Πάσχει, καὶ δὲν τὸν λυπᾶσαι συναισθηματικά, γιατὶ ξέρεις ὅτι ἔτσι δοξάζεται πνευματικά. Λυγίζει ὁ φυσικός του ἄνθρωπος, καὶ δὲν κλονίζεται ἡ πίστη σου στὴ χάρι του, γιατὶ ἡ ἐγκατάλειψη τῶν ἀνθρώπων ἐνισχύει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του. Πεθαίνει ἐξόριστος καὶ προδομένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ δὲν σκανδαλίζεται ἡ σχέση σου μαζί της, γιατὶ πάνω στὴν ἀτίμωσή του προβάλλεται ἡ βεβαιότητα τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀναστάσεώς του.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μιλάει μαγευτικά, καὶ δὲν θαυμάζεις τὴν ὀξυδέρκεια ἢ τὴν καλλιέπειά του, γιατὶ φανερώνει τὸν Θεὸ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ χάρισμά του. Τὸν τιμᾶ καὶ τὸν δοξάζει ὁ λαὸς καὶ τὸν ὁμολογεῖ ἥρωά του, καὶ καταλαβαίνεις ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ δόξα του, γιατὶ ἐνέχει τὸν κίνδυνο τῆς ἐπίγειας ἀνταμοιβῆς του. Ἡ ὅποια γήινη πορεία καὶ εἰκόνα του ἀποτελεῖ ἁπλῆ μόνον προβολὴ τοῦ θεωμένου προσώπου του. Εἶναι «ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος», κατὰ τὸν ὑμνογράφο του.

γ) Τέλος, ἀγαπῶντάς τον ὡς κατὰ χάριν ἅγιο καὶ προσευχόμενοι σὲ αὐτὸν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, προσκυνῶντας τὸ ἅγιο λείψανό του, ψάλλοντας τὴν ἀκολουθία του, ἐκζητῶντας τὶς πρεσβεῖες του, γινόμαστε κοινωνοὶ τοῦ αἰώνιου προσώπου του. Ζοῦμε τὸν Ἅγιο ὄχι ὅπως τὸν περιγράφουν οἱ βιογράφοι του, ὄχι ὅπως τὸν φανερώνουν τὰ ἔργα του, ὄχι ὅπως τὸν ὑπαγορεύει ἡ σκέψη μας, ὄχι ὅπως ἦταν, ἀλλὰ ὅπως τώρα εἶναι, ὅπως τὸν ἐκφράζει ἡ αἰώνια ὑπερουράνιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παράστασή του, ὅπως τὸν δοξάζει ὁ Θεὸς στὴ βασιλεία Του, «ἕτερον» καὶ «ὀθνείως ἠλλοιωμένον». Δὲν προσευχόμεθα σὲ αὐτὸν ποὺ ὑπέφερε στὴ γῆ, ἀλλὰ σὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Ἐσταυρωμένου, «ἐν ᾧ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» (Ἑβρ. β΄ 18)∙ δὲν ἀκοῦνε τὰ αὐτιά μας τὸν χρυσὸ λόγο ἀπὸ τὸ στόμα του, ἀλλὰ αἰσθάνεται ἡ καρδιά μας «ἄρρητα ρήματα ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 4). Ἀξιολογοῦμε τὴν ἁγιότητά του ὄχι ἀπὸ τὸ μέτρο τῆς ἐνάρετης πολιτείας του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς αἰώνιας δόξης του, ἀπὸ τὴν παγκαρπία τῶν προσευχῶν του, ἀπὸ τὴ βίωση τῆς ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ παρρησίας του, ἀπὸ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπό του, ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς εἰδικῆς χάριτός του.

Β) «Σημεῖον ἀντιλεγόμενον»

Τὸν ἅγιο Χρυσόστομο τὸν ἐλάτρευσε ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸς τὴν κόσμησε μὲ τὸν θησαυρὸ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν προίκισε μὲ τὰ ἀπαράμιλλα κηρύγματά του, τὴν ἐνθουσίασε μὲ τὸν μαγευτικό, πρωτότυπο, διεισδυτικό, περιεκτικό καὶ πολυδιάστατο λόγο του, τὴ σαγήνεψε μὲ τὸ ἀσυμβίβαστο καὶ ἡρωικὸ ἦθος του, τὴ λάμπρυνε μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὴ συνέπεια τῆς ἁγίας καὶ γεμάτης ἔμπνευση ζωῆς του.

Δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν οἱ μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτοὺς ἦταν «βαρὺς καὶ βλεπόμενος» (Σοφ. Σολ. β΄ 15). Τὸν πολέμησαν, τὸν ἀδίκησαν, τὸν ἐξόρισαν. Μὲ τὸν διωγμό τους ὅμως τὸν βοήθησαν νὰ ἀποκαλύψει τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀδαμάντινης ψυχῆς του. Ἴσως, χωρὶς τὴν ἐμπάθεια καὶ τὸ μῖσος τους, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης νὰ ἦταν μόνον «Χρυσόστομος», «Χρυσολόγος», «Χρυσορρήμων» καὶ «Χρυσόφωνος». Αὐτὸς ὅμως μέσα ἀπὸ τὴν ἀδικία, τὸν διωγμὸ καὶ τὴν ἐξορία ἀνεδείχθη, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, «Χρυσοῦς τὸν λόγον χρυσοῦς καὶ τὴν καρδίαν» καὶ «Χρυσουργὸς τῶν καρδιῶν τῶν πιστῶν». Χωρὶς νὰ θέλουν οἱ διῶκτες του, φανέρωσαν τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς του, ἀνέδειξαν τὸ μεγαλεῖο του, ἀπέδειξαν τὴν ἱστορικὴ μοναδικότητά του, ἐγκατέστησαν τὸ πρόσωπό του στὴν καρδιὰ τοῦ λαοῦ, ἔγιναν μεγάλοι εὐεργέτες τῆς ἱστορίας καὶ μοναδικοὶ δωρητὲς τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο τὸν ἀνεγνώρισαν οἱ πολλοὶ ἀλλὰ μικροί, οἱ ἄγνωστοι ἀλλὰ ἀληθινοί, οἱ ἀναρμόδιοι ἀλλὰ εὐαίσθητοι, οἱ ἀπόμακροι ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις ἀλλὰ ἁγνοὶ στὶς προθέσεις. Τὸν πολέμησαν τὰ κέντρα τῆς ἐξουσίας καὶ τὸν ὑπεραγάπησε ὁ λαός. Τὸν συκοφάντησε καὶ τὸν ἀδίκησε τὸ ἐκκλησιαστικὸ σύστημα, ἀλλὰ τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν ὁμολόγησε μὲ δύναμη καὶ ἐπιμονὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Αὐτὸς τῆς δόθηκε ὡς λόγος καὶ παράδειγμα καὶ ἀνταμείφθηκε μὲ τὸ ἀνεκτίμητο νόμισμα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἀγάπης της.


Γ) Σημεῖα συνάντησης τοῦ Θεοῦ

Αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζει τὸν τιμώμενο Ἅγιο εἶναι ἡ ἀνυποχώρητη διεκδίκηση τῆς ξεκάθαρης ἀλήθειας, ἡ τόλμη τῆς ἀμφισβήτησης τῶν φαινομένων καὶ εὐκόλως κατανοουμένων, ἡ ἀσυμβίβαστη διάθεση ἀντικατάστασής τους ἀπὸ τὸ μυστήριο ποὺ ἀποκαλύπτεται καὶ μᾶς ὑπερβαίνει, ὁ ἡρωϊσμὸς ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ συμφωνία λόγων καὶ ζωῆς, ὁ πανίσχυρος κοινωνικός του λόγος, ἡ ἐγκαρτέρηση στὸν διωγμὸ καὶ τὴν ἀδικία. Εἶναι ἡ συνολικὴ καὶ μεγάλη ἀρετή του, εἶναι ἡ ἁγιότητά του, ποὺ ἔπεισε τὸν λαὸ καὶ τὴν ἱστορία: «ἐνδιαίτημα ἐφάνης οὐρανίων ἀρετῶν... ἐν σοὶ γὰρ κατεσκήνωσε τῶν ἀρετῶν ἡ πᾶσα ἁγιωσύνη» (Τροπάριον Ὠδῆς γ’).

Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὁ λόγος του χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀπροσμέτρητη διεισδυτικότητα, ἀπὸ κοινωνικο-πνευματικὴ σφαιρικότητα, ἀπὸ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητα. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι θεολογικὸς ὡς πρὸς τὸν στόχο του, ἐπιστημονικὸς ὡς πρὸς τὴ μεθοδολογία του, ἀνατρεπτικὸς ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴ ἐκφορά του. Εἶναι ἐπίκαιρος στὶς ἀφορμές του, σύγχρονος στὴ μορφή του καὶ διαχρονικὸς στὰ νοήματά του. Τὰ ἑρμηνευτικὰ κείμενά του, οἱ θεολογικὲς ὁμιλίες του, οἱ γεμᾶτες δόγμα καὶ ἀμεσότητα λειτουργικὲς καὶ μὴ προσευχές του, ἡ ἀνυποχώρητη στάση του στὶς διατυπώσεις τῆς πίστης καὶ τῆς θεολογίας δείχνουν μὲ ἐνάργεια τὴ θεοκεντρικότητα καὶ χριστοκεντρικότητα τῆς διδασκαλίας του. Ὁ ὑμνογράφος τὸν ἀποκαλεῖ «τῶν δογμάτων πέλαγος ἀνεξάντλητον» (Κεκραγάριον ἑσπερινοῦ), «θεολογίας ὑψηλῆς ἀκρίβειαν» (Ἀπόστιχον ἑσπερινοῦ), «νοῦν οὐράνιον τῆς θεολογίας» (Αἶνοι). Μέσα στὸ ὀρθὸ δόγμα διακρίνει ὁ ἅγιος τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ γιὰ Τὸν Ὁποῖο ὁμιλεῖ.

Ἀλλὰ ὄχι μόνον μέσα σὲ αὐτό. Δόγμα, δίχως καθαρὴ καὶ συνεπῆ ζωή, μοιάζει περισσότερο μὲ φιλοσοφικὴ ἐμμονὴ καὶ ἐγωιστικὸ ἰδεολόγημα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος του δὲν ἔχει τὸν χαρακτήρα ἀφηρημένης ἀκαδημαϊκῆς πραγματείας, ἀλλὰ ἀγκαλιάζει τὴ ζωή, τὴν καθημερινότητα, τὶς λεπτομέρειες, τὴν ἀδύναμη καὶ ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη φύση. Τὴν ἀγκαλιάζει μὲ βαθειὰ γνώση τῶν ἀντικειμενικῶν στοιχείων της ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν δυνατοτήτων καὶ προοπτικῶν της ἀφ’ ἑτέρου. Ἀνεβάζει ψηλὰ τὸ κριτήριο τῆς ἀνθρώπινης ποιότητος γιὰ νὰ καταδείξει τὸ «βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους» (Ψαλμ. η΄ 4) ἰδίωμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀνοίγει ὅμως καὶ τοὺς κρουνοὺς τῆς ἐπιεικείας καὶ κατανόησης γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν σεβασμό του στὸν «ὡς ἄνθος τοῦ ἀγροῦ ἐξανθισμό» (Ψαλμ. ρβ΄ 15) του. Ἀξιοποιεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὴ λογική του ἱκανότητα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ μοναδικότητά τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴ δημιουργία. Ὁ Ἁγιος Ἰωάννης ἀντικρύζει τὸν Θεὸ μέσα στὸν πεπτωκότα ἀλλὰ καὶ θεούμενο ἄνθρωπο.

Ὁ ἅγιος ὅμως διακρίνει τὸν Θεὸ ἀντικατοπτριζόμενο καὶ μέσα στὴν εἰκόνα τοῦ πάσχοντος συνανθρώπου. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40) δὲν ἀποτελεῖ οὔτε ὑπερβολὴ οὔτε ἀναλογία∙ ἔχει πραγματικὸ νόημα καὶ ἀπόλυτη ἰσχύ.  Ἡ ἀγάπη του γιὰ τοὺς φτωχοὺς εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε γι’ αὐτοὺς πούλησε ἀκόμη καὶ τὰ ἀντικείμενα τοῦ ἐπισκοπικοῦ μεγάρου, κατήργησε τὰ ἐπίσημα γεύματα καὶ ἔφτασε σὲ ἀκρότητα ἁπλότητος στὴν προσωπική του παρουσία καὶ ζωή.

Αὐτὸς ποὺ συνέθεσε τὴ Θεία Λειτουργία, μιλάει μὲ ἰδιαίτερα καινοτόμο τρόπο καὶ γιὰ τὴν ἱερουργία τῆς πρὸς τὸν ἀδελφὸ ἀγάπης. Αὐτὸς ποὺ προτρέπει σὲ ἐντὸς τοῦ ναοῦ λατρευτικὴ συνάντηση τοῦ «ἀοράτως δορυφορουμένου ταῖς ἀγγελικαῖς τάξεσιν βασιλέως τῶν ὅλων», ὁ ἴδιος φέρεται νὰ διακηρύσσει δημόσια: «Ἂν πηγαίνοντας στὴν Ἐκκλησία συναντήσεις ἕναν φτωχό, πάρε τον στὸ σπίτι σου∙ κάνεις τὸ σπίτι σου Ἐκκλησία. Βάλε τον νὰ καθίσει στὸ τραπέζι σου∙ κάνεις τὸ τραπέζι σου Ἁγία Τράπεζα. Δῶσε του νὰ φάει ἀπὸ τὸ φαγητό σου∙ κάνεις τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί σου Θεία Κοινωνία».

Στὸν ναὸ πηγαίνουμε γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Θεό. Ὅταν πέφτουμε πάνω σὲ ἕναν φτωχό, τὸν ἔχουμε ἤδη συναντήσει.

Δ) «Χρυσοῦς τὸν λόγον, χρυσοῦς καὶ τὴν καρδίαν»

Βαθὺς γνώστης τῆς φυσιολογίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, σπουδαῖος ἀναλυτὴς τῶν κοινωνικῶν παθῶν καὶ ἀδυναμιῶν, ἀληθὴς ἐπιστήμων τῶν μυστικῶν τῆς θεϊκῆς σοφίας! Ὁμιλεῖ μὲ παροιμιώδη γλυκύτητα γιὰ τὸν ἀνθρώπινο πόνο, ἀλλὰ ἐλέγχει ἀδυσώπητα τὴ νοθεία τῆς ἀλήθειας, τὴ διαστροφὴ τοῦ κλήρου καὶ τὴν ἀπροκάλυπτη ἁμαρτία. Βασιζόμενος στὴν κοινὴ λογική, ἀξιοποιῶντας τοὺς θησαυροὺς τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, καὶ κυρίως ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁμιλεῖ σὲ γιορτές, σὲ μνῆμες ἁγίων, σὲ εὐκαιρίες ἐκτάκτων κοινωνικῶν γεγονότων, ἑρμηνεύει, ἀναλύει, συνθέτει, ἐνθουσιάζει, προτρέπει, ἐμπνέει, μυσταγωγεῖ ἀκατάπαυστα ὄχι μόνον τὸν κόσμο ποὺ ἔχει μπροστά του καὶ τὸν ἀκούει, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο ποὺ στὸ μέλλον θὰ τὸν μελετάει.

Ἐνῶ εἶναι τόσο γνωστὸς καὶ φημισμένος γιὰ τὸ στόμα του, τὸ ὄργανο αὐτὸ τῆς μελωδικῆς ἔκφρασης τῆς βιωμένης ἀλήθειας, αὐτὸ ποὺ παρέμεινε στὴν ἱστορία ἀδιάφθορο εἶναι τὸ αὐτί του. Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, φυλάσσεται ἡ τιμία κάρα μὲ ὁλόκληρο τὸ ἀριστερὸ αὐτί του. Ὁ Ἅγιος εἶχε στραμμένο τὸ στόμα του στὸν κόσμο καὶ τὸ αὐτί του στὴν ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀκούει τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας καὶ πληροφορεῖται τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐμπειρία τῶν θείων του ἀκουσμάτων κινεῖ τὸν ποταμὸ τῆς χρυσῆς γλώσσας του.

Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος πρόβαλε τὸν λόγο ὡς ἐκφραστικὸ ἐργαλεῖο∙ τὸν ἐτίμησε ὡς σκέψη, τὸν ἁγίασε ὡς ἐνδιάθετη κίνηση. Ἡ μοναδικὴ σὲ εὐαισθησίες καὶ ἁγιότητα ψυχή του, φώτισε τὸν νοῦ καὶ τὴ σκέψη του καὶ αὐτὰ μὲ τὴ σειρά τους τροφοδότησαν τὸ μεγάλο ρητορικὸ χάρισμά του. Θαυμάζει κανεὶς τὴν ἀναλυτικὴ σκέψη του, τὴν τόλμη τῆς ὑγιοῦς ἀμφισβητήσεώς του, τὴν πολυδιάστατη προσφορά του, τὸν συνδυασμὸ τῆς ἀλήθειας μὲ τὴν ὀμορφιά, τῆς θεολογίας μὲ τὴν τέχνη, τῆς πίστης μὲ τὴ λογική, τῆς διεισδυτικῆς σκέψης μὲ τὴν καθολικὴ ἀγάπη.

Σὲ στιγμὲς θριαμβευτικῆς δικαίωσής του, ὁμιλεῖ γιὰ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου: «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης». Σὲ στιγμὲς ἄφατης ἀδικίας καὶ ἄδικης ἐξορίας, δοξάζει τὸν Θεὸ ὡς μεγάλον εὐεργέτη: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν∙ οὐ γὰρ παύσομαι τοῦτο ἐπιλέγων ἀεί ἐπί πᾶσί μοι τοῖς συμβαίνουσι» (Ἐπιστολὴ ια΄ Πρὸς τὴν Διάκονον Ὀλυμπιάδα). Ἔχει μπροστά του τὸν σταυρὸ καὶ ξεσπᾶ σὲ δοξολογία: «Διὰ τοῦτον οὐκέτι φοβούμεθα τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ διαβόλου· τὴν γὰρ πηγὴν τῆς ζωῆς εὕρομεν. Διὰ τοῦτον οὐκ ἐσμὲν ἐν χηρείᾳ· τὸν γὰρ νυμφίον ἀπελάβομεν. Διὰ τοῦτον οὐκέτι δεδοίκαμεν τὸν λύκον· τὸν γὰρ ποιμένα τὸν καλὸν ἐπέγνωμεν. Διὰ τοῦτον οὐκέτι φρίττομεν τὸν τύραννον· τῷ γὰρ βασιλεῖ προσεδράμομεν» (Λόγος εἰς τὸν σταυρόν).

Ζεῖ τὴν Ἀνάσταση καὶ ἐκφράζει μὲ θεϊκὸ τρόπο τὴν οἰκουμενικὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Ζῶντος Θεοῦ:

«Εἴ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρᾶς πανηγύρεως... Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἐνδεκάτην, μὴ φοβηθῇ τὴν βραδύτητα˙ φιλότιμος γὰρ ὢν ὁ Δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον˙ ἀναπαύει τὸν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τὸν ἐργασάμενον ἀπὸ τῆς πρώτης˙ καὶ τὸν ὕστερον ἐλεεῖ καὶ τὸν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνῳ δίδωσι καὶ τούτῳ χαρίζεται˙ καὶ τὰ ἔργα δέχεται καὶ τὴν γνώμην ἀσπάζεται˙ καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾶ καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ».

Ἡ ἀπέραντη ἀγάπη του στὸν Χριστὸ καὶ τὸν πιστὸ λαὸ δὲν μπορεῖ νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὴν πασχάλιο χαρὰ εἶναι δυνατὸν κάποιος νὰ ἐξαιρεθεῖ: «Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν˙ καὶ πρῶτοι καὶ δεύτεροι τὸν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καὶ πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε˙ ἐγκρατεῖς καὶ ράθυμοι τὴν ἡμέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καὶ μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες... Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως˙ πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀγαπήθηκε ὅσο λίγοι ἅγιοι στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι ἅγιος μόνο τῆς Ἀντιόχειας ἢ τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὔτε μόνον τῆς Ἀνατολῆς ἢ τοῦ τέταρτου αἰῶνος. Εἶναι ἅγιος τῶν μοναδικῶν χαρισμάτων, τῆς μεγάλης δόξης, τοῦ πληρώματος τῆς χάριτος, «τῶν μαρτύρων ἐφάμιλλος, τῶν ἁγίων ἀγγέλων ἰσοστάσιος, τῶν ἀποστόλων ὁμότροπος» (Κεκραγάριον ἑσπερινοῦ). Εἶναι ἅγιος ὅλων τῶν αἰώνων. Εἶναι ἅγιος καὶ τοῦ σήμερα. Εἶναι ὁ ἅγιος ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ γίνει καὶ δικός μας. Νὰ κάνει δικό μας καὶ τὸν Χριστὸ ποὺ τόσο αὐτὸς ἀγάπησε καὶ Αὐτὸς τόσο τὸν ἀγάπησε.

«Ταῖς τοῦ σοῦ Ἁγίου πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν».