en ru

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιη΄, 35–43)
3 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Ὁ Χρι­στός, ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, ὄχι μόνο ἐπει­δὴ φω­τί­ζει τὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλλὰ καὶ ἐπει­δὴ χα­ρί­ζει καὶ τὸ αἰ­σθη­τὸ φῶς τῶν ὀφθαλ­μῶν. Αὐτὸ βε­βαι­ώ­νε­ται ἀπὸ τὴν ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή.

Ὁ τυ­φλὸς τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς ἦταν πο­νε­μέ­νος καὶ μᾶλ­λον πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος ἄν­θρω­πος ἀπ’ τοὺς πολ­λούς. Περ­νοῦ­σε τὴν ἡμέ­ρα του ὡς τα­πει­νὸς ζη­τι­ά­νος στὴν ἄκρη τοῦ δρό­μου, μὲ συν­τρο­φιὰ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Πί­στευ­ε ­ὅ­μως, ὅπως φαί­νε­ται, ὅτι ὁ Χρι­στὸς μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σει. Γι’ αὐτό, μό­λις ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅτι δι­έρ­χε­ται ἀπὸ τὸ ση­μεῖο τοῦ δρό­μου στὸ ὁποῖο στε­κό­ταν, ὑψώ­νει φωνὴ ἱκε­σί­ας «Ἰη­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με». Ὅμως ἀντὶ νὰ ἐνι­σχυ­θεῖ στὴν προ­σπά­θειά του νὰ βρεῑ τὸ φῶς, δέχε­ται ἀπροσ­δό­κη­τα τὴν ἐπί­θε­ση ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­νό­δευ­αν τὸν Δι­δά­σκα­λο.

Σώπα, τοῦ ἔλε­γαν, δι­ό­τι μὲ τὶς φω­νές σου κου­ρά­ζεις τὸν Δι­δά­σκα­λο. «Ὁ δὲ πολ­λῷ μᾶλ­λον ἔκρα­ζεν· Ἰη­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με».

Εἶ­ναι ἀλή­θεια, ἀγα­πη­τοί μου ἀδελ­φοί, ὅτι τό­σους αἰ­ῶ­νες μετά, στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ φτά­σου­με κον­τὰ στὸν Χρι­στό, συ­ναν­τοῦ­με κι ἐμεῖς ἐμ­πό­δια ἀκό­μη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πε­ρι­μέ­νου­με νὰ μᾶς στη­ρίξουν.

 Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν προ­σπά­θεια καὶ ζωὴ μᾶς βά­ζει πρῶ­τος ὁ δι­ά­βο­λος, ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι μι­σάν­θρω­πος καὶ ἀν­θρω­πο­κτό­νος. Γνω­ρί­ζει πόσο ὠφε­λού­με­θα, ὅταν συν­δε­ό­μα­στε μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σία Του, καὶ κά­νει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς χω­ρί­σει ἀπὸ τὴν ἀγά­πη Του, νὰ μᾶς ὠθή­σει στὴν ἁμαρ­τία, νὰ ψυ­χρά­νει τὸ ζῆλο μας, νὰ μα­ρά­νει τὸν ἐν­θου­σι­α­σμό μας. Ὅπως ἀκρι­βῶς πέ­τυ­χε νὰ βγά­λει τοὺς Πρω­το­πλά­στους ἀπ' τὸν Παράδει­σο, ἔτσι ἐπι­χει­ρεῖ νὰ βγά­λει κι ἐμᾶς ἀπὸ τὴν Ἐκ­κλη­σία καὶ νὰ μᾶς ὁδη­γή­σει στὴν ἀπώ­λεια, δη­λα­δὴ στὴν αἰ­ώ­νια Κό­λα­ση.

Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ κό­σμου, οἱ ὁποῖ­οι εἴτε ἐν γνώ­σει τους εἴτε καὶ ἐν ἀγνοίᾳ γί­νον­ται ὄρ­γα­να τοῦ σα­τα­νᾶ καὶ μᾶς ἐπι­τι­μοῦν νὰ σι­ω­πή­σου­με. Ὁ κό­σμος τῆς ἁμαρ­τί­ας ἄλ­λο­τε προ­σπα­θεῖ σὰν μα­γνή­της νὰ μᾶς ἑλ­κύ­σει κον­τά του κι ἄλ­λο­τε γί­νε­ται ἀπει­λη­τι­κός. Ἀρ­χί­ζει τὶς εἰ­ρω­νεῖ­ες, τὰ πι­κρόλογα, τὶς προ­κλή­σεις, τὰ κάθε εἴ­δους σκό­πι­μα τε­χνά­σμα­τα καὶ τὶς πά­σης φύ­σε­ως ἀπει­λές.

 Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας, ὅταν δὲν ἔχουν «νοῦν Χρι­στοῦ». Πάλι στὴν ἐκ­κλη­σία θὰ πᾶς; Κι ἄλλο παι­δὶ θὰ κά­νεις; Δὲν σοῦ φτά­νουν αὐτὰ ποὺ ἔχεις; Χρη­σι­μο­ποι­οῦν τέ­τοια δῆ­θεν λο­γι­κὰ ἐπι­χει­ρή­μα­τα ἀνα­φε­ρό­με­νοι σὲ πρα­γμα­τι­κὲς δυ­σκο­λί­ες, γιὰ νὰ κου­ρά­σουν τὴν πί­στη μας καὶ νὰ ἀπο­θαρ­ρυν­θοῦ­με στοὺς στό­χους μας. Ὑπάρ­χουν βέ­βαια πε­ρι­πτώ­σεις, ποὺ οἱ ἴδι­οι οἱ συγ­γε­νεῖς μας γί­νον­ται οἱ με­γα­λύ­τε­ροι ἐχθροί μας, ἐπα­ληθεύ­ον­τας τὸν λόγο τῆς Γρα­φῆς ὅτι «ἐχθροὶ τοῦ ἀν­θρώ­που οἱ οἰ­κι­α­κοὶ αὐ­τοῦ».

 Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς οἰ­κεί­ους τῆς πί­στε­ως, ὅσο κι ἂν αὐτὸ ἀκού­γε­ται πα­ρά­ξε­να. Στὴν Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ «οἱ προ­ά­γον­τες» δὲν ἦταν ἄπι­στοι. Ἦταν πι­στοὶ καὶ ἀκο­λου­θοῦσαν μὲ καλὴ δι­ά­θε­ση τὸν Χρι­στό. Ἀλλὰ δυ­στυ­χῶς με­σο­λα­βοῦν ἀν­θρώ­πινες μι­κρό­τη­τες. Ζη­λο­τυ­πί­ες, ἀρ­χο­μα­νί­ες, κα­κί­ες κι ἀντὶ νὰ βο­η­θοῦ­με νά με­τα­φέ­ρε­ται ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δο­ξά­ζε­ται μέσῳ τῶν ἄλ­λων, στο­χεύ­ου­με ἐναν­τί­ον τῶν ἐρ­γα­τῶν τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μὲ σκο­πὸ νὰ σι­ω­πήσουν.

Τέ­λος, ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυ­τό μας, ποὺ ἔχει ροπὴ καὶ κλί­ση πρὸς τὸ κακό. Ὑπο­κύ­πτου­με στὴ ρα­θυ­μία καὶ στὴ νω­θρό­τη­τα. Ἐφη­συ­χά­ζου­με στὸν νυ­στα­γμὸ τῆς ψυ­χῆς. Μα­γνη­τι­ζό­μα­στε ἀπὸ τὴν ἐξω­στρέ­φεια, ἀπὸ τὶς μέ­ρι­μνες τοῦ βίου καὶ ἀνα­λω­νό­μα­στε στὶς σύγ­χρο­νες ἐπι­κοι­νω­νί­ες, ποὺ δὲν μᾶς ἀφή­νουν χρό­νο γιὰ βα­θύ­τε­ρο καὶ οὐ­σι­α­στι­κὸ σύν­δε­σμο μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σία Του.

Πολ­λὰ τὰ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑπάρ­χουν, λοι­πόν, στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωή. Ἀλλὰ κι ἐμεῖς κα­λού­μα­στε νὰ τὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με καὶ νὰ τὰ ὑπερ­νι­κοῦ­με.

Ὁ Χρι­στι­α­νι­κὸς ἀγώ­νας, ποὺ δι­ε­ξά­γου­με, εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νος ἀγώ­νας, γι­α­τὶ ἔχει ὡς πε­δίο μά­χης τὴν καρ­διὰ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀγώ­νας δύ­σκο­λος, ἀλλὰ καὶ πο­θη­τός. Ἀγώ­νας ἀπαι­τεῑ νὰ πα­λαί­ψει ὁ ἄν­θρω­πος μὲ αὐτοθυ­σία, νὰ ἱδρώ­σει, νὰ μα­τώ­σει, νὰ δώ­σει τὰ πάν­τα γιὰ τὴ νίκη. Ἀλλ’ εἶ­ναι ἀγώ­νας ποὺ ἐνι­σχύ­ε­ται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ στε­φα­νώ­νε­ται κατὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως.

Στὸν ἀγώ­να αὐτὸ μᾶς συ­νι­στᾷ ὁ ἅγι­ος Ἰω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ὡς ὅπλο τὴν παν­το­δύ­να­μη καὶ ἀπο­τε­λε­σμα­τι­κὴ προσευχὴ «’Ι­η­σοῦ ὀνό­μα­τι μά­στι­ζε πο­λε­μί­ους». Μὲ τό μαςτί­γιο τῆς προ­σευ­χῆς χτυ­ποῦ­με ἀλύ­πη­τα τοὺς δαί­μο­νες. Ὅπως ὁ τυ­φλὸς φώ­να­ζε λέ­γον­τας· «’Ι­η­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με», ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ ἐπι­μέ­νου­με προ­σευ­χόμε­νοι· νὰ κτυ­ποῦ­με ἀκού­ρα­στα τὴν πόρ­τα τοῦ θεί­ου ἐλέ­ους.

 Ἀδελ­φοί, τὰ λε­γό­με­να ἐμ­πό­δια τῆς κατὰ Χρι­στὸν ζωῆς μπο­ροῦ­με νὰ τὰ δοῦ­με ὡς σκα­λο­πά­τια, ποὺ μᾶς ἀνε­βά­ζουν μὲ κόπο, ἀλλὰ μᾶς ὁδη­γοῦν ἐκεῖ ποὺ θέ­λου­με. Τὰ θε­ω­ρού­με­να ἐμ­πό­δια τῆς κατὰ Χρι­στὸν ζωῆς «καθ’ ὑπερ­βο­λὴν εἰς ὑπερ­βο­λὴν αἰ­ώ­νι­ον βά­ρος δό­ξης κα­τερ­γάζον­ται» γιὰ τὸν κα­θέ­να μας. Δι­ό­τι, ὅπως λέει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, «πό­νοι γεν­νῶ­σι δό­ξαν, κά­μα­τοι δὲ προ­ξε­νοῦ­σι στε­φά­νους». Ὅσο πε­ρισ­σό­τε­ρο, δη­λα­δή, κο­πι­ά­ζει ὁ ἀγω­νι­στὴς τοῦ κα­λοῦ ἀγῶ­νος, τόσο με­γα­λύ­τε­ρο στε­φά­νι θὰ πά­ρει.
Γέ­νοι­το.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιγ΄, 10-17)
10 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Ἡ ὑπό­μνη­ση τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου πρὸς τὸ λαό, ἀδελ­φοί μου, τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του φαί­νε­ται ἐν πρώ­της ὄψε­ως «νό­μι­μη», ἀλλὰ στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὑπο­κρι­τι­κή, γι­α­τὶ ὁ τρό­πος καὶ ὁ χρό­νος τῆς δι­δα­σκα­λί­ας δεί­χνουν ὅτι ὑπῆρ­χε ἐμ­πά­θεια, ζή­λεια, ἔλ­λει­ψη ἀγά­πης καὶ τε­λι­κὰ ἄγνοια τοῦ σκο­ποῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του. Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ αἰ­τία ποὺ ὁ Χρι­στός, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐνυ­πό­στα­τη Ἀλή­θεια, δη­λα­δὴ ὁ Λό­γος καὶ ἡ πρά­ξη μαζί, ξε­σκέ­πα­σε τὴν ὑπο­κρι­σία του.

          Στὴν Πα­λαιὰ Δι­α­θή­κη, ὁ ἄσαρ­κος Λό­γος «νό­μον ἔδω­σε εἰς βο­ή­θει­αν» τῶν ἀν­θρώ­πων, ὥστε νὰ μπο­ροῦν νὰ δι­α­κρί­νουν με­τα­ξὺ τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων νό­μων ἔδω­σε καὶ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του «μνή­σθη­τι τὴν ἡμέ­ραν τοῦ Σαβ­βά­του ἁγι­ά­ζειν αὐ­τήν· ἓξ ἡμέ­ρας ἐργᾶ καὶ ποι­ή­σεις πάν­τα τὰ ἔργα σου τῇ δὲ ἑβδό­μῃ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἐξ. 20-8). Ἡ ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του, ποὺ ση­μαί­νει ἀνά­παυ­ση, εἶ­ναι μί­μη­ση τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἑβδό­μη ἡμέ­ρα «κα­τέ­παυ­σε ἀπὸ πάν­των τῶν ἔρ­γων Αὐ­τοῦ… καὶ εὐ­λό­γη­σεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέ­ραν τὴν ἑβδό­μην» (Γέν. 2, 3). Ὁ Ἰου­δαῖ­ος ἔπρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δω­ρεὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ νὰ Τὸν δο­ξο­λο­γή­σει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του πή­γαι­νε στὸν ναὸ ἢ τὴν συ­να­γω­γὴ καὶ ἀφι­έ­ρω­νε τὸν χρό­νο του στήν με­λέ­τη τοῦ νό­μου καὶ τὴν προ­σευ­χή.

Ὅπως μᾶς δι­η­γή­θη­κε ὁ ἱε­ρὸς Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς σή­με­ρα, σὲ μιὰ συ­να­γω­γὴ τῆς Πα­λαι­στί­νης, ἕνα Σάβ­βα­το, ὁ Χρι­στὸς δι­δά­σκει. Τὰ λό­για Του μα­γνη­τί­ζουν. Τὰ ρή­μα­τά Του εὐ­ερ­γε­τοῦν «ὡς δρό­σος Ἀερ­μών». Μύρο καὶ εὐ­ω­δία στα­λά­ζουν τὰ χεί­λη Του καὶ σκορ­πί­ζουν ἀνέκ­φρα­στη χαρά. Ἔχει συγ­κεν­τρω­θεῖ στὴν συ­να­γω­γὴ κό­σμος πο­λύς, γιὰ νὰ ἀκού­σει «ρή­μα­τα ζωῆς αἰ­ω­νί­ου» ἀπὸ Ἐκεῖ­νον ποὺ ὁμι­λεῖ, ὅπως ποτὲ ἄλ­λο­τε δὲν μί­λη­σε ἄν­θρω­πος στὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἄν­δρες, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, ἐπί­ση­μοι τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ μή, πι­στοὶ στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Δε­κα­λό­γου «τὰ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» ἔχουν ἔλ­θει, γιὰ νὰ λά­βουν μέ­ρος στὴν κοι­νὴ προ­σευ­χή.

Τὴν ἡμέ­ρα αὐτὴ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς συ­να­γω­γῆς ἕνα δύ­σμορ­φο πλά­σμα κι­νεῖ­ται μέσα στὴ συ­­να­γω­γή. Μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἦταν ἄρ­ρω­στη. Ἡ ἀρ­ρώ­στια της προ­έρ­χε­ται ἀπὸ ἐνέρ­γεια τοῦ σα­τα­νᾶ. Τὸ κε­φά­λι της ἦταν στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ κάτω «μὴ δυ­να­μέ­νη ἀνα­κῦ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές». Μιὰ ἀξι­ο­θρή­νη­τη καὶ ἀξι­ο­λύ­πη­τη ὕπαρ­ξη, ποὺ δε­κα­ο­κτὼ ὁλό­κλη­ρα χρό­νια ὑπέ­με­νε τὴν δο­κι­μα­σία της χω­ρὶς νὰ βα­ρυγ­κο­μή­σει, χω­ρὶς νὰ δει­λι­ά­σει, χω­ρὶς νὰ ἀπο­γο­η­τευ­θεῖ. Ὅμως παρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς ἀσθέ­νει­άς της, με­τέ­βαι­νε στὸν τόπο τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Θεοῦ, γι­α­τὶ ἐπι­θυ­μοῦ­σε νὰ θρέ­ψει τὴν ψυχή της μὲ τὴ δι­δα­χὴ τοῦ λό­γου Του. Μιὰ τέ­τοια σα­κα­τε­μέ­νη γυ­ναί­κα θὰ ἦταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἂν δὲν πή­γαι­νε στὴ συ­να­γω­γή, γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεὶ. Ἔτρε­φε ὅμως μέσα της ἀκτῖ­να πί­στε­ως καὶ ἐλ­πί­δας γιὰ τὴν ἀπο­κα­τά­στα­ση τῆς ὑγεί­ας της ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ Σάβ­βα­το τὴν βλέ­πει ὁ Χρι­στός. Ἔρ­ρι­ξε πάνω της ἕνα βλέμ­μα γε­μᾶ­το στορ­γὴ καὶ συμ­πά­θεια. Εἶδε τὴν εὐ­λά­βειά της, εἶδε τὴν ὑπο­μο­νή της, μέ­τρη­σε τὴν δο­κι­μα­σία της, τὴν σπλαγ­χνί­στη­κε καὶ ὡς παν­το­δύ­να­μος προ­στά­ζει «Γῦ­ναι ἀπο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀσθε­νεί­ας σου». Ἕνας ξε­ρὸς τρι­γμὸς ἀκού­στη­κε μέσα ἀπὸ τὰ κόκ­κα­λά της καὶ τὸ κυρ­τω­μέ­νο κορ­μί της, ποὺ ἔγι­νε ἴσιο σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, καὶ τὸ κε­φά­λι τώρα πιὰ κοί­τα­ξε ψηλὰ καὶ ἐδό­ξα­σε τὸν Θεό.

Τὴν εὐ­ερ­γε­σία αὐτὴ ὅμως, γιὰ τὴν ὁποία ὅλος ὁ λαὸς χά­ρη­κε, δι­α­βάλ­λει καὶ συ­κο­φαν­τεῖ καὶ βρί­ζει μία ὑπο­κρι­τι­κὴ ψυχή, μιὰ καρ­διὰ ποὺ κρύ­βει μέσα της δόλο καὶ φθό­νο. Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος. Ἐπει­δὴ φθό­νη­σε τό με­γά­λο αὐτὸ θαῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ποὺ μὲ ἕνα μόνο λόγο θε­ρά­πευ­σε τὴ γυ­ναῖ­κα ἀπὸ τὴν πο­λυ­χρό­νια ἀρ­ρώ­στια, ὑπο­κρί­νε­ται πὼς βε­βη­λώ­θη­κε τὸ Σάβ­βα­το. Μὲ μά­τια ἀγρι­ε­μέ­να, μὲ χεί­λη ποὺ τρέ­μουν ἀπὸ κα­κία, ὑψώ­νει τὰ χέ­ρια ποὺ κρα­τοῦ­σαν τὸν Νόμο, τὴν Γρα­φὴ καὶ ἐπι­τί­θε­ται κατὰ τοῦ λαοῦ. «Δὲν πρέ­πει νὰ ἔρ­χε­σθε τὸ Σάβ­βα­το νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, ἀλλὰ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες». Δὲν τολ­μᾶ, ἀδελ­φοί μου, νὰ ἐπι­τε­θεῖ κατὰ πρό­σω­πο στὸν Χρι­στό. Τὰ βά­ζει μὲ τὸν λαὸ ποὺ ἀπο­λαμ­βά­νει τὶς θε­ρα­πεῖ­ες τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του, ὑπο­κρι­νό­με­νος ὅτι ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, γιὰ νὰ μὴ κα­τα­λυ­θεῖ ἡ κα­θο­ρι­σμέ­νη ἀρ­γία.

Μὰ ἡ ἀγα­θο­ερ­γία, τοῦ λέει ὁ Κύ­ρι­ος, δὲν εἶ­ναι κα­τά­λυ­ση τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του οὔτε βε­βή­λω­σή του ἀλλὰ καλὴ χρη­σι­μο­ποί­η­ση τῆς ἡμέ­ρας. «Τὸ Σάβ­βα­τον διὰ τὸν ἄν­θρω­πον ἐγέ­νε­το καὶ οὐχ ὁ ἄν­θρω­πος διὰ τὸ Σάβ­βα­τον (Μάρ. 2, 27). Μή­πως τάχα, ὑπο­κρι­τὴ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γε, δὲν λύ­νεις τὸ βόδι σου ἢ τὰ ἄλλα ζῶα τῆς ἰδι­ο­κτη­σί­ας σου καὶ τὰ βγά­ζεις ἀπὸ τὸ πα­χνί τους, γιὰ νὰ τὰ πο­τί­ζεις τὸ Σάβ­βα­το; Ὅταν ὁ Θεὸς λύει ὄχι ὑπο­ζύ­γιο ἀλλὰ «θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀβρα­άμ», εἰ­κό­να Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ σα­τα­νᾶς γιὰ δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια τὴν εἶχε κλεί­σει στὸ σταῦ­λο τῆς θλί­ψε­ως, τοῦ μα­ρα­σμοῦ, τῆς πα­ρα­μορ­φώ­σε­ως, τῆς δί­νει χαρά, τὴν ὁδη­γεῖ στὴν ἐλευ­θε­ρία καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ χαρά, τότε βε­βη­λώ­νε­ται καὶ πα­ρα­βι­ά­ζε­ται ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του; Ὑπο­κρι­τή· ὁ φθό­νος καὶ ἡ ὑπο­κρι­σία σου δὲν ἔχουν ὅρια. Βόδι καὶ ὄνος μπο­ροῦν νὰ ἀπο­λαμ­βά­νουν φα­γη­τό, νερό, ἔξο­δο ἀπὸ τὸν σταῦ­λο τὸ Σάβ­βα­το, ὁ ἄν­θρω­πος ὅμως, ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ, τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θεοῦ ὄχι;

Ἀδελ­φοί μου, ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος προ­σευ­χό­ταν καὶ λά­τρευε τὸν Θεό. Τὰ χεί­λη του, τὸ στό­μα του χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν λό­για τῆς Γρα­φῆς. Στὴν καρ­διά του ὅμως φώ­λι­α­ζε μῖ­σος, κα­κία καὶ ὑπο­κρι­σία. Ἦταν εὐ­σε­βο­φα­νὴς ἀλλὰ ὄχι εὐ­σε­βής. Τέ­τοι ἄν­θρω­ποι ὅμως «Θεὸν ὁμο­λο­γοῦ­σιν εἰ­δέ­ναι, τοῖς δὲ ἔρ­γοις ἀρ­νοῦν­ται». (Τίτ. 1-16). Βδε­λύ­σσε­ται αὐτὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ὁ Θεὸς καὶ λέει «ἐν τοῖς χεί­λε­σιν αὐ­τῶν τι­μῶ­σί με, ἡ δὲ καρ­δία αὐ­τῶν πόρ­ρω ἀπέ­χει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἠσα­ΐ­ας 29, 13). Οὐαὶ ὑμῖν, ὑπο­κρι­ταί.

Ἀγα­πη­τοί μου, ἐνῷ «πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαι­ρεν» οἱ μορ­φω­μέ­νοι ὁδη­γοὶ τοῦ λαοῦ, οἱ ὑπεύ­θυ­νοι, γιὰ νὰ τὸν δι­α­φω­τί­ζουν, κλεί­νουν τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴν ἀν­τι­κρύ­σουν τὴν ἀλή­θεια τοῦ προ­σώ­που καὶ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ ἁπλὸς λαὸς χαί­ρε­ται, εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται, κα­τα­λα­βαί­νει, πα­νη­γυ­ρί­ζει, ἐνῷ οἱ ὑπο­κρι­τὲς θὰ προ­βάλ­λουν πάν­τα μιὰ ἀν­τί­στοι­χη ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του.

Ἀδελ­φοί, ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἔν­νοια τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του εἶ­ναι ἡ ἐπι­στρο­φὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρ­δι­ᾶς στὸν οὐ­ρα­νό. Εἶ­ναι ἡ ἀνά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀπὸ αἰ­σχροὺς καὶ ρυ­πα­ροὺς λο­γι­σμοὺς καὶ ἀπὸ σκο­τει­νὰ ἔργα. Γιὰ μᾶς τοὺς χρι­στι­α­νοὺς ἡ ἀρ­γία τῆς Κυ­ρι­α­κῆς ποὺ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του ἔχει νό­η­μα καὶ σκο­πὸ σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό. Ἡ Κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἀρ­γία δὲν προ­σφέ­ρε­ται γιὰ ἐξω­τε­ρι­κὴ ἀνά­παυ­ση καὶ φυγὴ ἀπὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ἀλλὰ γιὰ ἐσω­τε­ρι­κὴ κα­τά­παυ­ση μὲ προ­σφο­ρὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄν­θρω­πο. Προ­σφέ­ρε­ται γιὰ «λόγῳ καὶ ἔργῳ» με­το­χή μας στὴν κοι­νω­νία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων. Γέ­νοι­το.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιδ΄ 16-24 Μτθ. κβ΄ 14)
17 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα, ἀδελ­φοί μου, ἀκού­σα­με τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ με­γά­λου δεί­πνου ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μία τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ καὶ ἀπο­κα­λύ­πτει «τὴν ἀνέκ­φρα­στον ἀπό­λαυ­σιν τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ».

Εὑ­ρι­σκό­με­νος ὁ Κύ­ρι­ος σὲ κά­ποιο δεῖ­πνο, ἕνας ἐκ τῶν συν­δαι­τυ­μό­νων τοῦ εἶπε· «Μα­κά­ρι­ος ὃς φά­γε­ται ἄρ­τον ἐν τῇ Βα­σι­λείᾳ τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 14-15), δη­λα­δὴ εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς ἐκεῖ­νος ποὺ θὰ ἀξι­ω­θεῖ νὰ κα­θί­σει μαζὶ μὲ τόν μεσ­σία, τοὺς Πα­τρι­άρ­χες καὶ τοὺς προ­φῆ­τες στὴν τρά­πε­ζα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ θὰ ἔχει οὐ­ρά­νια χαρὰ καὶ εὐ­φρο­σύ­νη. Ποι­οὶ ὅμως θὰ ἀπο­λαύ­σουν αὐτὴ τὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τα καὶ εὐ­τυ­χία; Μή­πως, ἐνῷ ὅλοι προ­σκα­λοῦν­ται, ὑπάρ­χουν με­ρι­κοὶ οἱ ὁποῖ­οι ἀρ­νοῦν­ται τὴν συμ­με­το­χή τους καὶ χά­νουν τὸν οὐ­ρά­νιο θη­σαυ­ρό; Μή­πως ὁ οὐ­ρά­νι­ος οἰ­κο­δε­σπό­της γνω­στο­ποι­εῖ σὲ ὅλους τὴν πρό­σκλη­ση, ἀλλὰ οἱ προ­σκα­λού­με­νοι στρέ­φουν τὰ νῶτα καὶ παίρ­νουν ἄλ­λες κα­τευ­θύν­σεις;

Ὁ Θεὸς ἀδελ­φοί μου, προ­σκα­λεῖ τὸν ἄν­θρω­πο συ­νε­χῶς, ἀλλὰ ἐμεῖς εἴ­μα­στε ἀρ­νη­τὲς τῆς με­γά­λης κλή­σε­ως. Δὲν ἐπι­λέ­γου­με τὴν ἐπι­στρο­φὴ στὴν προ­πτω­τι­κὴ κα­τά­στα­ση, τὴν συμ­με­το­χή μας στὴν ζω­ο­ποιὸ χάρη, δὲν θέ­λου­με νὰ χορ­τά­σου­με ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, γι’᾿αὐτὸ καὶ μέ­νου­με νη­στι­κοὶ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ πει­να­σμέ­νοι.

Σὲ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες κα­τέ­τα­ξε ὁ Κύ­ρι­ος ὅσους ἀρ­νοῦν­ται νὰ γευ­θοῦν τὰ ἀγα­θὰ τοῦ δεί­πνου Του. Στὴν πρώ­τη ὁμά­δα εἶ­ναι οἱ δοῦ­λοι τῶν αἰ­σθη­τῶν. «Ἀγρὸν ἠγό­ρα­σα καὶ ἔχω ἀνάγ­κην ἐξελ­θεῖν καὶ ἰδεῖν αὐ­τόν». Ἐδῶ ἀνή­κουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐκεῖ­νοι ποὺ ἀρ­νοῦν­ται νὰ ἐκ­κλη­σι­α­σθοῦν καὶ νὰ ἐκ­κλη­σι­ο­ποι­η­θοῦν, γι­α­τὶ εἶ­ναι ὑπο­δου­λω­μέ­νοι στὴν ὕλη. Δὲν τὴν βλέ­πουν ὡς δῶρο Θεοῦ καὶ δὲν τὴν ἀνα­φέ­ρουν σὲ Αὐ­τόν. Τί κά­νου­με στὴν Θεία Λει­τουρ­γία; Προ­σφέ­ρου­με τοὺς καρ­πούς μας στὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἁγι­ά­ζει καὶ στὴν συ­νέ­χεια ἁγι­α­ζό­μα­στε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ αὐ­τούς. Ὅταν δὲν ζοῦ­με εὐ­χα­ρι­στι­α­κά, ὅταν δὲν θε­ω­ροῦ­με τὰ ἀγα­θά μας ὡς δῶρο Θεοῦ, τότε ὑπη­ρε­τοῦ­με δου­λι­κὰ τὴ γῆ, ἀφή­νον­τας ἔρη­μη τὴν καρ­διά μας, πει­να­σμέ­νη τὴν ψυχή μας.

Δεύ­τε­ρη ὁμά­δα ἀρ­νη­τῶν καὶ πνευ­μα­τι­κὰ πει­να­σμέ­νων εἶ­ναι οἱ δοῦ­λοι τῆς ἐρ­γα­σί­ας. «Ζεύ­γη βοῶν ἠγό­ρα­σα πέν­τε καὶ πο­ρεύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐτά». Ὁμά­δα ἀν­θρώ­πων μὲ νοῦ καὶ καρ­διὰ προ­ση­λω­μέ­να στὰ γή­ι­να, στὴ δου­λειὰ ποὺ γί­νε­ται ἔτσι δου­λεία, γι­α­τὶ ὑπο­χρε­ώ­νει αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ εἶ­ναι ὑπο­τα­γμέ­νοι στὸν χρό­νο, νά με­τρᾶ­νε τὴ ζωή τους μὲ ὀχ­τά­ω­ρα καὶ ἐρ­γά­σι­μες μέ­ρες, νὰ δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ κα­τα­λά­βουν ὅτι ἐρ­γά­ζον­ται γιὰ νὰ ζοῦν καὶ ὄχι ὅτι ζοῦν γιὰ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται. Ἡ Ἐκ­κλη­σία ὅμως δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν ἐρ­γα­σία, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀπο­λυ­το­ποι­εῖ. Τὴν θε­ω­ρεῖ σὰν ἐρ­γό­χει­ρο στὴ ζωή μας. Ἔτσι κέν­τρο καὶ στό­χος τῶν ἐπι­δι­ώ­ξε­ών μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ ἐν Χρι­στῷ ζωή, ἡ ἀπο­δε­σμευ­μέ­νη ἀπὸ τὴν δου­λεία τοῦ χρό­νου, ἀπὸ τὴν τυ­ραν­νία τοῦ κέρ­δους.

Κατὰ ἕνα πε­ρί­ερ­γο τρό­πο ἡ τρί­τη ὁμά­δα ἀρ­νη­τῶν καὶ πει­να­σμέ­νων προ­βάλ­λει ὡς δι­και­ο­λο­γία τῆς ἀρ­νή­σε­ώς τους τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωή. «Γυ­ναῖ­κα ἔγη­μα καὶ διὰ τοῦ­το οὐ δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν». Ὁ γά­μος ἔγι­νε ἐμ­πό­διο καὶ δὲν ἔλα­βαν μέ­ρος στό με­γά­λο δεῖ­πνο. Συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα αὐτό. Ἀρ­κε­τοὶ θε­ω­ροῦν τὸν γάμο καὶ τὰ οἰ­κο­γε­νει­α­κὰ βάρη ἐμ­πό­διο. Ὅμως ἡ Ἐκ­κλη­σία εὐ­λο­γεῖ τὴ συ­ζυ­γία καὶ τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωή, ἡ ὁποία μὲ τή με­το­χή της στὴ λα­τρεία ἐλα­φρώ­νει τὸ βά­ρος της, ἀνα­νεώνε­ται καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἑνό­τη­τά της.

Ἡ πρώ­τη ὁμά­δα, ποὺ ἀρ­νοῦν­ται τὴ συμ­με­το­χή τους στό με­γά­λο Δεῖ­πνο δε­μέ­νοι μὲ τὸν ἀγρὸ καὶ τὴν γῆ, ἀπο­κη­ρύσ­σουν τὴν πρό­σκλη­ση γιὰ σω­τη­ρία. Ἄρ­νη­ση ὅμως τῆς σω­τη­ρί­ας ση­μαί­νει ἐπι­λο­γὴ τοῦ θα­νά­του. Ἡ δεύ­τε­ρη ὁμά­δα εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νη ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν φρον­τί­δα γιὰ τὰ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κά, γι’ αὐτὸ μὲ πεῖ­σμα φρον­τί­ζουν ὑπερ­βο­λι­κὰ τὶς ἐρ­γα­σί­ες τους καὶ ὄχι τὴ σω­τη­ρία τους. Ἀδι­α­φο­ρία ὅμως γιὰ τὴ σω­τη­ρία ση­μαί­νει θά­να­το. Ἡ τρί­τη ὁμά­δα ἀνό­η­τα ὑπο­στη­ρί­ζει πὼς δὲν συμ­βι­βά­ζε­ται οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωὴ καὶ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ἐνῷ οὐ­σι­α­στι­κὰ αὐ­το­στερεῖ­ται τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀνε­φο­δι­α­σμό.

Ὅλοι, ἀδελ­φοί μου, κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅτι ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ τοῦ Με­γά­λου Δεί­πνου καὶ τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων ἀφο­ρᾷ στό με­γά­λο Δεῖ­πνο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὅπου προ­σφέ­ρε­ται «ὁ Ἄρ­τος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βὰς» (Ἰωάν. 6-51), ποὺ μᾶς με­ταγ­γί­ζει τὴ Ζωὴ καὶ τὴν Ἀνά­στα­ση. Αὐτὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, αὐτὴ τὴ δι­ά­στα­ση τὴ ζοῦ­με μόνο στὴ Θεία Εὐ­χα­ρι­στία, γι­α­τὶ ἐκεῖ ὅλα καὶ ὅλοι με­τα­μορ­φώ­νον­ται, ὅλα ἀλ­λά­ζουν. Τότε τὸ πα­ρὸν γί­νε­ται αἰ­ώ­νιο καὶ τὸ αἰ­ώ­νιο ἔρ­χε­ται τόσο κον­τά μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κα­θι­στᾶ συν­δαι­τυ­μό­νες στὸ οὐ­ρά­νιο δεῖ­πνο Του, δη­λα­δὴ κλη­ρο­νό­μους τῆς οὐ­ρά­νι­ας Βα­σι­λεί­ας Του. Ἀμήν.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ (Μτθ. α΄ 1-25)
24 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Βρι­σκό­μα­στε στὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς με­γά­λης καὶ οἰ­κου­με­νι­κῆς ἑορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Αὔ­ριο ἑορ­τά­ζου­με τὴν ἐγ­κό­σμια πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ μὲ τὴ γέν­νη­σή του στὴ Βη­θλε­ὲμ, καὶ εἴ­μα­στε μάρ­τυ­ρες τῆς ἐπι­φα­νεί­ας τοῦ Θεοῦ. Ὁλό­κλη­ρη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἄμε­σα ἢ ἔμ­με­σα, ἑορ­τά­ζει τὰ Χρι­στού­γεν­να.

Ἀνα­τρέ­χον­τας στὸ ἱερὸ κεί­με­νο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαί­ου στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, στε­κό­μα­στε ἀκρι­βῶς στὸ ση­μεῖο ποὺ ὁ ἱε­ρὸς συγγρα­φέ­ας μᾶς πε­ρι­γρά­φει τὸ γε­γο­νὸς τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ.

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ματ­θαῖ­ος ξε­κι­νά­ει νὰ κα­τα­γρά­φει τὸ γε­γο­νὸς μὲ ἕνα λιτὸ καὶ ἁπλὸ τρό­πο. Τόσο λιτὸ καὶ τόσο ἁπλό, λὲς καὶ πε­ρι­γρά­φει κάτι συ­νη­θι­σμέ­νο καὶ κα­θη­με­ρι­νό, ἀν­θρώ­πι­νο. Λὲς καὶ τέ­τοια γε­γο­νό­τα συμβαί­νουν πολ­λὲς φο­ρές.

Αὐ­τὸς ὅμως ὁ λι­τὸς καὶ ἁπλὸς τρό­πος ἐκ­φρά­ζει τὸ γνή­σιο καὶ τὸ αὐ­θεν­τι­κό, τὸ δί­χως ἀν­θρώ­πι­νη ἐπέμ­βα­ση γε­γο­νός, ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται δί­χως προ­σπά­θεια ἀλ­λοι­ώ­σε­ως τῆς ἀλή­θει­ας. Δὲν ἔχει ἀν­θρώ­πι­νες ἐπεμ­βά­σεις οὔτε πα­χιὰ καὶ ἀνού­σια λό­για. Γι­α­τὶ ὅλα αὐτὰ εἶ­ναι ψεύ­τι­κα καὶ ἀπα­τη­λά.

Ἀνε­πι­τή­δευ­τος ἡ πε­ρι­γρα­φή,· γνή­σια καὶ αὐ­θεν­τι­κὴ ἡ πα­ρου­σί­α­ση, δί­χως ὄχλη­ση καὶ ἀλ­λοί­ω­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τῶν γε­γο­νό­των.

        Ἄς πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαί­ου ποὺ γρά­φει: «ὅταν ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Μα­ρία, μνη­στεύ­τη­κε τὸν Ἰω­σήφ, προ­τοῦ συγ­κα­τοι­κή­σουν, βρέ­θη­κε ἡ Μα­ρία ἔγ­κυ­ος μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐπε­νέρ­γεια τοῦ ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος». Στὸν προ­βλη­μα­τι­σμὸ δὲ τοῦ δι­καί­ου Ἰω­σὴφ μπρο­στὰ στὸ γε­γο­νὸς τῆς κυ­ή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, πα­ρεμ­βαί­νει ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ τὸν πλη­ρο­φο­ρεῖ γιὰ τὴν ἐπέμ­βα­ση τοῦ ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἔτσι ἀπο­δέ­χθη­κε τὸ Θεῖο θέ­λη­μα ὁ δί­και­ος Ἰω­σήφ καὶ πα­ρέ­λα­βε στὸ σπί­τι του τὴ Θε­ο­τό­κο Μα­ρία. Αὐτὴ δὲ ἐγέν­νη­σε τὸν μο­νά­κρι­βο υἱό της καὶ τοῦ δό­θη­κε τὸ ὄνο­μα Ἰη­σοῦς.

Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἴσως πιὸ λιτὰ καὶ πιὸ ἁπλᾶ νὰ πε­ρι­γρα­φεῖ ἕνα τόσο ση­μαν­τι­κὸ γε­γο­νός, δη­λα­δὴ ἡ Θε­ϊ­κὴ πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κό­σμο.

Ὁ ἱε­ρὸς Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς το­νί­ζει μὲ σα­φή­νεια ὅτι ἡ κύ­η­ση τῆς Θε­ο­τόκου Μα­ρί­ας ἦταν ἀπὸ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐπε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Δὲν χω­ρεῖ λοι­πὸν καμ­μία ἀμ­φι­βο­λία πὼς ὁ Χρι­στὸς γεν­νι­έ­ται ἀπὸ τὴ Θε­ο­τό­κο ὡς ἄν­θρω­πος καὶ μὲ τὴν ἐπέμ­βα­ση τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος ἀπο­κα­λύ­πτε­ται ἡ Θε­ό­τη­τά Του.

Ἀνα­λο­γι­ζό­με­νοι τὸ μέ­γι­στο καὶ ἀνε­πα­νά­λη­πτο γε­γο­νὸς τῆς Γεννή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, αἰ­σθα­νό­μα­στε πὼς εἶ­ναι ἀν­θρω­πί­νως ἀδύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φεῖ τὸ φαι­νό­με­νο. Πόσο λίγα καὶ πόσο ἀδύ­να­μα εἶ­ναι τὰ ἀν­θρώπινα λό­για, ὅταν ἀνα­φέ­ρον­ται σὲ θε­ϊ­κὰ γε­γο­νό­τα. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, πόσο με­γά­λη συγ­κα­τά­βα­ση θε­ϊ­κὴ νὰ χω­ρέ­σει τὸ μέ­γε­θός της στὰ ἀν­θρώ­πι­να μέ­τρα. Ἀδει­ά­ζει ὁ Χρι­στὸς τό με­γα­λεῖο Του καὶ κα­τε­βά­ζει τὴν οὐ­ρά­νια δόξα Του, γιὰ νὰ συγ­κα­τοι­κή­σει μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη μι­κρό­τη­τα, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας μὲ τὴ δική Του κά­θο­δο τὴ δική μας ἄνο­δο καὶ τὴ συμ­με­το­χὴ στὴν οὐ­ρά­νια Βα­σι­λεία Του.

Ὁ ἱε­ρὸς ὑμνω­δὸς τῆς ἑορ­τῆς τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­φρά­ζεται ποι­η­τι­κὰ γιὰ τὸ γε­γο­νὸς καὶ δι­α­τυ­πώ­νει τὰ ἐρω­τή­μα­τά του, ποὺ δὲν μπο­ροῦν ἀν­θρω­πί­νως νὰ ἀπαν­τη­θοῦν. Λέει λοι­πόν: «Ἐκεῖ­νος ποὺ δὲν χω­ρά­ει που­θε­νά, πῶς χώ­ρε­σε στὴ γα­στέ­ρα; Ἐκεῖ­νος ποὺ βρί­σκε­ται στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Πα­τέ­ρα, τώρα πῶς θὰ χω­ρέ­σει στοὺς κόλ­πους τῆς Μη­τέ­ρας; Αὐ­τὸς ὁ ἄσαρ­κος πῆρε τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα καὶ ἔγι­νε γιὰ μᾶς ὁρα­τός, ἔχον­τας ἐπά­νω Του καὶ τὴ θε­ϊ­κὴ καὶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύση».

Ἀγα­πη­τοὶ ἀδελ­φοί, ἀκού­σα­με ὅλοι τὸν Εὐ­αγ­γε­λι­στὴ Ματ­θαῖο νὰ μᾶς ἀνα­φέ­ρει πὼς «ἡ γέν­νη­ση τοῦ Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ ἔγι­νε κατὰ τὸν ἀκό­λουθο τρό­πο». Καὶ στὴ συ­νέ­χεια μᾶς πε­ρι­γρά­φει μὲ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο λόγο τὸ κο­σμο­σω­τή­ριο γε­γο­νὸς τῆς Γεν­νή­σε­ως. Τώρα εἶ­ναι ἀναγ­καῖο νὰ συ­νει­δητο­ποι­ή­σου­με πὼς ὁ Χρι­στὸς ποὺ γεν­νᾶ­ται δὲν εἶ­ναι κοι­νὸς ἄν­θρω­πος, δὲν εἶναι ἕνας φι­λό­σο­φος, οὔτε ἕνας σπου­δαῖ­ος δι­δά­σκα­λος μόνο. Δὲν εἶ­ναι πο­λι­τι­κὸς ἡγέ­της οὔτε κοι­νω­νι­κὸς ἐπα­να­στά­της ἢ ἀνα­μορ­φω­τής, ὅπως τὸν χα­ρα­κτη­ρί­ζουν πολ­λοί. Τί­πο­τε δὲν ἦταν ἀπ’ ὅλα᾿ αὐτά. Γεν­νή­θη­κε καὶ εἶ­ναι ἀσυγ­κρί­τως κάτι πολὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρ­χει μέ­τρο σύγ­κρι­σης. Εἶ­ναι ὁ Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὁ Θεὸς μαζί μας. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶ­ναι μαζί μας, τότε ὅλοι ἐμεῖς με­τέ­χου­με στὴ δική Του δόξα καὶ τιμή. Αὐτὴ ἡ δυ­να­τό­τη­τά μας δι­και­ο­λο­γεῖ τὸν ἑορ­τα­σμό μας καὶ κά­νει τὴν αὐ­ρι­α­νὴ ἡμέ­ρα ἀλη­θι­νὸ πα­νη­γύ­ρι. ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ.

 

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Μρκ. α΄ 1-8)
31 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Γιὰ τὸ λι­ον­τά­ρι τῆς ἐρή­μου, ὅπως ἔχει χα­ρα­κτη­ρι­σθεῖ ὁ ἅγι­ος ᾽Ιω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος, κά­νει λόγο σή­με­ρα ἀδελ­φοί μου τὸ Εὐαγγε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα. Λίγο πρὸ τῆς ἀρ­χῆς τοῦ νέου ἔτους πα­ρου­σι­ά­ζει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του ἡ Ἐκ­κλη­σία μας, ἐπει­δὴ αὐ­τὸς ἀπο­τε­λεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τοῦ ᾽Ιη­σοῦ Χρι­στοῦ, δι­ό­τι ὁ ᾽Ιω­άν­νης ἐστά­λη ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὸν δρό­μο τοῦ Μεσ­σία μὲ τὸ κή­ρυ­γμα καὶ τὸ βά­πτι­σμα τῆς με­τα­νοί­ας. Κι ἦταν ὅλη του ἡ ζωὴ ἀν­τί­στοι­χη πρὸς τὴν ἀπο­στο­λή του, τὴν ὁποία ἔφε­ρε σὲ πέ­ρας μὲ ζῆλο, ντυ­μέ­νος μὲ τρί­χες κα­μή­λου καὶ τρε­φό­με­νος μὲ ἀκρί­δες καὶ ἄγριο μέλι. ῾Η ἀδι­ά­κο­πη κραυ­γὴ τοῦ Ἰω­άν­νου καὶ ἡ προ­τρο­πή του πρὸς πάν­τας, ἦταν «ἑτοι­μά­σα­τε τὴν ὁδὸν Κυ­ρί­ου», γι­’αυ­τὸ εὔ­στο­χα ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε, ἀρ­γό­τε­ρα, Πρό­δρο­μο.

Ποιὰ εἶ­ναι ὅμως αὐτὴ ἡ ὁδὸς τοῦ Κυ­ρί­ου τὴν ὁποία ἑτοί­μα­ζε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ὁ Ἰω­άν­νης; Ὀπωσ­δή­πο­τε δὲν ἀνα­φε­ρό­ταν σὲ ἐπί­γεια ὁδό, οὔτε σὲ «δρό­μους» ποὺ κα­θο­ρί­ζον­ται ὡς τρό­πος ζωῆς ἀπὸ τὰ ποι­κί­λα φι­λο­σο­φι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ ρεύ­μα­τα. ῞Ολα αὐτὰ εἶ­ναι ἀνθρώ­πι­να κα­τα­σκευ­ά­σμα­τα, ποὺ ση­μαί­νει ὅτι ἐμ­πε­ρι­έ­χουν τὸ στοιχεῖο τῆς ἀτέ­λει­ας ἢ καὶ τῆς πλά­νης, ὅπως κάθε τι τὸ ἀν­θρώ­πι­νο. ῾Οδὸς Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ὁ τρό­πος ζωῆς ποὺ ὑπο­δει­κνύ­ει ὁ ἴδι­ος ὁ Θεὸς στὸν ἄν­θρω­πο, μὲ τὴν κλή­ση νὰ Τὸν ἀκο­λου­θή­σει γιὰ νὰ ζή­σει. Εἶ­ναι ἀκρι­βῶς ὁ ἴδι­ος δρό­μος ζωῆς, τὸν ὁποῖο ἐξήγ­γελ­λαν οἱ προ­φῆτες καὶ ἀπο­κά­λυ­ψε ὁ σαρ­κω­θεὶς Θεός, ὁ ᾽Ιη­σοῦς Χρι­στός. Ὁδὸς Κυ­ρί­ου, ὅμως σα­φέ­στε­ρα, εἶ­ναι ὁ ἴδι­ος ὁ Χρι­στός, ὅπως ὁ Ἴδι­ος τὸ ἀπο­κά­λυ­ψε καὶ τὸ δι­α­βε­βαί­ω­σε «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός, ἡ ἀλή­θεια καὶ ἡ ζωή». ῎Ετσι, ἡ συ­νέ­πεια στὸν κάθε λόγο καὶ θέ­λη­μά Του συ­νι­στᾷ τὸν δρό­μο ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸν τρό­πο τῆς ζωῆς καὶ μᾶς ὁδη­γεῖ σὲ ἄμε­ση σχέ­ση μαζί Του.

῾Ο Κύ­ρι­ος, ὅμως, ἦλθε ὄχι ἁπλῶς νὰ μᾶς ὑπο­δεί­ξει τὸν δρό­μο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ μᾶς ἐν­σω­μα­τώ­σει στὸν ἑαυ­τό Του καὶ ἑπο­μέ­νως γε­νό­με­νοι ἕνα μ᾽ ᾽Εκεῖ­νον, νὰ γι­νό­μα­στε κι ἐμεῖς ὁδὸς Κυ­ρί­ου. Μὲ ἄλλα λό­για ὁ κάθε σω­στὸς χρι­στι­α­νὸς εἶ­ναι «ἐν ἑτέ­ρᾳ μορ­φῇ» ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κό­σμο. Στὸ πρό­σω­πο τοῦ πι­στοῦ βλέ­πει ὁ κό­σμος τὸν ῎Ιδιο τὸν Κύ­ριο. Ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος ὁμο­λο­γοῦ­σε τὴν ἐμ­πει­ρία αὐτή, ὅταν δι­ε­κή­ρυτ­τε «Ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χρι­στός», ἐνῶ ἤδη ἀπὸ τὴν Πα­λαιὰ Δι­α­θή­κη εἶχε ἐξαγ­γελ­θεῖ αὐτὴ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ πρα­γμα­τι­κό­τη­τα «᾽Ενοι­κή­σω ἐν αὐ­τοῖς καὶ ἐμ­πε­ριπα­τή­σω...».

Ἡ ἀσύλ­λη­πτη γιὰ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο νοῦ ἐμ­πει­ρία, τὴν ὁποία χα­ρί­ζει στὸν πι­στὸ ὁ Χρι­στός, προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅμως τὴν καρ­δι­α­κὴ ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Δὲν ἀρ­κεῖ μό­νον ἡ δω­ρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ Κυ­ρί­ου «῾Ετοι­μά­σα­τε τὴν ὁδὸν...» ἀπο­κα­λύ­πτει ὅτι ἀπαι­τεῖ­ται καὶ ἡ ἑτοι­μό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, δη­λα­δὴ ἡ ἔμ­πρα­κτη ἐκ­δή­λω­ση τῆς δι­α­θέ­σε­ώς του γιὰ ἀπο­δο­χὴ τῆς προ­σφο­ρᾶς αὐ­τῆς, μὲ ἑτοι­μό­τη­τα ποὺ δὲν πα­ρου­σι­ά­ζει κενά, δε­δο­μέ­νου ὅτι ἡ ὁδὸς Κυ­ρί­ου εἶ­ναι μο­νί­μως ἀνοι­κτὴ πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἡ προ­σφο­ρά του ἀδι­ά­κο­πη σ᾽ αὐ­τόν. Χρι­στι­α­νὸς ἔτσι, ση­μαί­νει ἄν­θρω­πος ποὺ ζεῖ μὲ ἐγρή­γορ­ση, γιὰ νὰ βι­ώ­νει τὴν πα­ρου­σία τοῦ Κυ­ρί­ου μέσα του, «Γί­νε­σθε ἕτοι­μοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δο­κεῖ­τε, ὁ Κύ­ρι­ος ἔρ­χε­ται».

῾Ο Προ­φη­τι­κὸς λό­γος προ­βλέ­πον­τας τὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα ἑρ­μη­νεύ­ει τὴν κλή­ση ποὺ ἀπευ­θύ­νει ὁ Ἰω­άν­νης, γιὰ ἑτοι­μα­σία τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς ὑπο­δο­χὴ καὶ ἀπο­δο­χὴ τοῦ Μεσ­σία, ὡς «Φωνὴ βο­ῶν­τος ἐν τῇ ἐρή­μῳ». Ἡ κλή­ση δη­λα­δὴ αὐτὴ μέσα στοὺς αἰ­ῶ­νες βρί­σκει συ­νή­θως κλει­στὰ ὦτα, δι­ό­τι οἱ πολ­λοὶ εἶ­ναι ἀπρό­θυ­μοι νὰ ἀκού­σουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπει­δὴ εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νες οἱ καρ­δι­ές τους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ φα­νε­ρώ­νουν τὴν ἐρη­μιὰ ποὺ κυ­ρι­αρ­χεῖ μέσα τους. Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ αὺτὴ ξη­ρα­σία, ἔτσι, γί­νε­ται ἀφι­λό­ξε­νος χῶ­ρος γιὰ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ λι­μο­κτο­νία γί­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ζωῆς.

Τὴν ἐλ­πί­δα ὅμως γεν­νᾶ καὶ πα­ρέ­χει πάν­τα ἡ ᾽Εκ­κλη­σία, ποὺ συ­νε­χί­ζει τὴν προ­φη­τι­κὴ πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κό­σμο, ἐξα­κο­λου­θών­τας νὰ μᾶς προ­τρέ­πει «῾Ετοι­μά­σα­τε τὴν ὁδὸν Κυ­ρί­ου». Αὐτὴ καλ­λι­ερ­γεῖ συ­νει­δή­σεις ποὺ μὲ τὰ ἔργα τους βε­βαι­ώ­νουν γιὰ τὴν πα­ρή­γο­ρη καὶ ἀδι­ά­κο­πη πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ στὴν σύγ­χρο­νη ἐρη­μία τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἀδελ­φοί μου, ἂς φο­βη­θοῦ­με τὴν ἐρη­μία καὶ τὴν ξη­ρα­σία τῆς καρ­δι­ᾶς. ῎Ας συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τό με­γα­λεῖο τῆς κλή­σε­ώς μας καὶ ἂς θε­λή­σου­με τὴ σω­τη­ρία μας, ἡ ὁποία κερ­δί­ζε­ται μὲ τή με­τά­νοια. Ἄς ἀφή­σου­με τὸν Χρι­στὸ νὰ περ­πα­τή­σει μέσα μας καὶ τότε θὰ γί­νου­με κι ἐμεῖς ἡ ὁδὸς Κυ­ρί­ου, ποὺ θὰ θε­λή­σουν νὰ περ­πα­τή­σουν καὶ ἄλ­λοι ἀδελ­φοί μας. Ἀμήν.

 

Κηρύγματα Δεκεμβρίου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. στ΄, 19–31)
5 Νοεμβρίου 2017

Ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ ὑπο­γραμ­μί­ζει τὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μας, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁποία ὁ πλοῦ­τος φαν­τά­ζει στὰ μά­τια τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἀνθρώ­πων ὡς κάτι καλό. Θὰ δοῦ­με ὅμως ὅτι ἀπὸ μό­νος του δὲν εἶ­ναι καλό. Καλὸ γί­νε­ται, μόνο ὅταν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ σω­στὰ μὲ γνώ­μο­να τὴν ἐν­το­λὴ τῆς ἀγά­πης. Τότε, ὁ πλοῦ­τος μᾶς βο­η­θεῖ νὰ ἔχου­με τὴν ἀνά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς μας, κερ­δί­ζον­τας καὶ τὴ Βα­σι­λεία τῶν οὐ­ρα­νῶν. Σὲ ἀν­τί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση με­τα­μορ­φώ­νε­ται στόν με­γα­λύ­τε­ρο τύ­ραν­νο τῆς πα­ρού­σας ζωῆς καὶ τῆς μέλ­λου­σας πρα­γμα­τι­κό­τη­τας.

Δύο πρό­σω­πα προ­βάλ­λον­ται σή­με­ρα, μὲ ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τη ζωή. Ὁ ἀνώ­νυ­μος πλού­σι­ος καὶ ὁ πτω­χὸς Λά­ζα­ρος. Αὐ­τὸς ὁ πλού­σι­ος χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸν πλοῦ­το του ἐν­τε­λῶς ἀφι­λάν­θρω­πα. Ζοῦ­σε μὲ συ­νε­χεῖς καὶ κα­θη­με­ρι­νὲς δι­α­σκε­δά­σεις, χω­ρὶς νὰ τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρουν οἱ ἀνάγ­κες τῶν ἄλ­λων. Ἔτσι δὲν ἔδει­ξε τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸν Λά­ζα­ρο, ὥστε νὰ τὸν συμ­πο­νέ­σει καὶ νὰ τὸν συν­δρά­μει στὴ φτώ­χεια καὶ στὴν ἀσθέ­νειά του. Οἱ δι­α­σκε­δά­σεις καὶ ἡ πο­λυ­τέ­λεια τῆς ζωῆς του δὲν τοῦ ἐπέ­τρε­ψαν νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα σὲ αὐ­τὸν ποὺ οὐ­σι­α­στι­κὰ ζοῦ­σε δί­πλα του ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος καὶ ξε­χα­σμέ­νος ἀπὸ ὅλους, σὲ ἀπό­λυ­τη ἔν­δεια, ὑπο­σι­τι­σμέ­νος, μὲ πυ­ορ­ρο­οῦ­σες πλη­γές. 

Ὅταν ὅμως ὁ πλού­σι­ος καὶ ὁ Λά­ζα­ρος πε­θαί­νουν, τὰ πρά­γμα­τα ἀλ­λά­ζουν. Ὁ πτω­χὸς Λά­ζα­ρος, ἀπαλ­λα­γμέ­νος ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὶς ἀνάγ­κες ἀγάλ­λε­ται στὸ φῶς καὶ στὴν εὐ­φρο­σύ­νη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἐνῷ ὁ πλού­σι­ος ὑπο­φέ­ρει καὶ βα­σα­νί­ζε­ται. Ὁ Λά­ζα­ρος δὲν εἶ­ναι πιὰ μό­νος του, ξε­χα­σμέ­νος καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, ἀλλὰ βρί­σκε­ται σὲ κοι­νω­νία μὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ἀνα­παυ­ό­με­νος στοὺς κόλ­πους τοῦ Ἀβρα­άμ, δη­λα­δὴ στὴν πο­θη­τὴ κα­τά­στα­ση τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ πλού­σι­ος ὀδυ­νᾶ­ται καὶ βι­ώ­νει τὴν ἀπό­λυ­τη μο­να­ξιά. Που­θε­νὰ δὲν φαί­νε­ται νὰ ὑπάρ­χει ἄλ­λος γιὰ νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σει, ἔστω καὶ μὲ τὴν πα­ρου­σία του.

Ὁ πλού­σι­ος δὲν τι­μω­ρεῖ­ται, ἐπει­δὴ ἦταν πλού­σι­ος, ἀλλὰ δι­ό­τι δὲν ἀγά­πη­σε καὶ δὲν ἐλέ­η­σε τὸν συ­νάν­θρω­πό του. Δὲν θέ­λη­σε ποτὲ νὰ δεῖ τὴν ἀνάγ­κη αὐ­τοῦ ποὺ ὑπέ­φε­ρε. Προ­τί­μη­σε νὰ ζή­σει εὐ­φραι­νό­με­νος ὀ ἴδι­ος, κλεί­νον­τας τὰ μά­τια στὸν πόνο τοῦ πτω­χοῦ καὶ ἀσθε­νοῦς. Αὐτὴ τὴν ἀλή­θεια ἀπέ­δει­ξε ὁ θά­να­τός του, ὅτι δη­λα­δὴ κα­νεὶς δὲν ἐλε­εῖ­ται, ἐὰν δὲν ἐλε­ή­σει, κα­νεὶς δὲν ἀνα­παύ­ε­ται, ἐὰν δὲν ἀνα­παύ­σει καὶ κα­νεὶς δὲν γεύ­ε­ται τὴ χάρη τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος, ἐὰν δὲν κοι­νω­νή­σει τὴν ἀνάγ­κη τοῦ ἄλ­λου.

Ἡ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ τοῦ ἀφι­λάν­θρω­που πλου­σί­ου καὶ τοῦ πτω­χοῦ Λα­ζά­ρου ἀπο­κα­λύ­πτει τί εἶ­ναι Πα­ρά­δει­σος καὶ  Κό­λα­ση. Ὁπωσ­δή­πο­τε δὲν εἶ­ναι τό­ποι. Ἀν­τί­θε­τα, ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση εἶ­ναι τρό­ποι ἀτε­λεύ­τη­της κα­τα­στά­σε­ως τῶν ψυ­χῶν. Ὀνο­μά­ζε­ται ζωή, ὅταν εἶ­ναι συ­νέ­χεια τῆς σχέ­σε­ως μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ποὺ εἶ­ναι ὁ Θεός, καὶ εἶ­ναι θά­να­τος, ὅταν ὁδη­γεῖ σὲ ἀκοι­νω­νη­σία τῶν προ­σώ­πων, ὡς ἐκού­σια ἐπι­λο­γὴ ἀπὸ τὸν χρό­νο τοῦ βίου μας.

Ἀδελ­φοί μου,
ὁ τρό­πος ποὺ βα­δί­ζου­με στὴ ζωή μας καὶ δι­α­χει­ρι­ζό­μα­στε τὶς δυ­να­τό­τη­τές μας νὰ γνω­ρί­ζου­με ὅτι εἶ­ναι ὁ τρό­πος ποὺ θὰ ἀπο­λαύ­σου­με καὶ στὴν αἰ­ώ­νια κα­τά­στα­σή μας, ἐπει­δὴ ὁ Θεὸς θά σε­βα­στεῖ αὐ­τὴν τὴν ἐπι­λο­γή μας.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ι΄ 25-37)
12 Νοεμβρίου 2017

Μὲ ἀφορ­μὴ τὰ ἐρω­τή­μα­τα ποὺ δέ­χθη­κε ἀπὸ ἕνα νο­μο­δι­δάσκα­λο, ὁ Κύ­ρι­ος δι­η­γή­θη­κε τὴ θαυ­μά­σια πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Κα­λοῦ Σα­μα­ρεί­του, ποὺ ἀκού­σα­με σή­με­ρα, γιὰ νὰ ὑπο­γραμ­μί­σει πόσο με­γά­λη ση­μα­σία ἔχει νὰ ἐφαρ­μό­ζει κα­νεὶς στὴν πρά­ξη τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλη­σί­ον του, ἀνε­ξάρ­τη­τα ἀπὸ ὅρια.

Ἂς κά­νου­με λοι­πὸν λί­γες σκέ­ψεις, γιὰ νὰ δοῦ­με τί ση­μαί­νει νὰ περ­νᾶ­με ἀπὸ τὴ θε­ω­ρία στὴν ἔμ­πρα­κτη ἐφαρ­μο­γὴ τῆς ἀγά­πης.

Ὁπωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι ἀπα­ραί­τη­το νὰ γνω­ρί­ζου­με τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. Νά με­λε­τοῦ­με τὴν Ἁγία Γρα­φή, γιὰ νὰ βρί­σκου­με κα­θο­δή­γη­ση καὶ λύση στὰ προ­βλή­μα­τά μας. Ὡστό­σο μόνη ἡ γνώ­ση δὲν ἀρ­κεῖ. Ὁ νο­μι­κὸς τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου ἤξε­ρε νὰ ἀπαγ­γέλλει καλὰ, ὡς προ­σευ­χὴ πρωὶ καὶ βρά­δυ, τὴν ἐν­το­λὴ τῆς ἀγά­πης,‧ ἡ πρα­κτι­κή της ὅμως τοῦ ἦταν ἄγνω­στη. Νό­μι­ζε πὼς ὄφει­λε νὰ ἀγα­πᾶ μόνο τοὺς ὁμο­ε­θνεῖς του ἢ τοὺς ὁμο­πί­στους του, θὰ λέ­γα­με. Μιὰ τέ­τοια συ­νεί­δη­ση, ὅμως, κα­ταν­τᾶ ἀνώ­φε­λη φι­λο­σο­φία καὶ εἶ­ναι πί­στη νε­κρή, ἀφοῦ δὲν συ­νο­δεύ­ε­ται ἀπὸ ἔργα ποὺ θὰ ἔπρε­πε νὰ ἔχουν ἀπο­δέ­κτη κάθε ἄν­θρω­πο ἀνάγ­κης.

Ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ χρι­στι­α­νοὶ ἐκ­φρά­ζου­με δυ­στυ­χῶς, ἐν πολ­λοῖς, τὴν θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά μας. Μι­λᾶ­με μὲ γνώ­ση καὶ ἄνε­ση γιὰ θε­ο­λογικὰ θέ­μα­τα, ἀνα­λύ­ου­με ἁγι­ο­γρα­φι­κὰ χω­ρία, το­νί­ζου­με στοὺς ἄλ­λους τὴν ἀξία τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅμως δὲν ἔχου­με ἐπί­γνω­ση τῶν λό­γων μας, ἀφοῦ δὲν ἀφή­νου­με τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπη­ρε­ά­σει δρα­στι­κὰ πρῶ­τα τὴ προ­σω­πι­κή μας ζωή.

Ἀλη­θι­νὰ ὅμως εὐ­τυ­χεῖς καὶ μα­κά­ρι­οι γι­νό­μα­στε, μό­νον ὅταν ἔμ­πρα­κτα ἐφαρ­μό­σου­με τὸ θέ­λη­μά Του στὴ ζωή μας. Ποιὰ εἶ­ναι ἡ κα­τε­ξο­χὴν πρα­κτι­κὴ ἐφαρ­μο­γὴ τοῦ θε­λή­μα­τός Του; Ἡ ἔμ­πρα­κτη τή­ρη­ση τῶν δύο ἐν­το­λῶν ποὺ προ­βάλ­λον­ται ὡς κο­ρυ­φαῖ­ες, ἐπει­δὴ ἐμ­πε­ρι­έ­χουν ὅλες τὶς ἄλ­λες. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον. Σ’ αὐ­τὲς τὶς δύο ἐν­το­λὲς «ὅλος ὁ νό­μος καὶ οἱ προ­φῆ­ται κρέ­μαν­ται».

Κα­λού­μα­στε ν’ ἀγα­πή­σου­με πρῶ­τα τὸν Θεό, μὲ ὅλη μας τὴν καρ­διὰ καὶ μὲ ὅλες μας τὶς δυ­νά­μεις. Κι ἡ ἀγά­πη αὐτὴ νὰ μὴν εἶ­ναι θε­ω­ρη­τι­κή, ἀλλὰ νὰ ἐκ­δη­λώ­νε­ται «ἔργῳ καὶ ἀλη­θείᾳ» (Α΄ Ἰω. γ΄ 18). Μᾶς τὸ ζή­τη­σε ὁ ἴδι­ος ὁ Κύ­ρι­ος: «Ἐὰν ἀγα­πᾶ­τέ με, τὰς ἐν­το­λὰς τὰς ἐμὰς τη­ρή­σα­τε» (Ἰω. ιδ΄ 15). Μὲ τὴν συ­νέ­πεια αὐτή, ἡ ἀγά­πη κα­τό­πιν πρὸς τὸν πλη­σί­ον θὰ προ­κύ­ψει ὡς καρ­πὸς τῆς ἀνάγ­κης μας καὶ ὄχι ὡς ὀφει­λή μας. Αὐτὴ εἶ­ναι ἀπό­δει­ξη ὅτι ἀγα­ποῦ­με εἰ­λι­κρι­νὰ τὸν Θεό, σύμ­φω­να μὲ τὴ σαφῆ δι­ευ­κρί­νι­ση «ἐμοὶ ἐποι­ή­σα­τε» (Ματθ. κε΄ 40).

Τὸ ση­με­ρι­νὸ ἱερὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο προ­βάλ­λει τὸ ἐξαι­ρε­τι­κὰ πρα­κτικὸ πα­ρά­δει­γμα τῆς ἀνι­δι­ο­τε­λοῦς καὶ θυ­σι­α­στι­κῆς ἀγά­πης καὶ τῆς ἔμ­πρα­κτης ἐφαρ­μο­γῆς της. Τὸν Καλὸ Σα­μα­ρεί­τη. Ἕναν ἄν­θρω­πο ποὺ δὲν λο­γά­ρι­α­σε κόπο καὶ χρό­νο οὔτε ἐπη­ρε­ά­στη­κε ἀπὸ προκα­τα­λή­ψεις καὶ το­πι­κι­σμούς, ἀλλὰ στά­θη­κε μὲ προ­σω­πι­κὸ κίν­δυ­νο δί­πλα στὸν ξένο καὶ πλη­γω­μέ­νο συ­νάν­θρω­πό του ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς φί­λος, ὡς ἀδελ­φός. Ποι­ὸς μπο­ρεῖ ἀλή­θεια σή­με­ρα νὰ συγ­κρί­νει αὐτὸ τὸ ἐπί­πε­δο ἀγά­πης μὲ τὴν δική του συμ­πε­ρι­φο­ρά;

Ἀνα­ρί­θμη­τες εἶ­ναι οἱ εὐ­και­ρί­ες ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὴ δική μας ζωή, γιὰ νὰ δεί­ξου­με τὴν ἀγά­πη μας σὲ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους, σὲ γνω­στοὺς καὶ ἀγνώ­στους, ποὺ ἔχουν ἀνάγ­κη. Ἂν ξε­πε­ρά­σου­με τυ­χὸν ἐπι­φυ­λά­ξεις, ἴσως καὶ ἐμ­πά­θει­ες, τότε, μὲ ἐπί­κεν­τρο ἐν­δι­α­φέρον­τος τὸν ἄλ­λον καὶ ὄχι τὸν ἑαυ­τό μας, θὰ ἀπο­κα­λύ­ψου­με τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς ἀγά­πης μας καὶ τὴν γνη­σι­ό­τη­τα τῆς πί­στε­ώς μας.

         «Πο­ρεύ­ου καὶ σὺ καὶ ποί­ει ὁμοί­ως».

Αὐτὸ πα­ραγ­γέλ­λει σή­με­ρα, ἀδελ­φοί μου, ὁ Χρι­στὸς στὸν κα­θέ­να ἀπὸ ἐμᾶς. Μὴ μέ­νεις, λέει, στὴ θε­ω­ρία. Ἀκο­λού­θη­σε τὸ πα­ρά­δει­γμα τοῦ Κα­λοῦ Σα­μα­ρεί­του. Ὁ δρό­μος γιὰ νὰ κλη­ρο­νο­μή­σεις τὴν αἰ­ώ­νια ζωὴ ἔχει συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο. Τὴν ἔμ­πρα­κτη ἀγά­πη. Ξε­πέ­ρα­σε τὸν ἑαυ­τό σου, γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σεις τὸν ἀδελ­φό σου. Κι ὅταν τὸν βρεῖς, ἔχεις συ­ναν­τή­σει Ἐμέ­να, τὴν Ζωή. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιβ΄ 19-21)
19 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Χρι­στὸς μὲ μιὰ σύν­το­μη πα­ρα­βο­λή, ἀγα­πη­τοί μου ἀδελ­φοί, μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζει σή­με­ρα τὴ ζωὴ ἑνὸς πλου­σί­ου, τὸν ὁποῖο ὁ Ἴδι­ος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἄφρο­να. Καὶ ἦταν πρά­γμα­τι ἄφρων ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, ἐπει­δὴ πέ­ρα­σε ὅλη του τὴ ζωὴ προ­σκολ­λη­μέ­νος στὰ πλού­τη του, ἐνῷ τε­λι­κὰ πέ­θα­νε, πρὶν προ­λά­βει νὰ τὰ ἀπο­λαύ­σει.

Ἀξί­ζει λοι­πὸν νὰ δοῦ­με γι­α­τί ἡ ἐπι­δί­ω­ξη ἀπο­κτή­σε­ως ἐπί­γει­ων ἀγα­θῶν καὶ μά­λι­στα πολ­λῶν εἶ­ναι ἀφρο­σύ­νη.

Πρῶ­τον, δι­ό­τι γε­μί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ ἄγ­χος καὶ ἀγω­νία. Αὐ­τοὶ ποὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται μόνο γιὰ τὰ ὑλι­κὰ ἀγα­θὰ καὶ τὶς ἀπο­λαύσεις, νο­μί­ζουν ὅτι μὲ τὸν τρό­πο αὐτὸ θὰ χα­ροῦν τὴ ζωή τους. Ἡ ἀλή­θεια ὅμως εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή.

Ἂς δοῦ­με τὸν πλού­σιο τῆς Πα­ρα­βο­λῆς. Τὴν ἐξαι­ρε­τι­κὴ εὐ­φο­ρία καὶ τὴν πλού­σια σο­δειά του ἀκο­λού­θη­σαν βα­σα­νι­στι­κὲς σκέ­ψεις καὶ ἀγω­νι­ώ­δεις μέ­ρι­μνες, «Τί ποι­ή­σω;» ἔλε­γε. Καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἡ πλε­ο­νε­ξία του τὸν ὁδή­γη­σε σὲ μιὰ ἀπό­φα­ση ποὺ τὸν πε­ρι­έ­πλε­ξε σέ με­γα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πέ­τει­ες. Ἀπο­φά­σι­σε νὰ γκρε­μί­σει τὶς ἀπο­θῆ­κες του καὶ νὰ κτί­σει με­γα­λύ­τε­ρες, γιὰ νὰ ἐξα­σφα­λί­σει τὰ ὑπάρ­χον­τά του. Στ’ ἀλή­θεια, πό­σες φα­σα­ρί­ες, ἔξο­δα, πο­νο­κε­φά­λους, προ­βλή­μα­τα καὶ ἐν­τά­σεις προ­κά­λε­σε αὐτὴ ἡ ἀπό­φα­σή του; Κάτι πα­ρό­μοιο συμ­βαί­νει μὲ κάθε ἄν­θρω­πο ποὺ μπαί­νει στὴ λο­γι­κὴ τῆς κα­τα­ναλω­τι­κῆς ζωῆς. Ἀρ­χί­ζει ἕνα ἀστα­μά­τη­το κυ­νή­γι χρη­μά­των μὲ ὅλα τὰ μέσα, χω­ρὶς νὰ ἡσυ­χά­ζει. Ἂν μά­λι­στα σὲ αὐτὰ προ­σθέ­σου­με τὴν ἀγω­νία τῆς κλο­πῆς τους, ποὺ τὸν δι­α­κα­τέ­χει, ἢ ἀκό­μη τὴν ἀπώ­λειά τους ἀπὸ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τότε εὐ­κο­λό­τε­ρα κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ζεῖ μο­νί­μως στὴν ἀβε­βαι­ό­τη­τα καὶ στὴν ἀγω­νία. Κάτω ἀπὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν κα­νεὶς νὰ ἀπο­λαύ­σει τὰ ἀγα­θά του;

Δεύ­τε­ρον, δι­ό­τι ἠ ψυχὴ ὡς πνεῦ­μα δὲν χορ­ταί­νει μὲ ὑλι­κὰ ἀγα­θά. Οἱ πό­θοι της εἶ­ναι βα­θύ­τε­ροι καὶ ἄπει­ροι καὶ μόνο ὁ ἄπει­ρος καὶ τέ­λει­ος Θεὸς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἱκα­νο­ποι­ή­σει. Γι­’ αὐ­τὸ καὶ αὐτὴ ἐν­στι­κτω­δῶς δι­ψά­ει τὴν ἕνω­σή της μὲ τὸν Θεό. Τί­πο­τα ἄλλο δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἱκα­νο­ποι­ή­σει οὐ­σι­α­στι­κὰ παρὰ μόνο τὸ «ὄν­τως ἐφε­τόν» πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου.

Τρί­τον, δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος λη­σμο­νεῖ τὸν θά­να­το. Τὸ πιὸ δι­α­κριτὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς ἀφρο­σύ­νης τῶν ὑλι­στῶν εἶ­ναι ἡ πε­ποί­θη­ση ὅτι τὰ πλού­τη τους θὰ τὰ ἔχουν δι­αρ­κῶς μαζί τους. Τὸν θά­να­το οὔτε ποὺ τὸν σκέ­πτον­ται. Αὐτὸ ἀκρι­βῶς ἔπα­θε κι ὁ δυ­στυ­χὴς πλού­σι­ος τῆς Πα­ρα­βο­λῆς, ὁ ὁποῖ­ος ἐνῷ ὀνει­ρευ­ό­ταν ἀνέ­σεις καὶ ἀπο­λαύ­σεις, τὸν ἐπι­σκέ­φθη­κε ὁ θά­να­τος. Τότε ἄκου­σε ἀπὸ τὸ στό­μα τοῦ Δι­καιοκρί­του Κυ­ρί­ου « Ἀνό­η­τε ἄν­θρω­πε, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑτοί­μα­σες, ποῦ θὰ πᾶνε;».

Ἀδελ­φοί μου,

πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι πέ­φτουν κα­θη­με­ρι­νὰ στὴν ἴδια πα­γί­δα, ἐπει­δὴ πι­στεύ­ουν ὅτι τὰ χρή­μα­τα καὶ τὰ κτή­μα­τα μπο­ροῦν οἱ ἴδι­οι νὰ τὰ δι­α­χει­ρί­ζον­ται, ὡς δικά τους, χω­ρὶς ποτὲ νὰ τὰ ἀπο­χω­ρι­στοῦν. Δὲν σκε­πτό­μα­στε ὅτι, ὅπως ὅταν γεν­νη­θή­κα­με δὲν εἴ­χα­με τί­πο­τα, ἔτσι κι ὅταν φεύ­γου­με δὲν μπο­ροῦ­με νὰ πά­ρου­με μαζί μας τί­πο­τα. Δὲν εἶ­ναι ἀφρο­σύ­νη λοι­πὸν νὰ ἀγω­νι­οῦ­με καὶ νὰ κο­πι­ά­ζου­με γιὰ πρά­γμα­τα ποὺ εἶ­ναι ἐπί­γεια καὶ φθαρ­τά;

Ζοῦ­με σὲ μιὰ κοι­νω­νία ποὺ προ­βάλ­λει τὸ χρῆ­μα καὶ τὴν ὕλη ὡς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ τὴν εὐ­τυ­χία τοῦ ἀν­θρώ­που. Δὲν ὑπάρ­χει ὅμως με­γα­λύ­τε­ρη ἀφρο­σύ­νη ἀπὸ τὸ νὰ στη­ρί­ζε­ται κα­νεὶς στὴν ὕλη.

Κερ­δι­σμέ­νοι ζοῦν σ’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο ὅσοι τὰ δι­α­χει­ρί­ζον­ται πρὸς ὄφε­λος καὶ τῶν ἄλ­λων, ἐξα­σφα­λί­ζον­τας ἔτσι θη­σαυ­ροὺς ποὺ ἀπο­τε­λοῦν γιὰ τοὺς ἴδι­ους τὴν κα­λύ­τε­ρη ἐπέν­δυ­ση καὶ γιὰ τὸ αἰ­ώ­νιο μέλ­λον. Ἀμήν.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιω΄ 18-27)
26 Νοεμβρίου 2017

Δὲν εἶχε εὐ­τυ­χῆ κα­τά­λη­ξη ἡ συ­νάν­τη­ση τοῦ πλού­σι­ου ἐκεί­νου νε­α­νί­σκου μὲ τὸν Κύ­ριο, τὴν ὁποία μᾶς πε­ρι­γρά­φει τὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἔφυ­γε λυ­πη­μέ­νος ὁ νέος, ὅταν ὁ Χρι­στὸς τοῦ ζή­τη­σε νὰ ἀπο­χω­ρι­στεῖ τὸ χρῆ­μα ποὺ κρα­τοῦ­σε αἰ­χμά­λω­τη τὴν ψυχή του, γιὰ νὰ γί­νει τέ­λει­ος. Ἡ ὑπέρ­βα­ση γιὰ τὴν τε­λει­ό­τη­τα ἀπο­τε­λεῖ, ἀπὸ τότε, τὴν αἰ­ώ­νια προ­τρο­πὴ τοῦ Κυ­ρί­ου ἀλλὰ καὶ τὸν τε­λι­κὸ στό­χο γιὰ κάθε χρι­στι­α­νό.

        Ἡ αὐ­το­γνω­σία καὶ ὁ ἀγώ­νας προ­βάλ­λουν ὡς ἀναγ­καῖ­ες προϋπο­θέ­σεις γιὰ τὴν ἐπι­τυ­χία αὐ­τοῦ τοῦ σκο­ποῦ.

        Ὁ πλού­σι­ος νέος τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου νό­μι­ζε ὅτι εἶ­ναι κα­λός, ἐπει­δὴ τη­ροῦ­σε τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀπο­δεί­χθη­κε ὅμως, ἡ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά του ἦταν τυ­πι­κὴ καὶ ἐπι­φα­νει­α­κή. Νό­μι­ζε ὅτι ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Θεὸ κα­θο­ρί­ζε­ται ἀπὸ τυ­πι­κὰ κα­λὲς πρά­ξεις. Ἀπέ­φευ­γε βέ­βαια τὶς σο­βα­ρὲς πα­ρα­βά­σεις τοῦ νό­μου, ἀλλὰ ζη­τοῦ­σε νὰ μά­θει ἂν χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νει καὶ κάτι ἄλλο, γι’ αὐτὸ καὶ ρώ­τη­σε «τί ποι­ή­σας ζωὴν αἰ­ώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σω;».

        Ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­το­γνω­σί­ας στε­ρεῖ μέ­χρι καὶ σή­με­ρα ἀπὸ κάθε ἄν­θρω­πο τὴν δυ­να­τό­τη­τα ἀνα­κά­λυ­ψης τῶν ἀγ­κα­θι­ῶν, ὡς ἐμποδίων, ποὺ ὑπάρ­χουν βα­θιὰ μέσα στὴν ψυχή του. Ἀγ­κά­θια, ποὺ ἂν ἐν­το­πί­σει καὶ ξε­ρι­ζώ­σει, θὰ τε­λε­σφο­ρή­σει κάθε καλὴ δι­ά­θε­ση καὶ προ­σπά­θεια. Χρει­ά­ζε­ται πα­ράλ­λη­λα αὐ­το­κρι­τι­κὴ καὶ εἰ­λι­κρί­νεια, γιὰ νὰ ἐν­το­πι­σθεῖ τὸ ζη­τού­με­νο ἀπὸ τὸν Χρι­στὸ «ἓν» ποὺ μᾶς χω­ρί­ζει.

        Τὸ δεύ­τε­ρο ἀπα­ραί­τη­το στοι­χεῖο, γιὰ νὰ γί­νου­με τέ­λει­οι καὶ πι­στοὶ μα­θη­τές Του, εἶ­ναι ἀδι­αμ­φι­σβή­τη­τα ἡ Χά­ρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ δρό­μος τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζωῆς ὡς πο­ρεία γιὰ τὴν τε­λει­ό­τη­τα δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λος. Ἀπαι­τεῖ θυ­σί­ες καὶ αὐ­τα­πάρ­νη­ση. Γιὰ τὸν πλού­σιο, ὁ Κύ­ρι­ος εἶπε ὅτι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο νὰ πε­ρά­σει μία κα­μή­λα ἀπὸ τὴν τρύ­πα μιᾶς βε­λό­νας, παρὰ νὰ εἰ­σέλ­θει ἕνας πλού­σι­ος στὴ Βα­σι­λεία τῶν οὐ­ρα­νῶν. Κι ὅταν οἱ μα­θη­τὲς ρώ­τη­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη «τότε λοι­πὸν ποι­ὸς μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ;», ὁ Κύ­ρι­ος ἀπάν­τη­σε ὅτι «ὅσα εἶ­ναι ἀδύ­νατον νὰ γί­νουν μὲ τὴν ἀσθε­νι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη δύ­να­μη, εἶ­ναι κα­τορ­θω­τὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θεοῦ».

        Ἀδελ­φοί μου,
ἡ συμ­με­το­χή μας στὴ μυ­στη­ρι­α­κὴ ζωὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἰδι­αί­τε­ρα ὅμως στὸ Μυ­στή­ριο τῆς ἱε­ρᾶς Ἐξο­μο­λο­γή­σε­ως εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρία νὰ ἐκ­δη­λώ­σου­με τὴν εἰ­λι­κρι­νῆ μας με­τά­νοια καὶ νὰ κα­τα­θέ­σου­με ὅ,τι στέ­κε­ται πρό­σκομ­μα στὸ δρό­μο μας γιὰ νὰ Τὸν ἀκο­λου­θή­σου­με. Οἱ συμ­βου­λὲς τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ μας, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μπο­ροῦν νὰ στη­ρί­ξουν τὸν πνευ­μα­τι­κό μας ἀγῶ­να γιὰ τὴν τε­λει­ό­τη­τα.

        Ὁ Κύ­ρι­ος δὲν μᾶς θέ­λει ἁπλῶς «κα­λοὺς ἀν­θρώ­πους» ἀλλὰ ἀφο­σι­ω­μέ­νους μι­μη­τές Του. Θέ­λει νὰ γί­νου­με τέ­λει­οι, δι­ό­τι αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ προ­δι­α­γρα­φὲς ποὺ μᾶς ἔδω­σε, ὅταν μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σε. Μᾶς ἔπλα­σε «κατ’ εἰ­κό­να» καὶ «καθ’ ὁμοί­ω­σίν» Tου. Ἔχου­με λοι­πὸν τὴ δυ­να­τό­τη­τα γιὰ πολὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀπὸ ὅσα νο­μί­ζου­με ὅτι ἀπὸ μό­νοι μας μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­φέ­ρου­με. Ἔχου­με τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ν’ ἀνε­βοῦ­με ψη­λό­τε­ρα. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀνα­κα­λύ­ψου­με αὐτὸ τὸ «ἓν» ποὺ ζητεῖ σή­με­ρα καὶ μᾶς χω­ρί­ζει ἀπὸ κον­τὰ Tου καὶ νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σου­με μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βο­ή­θειά Tου. Τότε θὰ ἀπο­δει­χθοῦ­με ἄξι­οι μα­θη­τὲς καὶ κλη­ρο­νό­μοι τῆς Βα­σι­λεί­ας Του. Ἀμήν.

 

Κηρύγματα Νοεμβρίου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. στ΄, 31–36)
1 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Στὴ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ ὁ Κύ­ρι­ος ὁμι­λεῖ γιὰ τὴν ἐν­το­λὴ τῆς ἀγά­πης, προ­τρέ­πον­τάς μας νὰ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε στοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας ὅπως ἀκρι­βῶς ἐπι­θυ­μοῦ­με νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται κι αὐ­τοὶ σὲ μᾶς. Εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση, μᾶς λέει, ἂν θέ­λου­με οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ μᾶς ἀγα­ποῦν, νὰ μᾶς σέ­βον­ται καὶ νὰ μᾶς συγ­χω­ροῦν, τότε κι ἐμεῖς πρῶ­τοι νὰ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε ἔτσι.

Ἄν ἀγα­πᾶ­τε, δι­ευ­κρι­νί­ζει, αὐ­τοὺς ποὺ σᾶς ἀγα­ποῦν, ὅπως κά­νουν οἱ ἁμαρ­τω­λοί, καὶ κά­νε­τε καλὸ μόνο σὲ ἐκεί­νους ποὺ σᾶς φέ­ρον­ται καλά, τότε μέσα σας δὲν ὑπάρ­χει ἡ χά­ρις τοῦ Θεοῦ. Ἂν δα­νεί­ζε­τε σ’ ἐκεί­νους ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ ἔχε­τε ἀπο­λα­βές, ὅπως κά­νουν οἱ ἁμαρ­τω­λοί, τότε ἡ ἀγά­πη γί­νε­ται δο­σο­λη­ψία καὶ ἡ φι­λαν­θρω­πία ἰδι­ο­τέ­λεια. Γι’ αὐτό, πάλι μᾶς προ­τρέ­πει, νὰ ἀγα­πᾶ­τε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ πράτ­τε­τε τὸ ἀγα­θὸ καὶ νὰ δα­νεί­ζε­τε χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε ἀν­τα­πό­δο­ση, καὶ τότε ὁ μι­σθός σας θὰ εἶ­ναι πο­λὺς καὶ θὰ εἶ­σθε γνή­σια παι­διὰ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἴδι­ος εὐ­ερ­γε­τεῖ ἀκό­μα καὶ τοὺς ἀχά­ρι­στους καὶ πο­νη­ροὺς ἀν­θρώ­πους.

Μὲ τοὺς λό­γους αὐ­τοὺς ὁ Κύ­ρι­ος ἀνα­λύ­ει πρα­κτι­κὰ τὶ ση­μαί­νει ἡ ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον, καὶ τὴν δι­α­στέλ­λει ἀπὸ κάθε ἐνέρ­γεια ποὺ ἀπο­βλέ­πει στὸ συμ­φέ­ρον μας. Ἡ ἀγά­πη δὲν εἶ­ναι γιὰ τὸν Χρι­στὸ μία κί­νη­ση ποὺ ἐξαρ­τᾶ­ται ἀπὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν ἄλ­λων γύρω μας, ἀλλὰ ἀν­τλεῖ τὴν κα­τα­γω­γή της καὶ τὴ δύ­να­μή της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ νέα ἐν­το­λή, ἡ μο­να­δι­κὴ ἐν­το­λὴ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, εἶ­ναι τὸ «Ἀγα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους», κα­θὼς σ’ αὐτὴ στη­ρί­ζον­ται καὶ ὁ Νό­μος καὶ οἱ Προ­φῆ­τες, καὶ κάθε ἔκ­φρα­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύ­ρι­ος δί­νει σαφῆ ἐν­το­λὴ θέ­λον­τας νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν ψυχή μας πρὸς τὴν πρα­γμά­τω­ση τῆς ἀλη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μὲ τὸν πλη­σί­ον, μᾶς λέει πὼς ση­μά­δι ὅτι εἴ­μα­στε γνή­σι­οι μα­θη­τές του εἶ­ναι ὄχι ἡ θαυ­μα­τουρ­γία ἀλλὰ ἡ ἀγά­πη. Δὲν ζή­τη­σε ὁ Χρι­στὸς ἀπὸ τοὺς Ἀπο­στό­λους νὰ κά­νουν ση­μεῖα καὶ θαύ­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ ὁ ἴδι­ος τοὺς ἔδω­σε αὐτὴ τὴν δω­ρεὰ καὶ χάρη, ἀλλὰ ταυ­τί­ζει τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον μὲ τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἐπεί­να­σα, μᾶς λέει, καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ φάω. Καὶ τοῦ­το, ἐπει­δὴ συν­δέ­ε­ται ἡ ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον καὶ ἡ ἀγά­πη πρὸς τὸν Θεό.

Δὲν εἶ­ναι σπά­νιο φαι­νό­με­νο, μέσα στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀτέ­λεια καὶ ἀδυ­να­μία μας, καὶ ἔχον­τας ἀνάγ­κη νὰ εἰ­σπρά­ξου­με τὴν ἀγά­πη τῶν συ­ναν­θρώ­πων μας, νὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὴν ἀγά­πη ὡς μιὰ κί­νη­ση συ­ναι­σθη­μα­τι­κή, ποὺ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ στε­νὸ κύ­κλο ἀν­θρώ­πων γύρω μας, καὶ συ­χνά με­τα­βάλ­λε­ται ἀνά­λο­γα μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά τους. Ὅμως γιὰ τὸν Χρι­στὸ ἡ ἀγά­πη εἶ­ναι κοι­νω­νία προ­σώ­πων καί, ἐπει­δὴ ὡς κοι­νω­νία προ­σώ­πων καὶ ὡς σχέ­ση ἑνό­τη­τας μὲ τὸν συ­νάν­θρω­πο καὶ μὲ τὸν Θεὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑπάρ­ξει μὲ ὅρους ἰδι­ο­τε­λεῖς, τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της γνώ­ρι­σμα δὲν εἶ­ναι ἡ ἀν­τι­προ­σφο­ρὰ ἀλλὰ ἡ προ­σφο­ρὰ δί­χως ἀν­ταλ­λά­γμα­τα. Πιὸ ἁπλᾶ, ἂν πε­ρι­μέ­νου­με ὅλοι μας πρῶ­τα οἱ ἄλ­λοι νὰ μᾶς φερ­θοῦν μὲ ἀγά­πη, ὥστε κι ἐμεῖς νὰ πρά­ξου­με ἀνά­λο­γα, τότε μοι­ραῖα οἱ ἄν­θρω­ποι ἀπο­ξε­νω­νό­μα­στε με­τα­ξύ μας, κλει­νό­μα­στε στὴ φυ­λα­κὴ τοῦ ἐγώ μας καὶ ζοῦ­με ἀπὸ τώρα τὴν ἀπο­μό­νω­ση, ποὺ εἶ­ναι ἡ Κό­λα­ση.

Ἡ κοι­νω­νία σή­με­ρα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, ὅσο ποτέ, ἀπρό­σω­πη, οἱ ἄν­θρω­ποι ὡς μο­νά­δες, ζοῦ­με ἀπο­μο­νω­μέ­νοι, σκυ­θρω­ποί, δί­χως ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸν πλη­σί­ον, δί­χως πρα­γμα­τι­κὴ ἀγά­πη καὶ χαρὰ μέσα μας.

Ἔξο­δο φυ­γῆς ἀπὸ τὴν κό­λα­ση τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀπο­τε­λεῖ ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ Χρι­στοῦ, σή­με­ρα, νὰ πε­ρά­σου­με ἀπὸ τὴν πα­θη­τι­κὴ ἐγω­ι­στι­κὴ στά­ση στὴν ἐνερ­γη­τι­κὴ καὶ πρα­γμα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση τῆς ἀγά­πης, ποὺ προ­σφέ­ρει καὶ προ­σφέ­ρε­ται καὶ θυ­σι­ά­ζε­ται χω­ρὶς ὅρους, ὅπως ἔκα­νε ὁ Ἴδι­ος, φω­τί­ζον­τας τὴν προ­ο­πτι­κὴ τῆς ὄν­τως Ζωῆς καὶ τῆς ἀνά­στα­σης ποὺ χρει­α­ζό­μα­στε. Ἀμήν.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ζ΄ 11-16)
8 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς μᾶς δι­η­γή­θη­κε σή­με­ρα μὲ σύν­το­μο καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο τὸ θαῦ­μα τῆς ἀνα­στά­σε­ως τοῦ μο­να­δι­κοῦ παι­δι­οῦ μιᾶς γυ­ναί­κας χή­ρας ποὺ ζοῦ­σε στὴν κω­μό­πο­λη τῆς Ναΐν. Ἡ κω­μό­πο­λη αὐτὴ βρί­σκε­ται στὰ νό­τια τοῦ ὄρους Θα­βώρ, στὴν Γα­λι­λαία.

Ἐκεῖ πή­γαι­νε ὁ Κύ­ρι­ος συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀπὸ τοὺς μα­θη­τές του καὶ ἀπὸ πολὺ κό­σμο. Μό­λις πλη­σί­α­σε τὴν πύλη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμ­παι­ναν στὴν πόλη, βρέ­θη­κε μπρο­στὰ στὴν νε­κρι­κὴ πομ­πή. Ἡ θλί­ψη ὅλων καὶ ἰδι­αί­τε­ρα τῆς μη­τέ­ρας, ἀβά­στα­κτη.

Τὰ πρά­γμα­τα ὅμως μὲ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ ἀλ­λά­ζουν τρο­πή. Ὁ Ἀρ­χη­γὸς τῆς ζωῆς συ­ναν­τι­έ­ται μὲ τὸν θά­να­το. Ἐκεῖ­νος ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ κό­σμου, ἔρ­χε­ται ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ ἕνα γε­γο­νὸς ποὺ ἔσβη­νε κάθε ἀν­θρώ­πι­νη ἐλ­πί­δα. Εἶ­ναι ὅμως Ἐκεῖ­νος ποὺ ἀφα­νί­ζει τὴν θλί­ψη καὶ τὸν πόνο καὶ φέρ­νει στὸν κό­σμο τὴν χαρά. Εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ ἔχει ἐξου­σία νὰ λέει: «Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέγω ἐγέρ­θη­τι» καὶ ἡ ἐν­το­λὴ τῆς ζωῆς νὰ ἐνερ­γο­ποι­εῖ­ται αὐ­το­στι­γμεί. Τὸ νε­κρὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται καὶ πα­ρα­δί­δε­ται ζων­τα­νὸ στὴν ἀπελ­πι­σμέ­νη μη­τέ­ρα.

Μὲ αὐ­τὸν τὸν θαυ­μα­τουρ­γι­κὸ τρό­πο ὁ Θεὸς ἐπι­σκέ­φθη­κε τὸν λαό του. Δὲν ἦταν κα­θό­λου μι­κρὸ γε­γο­νὸς αὐτὸ ποὺ εἶ­δαν ὅλοι. Ἕνας νε­κρὸς ἀνα­στή­θη­κε μὲ τὸ πρό­στα­γμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ λύπη ποὺ εἶχε κυ­ρι­εύ­σει τὴν ψυχή τους ἔφυ­γε καὶ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε ἀπὸ τὴν χαρά.

Ὁ θά­να­τος, ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι ἀδι­αμ­φι­σβή­τη­τα φο­βε­ρὸς γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Εἶ­ναι ἕνα ἀφύ­σι­κο γε­γο­νὸς ποὺ δὲν ἐπι­νο­ή­θη­κε ἀπὸ τὸν Δη­μι­ουρ­γό, ἀλλὰ προ­έ­κυ­ψε ὡς συ­νέ­πεια τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ εἶ­ναι ὁ Ἴδι­ος. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλα­σε γιὰ νὰ ζοῦ­με, ὄχι νὰ πε­θαί­νου­με. Μᾶς ἔδω­σε τὴν ζωή, γιὰ νὰ τὴν ἀπο­λαμ­βά­νου­με καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὴν ἀκυ­ρώ­νου­με.

Ὁ θά­να­τος ἔρ­χε­ται στὴ ζωή μας, ὅταν ἡ ψυχὴ χω­ρί­ζε­ται ἀπὸ τὸ σῶμα. Μό­λις ἡ ἀθά­να­τη ψυχὴ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ φθαρ­τό μας σῶμα, αὐτὸ δι­α­λύ­ε­ται, μαρ­τυ­ρῶν­τας ὅτι ἡ ζωὴ εἶχε ἀξία συ­ζευ­γμέ­νη μόνο μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶ­ναι ἡ ψυχή μέσα μας. Ἡ ἀθά­να­τη ψυχὴ ὅμως ἐξα­κο­λου­θεῖ νὰ ζεῖ πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν κοι­νὴ ἀνά­στα­ση. Τὸ σῶμα μετὰ τὴν ἀνά­στα­ση δὲν εἶ­ναι πλέ­ον φθαρ­τό, ἀλλὰ ἀφθαρ­το­ποι­η­μέ­νο χω­ρὶς ὑλι­κὲς ἀνάγ­κες. Μὲ τὸ σῶμα αὐτὸ ἡ ψυχὴ θὰ ζή­σει αἰ­ώ­νια, χω­ρὶς τὸν φόβο νὰ τὸ ἀπο­χω­ρι­στεῖ ξανά.

Ἡ ἐπα­να­σύ­στα­ση αὐτὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὀν­τό­τη­τας καὶ ἡ ἐκ νέου ἑνο­ποί­η­σή της εἶ­ναι τὸ με­γά­λο δῶρο τοῦ Νι­κη­τοῦ τοῦ θα­νά­του, Χρι­στοῦ, καὶ τὸ ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς Ἀνα­στά­σε­ώς του.

Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ πι­στέ­ψουν στὴν Ἀνά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἑπο­μέ­νως στὴν ἀνά­στα­ση καὶ τῶν δι­κῶν μας σω­μά­των, ἐπει­δὴ πα­ρα­μέ­νουν δοῦ­λοι τῆς φθο­ρᾶς καὶ τῶν πα­θῶν. Ἔτσι χά­νε­ται ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας, καὶ ἡ ζωή μας κυ­ρι­εύ­ε­ται ἀπὸ τὴν ἀγω­νία καὶ τὸν τρό­μο τοῦ θα­νά­του.

Τὴν πί­στη μας ὅμως στη­ρί­ζει ὁ ἄδει­ος τά­φος τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σία μας ὀνο­μά­ζε­ται καὶ εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἀνα­στά­σε­ως. Ἡ λει­τουρ­γι­κή μας ζωὴ ἔχει ὡς ἐπί­κεν­τρό της τὸ γε­γο­νὸς αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀν­τλεῖ­ται ἡ ἐλ­πί­δα καὶ προ­σφέ­ρε­ται ἡ ζωή.

Οἱ ἅγι­οι εἶ­ναι οἱ φί­λοι τοῦ Θεοῦ ποὺ γί­νον­ται τὰ πρό­τυ­πά μας, ἐπει­δὴ ἀπέ­κτη­σαν αὐ­τὴν τὴν πεῖ­ρα τῆς ἀνα­στά­σε­ως, ἀψη­φῶν­τας τὰ πάν­τα καὶ θυ­σι­α­ζό­με­νοι γιὰ τὸν Χρι­στὸ μὲ φρι­κτὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Δὲν ὑπο­λό­γι­σαν πλού­τη, νει­ᾶ­τα οὔτε κι αὐτὴ τὴν ζωή τους, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σουν τὴν χαρὰ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἔζη­σαν τὴν χαρὰ τῆς ἀνα­στά­σε­ως ἀπὸ τὸν πα­ρόν­τα κό­σμο, ἐπει­δὴ πί­στε­ψαν ὅτι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ὕπνος ποὺ θὰ μᾶς ξη­με­ρώ­σει στὴν πο­θη­τὴ ἡμέ­ρα τῆς ὄν­τως ζωῆς.

«Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέγω, ἐγέρ­θη­τι». Ὁ παν­το­δύ­να­μος λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου ποὺ ἀνέ­στη­σε τὸ νε­κρὸ γιὸ τῆς χή­ρας τῆς Ναῒν ἀν­τη­χεῖ σὲ κάθε χρό­νο καὶ ἐπο­χὴ καὶ δι­α­λα­λεῖ τὸ μή­νυ­μα ὅτι πλέ­ον ὁ θά­να­τος ἔχει νι­κη­θεῖ. Μέσα στὴν Ἐκ­κλη­σία δὲν ὑπάρ­χουν νε­κροί. Ὅλοι εἴ­μα­στε ζων­τα­νοί. Ἄλ­λοι στὴ γῆ κι ἄλ­λοι στὸν οὐ­ρα­νό.

Ἂς μὴ λυ­πό­μα­στε λοι­πὸν ὑπερ­βο­λι­κὰ γιὰ τοὺς ἀγα­πη­μέ­νους μας κε­κοι­μη­μέ­νους. Πρέ­πει νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρεῖ ἡ βε­βαι­ό­τη­τα ὅτι ζοῦν στὴν φι­λάν­θρω­πη ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἄς προ­σευ­χό­μα­στε γι’ αὐ­τοὺς καὶ ἂς ἀγω­νι­ζό­μα­στε νὰ τοὺς συ­ναν­τή­σου­με, γιὰ νὰ ζή­σου­με μαζί τους και­νὴ καὶ ἀνα­στη­μέ­νη ζωή. Ἀμήν.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 5-15)
15 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Κατὰ τὴ ση­με­ρι­νὴ ἡμέ­ρα, ἑορ­τὴ τῶν ἁγί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Ζ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ἔχει κα­θο­ρι­σθεῖ ὡς Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα ἡ πολὺ γνω­στὴ ἀλλὰ καὶ δι­δα­κτι­κὴ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ κα­λοῦ σπο­ρέ­ως. Ἡ πα­ρα­βο­λὴ ὅπου ὁ Κύ­ρι­ος Ἰη­σοῦς πα­ρο­μοι­ά­ζει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ σπό­ρο. Σὰν τὸ σπό­ρο καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ σπεί­ρε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Δὲν καρ­πο­φο­ρεῖ ὅμως παν­τοῦ καὶ πάν­τα. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­βο­λή, μόνο ὁ σπό­ρος ὁ ὁποῖ­ος ἔπε­σε σὲ καλὴ γῆ καρ­πο­φό­ρη­σε.

Γι’ αὐτὴ τὴν καλὴ γῆ θὰ κά­νου­με λόγο σή­με­ρα. Γιὰ τὴν ψυχὴ δη­λα­δὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ ὁποῖ­ος ἀκού­ει μὲ προ­σο­χὴ καὶ συ­ναί­σθη­ση τὰ θεῖα λό­για καὶ ἀγω­νί­ζε­ται νὰ τὰ ἐφαρ­μό­σει στὴ ζωή του.

Εἶ­ναι πάρα πολ­λὲς οἱ εὐ­και­ρί­ες μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖ­ες ὁ Οὐ­ρά­νι­ος Γε­ωρ­γὸς ρί­χνει τὸ σπό­ρο τοῦ θεί­ου λό­γου στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Πολ­λοὶ δὲν τὸν δέ­χον­ται. Ἄλ­λοι ὅμως ἀν­τί­θε­τα ἀπο­λαμ­βά­νουν πλού­σι­ους καρ­πούς, δι­ό­τι ἀκοῦν μὲ προ­σο­χὴ καὶ ἱερὴ συ­ναί­σθη­ση τὰ θεῖα λό­για. Γι’ αὐ­τοὺς ὁ Κύ­ρι­ος εἶπε «οὗ­τοι εἰ­σὶν οἵ­τι­νες... ἀκού­σαν­τες τὸν λό­γον κα­τέ­χου­σι».

Ἡ λέξη «κα­τέ­χου­σι» δη­λώ­νει συ­νει­δη­τὸ ἀκρο­α­τὴ ὁ ὁποῖ­ος, ὅταν ἀκού­ει καί με­λε­τᾶ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, συ­ναι­σθά­νε­ται ὅτι πρό­κει­ται γιὰ θεῖα καὶ ἱερὰ λό­για καὶ ἡ συ­ναί­σθη­ση αὐτὴ τοῦ προ­κα­λεῖ δέος. Αἰ­σθά­νε­ται ὅτι τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ μι­λά­ει ὁ Θεός. Καὶ ἡ σκέ­ψη αὐτὴ δη­μι­ουρ­γεῖ μέσα του ἕνα κλῖ­μα ἱε­ρο­πρέ­πει­ας καὶ σο­βα­ρό­τη­τας. Αὐτὴ ἡ συ­ναί­σθη­ση τὸν κά­νει νὰ προ­σεύ­χε­ται, πρὶν ἀκού­σει ἢ με­λε­τή­σει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πα­ρα­κα­λεῖ τὸν Φω­το­δό­τη Κύ­ριο νὰ τὸν φω­τί­σει νὰ ἐν­νο­ή­σει τὴ θεία δι­δα­σκα­λία.

Ἡ ἴδια συ­ναί­σθη­ση τὸν πα­ρα­κι­νεῖ κατὰ τὴν ὥρα τῆς θεί­ας δι­δα­χῆς νὰ ἐν­τεί­νει τὴν προ­σο­χή του, γιὰ νὰ μὴ χά­σει τί­πο­τα ἀπὸ τὴν οὐ­ρά­νια δι­δα­σκα­λία. Ἀκο­λου­θεῖ δη­λα­δὴ τὴ συμ­βου­λὴ τῶν ἁγί­ων Πα­τέ­ρων, οἱ ὁποῖ­οι ση­μει­ώ­νουν: Ὅπως πλη­σι­ά­ζεις μὲ εὐ­λά­βεια νὰ κοι­νω­νή­σεις τὰ Ἄχραν­τα Μυ­στή­ρια προ­σέ­χον­τας νὰ μὴν ἐκ­πέ­σει θεῖ­ος μαρ­γα­ρί­της, μὲ τὸν ἴδιο ἀκρι­βῶς τρό­πο νὰ προ­σέ­χεις στὴν ἀκρό­α­ση τοῦ θεί­ου λό­γου καὶ στή με­λέ­τη τῆς Ἁγί­ας Γρα­φῆς, ὥστε νὰ μὴ σοῦ ξε­φύ­γει κα­νέ­να ἀπὸ τὰ θεῖα νο­ή­μα­τά της.

Ὑπάρ­χει ὅμως κι ἕνα δεύ­τε­ρο βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν καλ­λι­ερ­γη­μέ­νων καὶ δε­κτι­κῶν ψυ­χῶν. Εἶ­ναι ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς ἀγώ­νας γιὰ τὴν ἐφαρ­μο­γὴ τοῦ θεί­ου λό­γου. Ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ τότε μόνο καρ­πο­φο­ρεῖ, ὅταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀγω­νί­ζε­ται «ἐν ὑπο­μο­νῇ» νὰ τὸν ἐφαρ­μό­ζει στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγι­ος ἀδελ­φό­θε­ος Ἰά­κω­βος μᾶς προ­τρέ­πει: «Γί­νε­σθε ποι­η­ταὶ λό­γου καὶ μὴ μό­νον ἀκρο­α­ταὶ» (Ἰακ. α΄ 22).

Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ λοι­πὸν μετὰ τὴ με­λέ­τη ἢ τὴν ἀκρό­α­ση τοῦ θεί­ου λό­γου νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ ἐπα­να­φέ­ρου­με στὴ μνή­μη μας ἐκεῖ­νο ποὺ δι­α­βά­σα­με ἢ ὅ,τι ἀκού­σα­με καὶ νὰ σκε­πτό­μα­στε πὼς αὐτὸ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐφαρ­μό­σου­με στὴ ζωή μας. Ἔχου­με καὶ τώρα θέμα προ­σευ­χῆς. Ὅπως πρὶν ἀπὸ τή με­λέ­τη ἢ τὴν ἀκρό­α­ση τοῦ θεί­ου λό­γου προ­σευ­χό­μα­στε, γιὰ νὰ φω­τι­στεῖ ὁ νοῦς μας καὶ νὰ ἐν­νο­ή­σου­με τὸ βά­θος τῶν θεί­ων νο­η­μά­των, ἔτσι καί μετὰ ἀπὸ αὐ­τὴν προ­σευ­χό­μα­στε στὸν Θεὸ νὰ ἐνι­σχύ­σει Ἐκεῖ­νος τὴ θέ­λη­σή μας στὸν ἀγῶ­να γιὰ τὴν ἐφαρ­μο­γὴ τοῦ θε­λή­μα­τός του.

Ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι πολὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ ζη­τοῦ­με τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θεοῦ, δι­ό­τι ὑπάρ­χει τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ συ­ναν­τή­σου­με θλί­ψεις καὶ δο­κι­μα­σί­ες, δυ­σκο­λί­ες καὶ ἐμ­πό­δια, τὰ ὁποῖα μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κλο­νί­σουν, ἂν δὲν μᾶς ἐνι­σχύ­σει Ἐκεῖ­νος νὰ θέ­σου­με ὡς γερὴ βάση καὶ στή­ρι­γμά μας τὸ θέ­λη­μά του.

«Καλὴ γῆ». Ἔτσι μᾶς θέ­λει καὶ αὐ­τὴν ψά­χνει ὁ Οὐ­ρά­νι­ος Γε­ωρ­γός. Νὰ ἔχου­με ψυ­χὲς δε­κτι­κὲς ποὺ θὰ ἀκοῦν μὲ προ­σο­χὴ τὰ θεῖα λό­για καὶ θὰ προ­σπα­θοῦν νὰ τὰ ἐφαρ­μό­ζουν στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζωή.

Ἂς Τὸν πα­ρα­κα­λέ­σου­με θερ­μὰ νὰ μᾶς χα­ρί­σει καὶ κατὰ τὴ νέα ἱε­ρα­πο­στο­λι­κὴ χρο­νιὰ πλού­σια τὴ σπο­ρὰ τοῦ θεί­ου λό­γου καὶ ἀκό­μη πλου­σι­ό­τε­ρη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ καρ­πο­φο­ρία στὶς ψυ­χὲς ὅλων μας. Ἀμήν.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 27-39)
22 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Τὴν τρα­γι­κὴ πραγ­µα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐπιρ­ρο­ῆς τοῦ σα­τα­νᾶ στὴ ζωὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀλλὰ καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα ἀπε­λευ­θέ­ρω­σης ἀπὸ τὸ κακὸ, ποὺ πα­ρέ­χει πάν­τα ἡ πα­ρου­σία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή µας, ἀπο­κα­λύ­πτει ἡ ση­µε­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ.

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς ἀνα­φε­ρό­µε­νος στὸ γε­γο­νὸς τῆς µετάβα­σης τοῦ Κυ­ρί­ου στὴ χώρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν καὶ τῆς συ­νάν­τη­σε­ώς του µὲ ἄν­δρα «ὃς εἶχε δαι­µό­νια ἐκ χρό­νων ἱκα­νῶν», δι­α­πι­στώ­νει τὸ δι­α­βρω­τι­κὸ καὶ κα­τα­στρε­πτι­κὸ ρόλο τῶν δαι­µο­νι­κῶν δυ­νά­µε­ων στὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος µέσα στοὺς αἰ­ῶ­νες, ἀλλὰ πα­ράλ­λη­λα φα­νε­ρώ­νει τὴν κα­τα­λυ­τι­κὴ ἐξου­σία ποὺ ἔχει ὁ Χρι­στὸς κατὰ τοῦ δι­α­βό­λου. Εἶ­ναι ἀνάγ­κη νὰ ὑπο­γραµ­µί­σου­µε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἀλή­θεια ὅτι ἡ Ἐκ­κλη­σία, ὅταν κά­νει λόγο στὸν σύγ­χρο­νο κόσ­µο γιὰ τὸν δαί­µο­να καὶ τὶς δυ­νά­µεις του, δὲν πα­ρα­πέµ­πει τὸν ὀρ­θο­λο­γι­στὴ ἄν­θρω­πο νὰ ψά­ξει στὶς τε­ρα­τό­µορ­φες πα­ρα­στά­σεις ἄλ­λων ἐπο­χῶν, γιὰ νὰ τὸν ἐκ­φο­βί­σει, ἀλλὰ ἀπευ­θύ­νε­ται µὲ σκο­πὸ νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἀνι­χνεύ­σει µέσα ἀπὸ τὰ γε­γο­νὸ­τα τῆς ζωῆς του τὴν κρυ­πτό­µε­νη πα­ρου­σία καὶ ἐπέµ­βα­σή του, το­νί­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὴν πα­ρή­γο­ρη ἀλή­θεια ὅτι ὁ Κύ­ρι­ος ἦλθε «ἵνα κα­ταρ­γή­σῃ τὸν τὸ κρά­τος ἔχον­τα τοῦ θα­νά­του, τοῦτ’ ἔστι τὸν δι­ά­βο­λον». Εἶ­ναι ἀδι­αµ­φι­σβή­τη­τη πραγ­µα­τι­κό­τη­τα πὼς ζοῦ­µε σὲ µιὰ ἐπο­χή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄν­θρω­πος κοµ­πά­ζει γιὰ τὸ ἐπί­πε­δο τοῦ πο­λι­τισ­µοῦ του, γιὰ τὴν πο­λύ­πλευ­ρη ἐπι­στη­µο­σύ­νη του, γιὰ τὰ ἐπι­τεύγ­µα­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας του, γιὰ τὰ κα­το­χυ­ρω­µέ­να δι­και­ώ­µα­τά του, καὶ ὁπωσ­δή­πο­τε γιὰ τὴν ἀσύ­δο­τη ἐλευ­θε­ρία του καὶ τὴν ἀσύλ­λη­πτη δυ­να­τό­τη­τά του σὲ κάθε το­µέα τῆς ζωῆς. Στὸν κόσ­µο αὐτὸ ὁ λό­γος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σή­µε­ρα περὶ δαι­µο­νί­ων ξε­νί­ζει, προ­κα­λεῖ, ἀµ­φι­σβη­τεῖ­ται, πα­ρα­πέµ­πον­τας σὲ σκο­τα­διστι­κὸ πα­ρελ­θόν.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, τὰ σκλη­ρὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ κα­θη­µε­ρι­νοῦ ἀβί­ω­του πλέ­ον βίου µας, δη­λα­δὴ ἡ ἀπου­σία τῆς ἀν­θρω­πι­ᾶς, ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς ἀγά­πης, ἡ ἀπο­κα­θή­λω­ση τῶν ἰδε­ω­δῶν, τὸ ἀνα­πο­δο­γύ­ρισ­µα τῶν ἀξι­ῶν, τὸ γκρέ­µισ­µα τῶν θεσ­µῶν, ἡ ἀπο­τυ­χία τῶν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κῶν µας συ­στη­µά­των, ἡ δι­ά­λυ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας, ἡ ἐπί­µο­νη ἄρ­νη­ση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν νο­μι­μο­ποί­η­ση καὶ θε­ώ­ρη­ση κάθε ἁμαρ­τί­ας καί δι­α­στρο­φῆς ὡς ἀν­θρω­πί­νου δι­και­ώ­μα­τος, µᾶς βο­η­θοῦν νὰ ἐν­το­πί­σου­µε τὴ δι­α­βρω­τι­κὴ πα­ρέµ­βα­ση τοῦ προ­αι­ώ­νι­ου ἐχθροῦ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τῆς ζωῆς, δη­λα­δὴ τοῦ δι­α­βό­λου. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ἡ ἀνα­φο­ρὰ τῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς στὸ ἀλ­λοι­ω­µέ­νο ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο τοῦ δαι­µο­νισ­µέ­νου μὲ τὴν δι­ά­θε­ση ἐπίδει­ξης τῆς γυµ­νό­τη­τας, τὴν ἔλ­λει­ψη µέ­τρου, τὴν ἀπρο­θυ­µία κοι­νω­νι­κότη­τας, τὸν πόθο πα­ρα­µο­νῆς σὲ σκο­τει­νοὺς καὶ δυ­σώ­δεις τό­πους, τὴν ἀφη­νι­ασ­µέ­νη δύ­να­µη, ὥστε νὰ σπά­ζει ἀκό­µη καὶ ἁλυ­σί­δες, τὴν θο­ρυ­βώ­δη ἐµ­φά­νι­ση, τὴν µα­νι­ώ­δη ἐπί­θε­ση καὶ τέ­λος τὸν φόβο τοῦ δαί­µο­να νὰ ἀν­τι­κρύ­σει τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ.

Σή­µε­ρα ποὺ μὲ σκο­πι­μό­τη­τα πο­λε­μεῖται καί γε­λι­ο­ποι­εῖ­ται ἡ πί­στη στὴν ὕπαρ­ξη τοῦ σα­τα­νᾶ ἀπὸ τοὺς δῆ­θεν προ­ο­δευ­τι­κοὺς ποὺ ἀπο­κλεί­ουν ἐπι­στη­µο­νι­κῶς (!!!) τὴν µε­θο­δεία τοῦ δι­α­βό­λου, ποι­ὸς ἀμ­φι­σβη­τεῖ ὅτι δὲν ὑφί­σταν­ται στὴν πο­λι­τισ­µέ­νη, κατὰ τὰ ἄλλα, κοι­νω­νία µας τὰ ἴχνη τῶν ἔρ­γων του µὲ κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς συµ­πε­ρι­φο­ρὲς ἀναρ­χικῶν, τρο­µο­κρα­τῶν, δο­λο­φό­νων, ἀπα­τε­ώ­νων, βι­α­στῶν, ἐµ­πό­ρων ναρ­κω­τικῶν καὶ ὅλων ὅσοι ἐρ­γά­ζον­ται γιὰ τὴν ἐπι­κρά­τη­ση τοῦ κα­κοῦ καὶ τὴν δι­ά­σπα­ση κάθε δυ­να­τῆς κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων;

 Ἡ Θε­ο­λο­γία τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας µας, θε­µε­λι­ω­µέ­νη στὴν ἁγι­ο­γρα­φι­κὴ µαρ­τυ­ρία καὶ στὴν Πα­τε­ρι­κὴ σο­φία, δί­νει πει­στι­κὲς ἐρ­µη­νεῖ­ες γιὰ ὅσα συµ­βαί­νουν, γνω­ρί­ζον­τάς µας πὼς τὰ δαι­µό­νια εἶ­ναι προ­σω­πι­κὲς ὑπάρ­ξεις τοῦ πνευ­µα­τι­κοῦ κόσ­µου µὲ συ­νεί­δη­ση καὶ ἐλευ­θε­ρία. Μᾶς δι­δά­σκει ἐπί­σης ὅτι τὸ κακὸ προ­ϋ­πο­θέ­τει ὑπευ­θυ­νό­τη­τα, ἐπει­δὴ δὲν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτο, δὲν εἶ­ναι δη­λα­δὴ ἀφη­ρη­µέ­νη πραγ­µα­τι­κό­τη­τα ἀλλὰ καρ­πὸς ἐλεύ­θε­ρης πρά­ξης καὶ ἀπο­τέ­λεσ­µα συ­νει­δη­τοῦ σκο­ποῦ. Γι­’αὐ­τὸ καὶ σκο­πός του ἔκτο­τε ἔγι­νε ἡ κυ­ρι­αρ­χία τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ ἔργο του ἡ δι­ά­σπα­ση τῆς κοι­νω­νί­ας του µὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο.

Τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας µας ἀνα­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, κατὰ τὶς ὁποῖ­ες ὁ δι­ά­βο­λος ἐπι­δι­ώ­κει τὴν προ­σω­ρι­νὴ ἢ καὶ τὴν αἰ­ώ­νια ἐξόν­τω­ση τοῦ πλάσ­µα­τος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέ­λα­βε, ἐπί­σης, τόν ρόλο τοῦ ὑπο­βο­λέα τοῦ κα­κοῦ στὴν ἐλεύ­θε­ρη συ­νεί­δη­ση καὶ δι­ά­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, µι­σῶν­τας τὴν ἁρ­µο­νία, τὴν ὀµορ­φιὰ καὶ τὴν τάξη τοῦ φυ­σι­κοῦ κόσ­µου. Ὅµως οἱ ἐνέρ­γει­ές του, οἱ σκο­ποί του καὶ οἱ δυ­νά­µεις του κα­τα­λύ­ον­ται ἀπὸ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῶν ἁγί­ων του. Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Χρι­στοῦ κατὰ τῶν δαι­µο­νι­κῶν δυ­νά­µε­ων συ­νε­χί­ζει στὸν κόσ­µο ἡ Ἐκ­κλη­σία, ὡς τὸ πα­ρα­τει­νό­µε­νο στὴν ἱστο­ρία ἀνα­στη­µέ­νο σῶµα του. Μέσα στὸ πνευ­µα­τι­κὸ αὐτὸ ἐρ­γα­στή­ριο ὁ Θεὸς ἐπι­στρα­τεύ­ει τοὺς ἁγί­ους του, οἱ ὁποῖ­οι δι­ε­ξά­γουν ἀό­ρα­το πό­λε­µο κατὰ τοῦ δι­α­βό­λου.

Ἀδελ­φοί µου, ὁ πι­στὸς ἄν­θρω­πος µπο­ρεῖ νὰ δι­α­σώ­σει καὶ νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὴν ὕπαρ­ξή του συ­νει­δη­τὰ καὶ ἐλεύ­θε­ρα μόνο μέσα στὸ Σῶµα τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπου ὑπερ­νι­κᾶ­ται ἡ δι­ά­σπα­ση καὶ βι­ώ­νε­ται ἡ ἑνό­τη­τα μέσα στὴν Θεία Λει­τουρ­γία μὲ πα­ράλ­λη­λη ἄσκη­ση ἔρ­γων εὐ­ποι­ΐ­ας καὶ τὴν δι­α­κο­νία τῆς ἀγά­πης. Γέ­νοι­το.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 41-56)
29 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Σύμ­φω­να μὲ τὴ δι­δα­σκα­λία τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου, ἀγα­πη­τοί μου ἀδελ­φοί, ἡ ζωὴ τοῦ χρι­στι­α­νοῦ ἀπο­τε­λεῖ πρᾶ­γμα πα­ρά­δο­ξο. Προ­κα­λεῖ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κὴ σή­με­ρα ἡ ἐμ­πει­ρία καὶ ὁμο­λο­γία του, ὅταν γρά­φει «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι, ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χρι­στός». Ἐσω­τε­ρι­κὸ ὅμως χα­ρα­κτηρι­στι­κὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ζωῆς τοῦ χρι­στι­α­νοῦ εἶ­ναι ἡ διὰ τοῦ βα­πτί­σμα­τος πνευ­μα­τι­κὴ ἀνα­γέν­νη­ση καὶ ἐξω­τε­ρι­κὸ χα­ρα­κτηρι­στι­κό της ἡ ἀγά­πη καὶ ἡ τα­πεί­νω­ση.

Αὐτὰ ἀκρι­βῶς τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δι­α­πι­στώ­νου­με στὰ ἀνα­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς. Ὁ ἴδι­ος ὁ Χρι­στός, ὡς ἀρ­χέ­τυ­πη εἰ­κό­να καὶ πα­ρά­δει­γμα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, προ­σφέ­ρει τὸ μέ­τρο ποὺ ὀφεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με, ὥστε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καὶ ἡ προ­σω­νυ­μία τοῦ χρι­στι­α­νοῦ στὸ πρό­σω­πό μας. Ὁ Χρι­στός, μετὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου στὴ χώρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πο­ρευ­ό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου Ἰα­εί­ρου, γιὰ νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὴ δω­δε­κά­χρο­νη ἑτοι­μο­θά­να­τη θυ­γα­τέ­ρα του. Ἐνῷ βρι­σκό­ταν καθ᾽ ὁδὸν ἀκο­λου­θού­με­νος ἀπὸ πλή­θη ἀν­θρώ­πων, τὰ ὁποῖα «συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν», κά­ποια γυ­ναί­κα, ἡ ὁποία ὑπέ­φε­ρε ἀπὸ αἱ­μορ­ρα­γία ἐπὶ δώ­δε­κα χρό­νια, κα­τά­φε­ρε νὰ Τὸν πλη­σι­ά­σει καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ νὰ ἀγ­γί­ξει τὴν ἄκρη τῶν ἐν­δυ­μά­των του. «Καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔστη ἡ ρύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς», ὅμως, ἡ ἐνέρ­γειά της δὲν δι­έ­λα­θε τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁποῖ­ος ἐρώ­τη­σε ποι­ὸς Τὸν εἶχε ἀγ­γί­ξει.

Τὸ ἐρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ αὐ­θόρ­μη­τα προ­κά­λε­σε τὴν λο­γι­κὴ τῶν γύρω του καὶ τὴν ἀπο­ρία τῶν μα­θη­τῶν του. «Τό­σος κό­σμος Σὲ πε­ρι­βάλ­λει, Κύ­ριε, ἀσφυ­κτι­κά. Ὁ ἕνας σπρώ­χνει τὸν ἄλλο καὶ Σὲ πι­έ­ζουν. Σὲ ἀγ­γί­ζουν ἀπὸ παν­τοῦ καὶ Σὺ ρω­τᾶς ποι­ὸς Σὲ ἄγ­γι­ξε;»
Στ’ ἀλή­θεια πα­ρά­ξε­νο τὸ ἐρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν τὴν ἄφη­σε νὰ δι­α­φύ­γει τῆς προ­σο­χῆς κα­νε­νός, ὅπως ἡ ἴδια ἤθε­λε, ἀλλὰ τὴ φέρ­νει στὸ κέν­τρο καὶ τὴ φα­νε­ρώ­νει γιὰ πολ­λὲς αἰ­τί­ες. Ὁ ἱε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος δί­νει τὴν δική του ἐρ­μη­νεία γι­αυ­τό. Πρῶ­τα, λέει, δι­α­λύ­ει τὸν φόβο τῆς γυ­ναί­κας, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἐνο­χλεῖ ἡ συ­νεί­δη­σή της, σὰν νὰ ἔχει κλέ­ψει τὴ χάρη καὶ ζεῖ σὲ ἀγω­νία. Δεύ­τε­ρον τὴν βγά­ζει ἀπὸ τὴν πλά­νη της, ποὺ νο­μί­ζει ὅτι πέ­ρα­σε ἀπα­ραί­τη­τη καὶ τρί­τον πα­ρου­σι­ά­ζει σ’ ὅλους τὴν πί­στη της, ὁμο­λο­γῶν­τας τὴν θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ ἐπέμ­βα­ση τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὴν μι­μη­θοῦν καὶ οἱ ἄλ­λοι.

Αὐ­τὴν ἀκρι­βῶς τὴν τα­πεί­νω­σή της ἐπαι­νεῖ καὶ προ­βάλ­λει. Δέ­χε­ται ἡ γυ­ναί­κα ἀδι­α­μαρ­τύ­ρη­τα ὅτι τῆς συμ­βαί­νει, χω­ρὶς νά με­τρᾶ τὸν ἑαυ­τό της, τὸ θέ­λη­μά της, ὑπο­μέ­νου­σα ἀκό­μη σχό­λια καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὺς ἀλλὰ καὶ ἀμ­φι­σβη­τή­σεις τῆς στά­σης της.

Δυ­στυ­χῶς ἡ ση­με­ρι­νὴ ἐπο­χὴ δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ ἀκρι­βῶς ἀν­τί­θε­το. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν δέ­χον­ται κου­βέν­τα ἀπὸ κα­νέ­να, δὲν ἀνέ­χον­ται οὔτε τὴν κα­λό­πι­στη κρι­τι­κὴ σὲ ὅ,τι κά­νουν καὶ λένε. Ἡ αὐ­το­προ­βο­λὴ καὶ ἡ ἀνά­δει­ξη τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ἀλά­θη­του ἔχουν κα­θι­ε­ρω­θεῖ ὡς τὰ ἰδε­ώ­δη τῆς ἐπο­χῆς. Ὁ κα­θέ­νας αἰ­σθά­νε­ται ἀλάν­θα­στος καὶ ἀλ­λοί­μο­νο σὲ αὐ­τὸν ποὺ θὰ τὸν ἐλέγ­ξει. Καὶ ἔτσι πο­ρεύ­ον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ ζωή τους, μὲ ἐγω­ι­σμὸ καὶ αὐ­τάρ­κεια, χω­ρὶς νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅτι χρει­ά­ζον­ται τὴ συμ­βου­λὴ τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἡ ζωὴ τοῦ χρι­στι­α­νοῦ ὅμως δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τέ­τοια. Ἡ θε­ά­ρε­στη τα­πεί­νω­ση γί­νε­ται σὲ κάθε ἐπο­χὴ ὁ μα­γνή­της ποὺ μα­γνη­τί­ζει τὸ ἔλε­ος καὶ τὴν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «τα­πεινοῖς δί­δω­σι χά­ριν».

Αὐτὴ ἡ ἀρε­τὴ θὰ γί­νε­ται πάν­το­τε ἀπὸ μέ­ρους μας τὸ δυ­να­τό­τε­ρο καὶ σω­τή­ριο ἄγ­γι­γμα τοῦ ἱμα­τί­ου τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ μᾶς κά­νει ἀπο­δέ­κτες τῶν θε­ρα­πευ­τι­κῶν του ἐνερ­γει­ῶν. Ἀμήν.


 


Κηρύγματα Ὀκτωβρίου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Α΄ Κορ. ιστ΄ 13-24)
3 Σεπτεμβρίου 2017

Μέσα στὸ διάβα τῆς ζωῆς μας συναντᾶμε, ἀδελφοί μου, πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ μερικοὶ οἱ ὁποῖοι διακρίνονται γιὰ τὴν ἀρετή τους, τὴν καλοσύνη τους, τὴν διακριτικότητά τους καὶ γιὰ τὸ χαρισματικό τους χαρακτῆρα. Αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ συνιστᾶ νὰ τοὺς ἐντοπίζουμε καὶ νὰ τοὺς ἐκτιμᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή. «Ἐπιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους» (Α΄ Κορ. ιστ΄ 18).

Στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὑπῆρξαν τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ βοήθησαν τὸ ἀποστολικό του ἔργο. Ἔθεσαν στὴ διάθεσή του τὰ σπίτια τους, τὶς ὑπηρεσίες τους, τὰ χρήματά τους. Σὲ σημεῖο μάλιστα ποὺ ὅπως ὁμολογοῦσε ὁ ἴδιος ἀνέπαυσαν τὸ πνεῦμα του καὶ συμπλήρωσαν τὸ κενὸ ποὺ εἶχε ἀφήσει μέσα του ἡ ἀπουσία ἄλλων προσφιλῶν συνεργατῶν του. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διακρίνονταν γιὰ τὴν αὐταπάρνηση καὶ γιὰ τὸν ζῆλο τους. Ἔβλεπαν τὸν Ἀπόστολο ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέναντι στὰ πνευματικὰ ποὺ τοὺς χάριζε, αὐτοὶ ἀνελάμβαναν νὰ καλύψουν τὶς ὑλικές του ἀνάγκες καὶ νὰ ἐξασφαλίζουν τὶς  προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἔργου του. Στὰ πρόσωπα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὁ Ἀπόστολος Παῦλος βρῆκε τοὺς πρώτους συνεργάτες του, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ ἦταν ἡ ἀρχικὴ ζύμη σὲ κάθε τόπο γιὰ τὴν κατὰ τόπους ἐγκαθίδρυση τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ ὅλους αὐτοὺς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατηροῦσε στενὸ σύνδεσμο, γι’ αὐτὸ καὶ στὶς ἐπιστολές του, κάθε φορὰ θυμᾶται τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ στέλνει τοὺς ἀσπασμούς του καὶ ἐκδηλώνει τὴν ἀγάπη του. Ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ διατηροῦσαν μέσα τους ἀνάλογα αἰσθήματα γιὰ τὸν πνευματικό τους Πατέρα ποὺ τὸν σέβονταν καὶ ἐκτελοῦσαν πρόθυμα τὶς συμβουλές του.

Ἀνάμεσά τους εἶχε δημιουργηθεῖ ἕνας ἅγιος σύνδεσμος ποὺ μόνο ἡ ἁμαρτία μποροῦσε νὰ διασπάσει. Ὁ πνευματικὸς αὐτὸς δεσμὸς ἔγινε, ἔκτοτε, γιὰ ὅλους μας πρότυπο στὶς σχέσεις ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε μὲ τοὺς πνευματικούς μας πατέρες.

Τέτοια πρόσωπα συναντᾶμε καὶ σήμερα ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ὅπου ἐργαζόμαστε πνευματικά. Εἶναι τὰ πρόσωπα ποὺ ἐκτιμοῦν τὸν κόπο μας καὶ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργή τους ἐνθαρρύνουν ἠθικὰ τὴν προσπάθειά μας.  Πάντα αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸν Κύριο καὶ ὕστερα γιὰ μᾶς ποὺ γίναμε τὰ ὄργανα γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ γιὰ τὸν προσανατολισμὸ στὴ ζωή τους. Ἔτσι στὰ πρόσωπά τους οἱ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου βρίσκουμε τοὺς ἐθελοντὲς συνεργάτες καὶ τοὺς πρόθυμους συμπαραστάτες στὰ καλὰ ἔργα.

Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ καὶ ὕστερα στὸ πέρασμα πολλῶν αἰώνων, τέτοια πρόσωπα διεδραμάτισαν σπουδαῖο ρόλο στὴν διάδοση τῆς ἀλήθειας τοῦ Εὐαγγελίου, ἀνακουφίζοντας τοὺς κήρυκας τοῦ Λόγου ἢ ὑποβοηθῶντας τὸ δύσκολο ἔργο τους. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἦσαν ἀφιερωμένα στὸ ἀποστολικὸ ἔργο κι ἄφησαν ἄλλες ἀσχολίες γιὰ νὰ ἀφοσιωθοῦν σ’ αὐτό. Ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι γνωστὰ τέτοια πρόσωπα ποὺ βοήθησαν ἀποφασιστικὰ τὴν Ἱεραποστολή.

Σήμερα ὁ θεσμὸς ἐπιβιώνει, ὅπου παρατηρεῖται ἱερὸς ζῆλος  καὶ πνευματικὴ καθοδήγηση ἀπὸ μέρους καλῶν κληρικῶν. Καὶ εἶναι στ’ ἀλήθεια μία πραγματικὴ ὄαση στὴν ἐρημιὰ τῶν ποικίλων ἀντιξοοτήτων ἡ παρουσία τέτοιων ἁγιασμένων ψυχῶν, ποὺ ἀφοῦ σώθηκαν καὶ προσανατολίσθηκαν στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ, ἀγωνίζονται νὰ κρατηθοῦν πιστὲς στὴ διακονία τους, ἐκδηλώνοντας τὰ εὐγενικά τους αἰσθήματα πρὸς τοὺς πατέρες τους, ἀναπαύοντας τὸ πνεῦμα τους.

Εἶναι ἔργο καὶ καρπὸς τῆς θείας οἰκονομίας ποὺ ἀπὸ τὴν μιὰ ἐπιτρέπει νὰ δοκιμάζουμε οἱ πνευματικοὶ ἐργάτες τὶς πίκρες τῆς σπορᾶς καὶ τὶς ἀπογοητεύσεις τῆς ἀκαρπίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ βρίσκουμε ὅργανα φωτισμένα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μὲ προθυμία καὶ αὐταπάρνηση γιὰ τὴν πνευματικὴ σπορά.

Τὸ παράδειγμα αὐτῶν πρέπει νὰ τονίζεται γιὰ νὰ βρεῖ μιμητές. Εἶναι παράδειγμα ὡραίων ψυχῶν μὲ αἰσθήματα ἀγάπης καὶ εὐγενείας. Καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἡ προτροπὴ εἶναι νὰ ἐκτιμᾶμε τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀξία τους καὶ τὴν προσφορά τους. Γιατὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ εἶναι δύσκολο.

Δὲν θὰ παύσουν βέβαια ποτὲ νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐπιλήσμονες. Αὐτοὶ ποὺ κινοῦν τὴν πτέρνα τους κατὰ τοῦ εὐεργέτου καὶ ποὺ μὲ τὴν διαγωγή τους λογχίζουν τὴν καρδιά μας, ὅπως ἔγινε καὶ στοὺς ἁγίους  Ἀποστόλους. Ἡ πρόνοια ὅμως τοῦ Θεοῦ μᾶς παρέχει ἀνθρώπους ποὺ κοπιάζουν στὰ καλὰ ἔργα, καὶ οἱ ὁποῖοι σηκώνουν μαζί μας τὸ βάρος στοὺς ὥμους τους, ἀναπληρώνοντας τὸ ὑστέρημα τῶν πρώτων.

Ἂς εἶναι εὐλογημένοι οἱ ἐν Χριστῷ συνεργοί μας καὶ ἂς σελαγίζει παντοῦ τὸ παράδειγμά τους.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ (Ἰωάν. γ’, 13-17)
10 Σεπτεμβρίου 2017

«Οὕτω γαρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον …..»

Ὁ Θεὸς Πατέρας «δὲν ἀπέστειλε τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ στὸν κόσμο γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ Αὐτοῦ». Αὐτὸν τὸν λόγο, ἀγαπητοί μου, ἀκοῦμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ ἀναγινώσκεται μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως. Ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μέγα μυστήριο τῆς θείας φιλανθρωπίας, τὸ ἐνέχυρο τῆς θείας εὐσπλαγχνίας καὶ σωτηρίας, ἡ πιὸ γήινη καὶ ψηλαφητὴ εἰκόνα τοῦ οὐράνιου σταυροῦ τῆς ἀγάπης. Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν εἶναι μιὰ ἰδεολογία ἢ μιὰ φιλοσοφία, ἀλλὰ μιὰ πραγματικὴ ἱστορία, εἶναι ὁ πραγματικὸς καὶ ἱστορικὸς θάνατος τοῦ Θεοῦ, ποὺ φέρνει ἀκριβῶς τὴν πραγματικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου.

«Ἰδοὺ γὰρ διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Διὰ τοῦτο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «κηρύσσει Χριστὸν ἐσταυρωμένον» καὶ καυχᾶται «ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἔτσι γιὰ νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας στὸν Κύριο κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὑμνοῦμε καὶ δοξάζουμε «τὸ μακάριον ξύλον», τὸ ξύλο τῆς ζωῆς τὸ καινό, ποὺ ἐπάνω σ’ αὐτὸ ἀπέθανε ὁ βασιλεὺς τῆς Δόξης, γιὰ νὰ σκορπίσει αἰώνια ζωὴ σ’ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ κορύφωμα μαζὶ καὶ τὸ κλειδὶ τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας. Ὁ σταυρικὸς θάνατος εἶναι τὸ Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι βρισκόμαστε γύρω ἀπὸ τὸν Χριστὸ πάνω στὸ σταυρό μας, στὸ σταυρὸ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τοῦ πόνου μας. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ διακρίνει τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἡ ἁμαρτωλότητα καὶ ἡ καθαρότητα, ἀλλὰ ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου γίνεται ζυγὸς δικαιοσύνης, ὅπως θαυμάσια ψάλλει ἡ Ἐκκλησίας μας καὶ ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ἀπὸ τὴν στάση του ἀπέναντι στὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀποδοχὴ ἢ τὴν ἄρνηση. Ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὥρας γράφει θαυμάσια: «ἐν μέσῳ δύο ληστῶν ζυγὸς δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ σταυρός σου˙ τοῦ μὲν καταγομένου εἰς ἅδην τῷ βάρει τῆς βλασφημίας, τοῦ δὲ κουφιζομένου πταισμάτων πρὸς γνῶσιν θεολογίας».

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ὑπενθυμίζει σ’ ὅλο τὸν κόσμο καὶ σ’ ἐμᾶς ὅτι, ὅταν διαλέξουμε τὸν Σταυρὸ ὡς τρόπο τῆς ζωῆς μας, ὡς πολίτευμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου, τότε ἔχουμε τὴν Ἀνάσταση, τὴν ἀληθινή μας ἐλευθερία, τὴν οὐσιαστικὴ ἀνάπαυσή μας μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν μας καὶ τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅταν περιστάσεις καὶ θλίψεις καὶ ἀνάγκες τοῦ βίου μᾶς κυκλώνουν, ὑψώνουμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ ἀτενίζουμε μὲ πίστη τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας, καὶ μὲ ἐλπίδα προχωρᾶμε, σταυρωμένοι καὶ ἀναστημένοι. Συσταυρωμένοι καὶ συναναστημένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀδελφοί μου,

προσδοκῶντας τὴν ἑορτὴ τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἔχουμε μιὰ ἀκόμα εὐκαιρία νὰ ἀναλογισθοῦμε τὶς ἄπειρες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διοχετεύτηκαν στὴ ζωή μας διὰ τοῦ Σταυροῦ. Στὴν ἀναμονὴ αὐτὴ ἂς στρέψουμε τὸ βλέμμα μας στὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ἀπὸ ὅπου πηγάζει ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασή μας, προκειμένου νὰ φωτισθοῦν τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας μὲ τὴν ὁλόθερμη ἱκεσία «Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ σκέπε, φρούρει, φύλαττε καὶ σῶζε τοὺς δούλους σου». Ἀμήν.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ (Μαρκ. η΄, 34 – θ΄,1)
17 Σεπτεμβρίου 2017

Τρεῖς ἀπαραίτητες πρϋποθέσεις ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, ἀδελφοί μου, διευκρινίζονται στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς σωστὸς χριστιανὸς καὶ μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἀντίθετα μὲ τὴν συνήθεια τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ποὺ προκειμένου νὰ προσελκύσουν ὀπαδοὺς ὑπόσχονται παροχές, τιμὲς καὶ ἀπολαύσεις, ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ ὁ πιστὸς τὸν ἑαυτό του, ὕστερα νὰ σηκώσει τὸν προσωπικό του σταυρὸ καὶ τέλος νὰ ὑπακούσει στὶς ἐντολές του.

Ὁ Χριστὸς δὲν ἀναγκάζει καὶ δὲν ὑποχρεώνει κανένα. Ζητεῖ ὅμως ἀπὸ τὸν καθένα μας ἐλεύθερα νὰ ἀκολουθήσει μὲ συνέπεια, ἀποφασιστικότητα καὶ ἡρωϊσμό.

Τὸ «ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν» ἰσοδυναμεῖ μὲ νέκρωση πρὶν τὸ θάνατο. Ἀπαρνοῦμαι τὸν ἑαυτό μου σημαίνει ταπεινώνομαι γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τῶν ἄλλων. Χάνω γιὰ νὰ κερδίσει ὁ ἄλλος. Στεροῦμαι γιὰ νὰ πλουτίσει ὁ συνάνθρωπός μου. Ἀρνοῦμαι κάθετὶ ποὺ μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀγωνίζομαι νὰ ὑποτάξω τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς σάρκας μου. Γυρίζω τὴν πλάτη στὴν πονηρία. Νεκρώνω ὅ,τι μὲ κρατάει δέσμιο μὲ τὴ γῆ. Ὑπερβαίνω τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ προσπαθῶ νὰ γίνω σωστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ  προϋποθέτει δύναμη καὶ ἀποφαστικότητα. Πάνω ὅμως ἀπὸ τὴ δική μας δύναμη ὑπάρχει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δυναμώνει γιὰ νὰ τὸ καταφέρουμε, ἐπειδὴ μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ παλαίψουμε κατὰ τοῦ διαβόλου.

Τὸ «ἀράτω τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ» ἀφορᾶ στὸν βαρὺ Σταυρὸ ποὺ ἐπωμίζεται κάθε πιστός. Ὁ πόνος εἶναι σὰν τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὸν πόνο τῆς Σταυρώσεως ὑπάρχει ἡ λύτρωση καὶ ἡ δόξα τῆς ἀναστάσεως. Ὅπως ὁ Χριστὸς ὑπέφερε πάνω στὸν Σταυρό, ἔτσι ὑποφέρει κάθε πιστὸς καθὼς σταυρώνεται κάθε μέρα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του.

Τὶς ἀλήθειες τῆς σταυρώσεώς μας θὰ τὶς βιώσουμε στὴν καθημερινή μας ζωή. Ὅπως Ἐκεῖνος προδόθηκε ἀπὸ τὸ μαθητή του, ἔτσι κι ἐμεῖς προδινόμαστε ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπημένους καὶ ἔμπιστους ἀνθρώπους μας. Ὅπως ὁ Κύριος παράνομα δικάστηκε καὶ κατακρίθηκε, ἔτσι κι ἐμεῖς καταδικαζόμαστε μὲ εὐκολία ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους. Ὅπως Ἐκεῖνος περιφρονήθηκε, ὑβρίσθηκε, χλευάστηκε, ἔτσι κι ἐμεῖς γινόμαστε στόχος τῶν εἰρωνειῶν καὶ τῶν ὕβρεων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀφέθηκαν δοῦλοι στὴν ἁμαρτία. Κλῆρος τοῦ μαθητοῦ εἶναι ἡ μίμηση τοῦ Διδασκάλου καὶ κληρονομιὰ τοῦ πλάσματος ἡ ζωὴ τοῦ Δημιουργοῦ.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ παθήματα ποὺ μᾶς προκαλεῖ ὁ κόσμος, ἔχουμε καὶ τὰ παθήματα ποὺ μᾶς προκαλεῖ ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Εἶναι οἱ πονηροὶ λογισμοὶ καὶ οἱ ἄτακτες ἐπιθυμίες ποὺ σὰν ἀγκάθια καὶ καρφιὰ προκαλοῦν τὴν θλίψη καὶ ἀνισορροποῦν τὸν ἀγῶνα μας.

Καὶ τέλος τὸ «καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ καθημερινὴ σταύρωση μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Χριστό. Ἐκεῖνος ποὺ κατόρθωσε νὰ νεκρώσει τὰ πάθη του καὶ νὰ σταυρώσει τὶς ἐπιθυμίες του χαριτώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης, τῆς βαθειᾶς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης, τὰ ὁποῖα γεμίζουν τὴν ψυχή του καὶ ἔτσι νοιώθει τὴν ἀξία τῆς ζωῆς, ἀφοῦ γίνεται δοχεῖο ἁγιασμένο τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
ἡ δύναμη τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κόσμου τούτου νικᾶ καὶ παρασύρει καθημερινὰ πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ τυφλὰ παραδίδονται στὴν ἐξουσία της καὶ γίνονται χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν θύματα τῆς ζωῆς.

Σήμερα ὁ Χριστός μᾶς ὑποδεικνύει ὁδὸν σωτηρίας. Εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὸν προσωπικό μας Γολγοθᾶ, σκληρὸς καὶ ἀνηφορικὸς δρόμος, ἀλλὰ ἀποτελεσματικὸς καὶ σωτήριος. Στὴν πορεία τοῦ δρόμου αὐτοῦ θὰ κουρασθοῦμε καὶ θὰ ὑποφέρουμε, ὥσπου νὰ φθάσουμε στὸ τέρμα, ποὺ εἶναι ἡ κατάκτηση τῆς ζωῆς καὶ ὁ θρίαμβός της.

Ὁ Σταυρὸς ποὺ ἐπιλέγουμε ὡς τρόπο πορείας, νὰ ἔχουμε τὴν βεβαιότητα ὅτι εἶναι ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Εἶναι ὁ πόνος ποὺ φέρνει χαρὰ καὶ ἡ νέκρωση ποὺ φέρνει αἰώνια ζωή. Ἀμήν.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ε΄, 1–11)
24 Σεπτεμβρίου 2017

Τὸ γεγονὸς τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν διηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς, στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀφηγεῖται ἐπιπλέον καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ ψάρεμα ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς μὲ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτὸ γίνεται ὄχι γιατὶ ἐνδιαφέρονται νὰ μᾶς περιγράψουν, ὡς ἱστορικοί, τὸ ξεκίνημα τοῦ Ἰησοῦ στὸ ἐπὶ γῆς ἔργο Του, ἀλλὰ γιατί, στὸν τρόπο ποὺ δέχτηκαν οἱ  ψαράδες τὴν πρόσκληση καὶ ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως, βλέπουν τὸ πρότυπο γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ δέχεται ὁ ἄνθρωπος τὸ θεῖο κάλεσμα.

Ἔτσι, ἐρμηνεύοντας τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μποροῦμε νὰ σταθοῦμε πρῶτα στὸ ὅτι τὸ προσκλητήριο ἀπευθύνεται στοὺς  ὑποψήφιους ἀποστόλους, τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ αὐτοὶ βρίσκονταν στὶς ἐργασίες τους καὶ μάλιστα στὸ πέρας μιᾶς κοπιαστικῆς νύχτας χωρὶς ἀποτελέσματα.

Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Κυρίου μᾶς βοηθεῖ νὰ κατανοήσουμε τὴν ἐκτίμησή του στὴν ἐργασία καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη Του στοὺς ἀνθρώπους τοῦ καθημερινοῦ μόχθου. Ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἐκλέξει τοὺς ἀποστόλους Του, δὲν ἦλθε στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ βρεῖ σοφούς, δὲν πῆγε στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ζητήσει ἰσχυρούς, δὲν ἀνέβηκε κἂν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ καλέσει ἱερεῖς καὶ νομικούς, ἀλλὰ «ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ» κάλεσε πρῶτα μερικοὺς ψαράδες, δηλαδὴ ἁπλοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, ποὺ ζοῦσαν μὲ τὴν καθημερινή τους ἐργασία. «Τὰ μωρὰ καὶ τὰ ἀσθενῆ του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός… ἵνα ἡ πίστις ἡμῶν φανερωθῇ μὴ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων ἀλλ’ ἐν δυνάμει Θεοῦ» τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Ἐὰν ὁ Χριστὸς ἐξέλεγε γιὰ τὸ ἔργο Του σοφοὺς καὶ δυνατούς, θὰ θεωροῦνταν ἀνθρώπινο κατόρθωμα ἡ νίκη τοῦ Σταυροῦ. Ἀλλὰ «ὅπως μὴ καυχήσηται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πᾶσα σάρξ» καὶ «ἵνα πᾶν στόμα φραγῇ», ὁ Ἰησοῦς προνόησε καὶ κάλεσε τοὺς ἀποστόλους ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ψαράδων καὶ τῶν ἐργατῶν.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνας ἄλλος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀπόστολοι ὑπῆρξαν ἐργάτες. Ὅταν τοὺς καταρτίζει ὁ Ἰησοῦς γιὰ τὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελίου, τοὺς ὁμιλεῖ γιὰ κόπους, γιὰ στερήσεις, γιὰ διωγμοὺς καὶ ἀγῶνες ποὺ τοὺς περιμένουν στὴν ἀποστολή τους. Δὲν θέλει, λοιπόν, σοφοὺς καὶ γραμματεῖς καὶ μωροὺς συζητητές, ποὺ μετροῦν τὰ πράγματα μὲ τὸν πῆχυ τῆς λογικῆς καὶ ἐξαρτοῦν τὰ πάντα ἀπὸ ἀνθρώπινους παράγοντες, ἀλλὰ ζητεῖ ἀνθρώπους μαθημένους νὰ παλεύουν καὶ νὰ ἀγωνίζονται, ποὺ νὰ γνωρίζουν ἀπὸ φτώχεια καὶ κόπο, ἀπὸ κινδύνους καὶ κακοπέραση, ἀνθρώπους ποὺ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ψυχή τους εἶναι ἡ ἐργασία. Ἐργάτες τοῦ εὐαγγελίου ἤθελε ὁ Χριστὸς καὶ ἐργάτες τῆς ζωῆς ἐκάλεσε.

Ἕνα δεύτερο σημεῖο, ποὺ θέλει νὰ τονίσει ἡ διήγηση, εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν μαθητῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ προθυμία ὑπακοῆς στὰ λόγια του. Ἐνῶ ἡ ὥρα ἦταν ἀκατάλληλη γιὰ ψάρεμα καὶ οἱ μαθητὲς κουρασμένοι, ὁ Πέτρος ἀπαντᾶ στὸ Χριστὸ «Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα παιδευόμασταν καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε, ἐπειδὴ ὅμως τὸ λὲς ἐσὺ θὰ ρίξω τὸ δίχτυ». Ἡ θαυματουργικὴ ἁλιεία ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς πίστης τῶν μαθητῶν. Ὁ Χριστὸς δὲν κάνει τὸ θαῦμα γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει προκαταβολικὰ πόσους καρποὺς θὰ ἀποφέρει ἡ ὑπακοὴ στὸ πρόσταγμά του καὶ ἡ ὁλοπρόθυμη ἀφοσίωση σ’ αὐτό.

Πραγματικά, ἡ ἁλιεία τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀργότερα δὲν ὑπῆρξε λιγότερο ἐκπληκτικὴ καὶ θαυματουργική, ἐπειδὴ δὲν κοπίασαν μόνοι τους ἀλλὰ μὲ συμπαραστάτη τὸν Χριστὸ καὶ καθοδηγὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Τὸ τρίτο σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ σχολιαστεῖ εἶναι πὼς ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ θαυματουργικὴ ἁλιεία ὁδηγοῦν τὸν Πέτρο στὴ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς του καὶ τῆς γύμνιας του καὶ τὸν κάνουν νὰ ὁμολογήσει: «βγὲς ἀπὸ τὸ καΐκι μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός». Ἡ ὑψηλὴ ἰδέα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας δημιουργεῖ ἕνα τεῖχος ποὺ ἐμποδίζει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀγγίξει, ἀντίθετα ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας προκαλεῖ τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ ὁλονύκτια μάταιη ἐργασία τῶν ψαράδων τῆς Γεννησαρὲτ δείχνει καθαρὰ τὴν ἀδυναμία νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος μὲ ἀνθρώπινα μέσα. Τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ λόγια Του στὸν Πέτρο φανερώνουν τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ποὺ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τὴν Ἐκκλησία, κατακτᾶ καὶ σώζει τὸν κόσμο. Ἡ κατάκτηση αὐτὴ καὶ ἡ σωτηρία θὰ συντελεῖται σὲ κάθε ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ἀνανεώνεται καὶ νὰ ἐπαληθεύεται μέσα στὴν ἱστορία ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Πέτρο «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν».
Ἀμήν.

 


Κηρύγματα Σεπτεμβρίου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 





ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 




ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 




ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 




ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

Τ

 

 

Κηρύγματα Μαΐου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ (Ματθ. ιζ΄ 1-9)
6 Αὐγούστου 2017

Τὸ ἱστορικὸ καὶ πνευματικὸ γεγονὸς τῆς ἀνάβασης τοῦ Κυρίου στὸ ὄρος Θαβώρ, ὅπου μετεμορφώθη ἐνώπιον τῶν ἁγίων Του μαθητῶν καὶ Ἀποστόλων, καὶ τὸ ὁποῖο ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα,  ἔγινε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ πρὸ τοῦ πάθους. Ὅπως μάλιστα σημειώνεται στὴ σχετικὴ ἀφήγηση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ ποὺ διαβάζουμε στὸν ὄρθρο τῆς ἑορτῆς, τὸ θέμα τῆς συζητήσεως τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία ἦταν ἀκριβῶς ὁ σταυρικὸς θάνατός του, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν Ἁγία πόλη. Γιαυτό, ὅπως σημειώνουν οἱ Πατέρες, ἡ λάμψη τῆς Μεταμορφώσεως συνδέεται μὲ τὴ δόξα τοῦ Σταυροῦ.

Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε ἁπλῶς νὰ διδάξει ἀλλὰ νὰ μεταμορφώσει τὸν ἄνθρωπο.  Νὰ ξαναντύσει τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ φῶς, νὰ τῆς ξαναδώσει τὴ λάμψη, τῆς δόξης τοῦ Πατρός.  Στὸ Θαβώρ ἔδειξε στοὺς μαθητές του τὴ δόξα Του καὶ ἐκεῖνοι τὴν ἀντελήφθησαν «καθὼς ἠδύναντο», στὸ μέτρο δηλαδὴ ποὺ οἱ ἴδιοι μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν.

Ἔτσι, ὅσοι ποθοῦν νὰ δοῦν τὰ ἀνθρώπινα νὰ μεταμορφώνονται καὶ νὰ ἀποκτοῦν τὴν καθαρότητα καὶ τὴ λάμψη ποὺ ἔδωσε στὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός, ἂς μὴ λησμονοῦν ὅτι ἡ τελικὴ ἀλλαγὴ συντελεῖται μὲ τὸ Σταυρό. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ διαπερνᾶ μυστικὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ μεταμορφώνει τὸν κόσμο.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς σημειώνει ὅτι ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔγινε μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα προσευχῆς. Ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἐνῶ προσευχόταν ἄλλαξε ἡ  ὄψη τοῦ προσώπου Του καὶ τὰ ἐνδύματά του ἔγιναν λευκὰ καὶ ἀστραφτερά. Ἦταν ἀκριβῶς ἡ στιγμὴ τῆς κοινωνίας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ  μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ ἔλαμψε στὰ ἔκπληκτα μάτια τῶν μαθητῶν.

Ἔκτοτε, μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας συνεχίζει νὰ ἀποκαλύπτεται τὸ μυστικὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως στοὺς προσευχομένους πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἀτενίζουν τὸ φῶς τοῦ προσώπου Του, αἰσθάνονται τὴν ἀκτινοβολία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κοινωνοῦν στὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ νοιώθουν τὴ ζωή τους νὰ ὑψώνεται σὲ ἄλλο ἐπίπεδο.

Οἱ πνευματικὲς αὐτὲς μυστικὲς ἐμπειρίες σφραγίζουν τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἀσφαλῶς συνέβη καὶ στὴν περίπτωση τῶν μαθητῶν, μόνο ποὺ δὲν διαρκοῦν πολύ, οὔτε  προσφέρονται σὰν φυγὴ ἀπὸ τὴν καθημερινὴ πραγματικότητα. Οἱ ὧρες τῆς κατάνυξης στὴ λατρευτικὴ ζωὴ δὲν δίνονται σὰν δυνατότητα ἀποφυγῆς τῆς κοπιαστικῆς διακονίας, οὔτε ὡς δυνατότητα ἀποφυγῆς τοῦ προσωπικοῦ Γολγοθᾶ, ἀλλὰ σὰν βάλσαμο γιὰ τὸν πόνο ποὺ θὰ ἀκολουθήσει, ὡς δύναμη ἀντιστάσεως στὸν πειρασμὸ τῆς δοκιμασίας καὶ ὡς πρόγευση τῆς νίκης, ποὺ θὰ στηρίξει τελικὰ τὴν καρδιά μας στὶς δύσκολες φάσεις τῆς μάχης.

Στὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, ποὺ θυμόμαστε σήμερα,  ἀτενίζουμε τὸν Κύριο τῆς δόξης, τὴ χορεία τῶν Ἁγίων του καὶ  προγευόμαστε τὴν ἔνδοξη  παρουσία Του.  Σὲ τέτοιες μοναδικὲς στιγμὲς ἀκούγεται  συγκλονιστικότερη ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς «Αὐτοῦ ἀκούεται». Ὥστε ὅταν κατόπιν μείνουμε μόνοι, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε ἀνεπιφύλακτα μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ ἕνα νομοθέτη, ἕνα Δάσκαλο ἠθικῆς τελειότητος, ἕνα Προφήτη, ἀλλὰ γιὰ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀνέλαβε νὰ ὁδηγήσει τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸν Πατέρα του, ἀποκαθιστώντας την στὴ δόξα καὶ τὴ λαμπρότητα τῆς θεότητάς του.

Ἀδελφοί μου,
στὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως κατέχει κεντρικὴ θέση καὶ προσδιορίζει τὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Κάθε τι ποὺ συντελεῖται μυστηριακὰ στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας, δηλαδή, ἡ διδαχή, ἡ προσευχή, τὰ ἔργα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν, καὶ τὰ μυστήρια, μεταμορφώνουν τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας μὲ πρότυπο καὶ ἄξονα τὸν Θεάνθρωπο Κύριο.

Ἐμεῖς ἀτενίζοντας τὶς διάφορες ἐκφάνσεις τῆς δόξης του, τὴ Σταύρωση, τὴ Μεταμόρφωση, τὸ Σταυρό, τὴν Ἀνάστασή του, ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε ἐν Αὐτῷ, μεταμορφούμενοι «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν», διότι ἡ καθημερινὴ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι μόνον ἐπίπονη πορεία μεταμορφώσεώς μας μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος.  Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιζ΄ 14-23)
13 Αὐγούστου 2017

Δίκαιο ἀντηχεῖ μέχρι σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ παράπονο τοῦ Κυρίου μας «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; ». Διότι ἡ γενεὰ ἐκείνη τῶν Ἰουδαίων εἶχε δεῖ τόσα θαύματά του, εἶχε ἀπολαύσει τόσες εὐεργεσίες Του, εἶχε ἀκούσει τόσες διδασκαλίες Του. Καὶ ὅμως ἔμενε ἄπιστη, σκληρὴ καὶ ἀμετανόητη. Ἀλλὰ μήπως μέχρι σήμερα δὲν ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια καὶ χειρότερα;  Ὅσο κι ἂν θέλουμε νὰ ἐλαφρύνουμε τὴ θέση μας, τὰ γεγονότα βοοῦν μὲ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά μας, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἤδη ξεσπάσει ἡ δίκαιη ὀργή του. Ἀλλὰ ὁ Κύριος μᾶς ἀνέχεται ἐπειδὴ ἀληθινὰ μᾶς ἀγαπᾶ.

Δὲν ὑπάρχει  ἀμφιβολία ὅτι μακροθυμεῖ μέχρι καὶ σήμερα καὶ μᾶς ἀνέχεται ὁ Κύριος. Βλέπει ἀνθρώπους ποὺ σέβονται τὸν νόμο Του καὶ τὰ προστάγματά του; Βλέπει ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν ζωὴ καθαρότητος καὶ ἁγιασμοῦ; Βλέπει  νὰ προοδεύουν πνευματικά, ὅσοι χαρακτηρίζονται μὲ τὸ ὄνομά του;

Δυστυχῶς. Ἡ ἁμαρτία ἔχει δηλητηριάσει τὴ ζωή μας. Φίλαυτοι, φιλάργυροι, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, ἀχάριστοι, ἀνελεήμονες, φιλήδονοι μᾶλλον παρὰ φιλόθεοι, δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὶ θὰ γινόταν, ἂν μετὰ ἀπὸ κάθε παράβαση ἐρχόταν ἡ δίκαιη τιμωρία.

Ἐδῶ ἀνοίγεται μπροστά μας τὸ μέγα κεφάλαιο τῆς ἀνοχῆς καὶ μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος, γι' αὐτὸ μακροθυμεῖ. Γι' αὐτὸ δὲν πατάσσει σκληρὰ τὸ κακό, ὅπως θὰ ἦταν δίκαιο νὰ τὸ κάνει.  Ὁ Κύριος ὅταν ἦλθε στὴ γῆ, προτίμησε ἀντὶ νὰ τιμωρήσει τοὺς ἐνόχους, νὰ τιμωρηθεῖ ὁ  Ἴδιος γιὰ χάρη μας· ἀντὶ νὰ καταδικάσει τοὺς ἁμαρτωλούς, νὰ καταδικαστεῖ ὁ Ἐκεῖνος γιὰ μᾶς. Ὑπέμεινε ὅλες τὶς δοκιμασίες, τὶς βλασφημίες, τοὺς ὀνειδισμούς, καὶ τὸν ἀπερίγραπτο πόνο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Σταυροῦ.

Ἐμεῖς καὶ μετὰ τὴ σταυρικὴ θυσία Του ἐξακολουθοῦμε νὰ ἁμαρτάνουμε καὶ εἶναι πολὺ λυπηρό, διότι μετὰ Χριστὸν ἡ ἁμαρτία γίνεται ὄχι πλέον ἀπὸ εἰδωλολάτρες, ποὺ δὲν ἄκουσαν τίποτε περὶ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ὀρθοδόξους χριστιανούς, βαπτισμένους καὶ χρισμένους στὸ ὄνομά του.

«Νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχετε περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ὑμῶν» διασαφηνίζει ὁ Κύριος. Ὄχι γιὰ νὰ μᾶς ἀπειλήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ὑπομνήσει τὴν δυνατότητα ποὺ ἔχουμε στὸν χρόνο ποὺ μᾶς παρέχεται νὰ μετανοήσουμε, ἐπειδὴ κατεργάζεται τὴν σωτηρία μας.

Ὁ ἅγιος Θεὸς παρατείνει τὸ ἔλεός του γι’αὐτὸ τὸν σκοπό, μᾶς δίνει καὶ ἄλλες εὐκαιρίες νὰ μετανοήσουμε. Στὸν ἄνθρωπο ὅμως ποὺ παραμένει σάρκα δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ μακροθυμία Του.  Τότε θὰ λειτουργήσει καὶ ἡ δικαιοσύνη του.

Ἀδελφοί, στὴν ἐποχή μας εἴμαστε ὅλοι βιαστικοὶ καὶ ἀνυπόμονοι. Δὲν ἔχουμε ὑπομονὴ νὰ περιμένουμε, οὔτε μακροθυμία νὰ ἀνεχόμαστε. Ἀκόμη καὶ οἱ γονεῖς ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν φυσικὴ λειτουργία τῆς ἀγάπης τους, ὑψώνουν αὐστηρὴ τὴ φωνή τους καὶ χρησιμοποιοῦν μὲ περισσὴ εὐκολία τὴν παιδαγωγικὴ ράβδο τους. Οἱ συγγενεῖς, ἀκόμη καὶ οἱ πιστοὶ φίλοι μᾶς τιμωροῦν χωρὶς ἔλεος στὴν διαπίστωση ἀδιόρθωτου λάθους μας. Μόνο ὁ ἅγιος Θεός, ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ, ἀνέχεται ὅλες τὶς παρεκτροπές μας. Μᾶς χαρίζει τὴν πίστωση τοῦ χρόνου ποὺ χρειαζόμαστε, γιὰ νὰ μετανοήσουμε.

 Σήμερα ἀκούγεται πάλι ξεκάθαρα ἡ φωνὴ Του: «ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;».
Νὰ μὴ τὴν  περιφρονήσουμε, οὔτε πολὺ περισσότερο πάλι νὰ τὴν λησμονήσουμε, ἀσυγχώρητα προσκολλημένοι στὴ βιοτικὴ μέριμνα, ἀλλὰ μὲ βαθειὰ τὴν συνείδηση τῆς ἀδυναμίας μας, νὰ ζητήσουμε τὸ μέγα ἔλεός του γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὴν αἰωνιότητά του.
Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιη΄ 23-35)
20 Αὐγούστου 2017

Ἀφορμὴ γιὰ τὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ παραβολὴ τοῦ σκληροῦ ἄκαρδου δούλου, ἦταν ἡ ἐρώτηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου  «Κύριε πόσες φορὲς νὰ συγχωρήσω τὸν ἀδελφό μου, ἐὰν ἐξακολουθεῖ νὰ μοῦ κάνει κακό;» Τὸ συνηθισμένο ὅριο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἧταν τρεῖς φορές. Ὁ Πέτρος πιστεύοντας ὅτι τὸ ἐξαντλεῖ φθάνοντας σὲ ὕψη μακροθυμίας, τὸ ὑπερδιπλασιάζει προτείνοντας ἕως ἑπτὰ φορές. Ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾶ «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλὰ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», γιὰ νὰ τοῦ δείξει ὅτι μπορεῖ νὰ συγχωρήσει κανεὶς τὸν συνάνθρωπό του ἀπεριόριστες φορές.

Στὴν παραβολὴ αὐτὴ χαρακτηριστικὲς εἶναι οἱ ἀντιθέσεις. Πρώτη εἶναι  ἡ διαφορὰ τοῦ χρέους. Ὁ ἕνας δοῦλος ὤφειλε στὸν βασιλιὰ ἀσύλληπτα μεγάλο ποσό, «μύρια τάλαντα», ἐνῶ ὁ ἄλλος δοῦλος ὤφειλε τὸ ἀσήμαντο ποσὸ τῶν ἑκατὸ δηναρίων.

Στὴν δεύτερη ἀντίθεση ἡ εἰκόνα παρουσιάζεται πιὸ προκλητική. Ὁ μὲν βασιλιὰς «σπλαγχνισθείς» χαρίζει στὸν  δοῦλο τὸ ὑπέρογκο ποσὸ ποὺ καταχράσθηκε καὶ τὸν ἐλευθερώνει, ἐνῶ ὁ μόλις εὐεργετημένος δὲν δείχνει ἐπιείκια, οὔτε τὴν ἐλάχιστη κατανόηση στὸ σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ζητᾶ μόνο λίγη  πίστωση χρόνου, ἀλλὰ γρήγορα τὸν ὁδηγεῖ στὴ φυλακή.

Καὶ ἕνα τρίτο σημεῖο. Αὐτὴ τὴ σκληρότητα τὴν δείχνει μόλις βγῆκε ἀπὸ τὴν τραγικὴ θέση ποὺ βρισκόταν ὁ ἴδιος, ἀφοῦ  εἶχε ἀπολαύσει τὴν μεγαλοψυχία τοῦ Κυρίου του.

Πῶς θὰ βοηθήσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ συνέλθει ἀπὸ αὐτὴ τὴν παρανοϊκὴ στάση τῆς σκληροκαρδίας;

Χρειάζεται ἀδελφοί μου, νὰ συνειδητοποιήσουμε τὶς ὀφειλές μας στὸν Θεό, τὰ λάθη καὶ τὶς παραλείψεις μας, τὰ ἁμαρτήματά μας. Ἀναλογισθήκαμε τὰ χρέη μας στὸν Θεό; Σ’ αὐτὴ τὴν ἀντιπαράθεση εὐκολότερα θὰ καταλάβουμε πόσο ἀσήμαντες εἶναι οἱ  ἀδικίες καὶ προσβολὲς τῶν ἄλλων σὲ μᾶς.

Ἡ ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ μᾶς φέρει σὲ αὐτόματη συνάφεια μὲ ὅλους τους ἀνθρώπους.

Ἀγαπητοί μου,
τὸ δυνατὸ φῶς τῆς παραβολῆς αὐτῆς φωτίζει ζωηρὰ τὴν  ὑποκρισία ποὺ ὅλοι δείχνουμε, ὅταν τὴ μιὰ στιγμὴ ἱκετεύουμε «Κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί», ἐνῶ τὴν ἄλλη καθημερινὰ δὲν θέλουμε καὶ δὲν μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε τὸν ἀδελφό μας γιὰ μικρότερες ὀφειλὲς καὶ ἀσήμαντα παραπτώματα ἐμπρὸς στὰ δικά μας.

Εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι τὸ νὰ εἴμαστε φιλάνθρωποι καὶ συγχωρητικοὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἠθικὴ ὑποχρέωση, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Θεό. Ὁ ὅρος φιλανθρωπία δὲν χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς ἔννοια συναισθηματική, ἠθικιστικὴ ἢ συμπαθητική, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἀγάπη καὶ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ διαρκῆ πορεία καὶ ζωὴ ἀγάπης μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ νὰ τὴν μιμούμεθα διαρκῶς στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὴ φανερώνουμε στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς συνανθρώπους μας.  Γένοιτο.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιθ΄ 16-26)
27 Αὐγούστου 2017

Ἀδελφοί μου, ὅλοι σήμερα διαπιστώνουμε ὅτι ἡ κατάσταση τοῦ κόσμου μας δὲν εἶναι καθόλου εὐχάριστη. Ἡ κοινωνία στὴν ὁποία ζοῦμε παρουσιάζει τὴν εἰκόνα ἑνὸς βαρειὰ ἀσθενοῦς. Οἱ καθημερινὲς εἰδήσεις ἔχουν σχέση μὲ πολέμους καὶ ἐγκλήματα, μὲ ἀδικίες καὶ ἀτιμίες, μὲ κρίσεις καὶ σκάνδαλα. Καὶ ὁ μικρὸς καθημερινός μας βίος εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἀγωνίες καὶ στενοχώριες, ἀπὸ ἄγχος καὶ ἀνασφάλεια καὶ δικαιολογημένα διερωτώμαστε, γιατὶ ὁ κόσμος μας νὰ παρουσιάζει αὐτὴ τὴν τραγικὴ εἰκόνα.

Τὴν ἀπάντηση, μαζὶ μὲ τὴ λύση τοῦ προβλήματος, μᾶς τὴ δίνει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Μὲ τὸ Εὐαγγέλιό της μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἐκπληρώσει  τὸν βασικὸ σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του. Κι αὐτὸς ὁ σκοπός εἶναι νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, διότι αὐτὸς μόνος εἶναι «ἡ ἀστείρευτη πηγὴ τῆς ζωῆς». Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ φθάσει στὸν Θεό, κληρονομώντας τὴν βασιλεία Του.

Ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἔχουν χάσει ἀπὸ τὰ μάτια τους τὸν ἀληθινὸ σκοπὸ τοῦ βίου τους καὶ τὸν ἔχουν ἀντικαταστήσει μὲ ἄλλους σκοπούς, πρόσκαιρους καὶ δευτερεύοντες. Ἀπὸ τότε ποὺ συνειδητοποίησαν τὸν ἑαυτό τους, ἔχουν ὡς κύριο μέλημά τους νὰ ἀπολαύσουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Γι’ αὐτὸ καὶ διαθέτουν ὅλο τὸν χρόνο καὶ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ γίνουν ἐπιτυχημένοι καὶ εὐτυχισμένοι μὲ βάση τὰ ὑλικὰ ἀγαθά.

Τὸν Θεὸ τὸν θυμοῦνται στὶς δύσκολες ὧρες τοῦ βίου τους, στὸν κίνδυνο, στὴν ἀρρώστεια καὶ στὸν θάνατο. Καὶ τότε δὲν τὸν ἐπιζητοῦν γιὰ νὰ τοὺς δείξει τὸν δρόμο καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύσει στὴν προσπάθεια τῆς ζωῆς τους. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔχασαν τὸν σκοπὸ καὶ τὸν προορισμὸ τῆς ὑπάρξεώς τους. Γι’ αὐτὸ βιώνουν τὴν τραγικότητά τους.

Αὐτὴ τὴν εἰκόνα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ποὺ ἔχασε τὸν προσανατολισμό του, τὴν βλέπουμε καθαρὰ στὸν πλούσιο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι γνωρίζει καλὰ ποιὸς εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ βίου του καὶ ἐπιδιώκει μὲ ζῆλο νὰ τὸν ἐκπληρώσει. Γι αὐτὸ καὶ ἐρωτᾶ τὸν Χριστό: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τὶ καλὸ νὰ κάνω γιὰ νὰ ἔχω αἰώνια ζωή»;

Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ἔχει ξεκαθαρισμένη ἀντίληψη. Αἰώνια ζωὴ γι’ αὐτὸν εἶναι τὰ πλούτη του. Τὸ μόνο ποὺ τοῦ λείπει εἶναι νὰ μπορεῖ νὰ μὴν πεθάνει, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνη αἰώνια. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ τέλος ἀρνεῖται νὰ κάνει ὅ,τι τοῦ παραγγέλλει ὁ Χριστός· δηλαδή, νὰ μοιράσει τὰ πλούτη του καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὅπως σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής, «ὅταν ὅ νέος ἄκουσε αὐτὸ τὸν λόγο ἔφυγε λυπημένος, διότι εἶχε πολλὰ κτήματα».

Ὁ καρδιογνώστης Χριστός γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ὁ πλούσιος, ποὺ στέκεται μπροστά του, ἔχει χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του τὸν πραγματικό του στόχο. Ἡ προσωρινὴ λάμψη τοῦ πλούτου καὶ ὁ σκοτισμὸς ἀπὸ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν τὸν ἐπιτρέπουν νὰ ἰδῆ μακρύτερα καὶ νὰ κατανοήση ποιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰώνια ζωή, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Οὔτε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζει πραγματικά, ἀφοῦ τὸν πιστεύει ἁπλῶς ὡς ἕνα σοφὸ διδάσκαλο καὶ ὄχι ὡς Θεό. Γι αὐτὸ καὶ τὸν προσφωνεῖ ὡς Διδάσκαλο.

Ἔχοντας αὐτὰ τὰ δεδομένα ὁ Χριστός ἐπιχειρεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν πλούσιο ἄρχοντα. Πρῶτα πρῶτα θέλει νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μάθει ποιὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς. Ὅτι δηλαδὴ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὥστε νὰ τοῦ δείξει ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ δεχθεῖ τὶς συμβουλές του. Ὕστερα τοῦ προτείνει δύο δραστικὰ φάρμακα, ποὺ θὰ τὸν βοηθήσουν νὰ γνωρίσει τὴν ἀληθινη αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ τὴν κληρονομήσει. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ὁ πλούσιος ὁμολογεῖ ὅτι ἐφύλαξε τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ τηρεῖ κάποιος μόνον τυπικὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Χρειάζεται νὰ εἶναι πρόθυμος νὰ κάνει ὅ,τι ἄλλο κι ἄν τοῦ ζητηθεῖ. Ἔτσι μποροῦν νὰ καθαρισθοῦν οἱ πνευματικές του αἰσθήσεις, ὥστε νὰ μὴν θαμβώνεται ἀπὸ τὴν προσωρινὴ λάμψη τοῦ πλούτου του καὶ νὰ βλέπει μακρύτερα τὴ λάμψη τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Αὐτὸ ὅμως δὲν συνέβη στὸν πλούσιο τοῦ εὐαγγελίου.

Τὸ δεύτερο φάρμακο, τὸ ἀκόμη πιὸ δραστικό, ἦταν νὰ ὑπερβεῖ τὶς ἐντολὲς, νὰ διαλέξει τὴν τέλεια ἀκτημοσύνη καὶ νὰ ἀφοσιωθεῖ ἀπόλυτα στὸν Θεὸ. Νὰ ἀποκολλήσει ἀπὸ τὴν καρδιά του τὰ ἐφήμερα ἀγαθὰ καὶ νὰ τὴν προσκολλήσει στὰ αἰώνια, αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ ὅσους τὸν ἐμπιστεύονται καὶ τὸν ἀκολουθοῦν.

Ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν βρῆκε τὴ δύναμη νὰ νικήσει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἔτσι ἔχασε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀπολαύσει αὐτὸ ποὺ στὸ βάθος ἐπιθυμοῦσε, τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια εὐτυχία. Ἀρνήθηκε νὰ ἐφαρμόσει τὴ θεραπευτικὴ συνταγὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγινε περίλυπος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔδωκε τὴν ἀφορμὴ στὸν Χριστὸ νὰ μᾶς διδάξει πόσο μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι ἡ φιλαργυρία, τήν ὁποίαν ἄν ὑπερβοῦμε θὰ προσελκύσουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ καθαρίσει τὸ εἶναι μας  καὶ θὰ διασώσει τὴν ὕπαρξή μας.

  Ἀμήν.

 


Κηρύγματα Αὐγούστου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ IOYΛIOY 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. η΄ 5-13)
2 Ἰουλίου 2017

Σὲ κάθε θαῦμα τοῦ Χριστοῦ θαυμάζουμε τὴν δύναμή του καὶ τὴν ἀγάπη Του πρὸς ἐμᾶς καὶ Τὸν δοξάζουμε γιαυτό. Σὲ μερικὰ θαύματά του ὅμως, βλέπουμε καὶ τὸν Χριστὸ νὰ θαυμάζει μερικοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς δοξάζει.

Ἕνα τέτοιο περιστατικὸ εἶναι καὶ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου.

Ἕνας ρωμαῖος ἀξιωματικός, ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἦταν κἂν Ἰσραηλίτης, ζητάει ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ θεραπεύσει τὸν κατάκοιτο δοῦλο του. Καὶ ὅταν ὁ Χριστὸς δέχεται νὰ πάει στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει, ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἀπαντάει: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μπεῖς κάτω ἀπὸ τὴν στέγη τοῦ σπιτιοῦ μου. Πὲς μόνο ἕνα λόγο καὶ θὰ θεραπευθεῖ ὁ δοῦλος μου. Φτάνει ἡ ἐντολή σου. Καὶ ἐγὼ ἔχω στρατιῶτες κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία μου. Καὶ ὅταν λέω σὲ κάποιον ἔλα, ὑπακούει καὶ ἔρχεται· καὶ ὅταν λέω σὲ ἄλλον κάνε αὐτό, τὸ κάνει».

Ὁ Χριστὸς θαυμάζοντας τὴ μεγάλη πίστη του εἶπε πρὸς αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν: «Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι τόση πίστη, οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες δὲν βρῆκα».

Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα νὰ θαυμάζει ὁ Χριστὸς ἕναν ἄνθρωπο; Ὑπάρχει ἆραγε μεγαλύτερη δόξα καὶ τιμή;

Ὁ Θεὸς πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι δὲν δοξάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὰ χαρίσματα ποὺ ὁ Ἴδιος τοῦ ἔχει δώσει. Τὸν θαυμάζει καὶ ἀξιολογεῖ τὶς ἀρετές, τὶς ὁποῖες καλλιέργησε μὲ δική του προσπάθεια καὶ ἀγῶνα. Γιὰ τὸν Θεό, ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἑστιάζεται στὰ ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικά, ἀλλὰ στὰ δικά του ἐσωτερικὰ δῶρα. Ὁ Θεὸς πάνω ἀπὸ ὅλα τιμᾶ τὸν κόπο μας καὶ τὴ φιλότιμη διάθεσή μας, μὲ τὰ ὁποῖα καλλιεργήσαμε ὅσο περισσότερο ἦταν δυνατὸν τὰ χαρίσματα ποὺ μᾶς ἔδωσε.

Καὶ ὁ ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, εἶναι φανερό, ὅτι εἶχε δουλέψει πάνω στὸν ἑαυτό του μὲ καθαρὴ συνείδηση. Γνώριζε τὴν ἀδυναμία του καὶ τὶς ἀτέλειές του. Καὶ αὐτὴ ἡ αὐτογνωσία τὸν ἔκανε ταπεινὸ καὶ ἰσορροπημένο.

Γι' αὐτό, βλέποντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, δὲν αἰσθάνθηκε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ Τὸν δεχθεῖ οὔτε κάτω ἀπὸ τὴν στέγη τοῦ σπιτιοῦ του.

Μπορεῖ ποτὲ νὰ ἔχει ταπείνωση καὶ αὐτογνωσία ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἔμαθε νὰ θυμᾶται τὸν Θεὸ μόνο γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πρόσκαιρων ἀναγκῶν του, ἀπαιτῶντας μάλιστα νὰ τοῦ φανερώσει ἢ νὰ τοῦ δώσει  ὑγεία, χρήματα, εὐτυχία καὶ δουλειά;

Ἀπαιτοῦν σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν Θεὸ σημεῖα καὶ θαύματα, μὲ ἀντάλλαγμα νὰ τὸν πιστέψουν.

Δὲν γίνονται αὐτὰ ἀδελφοί μου. Τέτοιες συμπεριφορὲς δὲν φανερώνουν πίστη καὶ δὲν προδίδουν ἰσορροπία.

Οἱ ἅγιοι μᾶς δίδαξαν ὅτι ποτὲ δὲν θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους ἄξιο, νὰ λάβουν ἀπὸ τὸν Θεὸ δῶρα. Τὸ μόνο ποὺ Τοῦ ζητοῦσαν μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ στὴν προσευχή τους, ἦταν τὸ ἔλεος Του, τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση.

Καὶ ὅταν κάποτε ὁ Θεὸς τοὺς ἔδινε ἕνα ἰδιαίτερο χάρισμα, πολλοὶ Τὸν παρακαλοῦσαν μὲ συναίσθηση νὰ τοὺς τὸ πάρει πίσω, φοβούμενοι τὴν πτώση στὴν ἔπαρση καὶ στὴν ὑπερηφάνεια.

Τὸ μεγαλύτερο, λοιπόν, αἴτημά μας πρὸς τὸν Θεό, ἂς διδαχθοῦμε σήμερα μὲ ἀφορμὴ τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε, εἶναι νὰ Τὸν παρακαλοῦμε νὰ προσθέσει πίστη στὴν πίστη μας, γιατὶ αὐτὴ θὰ γεννήσει μέσα μας τὴν ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου, ἡ ὁποία θὰ γίνει μὲ τὴ σειρά της αἰτία νὰ εἰσέλθει, νὰ χωρέσει καὶ νὰ παραμείνει ὁ Χριστὸς κάτω ἀπὸ τὴν στέγη τῆς ψυχῆς μας. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. η΄ 28-θ΄1)
9 Ἰουλίου 2017

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποκαλύπτει τὴν πραγματικότητα τοῦ Σατανᾶ, ὁ ὁποῖος καταδυναστεύει τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὴν σπρώχνει στὴν  ἀπομόνωση καὶ σὲ μιὰ σειρὰ ἄλλων ἀντικοινωνικῶν ἐκδηλώσεων.

Μιὰ ἀπὸ τὶς λίγες φορὲς ποὺ οἱ δαίμονες εἶπαν τὴν ἀλήθεια,  ἦταν στὴν ἔρημο τῶν Γεργεσηνῶν. Ἐκεῖ τυραννοῦσαν δυὸ δυστυχεῖς ἀνθρώπους. Πραγματικὰ ράκη πού εἶχαν ἀπομονωθεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ ἦταν ὁ φόβος τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς.

Μόλις ὁ Κύριος παρουσιάστηκε, τὰ δαιμόνια ἀναγνώρισαν τὸν Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου καὶ ὁμολόγησαν ὅτι τοὺς χωρίζει ἀγεφύρωτο χάσμα μὲ τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς καὶ ἡ ἀγάπη. «Ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ σένα καὶ σὲ μᾶς; μᾶς χωρίζει χάσμα ἀγεφύρωτο, τρέμουμε τὴν παρουσία σου» ὁμολόγησαν.

Ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸν Κύριο καὶ στὸν πονηρὸ εἶναι συνέπεια τῆς βαθειᾶς καὶ οὐσιαστικῆς ἀλλαγῆς, τὴν ὁποία ὑπέστη ὁ διάβολος μετὰ τὴν ἀνταρσία του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ κατόπιν τὴν πτώση του. Ἀγγελικὴ ὕπαρξη ἦταν πρίν. Μποροῦσε νὰ  ἀκούει τὸν Θεό, νὰ τὸν νοιώθει, νὰ τὸν ὑπηρετεῖ καὶ ἔπειτα βυθίστηκε στὴν πονηρία. Ἔγινε ἡ πηγὴ καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ κακοῦ. Αὐτόματα δημιουργήθηκε τὸ χάσμα.

«Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀλήθεια» βεβαιώνει μὲ τὴν θεϊκή Του αὐθεντία  ὁ Χριστός.  Μιλάει τὴ γλῶσσα τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας καὶ ἀπαιτεῖ ὡς ἀνταπόκριση τὴν ὁλοπρόθυμη προφορά της.  Στὸ ἄλλο ἄκρο ὁ διάβολος.  Ἔμπνευσή του εἶναι τὸ ψέμα. «Εἶναι ὄχι μόνον ψεύτης, ἀλλὰ ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους».  Αὐτὸς γεμίζει τὶς διαθέσεις μας μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη, ἐνῶ τὸ παρουσιάζει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὡς τὴν πιὸ καθαρὴ καὶ ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.

«Ὁ Θεός φῶς ἐστί».  Ὁ Θεὸς ὁρίζεται μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα ποὺ δηλώνει καθαρότητα, ἀστραφτερὴ ἀγνότητα καὶ γλυκειὰ παρηγοριά.  Ἀντίθετα, τὸ βασίλειο τοῦ διαβόλου ἁπλώνεται στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι.  Μισεῖ τὸ φῶς.  Ἀγωνίζεται γιὰ τὴν κυριαρχία τοῦ σκότους καὶ τῆς  συγχύσεως στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ στὰ διαβήματα τῶν κοινωνιῶν.

«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί».  Ἡ τέλεια ἀγάπη.  Ὁ διάβολος, ἀντίθετα, εἶναι ἡ προσωποποίηση τοῦ μίσους, ἑστία καὶ πηγή του.  Μισεῖ χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάτι ἄλλο.  Τὸ εἴδαμε στὴν ἀφήγηση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ποὺ βασανίζει τὰ θύματά του.

 Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀδελφοί μου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι βεβαιώνει μὲ τρόπο συνταρακτικὸ γιὰ τὶς διασπαστικὲς ἐπεμβάσεις τοῦ σατανᾶ καὶ τὰ ὁλέθρια ἀποτελέσματα τῆς παρουσίας του, τελικὰ μᾶς τροφοδοτεῖ μὲ βεβαιότητα τὴν πίστη, ὅτι οὔτε παντοδύναμος εἶναι ὁ πονηρός, οὔτε τὸν τελευταῖο λόγο ἔχει.  Ἀλλ' ὅπως γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς εἶναι ἐκείνη ποὺ κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα καὶ μᾶς «καταδιώκει πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν» πρὸς σωτηρίαν.

 Τέλος, ἀκαταίσχυντη ἐλπίδα στὴν ἀδυναμία μας νὰ νικήσουμε μόνοι μας τοὺς πειρασμοὺς, εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ θεοῦ στὴ ζωή μας, ὁ Ὁποῖος «εἰς τοῦτο ἐφανερώθη, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» καὶ σώσει τὸν ἄνθρωπον.
Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ε΄ 14-19)
16 Ἰουλίου 2017

Στὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀληθινῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου καὶ μὲ ἁπλὲς ἀλλὰ δυνατὲς εἰκόνες θυμίζει στὸν ἀκροατὴ τόσο τὰ θεωρητικὰ ὅσο καὶ τὰ πρακτικά του καθήκοντα. Διαβάζεται σήμερα αὐτὴ ἡ περικοπή, γιατὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη τῶν Πατέρων ποὺ συγκρότησαν τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (451 μ.Χ. στὴ Χαλκηδόνα), καὶ διετράνωσαν τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς ἁμαρτία. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στάθηκαν μὲ λόγια καὶ ἔργα ἀληθινοὶ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ.

Στὴν ἀρχὴ ὁ Κύριος λέγει στοὺς μαθητές του ὅτι εἶναι τὸ «φῶς τοῦ κόσμου». Πιὸ τιμητικὸς χαρακτηρισμὸς δύσκολα βρίσκεται. Τοὺς ὀνόμασε μὲ τὸ δικό του ὄνομα, διότι Αὐτὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Ὅταν θέλησε νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν οὐσία τῆς ἀποστολῆς Του διεκήρυξε: «Ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα». Φυσικὰ αὐτὸ τὸ φῶς οἱ μαθητὲς δὲν τὸ ἔχουν ἀπὸ μόνοι τους, ἀλλὰ τὸ παίρνουν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ποὺ εἶναι τὸ «φῶς τὸ ἀληθινόν». Ἀπὸ τὸ Χριστὸ παίρνουν τὸ φῶς οἱ πιστοὶ καὶ τὸ καθρεπτίζουν πρὸς τοὺς ἄλλους. Γίνονται ἔτσι τὸ πνευματικὸ φῶς τοῦ κόσμου. Μὲ τὸ φῶς τους καθοδηγοῦν, κρίνουν καὶ σώζουν τὸν κόσμο. Ἔτσι ἦταν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐφώτισαν τὸν κόσμο, ὄχι μόνο στὴν ἐποχή τους ἀλλὰ πάντοτε.

Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ὅμως δὲν κρύβει τὸ φῶς, ἀλλὰ μεταδίδει τὸ φῶς καὶ στοὺς ἄλλους μὲ τὴν ἱεραποστολή. Τὸ φῶς ἄναψε μέσα μας, δὲν δόθηκε ἀποκλειστικὰ γιὰ μᾶς, γιὰ νὰ τὸ ἀπολαμβάνουμε τελείως προσωπικά. Ἂν τὸ κρύψουμε «ὑπὸ τὸν μόδιον», ἂν τοῦ στερήσουμε τὸν ὁρίζοντα ἀκτινοβολίας, ὄχι μόνο δὲν θὰ ἀνταποκριθῆ στὸ σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του, ἀλλὰ καὶ τελικὰ θὰ σβήση. Κάθε φῶς πρέπει νὰ λάμπη. Εἶναι στὴ φύση του νὰ διακρίνεται, νὰ φαίνεται. Μιὰ φωτισμένη ἀπὸ τὸ Χριστὸ ψυχὴ θὰ φανῆ ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζεται˙ ἀπὸ τὸ πῶς συμπεριφέρεται, πῶς κινεῖται, πῶς ἀντιδρᾶ. Τὸ φῶς ἀποκαλύπτει ὅ,τι κρύβει τὸ σκοτάδι. Προειδοποιεῖ γιὰ τοὺς κινδύνους, βοηθεῖ στὸν καθορισμὸ τῆς σωστῆς πορείας, διαλύει τὴν ἀβεβαιότητα.

Ὁ πραγματικὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει μὲ τὴν ἀρετή του. Ἡ ζωή του εἶναι ἕνα φωτεινὸ παράδειγμα γιὰ μίμηση. Δὲν ἔχει σημασία ἡ κοινωνική του θέση. Εἴτε βρίσκεται στὴ βάση, εἴτε στὴν κορυφὴ τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας ἐπιβάλλεται μὲ τὴν τιμιότητα, τὴν εἰλικρίνεια, τὴ σοβαρότητα καὶ τὴ σεμνότητά του. Δὲν παίρνει ἀξία τὸ πρόσωπο ἑνὸς τέτοιου χριστιανοῦ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα του ἢ τὴ θέση ποὺ κατέχει, ἀλλὰ ἡ θέση καὶ τὸ ἀξίωμα παίρνουν ἀξία ἀπὸ αὐτόν. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει δὲν εἶναι τὸ ποῦ θὰ φθάσει, ἀλλὰ ἂν θὰ ἀκτινοβολεῖ.

Δὲν εἴμαστε οἱ χριστιανοὶ ἁπλῶς φῶς γιὰ τὸν ἑαυτό μας, πρέπει νὰ εἴμαστε «φῶς τοῦ κόσμου» καὶ νὰ λάμπουμε στὴν καρδιὰ τῆς ἀνθρωπότητας, «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», εἶπε ὁ Χριστός. Ὄχι μὲ θεωρίες ἀλλὰ μὲ «καλὰ ἔργα» ποὺ στρέφουν τὴν προσοχὴ στὸ Θεό. Στὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῶν εὐαγγελίων ἡ λέξη «καλός» δὲν σήμαινε ἁπλῶς ἀντίθετος τοῦ «κακός».

Εἶχε εὐρύτερη ἔννοια καὶ εἶχε τὴν ἔννοια τοῦ ὡραίου, τοῦ ἐλκυστικοῦ, τοῦ χαριτωμένου. Τὰ «καλὰ ἔργα» ἑπομένως ποὺ ζητᾶ ὁ Χριστός, δὲν εἶναι μιὰ ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεση καθήκοντος. Εἶναι ἔργα χαριτωμένα, γεμάτα ἀγάπη καὶ χαρά. Ὄχι παγερὴ ἐξυπηρέτηση, εὐγένεια κατὰ παραγγελία, ἀλλὰ αὐθόρμητη καλωσύνη, γεμάτη φῶς στὴν καρδιὰ καὶ στὸ πρόσωπο. Στὴν καλωσύνη τῶν ἁγίων ὑπάρχει πάντα κάτι ἤρεμο, θελκτικὸ στὴν συμπεριφορὰ τῶν ἁγίων, στὰ λόγια, στὶς πράξεις, στὴ σιωπή τους. «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων».

Καὶ ἐδῶ ἔρχεται τὸ ἑπόμενο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀληθινοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, αὐτοῦ ποὺ εἶναι πραγματικὸ φῶς ποὺ φωτίζει πνευματικὰ τὸν κόσμο.

Ὁ πραγματικὸς μαθητὴς ζεῖ καὶ διδάσκει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, χωρὶς περικοπὲς ἢ προσθέσεις, ἀνόθευτη. Φαίνεται εὐκολο αὐτό, ἀλλὰ δὲν εἶναι. Γιατὶ τὸ ἄπλετo φῶς κουράζει τὰ ἀσθενικὰ μάτια καὶ ὁ ἥλιος ξεσκεπάζει τὰ ἐλαττώματα ποὺ κρύβει τὸ μισοσκόταδο. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν τὸ σκότος καὶ ὄχι τὸ φῶς, ἐπειδή, ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ Χριστός, εἶναι πονηρὰ τὰ ἔργα τους.

Δύσκολος ὁ δρόμος τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ λυτρωτικός. Τὸ πλησίασμα στὸ φῶς εἶναι στὴν ἀρχὴ δύσκολο, ὕστερα ὅμως τὰ μάτια τῆς ψυχῆς συνηθίζουν, ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται καὶ γίνεται ὁ ἴδιος φῶς ποὺ φωτίζει καὶ τοὺς ἄλλους. Ἔτσι ἔγινε μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες, ἔτσι μπορεῖ νὰ γίνει μὲ ὅλους μας. Ἀρκεῖ νὰ δεχθοῦμε τὸ φῶς, νὰ τὸ κρατήσουμε ἀναμμένο, γιὰ νὰ τὸ μεταδώσουμε ἀνόθευτο σ' αὐτοὺς ποὺ περιμένουν νὰ τὸ παραλάβουν ἀπὸ ἐμᾶς.
Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Z΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. θ΄ 27-35)
23 Ἰουλίου 2017

Οἱ θαυματουργικὲς θεραπεῖες δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς  ἀνάλογων περιστατικῶν ποὺ συναντᾶμε συχνὰ στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θεμελειώδεις παράμετροι καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων εἶναι ἡ ζωντανή, ἐπίμονη καὶ δυνατὴ πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ  καὶ ἡ δίψα τῆς σωτηρίας.

Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἔκτακτο καὶ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς ἐντυπωσιάζει. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ εὐεργετήσει, νὰ θεραπεύσει, νὰ παρηγορήσει καί νὰ τονώσει τὸν πάσχοντα καὶ ἀδύνατο ἄνθρωπο. Τὸ πραγματικὸ θαῦμα εἶναι σημάδι καὶ γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης, ἀλλά καὶ ἐγγύηση τῆς ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ καθετὶ ἐγωιστικὸ καὶ ἰδιοτελές, δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν γελοιοποίηση τῆς πίστης. Τὸ θαῦμα εἶναι καρπὸς τῆς πίστης καὶ συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν στερεώνει στὴ δύσβατη χριστιανικὴ ζωή. Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ κάνει θαύματα στοὺς κατοίκους τῆς Ναζαρὲτ ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα θαμπώνει τὸ βλέμμα, ξαφνιάζει, δημιουργεῖ ἀπορία καί, κάποτε, ἀντίδραση. Γιὰ τὸν πιστὸ, ὅμως, κάθε θαῦμα εἶναι ἕνα παράθυρο ποὺ ἀνοίγει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ὑπερβατικὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ. Μοιάζει μὲ μιὰ ἀστραπὴ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λογικῆς καὶ τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε γιὰ λίγο αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργηθήκαμε καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ φθάσουμε στὴν αἰωνιότητα. Τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μιὰ ὕπαρξη καὶ ζωὴ χωρὶς πόνο δάκρυα, ἀρρώστια, φθορά, θάνατο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δάκρυα τῆς γῆς. Τὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ στερεώνει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πίστη, εἶναι, ὅμως, προσωρινὸ, γιατί, ἔστω καὶ ἂν θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ ἀρρώστια, ἔστω καὶ ἂν ὑπερνικήσουμε μιὰ δυσκολία, θὰ ἀρρωστήσουμε ξανὰ καὶ θὰ συναντήσουμε καὶ ἄλλη δυσκολία. Ὅμως ἐμεῖς πήραμε δύναμη νὰ συνεχίσουμε. Συνειδητοποιήσαμε ὅτι τὸ κάθε θαῦμα στὴ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ μιᾶς σοφίας ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ἀλλὰ ποὺ καλούμαστε, ὡστόσο, νὰ πιστεύσουμε, γιατί μόνο ἐκείνη ξέρει πότε καὶ τί πρέπει νὰ δίνει στὸν καθένα μας. Μιὰ τέτοια πίστη, ἕνα τέτοιο βίωμα ἐμπιστοσύνης στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγὴ δυνάμεως, ὅταν πρόσωπα, καταστάσεις καὶ γεγονότα μᾶς ἀπογοητεύουν, μᾶς πτοοῦν καὶ μᾶς λυγίζουν. Καὶ πορευόμαστε περιμένοντας νὰ ἀκούσουμε «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν».

Ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συναντᾷ τὴν πίστη τοῦ ἄνθρωπου, τότε δὲν πραγματώνεται μόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀντίδραση τῶν φαρισαίων ἀπέναντι στὸ θαῦμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Οἱ φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θαῦμα, ἀλλὰ διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια. Ἀναποδογυρίζουν τὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ ἀγνώριστο ἀπὸ τὴν φθορὰ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, ἀποδίδοντας τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις. Θὰ ἦταν, ὅμως, παιδαριῶδες καὶ ἁπλοϊκὸ νὰ δοῦμε στὴ συμπεριφορὰ τῶν φαρισαίων μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησαν, κατηγόρησαν καὶ συκοφάντησαν ἀδίστακτα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ στάση τους ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μιὰ ἀντεστραμμένη συνείδηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκλωβισμένοι μέσα στὸν ὀρθολογισμό τους ἀπορρίπτουν ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ὀφθαλμοφανῆ καὶ ὁλοφάνερα θαύματα. Αὐτοὶ ποὺ σὲ κάθε θαῦμα βλέπουν ψυχολογικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φαντασιώσεις καὶ αὐθυποβολές, φυσικὰ αἴτια, τυχαῖες συμπτώσεις καὶ ἀνεξήγητες συγκυρίες. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις «λογικῆς» γιὰ τὰ θαύματα. Τὰ θαύματα τὰ ἀναγνωρίζουν οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ τὰ δοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ἂν νεκρώσουμε τὴν ἀλαζονεία τῆς λογικῆς μας καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ μιὰ νέα ζωή, ὅπου θὰ βλέπουμε καὶ θὰ καταλαβαίνουμε τὰ συνεχῆ θαύματα τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ.

Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ H΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιδ΄ 14-22)
30 Ἰουλίου 2017

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μᾶς διηγεῖται τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων, διὰ τοῦ ὁποίου ἔκανε νὰ χορτάσουν πέντε χιλιάδες ἄνδρες χωρὶς γυναῖκες καὶ παιδιά.

Γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους τὸ θαῦμα εἶναι ἕνας μαγικὸς τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς δυσάρεστες συνέπειες τῆς «παρὰ φύσιν» ζωῆς μας, χωρὶς ὅμως νὰ σταματήσουμε νὰ ζοῦμε αὐτὴ τὴν ζωή. Ὅμως, τὸ θαῦμα εἶναι μία μετάβαση ἀπὸ τὴν ψεύτικη καὶ παραχαραγμένη πραγματικότητα, στὴν ἀληθινή της εἰκόνα. Αὐτὴ δὲν γνωρίζει τὴν ἀνεπάρκεια καὶ τὴν ἔλλειψη, οὔτε τὴν ἀρρώστια, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ δὲ βρίσκεται ἀλλοῦ, ἀλλὰ βρίσκεται ἀλλιῶς. Δὲν εἶναι ἕνας ἄλλος χῶρος, ἀλλὰ μία ἄλλη κατάσταση. Εἶναι ἡ κυριαρχία τῆς ἀγάπης καὶ ἡ ἀπουσία τῆς ἁμαρτίας, ἕνας κόσμος ποὺ ἀποκαλύπτεται σὲ ὅποιον καὶ ὅποτε τὸν ἀναζητήσει πραγματικά.

Οἱ μαθητὲς βλέπουν τὸν τόπο ἔρημο καὶ τὴν ὥρα περασμένη. Οἱ πέντε ἄρτοι καὶ τὰ δύο ψάρια ποὺ ἔχουν μαζί τους ἀμφιβάλλουν ἂν θὰ φτάσουν νὰ χορτάσουν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους. Γι’ αὐτὸ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀφήσει τοὺς ὄχλους νὰ φύγουν γιὰ νὰ βροῦν καὶ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα χορταίνοντας τὴν πείνα τους. Ὁ Χριστὸς ὅμως, ποὺ ἔχει περάσει ὅλη τὴν ἡμέρα δείχνοντας τὴν ἀγάπη του καὶ θεραπεύοντας τοὺς ἀρρώστους, δὲν συμμερίζεται τὴ γνώμη τῶν μαθητῶν. Θεωρεῖ ὅτι τὰ λιγοστὰ αὐτὰ τρόφιμα μετὰ ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ θεία εὐλογία ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ χορτάσουν τόσο κόσμο.

Γιὰ τὸ Χριστό, ποὺ ἔβλεπε τὸν κόσμο γῦρο του φωτισμένο ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἀγάπης του, τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια ἦταν ἀρκετὰ νὰ θρέψουν τοὺς πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους ποὺ τὸν περιστοίχιζαν. Γιὰ τοὺς μαθητές, ὅμως, ποὺ ἔβλεπαν τὰ ἴδια ὑλικὰ μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἐγωκεντρικῆς τους ἀπληστίας, μόλις ποὺ ἔφταναν γιὰ νὰ γεμίσουν τὰ δικά τους στομάχια.

Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, νὰ θρέψει πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, δὲν ἦταν ὑπερφυσικό. Ἀντίθετα, αὐτὸ ποὺ συνέβη μὲ τοὺς μαθητὲς ἦταν ἀφύσικο. Ὁ πραγματικὸς κόσμος εἶναι αὐτὸς ποὺ βλέπουμε πλημμυρισμένο ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἀγάπης καὶ ὄχι αὐτὸς ποὺ βλέπουμε βυθισμένοι στὸ σκοτάδι τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ. Ὅποιος δεῖ τὸν κόσμο ὅπως τὸν βλέπει ὁ Χριστὸς θὰ μπορεῖ κι αὐτός, ὄχι μόνο νὰ θρέψει πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, ἀλλὰ «καὶ μείζονα τούτων ποιήσει».

Σήμερα, μὲ τόσο πλοῦτο καὶ ἀναρίθμητες παραγωγικὲς πηγὲς στὸν κόσμο, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ὑποσιτίζονται καὶ πεθαίνουν ἀπὸ πεῖνα. Κυριαρχεῖ στὴν κοινωνία μας ἡ ἀπληστία καὶ ἡ ἀδικία, ἐπειδὴ περίσσεψε τὸ μίσος καὶ ἡ κακία.

Μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ τοῦ χορτασμοῦ χιλιάδων ψυχῶν συνεχίζεται. Πρῶτος προσφέρει τὰ μεγάλα καὶ ἀνεκτίμητα ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς χαρίζοντας τὸν τὸν ἑαυτό του, ὡς ἄρτον ζωῆς. Μετατρέποντας τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ τῆς προσφορᾶς μας σὲ τίμιο Σῶμα του καὶ σὲ ζωοποιὸ Αἷμα του, ἁγιάζει τοὺς πιστούς. Ὅποιος τρώει ἀπ’ αὐτὴν τὴν τροφὴ ζεῖ αἰώνια, χωρὶς νὰ φοβᾶται τὴν πεῖνα καὶ τὸν θάνατο. Ὅπως ὁ οὐράνιος Ἄρτος τρέφει τὸ κάθε μέλος χωριστὰ ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ ἁγιασμὸς τοῦ χριστιανοῦ ἐπιδρᾶ στὴν κοινωνία ποὺ ἀνήκει.

Ὁ πιστὸς χριστιανός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὡς μέτοχος τῶν θείων μυστηρίων, δὲν κλείνει τὰ μάτια στὴν ἀδικία, δὲν μένει ἀδιάφορος στὸν πόνο, δὲν φθονεῖ στὴ χαρὰ τοῦ ἄλλου καὶ δὲν χαίρεται στὴν δυστυχία.

Δίνει ἀπ’ τὸ ψωμί του, ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὴ βολή του, ἀπὸ τὰ χρήματά του, ἀπὸ τὴν ἀγάπη του. Καὶ ὅσο δίνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη του, τόσο περισσεύει ἡ χάρη καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου στὴ δική του ζωὴ καὶ στὴ ζωὴ τῆς κοινωνίας μας.

Ἀμήν.

 


Κηρύγματα Ἰουλίου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ IOYNIOY 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Ἰωάν. ζ΄ 37-52, η΄18)
4 Ἰουνίου 2017

Σήμερα, ἑορτάζουμε τὴν κάθοδο καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους καὶ δι' αὐτῶν σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Σήμερα, ἐγκαινιάζεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Σήμερα, οἱ ἄνθρωποι δύνανται νὰ μετέχουν στὰ μείζονα, δηλαδὴ στὴν ἀθανασία καὶ στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ.

Πρὶν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἐνανθρώπησή του, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν βρισκόταν ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Χορηγοῦσε μὲν τὰ χαρίσματά του, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὸν ἁγιασμὸ σὲ κάποιους ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν οἱ Προφῆτες, ὥστε αὐτοὶ νὰ ἱκανωθοῦν νὰ γνωρίσουν τὸν Θεό, νὰ κηρύξουν καὶ νὰ ὁμιλήσουν γιὰ τὰ μέλλοντα, ὅμως αὐτὸ (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα) ἀπουσίαζε, ὡς μόνιμη καὶ διαρκὴς παρουσία, ἀπὸ τὸν κόσμο.

Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸν Θεό, ὥστε νὰ μετέχει τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἀφθαρσίας Του. Τὴ δυνατότητα αὐτὴ θὰ τὴν προσέφερε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια ὅτι ὁ πρωτόπλαστος θὰ τηροῦσε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιλογὴ ὅμως τοῦ ἀνθρώπου νὰ παρακούσει τὸν Θεό, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀπωλέσει κάθε ἀγαθὸ καὶ συνεπῶς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πλέον ὁ ἄνθρωπος ἔγινε φθαρτός, θνητὸς καὶ εὔκολος πρὸς τὴν ἁμαρτία.

Ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε γιὰ νὰ ἐπανέλθει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀρχαία του δόξα. Αἴτιο αὐτῆς τῆς ἀναγέννησης καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐπαγγέλεται ὅτι θὰ τὸ δώσει στοὺς ἀνθρώπους. Πρῶτος δὲ ὁ Χριστὸς λαμβάνει, κατὰ τὴ Βάπτιση, στὴν ἀνθρώπινή του φύση, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀπαρχὴ τῆς καινούργιας ζωῆς καὶ τῆς νέας φύσης τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ὁ Χριστὸς βρισκόταν σωματικὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα  ἐνεργοῦσε δι' Αὐτοῦ. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη ὅμως ἀποστέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστό, ὡς Παράκλητος, στοὺς ἀνθρώπους καὶ παραμένει  γιὰ νὰ τοὺς ἁγιάζει καὶ νὰ τοὺς χαριτώνει.

Ἔτσι κατὰ τὴν Πεντηκοστή, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ τρόπος τῆς ἔλευσής του, ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, οἱ ὁποῖες στάθηκαν ἐπὶ τῶν μαθητῶν στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, βεβαιώνει τὸ μεγαλεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκαλύπτει ἕναν βαθύτερο συμβολισμό: Πρῶτον, οἱ γλῶσσες παρουσιάζονται ὡς πύρινες. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πῦρ, τὸ ὁποῖο κατακαίει τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ μοχθηρία τῶν ἀνθρώπων, δεῦτερον, οἱ πύρινες γλῶσσες μερίστηκαν στοὺς παρευρισκομένους, δείχνοντας τὸ διάφορο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τρίτον, τὸ ὅτι τὸ πῦρ στάθηκε στὶς κεφαλὲς τῶν μαθητῶν δείχνει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναπαύεται στὴν ἁγιότητα τῶν ἐκλεκτῶν καὶ τῶν ἀγωνιστῶν στὴν τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, τέταρτον, ὅταν οἱ πύρινες γλῶσσες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατῆλθαν, οἱ μαθητὲς βρίσκονταν στὸ ὑπερῶο, δηλαδὴ σὲ ἕνα ὑψηλὸ μέρος. Τοῦτο ὑποδηλώνει τὸν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἀνυψωθεῖ πρὸς τὸν Θεό. Ἄλλωστε καὶ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας δόθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὸ ὑπερῶο, δείχνοντας ὅτι ἡ μετοχὴ σὲ αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας ἀδελφοί μου, δηλαδὴ ἡ Πεντηκοστὴ, θὰ ἑορτάζεται οὐσιαστικὰ ὅταν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἑτοιμαζόμαστε ἔμπρακτα γιὰ τὸν ἐρχομό του κατὰ τὸν τρόπο ποὺ θέλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Νὰ ἐνεργοῦμε δηλαδὴ καὶ νὰ ζοῦμε ἐν μετανοίᾳ, νὰ ἀγωνιζόμαστε κατὰ Θεὸν καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ὥστε Αὐτὸ νὰ ἀποθησαυρίσει στὴν ψυχή μας τὰ ἀμετάβλητα ἀγαθὰ καὶ τὰ χαρίσματά Του. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄27-30)
11 Ἰουνίου 2017

Στὴ ζωντανὴ ὁμολογία πίστεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, «πάντων τῶν Ἁγίων» κάθε χρόνου καὶ τόπου, ἀναφέρεται ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Ἐπειδὴ ἡ μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ προϋπόθεση τῆς γνήσιας χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία καὶ μαρτυρία πίστεως συνίσταται σὲ λόγια, ἔργα καὶ συμπεριφορές. Ἀπὸ τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα τῆς καθημερινότητάς μας μέχρι τὰ μεγάλα καὶ βαρυσήμαντα, τὰ δύσκολα διλήμματα, τὶς μεγάλες ἀποφάσεις καὶ τὶς καθοριστικὲς ἐπιλογές μας.

Ἡ αὐθεντικὴ ὁμολογία πίστεως δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν μισαλλοδοξία. Δὲν εἶναι ὑπεράσπιση μίας ἰδεολογίας μὲ ἐμπάθεια καὶ φανατισμὸ πρὸς καθετὶ ἀντίθετο μὲ τὴν ἀλήθεια ποὺ πιστεύουμε. Δὲν καταδικάζει καὶ δὲν ἀπορρίπτει τὸν ἄλλον, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται στὴν πλάνη καὶ στὴν ἄρνηση. Ὅποιος ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα ἀγαπᾷ πραγματικὰ τὸν Θεὸ, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ γνωρίζει καλὰ ὅτι γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο «Χριστὸς ἀπέθανε». Ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο μὲ μία ἀγάπη ποὺ δὲν εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ ὠφελεῖ τὸν ἄλλο, γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ τὸν δυσαρεστεῖ ἐν ἀληθείᾳ. Ὑπομένει καὶ περιμένει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἄλλου. Ὅποιος ὁμολογεῖ τὸν Χριστό δὲν συμβιβάζεται κάθε φορὰ ποὺ ἡ ἀλήθεια παραμερίζεται καὶ ποικίλες ἀρνητικὲς ἰδεολογίες κλονίζουν τὴν πίστη. Ὅταν οἱ σταθερὲς ἀξίες τῆς ζωῆς ὑπονομεύονται, ἐνῶ ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ διαπλοκὴ ἀποθρασύνονται ὅπως συχνὰ συμβαίνει στὶς μέρες μας. Ἴσως, βέβαια, στὶς σημερινὲς συνθῆκες ζωῆς ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως νὰ μὴν ἀπαιτεῖ μαρτύρια καὶ θάνατο. Ὅμως καὶ σήμερα κοστίζει πολλὰ σὲ ὅποιον δὲν ἐφησυχάζει νωχελικὰ στὴν βολεμένη ζωή του. Ὁ πιστὸς καλεῖται πάντα νὰ ἀντιστέκεται καὶ νὰ διαφοροποιεῖται ἀπέναντι σὲ πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις καὶ σχέσεις ποὺ εἶναι διαβρωμένες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀντιστρατεύονται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ θάρρος τῆς ὁμολογίας πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τονίζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντιστῆναι ἢ ἀντειπεῖν ἅπαντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν» (Λουκ. 21.15), γιατί ἐγῶ θὰ σᾶς δώσω λόγια καὶ σοφία καὶ σ’ αὐτὰ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ ἀντισταθοῦν καὶ νὰ τὰ ἀντικρούσουν οἱ ἀντίπαλοί σας. Αὐτὸ σημαίνει διάκριση καὶ σύνεση, γιὰ νὰ ξέρουμε πότε καὶ τί πρέπει νὰ λέμε, ἀλλὰ καὶ πότε καὶ ποῦ πρέπει νὰ σιωποῦμε, ἂν αὐτὸ ὠφελεῖ περισσότερο, μὲ μία σιωπὴ δυνατή, ποὺ λέει πιὸ πολλὰ.

Ἂν ὁμολογία πίστεως εἶναι νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ στὴν Γεθσημανὴ καὶ στὸν Γολγοθᾶ, τότε μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν βεβαιότητα τῆς συνάντησης μαζί Του στὴν Ἀνάσταση. Ὅμως πρὶν ἀπὸ τὸ ἔπαθλο ὑπάρχει ὁ ἀγῶνας καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση ὁ σταυρός. Ἐδῶ ἡ δύναμη τοῦ πιστοῦ «τελειοῦται ἐν ἀσθενείᾳ». Αἰσθάνεται ἀδύναμος στὶς σκληρὲς ἀπαιτήσεις τοῦ Εὐαγγελίου,  γι’ αὐτὸ καὶ ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυτό του στὴν ἀγαπῶσα ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Σηκώνει μὲ αὐταπάρνηση τὸν προσωπικό του καθημερινὸ σταυρὸ καὶ συσταυρώνεται ἐσωτερικὰ μὲ τὸν Χριστό. Ὁμολογεῖ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ μέσα του, γιατί ζεῖ τὴν μετάνοια, τὴν ἀφάνεια καὶ τὴν ταπείνωση. Αὐτὸ καταδεικνύουν τὰ συναξάρια καὶ τὰ μαρτυρολόγια ὅλων τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν ἔκαναν ὅλοι θαύματα, ἀγάπησαν, ὅμως, ὅλοι τὸν Χριστὸ καὶ ἀγωνίσθηκαν σιωπηλὰ καὶ ὑπομονετικὰ στὸ ὄνομά Του. Τὸν ὁμολόγησαν γενναία μὲ τὸν λόγο τους καί, κυρίως, μὲ τὸ παράδειγμά τους. Δὲν τελείωσαν ὅλοι τὴν ζωὴ τους μαρτυρικὰ για τὸν Χριστό, ἔζησαν, ὅμως, ὅλοι μὲ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὸν Χριστό. «Ἰδοὺ ἀφήκαμεν τὰ πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι» (Ματθ.19,27), ἀφήσαμε τὰ πάντα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε, ἀκοῦμε νὰ λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ μέσω αὐτοῦ ὅλοι οἱ ἅγιοι  ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν κλήση τους. Ἄς προσέχουμε, γιατί ἀξιώματα, χρήματα, περιουσίες, συγγενικοὶ δεσμοὶ καὶ ἀνθρώπινες σχέσεις γίνονται κάποτε ἐμπόδια  σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς ζητᾷ ἀπὸ ἐμᾶς.  Ὅλοι οἱ Ἄγιοι δὲν ἔγιναν γνωστοί,  πλούτισαν, ὅμως, ὅλοι τὴν χριστιανικὴ ἐμπειρία καὶ φώτισαν τὸν δρόμο τοῦ ἀγῶνα μας. Ἔπεσαν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ παραδόθηκαν μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ θέλημά Του, γι’ αὐτὸ καί μπόρεσαν νὰ πετύχουν τὰ ἀκατόρθωτα.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ μαρτυρία πίστεως φανερώνει τὴν οὐσιαστική μας σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸ βάθος τῆς χριστιανικῆς μας συνείδησης. Ἂς προσπαθοῦμε νὰ τὴν ἐπιβεβαιώνουμε καθημερινά μὲ τὴν ζωή μας καὶ μὲ  τὸν ἀγῶνα μας. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. δ΄ 18-23)
18 Ἰουνίου 2017

«Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»
Οἱ ἄνθρωποι ἀνάλογα μὲ τὸν προσανατολισμὸ τῆς ψυχῆς τους ἀποδέχονται τὸν Χριστὸ ἢ τὸν ἀπορρίπτουν. Ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὴ διαφορὰ εἶναι ἡ διατήρηση τῆς ἄδολης καρδιᾶς, ἐπειδὴ αὐτὴ ἀναγνωρίζει τὸν Θεὸ «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῆ καρδία ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

Ἡ καρδιὰ κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι βεβαίως ἡ σωματικὴ καρδιὰ ἀλλὰ ἡ πνευματική. «Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρά... ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ » (Ματθ. ιβ, 35) μᾶς πληροφορεῖ ἡ Γραφή. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ κάνει τὴν πνευματικὴ ἐκείνη πορεία ὥστε στὴν θέση τοῦ θυμοῦ νὰ ἐγκατασταθεῖ ἡ ἀγάπη, στὴ θέση τῆς ἐπιθυμίας ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀνιδιοτέλεια καὶ στὴ θέση τοῦ ἄκαρπου λογισμοῦ ὁ Θεός. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀνιδιοτέλεια καὶ ἡ μονολόγιστη εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξαν τὰ βιώματα τῶν Ἁγίων κάθε ἐποχῆς.

Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ξεκαθαρίσει στὸ νοῦ του ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πρώτη ἀγάπη. Ὅλα τὰ ἄλλα ἕπονται. Ἡ καθημερινότητα καὶ ἡ βιοπάλη νὰ μὴν ἀποτελοῦν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς καὶ τῶν διαλογισμῶν ἀλλὰ μὲ βάση τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ νὰ ἐξηγοῦνται οἱ χαρές, οἱ λύπες, ἡ καθημερινότητα, νὰ ἀντιμετωπίζονται τὰ προβλήματα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς του ἔχει ἰσορροπία καὶ δὲν διακατέχεται ἀπὸ ἄγχος ἢ πανικό. Ἡ ζωή του ἔχει  σκοπὸ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση ἡ ζωὴ εἶναι ἄσκοπη καὶ αἰτία δυστυχίας καὶ ἀποπροσανατολισμοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βγάλει ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς του τὸν Θεὸ τότε στρέφεται στὰ κτίσματα ἀντὶ στὸν Κτίστη καὶ δὲν βρίσκει λύτρωση στὴν ἀναζήτησή του γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸν Θεὸ προκειμένου νὰ ζήσει μὲ τὸν Θεό. Κανένα ὑποκατάστατο δὲν γεμίζει τὸν ἄδειο χῶρο τῆς καρδιᾶς του καὶ εἶναι δυστυχισμένος. Σήμερα, δισεκατομμύρια ἄνθρωποι βρίσκουν τὴν ἰσορροπία τους μὲ ψυχοφάρμακα, χωρὶς ὅμως στὴν οὐσία νὰ ἐπιλύουν τὸ πρόβλημα τῆς ψυχῆς τους, ἐπειδὴ αὐτὸ  δὲν εἶναι  ἀποτέλεσμα χημικῆς ἐπεμβάσεως, ἀλλὰ πνευματικῆς καταστάσεως.

Στὴν Εὐαγγελικὴ διήγηση οἱ ἁπλοῖ ψαράδες τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ ἀναγνώρισαν τὸν Κύριο καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Τὸ κριτήριο ἦταν ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς τους. Τὸ κήρυγμά τους ἦταν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους ἀλλὰ καὶ τῆς ἰδιοσύστασης τοῦ χαρακτήρα τους. Δὲν ἐκήρυξαν μὲ βάσει τὴν διαλεκτικὴ ἢ ἀλλη μέθοδο ἀπόδειξης ἀλλὰ μὲ βάσει τὴν ἁπλότητα τοῦ νοῦ τους.

Κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεὸν ἀλλὰ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας...ὅτι τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Κύριος ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνει» (Α΄Κορ. α, 21 κ.ἑ.). Ἂν ὁ Θεὸς προσεγγίζετο γνωστικῶς μόνον, τότε μόνον οἱ ἔξυπνοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου θὰ τὸν γνώριζαν. Ὅμως ἀποζητᾶ «καρδίαν καθαρὰν καὶ πνεῦμα εὐθές» ἐπειδὴ  στὶς καθαρὲς καρδιὲς ζεῖ ὁ Θεός.

Σήμερα ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἁγίους ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς τους, τὸ ἀποστολικὸ κήρυγμά τους καὶ ἀσφαλῶς ἡ εὐδοκία τοῦ Κυρίου θὰ ἁλιεύσει καὶ πάλι τὴν ψυχὴ τοῦ κόσμου καὶ θὰ τὴν ὁδηγήσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν εὐθεία ὁδὸ τοῦ φωτός, τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς.

Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. στ΄ 22-33)
25 Ἰουνίου 2017

Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἔχει πολλαπλὰ μηνύματα. Μᾶς καλεῖ νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε μέσα στὸ φῶς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης Του πολλὰ μεγέθη τῆς καθημερινότητάς μας. Τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὸ ἀσφυκτικὸ ἄγχος ποὺ μᾶς διαπερνᾷ: «μὴ μεριμνᾶτε». Τὴν λαχτάρα τῆς ὅποιας ἐπιθυμίας καὶ τὴν πλεονεξία μέσα στὴν ὁποία βυθιζόμαστε: «ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμὸς πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμα σκοτεινὸν ἔσται», ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι πονηρό, ὅλος σου ὁ λογισμὸς θὰ εἶναι σκοτεινός. Τὴν ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ χρῆμα καὶ τὶς συνέπειές του, ποὺ γίνεται μία ἄλλου εἴδους εἰδωλολατρία μέσα στὴν ὁποία παγιδευόμαστε: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ», δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε καὶ στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ.

Μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὅμως, θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ κάνουμε καὶ μιὰ οἰκολογικὴ ἀνάγνωση τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος. Καὶ αὐτό, γιατὶ στὶς μέρες μας ζοῦμε, μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, μέσα στὸν φόβο καὶ στὴν «σκιὰ» ἐνὸς οἰκολογικοῦ θανάτου, ποὺ προκαλεῖ ἡ αὐξημένη μόλυνση καὶ καταστροφὴ τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ: «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά» εἶναι ἀσφαλῶς μιὰ ἠχηρὴ διακήρυξη τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ φύση ὄχι μόνο προέρχεται, ἀλλὰ καὶ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ φροντίδα καὶ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν φύση εἶναι διαρκής. Ἡ λειτουργία τῶν φυσικῶν νόμων κινεῖται ἀποκλειστικὰ μέσα στὰ πλαίσια τῆς θέλησης, τῆς δύναμης, καὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ. Ὅλα λειτουργοῦν τέλεια, γιατί δημιουργήθηκαν νὰ εἶναι τέλεια. Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι κατάμεστη ἀπὸ ἐκφράσεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν ὡραιότητα, τὴν ἁρμονία καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς φυσικῆς δημιουργίας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης στὴν δημιουργία, ἀλλὰ καὶ τοῦ σεβασμοῦ στὴν οἰκολογικὴ ἰσορροπία. Οἱ ὑπέροχες παραβολές Του, ἀλλὰ καί, γενικότερα, ὁ διδακτικός Του λόγος, τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουν ἀφετηρία μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὸ φυσικὸ περιβάλλον. Ἡ τρικυμία τῆς θάλασσας, οἱ ἄνεμοι, τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, τὸ καρπερὸ ἀμπέλι, ἡ ἄκαρπη συκιὰ εἶναι εἰκόνες ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ξεκινᾷ ὁ Χριστὸς τὴν διδασκαλία Του, γιὰ νὰ προχωρήσει στὰ βαθύτερα πνευματικὰ μηνύματα, μαρτυροῦν τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν ἀνύσταχτη φροντίδα Του γιὰ τὰ ἔμψυχα καὶ ἄψυχα δημιουργήματά Του.

Ὁ Χριστός, βέβαια, δὲν μᾶς καλεῖ ἀπλὰ νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ θαυμάζουμε τὴν φύση. Ἄλλωστε, «οὐκ ἐλάτρευσαν τὴν κτίσιν οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν Κτίσαντα». Ἐκεῖνο τὸ «καταμάθατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει» μᾶς λέει κάτι ἄλλο πολὺ πιὸ σημαντικό, ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε. Νὰ μάθουμε νὰ μελετᾶμε τὸ ἀνοικτὸ βιβλίο τῆς φύσης καὶ νὰ ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ σήματα ποὺ μᾶς ἐκπέμπει κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα. Κάθε φορὰ ποὺ μολύνουμε τὴν φύση καὶ καταστρέφουμε τὸ περιβάλλον, γκρεμίζουμε τὸ σπίτι ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε, γιὰ νὰ ζήσουμε. Ἁμαρτάνουμε, γιατὶ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ὑποχρέωση τοῦ ἀνθρώπου στὸν παράδεισο ἦταν τὸ «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν». Δύο χαρακτηριστικὲς λέξεις ποὺ τονίζουν τὰ δικαιώματα καὶ τὶς ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντι στὸ περιβάλλον ποὺ ζοῦμε. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρει διάφορα περιστατικὰ καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, συμπτώματα καὶ αὐτὰ τοῦ πεσμένου κόσμου μας. Βέβαια, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ εἰκόνες τῆς Ἀποκάλυψης ἀναφέρονται  στὴν ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ τῆς γῆς καὶ στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Ἀλλά ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόγνωση τῆς οἰκολογικῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς μεταμόρφωσης καὶ ἀνακαίνισης τοῦ κόσμου.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, καὶ ἐμεῖς, ὡς «σάρκα φοροῦντες καὶ τὸν κόσμον οἰκοῦντες», ἐμπλεκόμαστε στὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας. Ἀλλὰ  δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ κλήση μας καὶ ὁ ἀγώνας μας ἀποβλέπουν στὴν ἀντιμετώπιση κάθε μορφῆς κακοῦ, ἀκόμη καὶ τοῦ οἰκολογικοῦ, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ εἶναι μιὰ μορφὴ ἁμαρτίας (λανθασμένη σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν δημιουργία). Γι’ αὐτό, ὅσο διαρκεῖ ἡ ἱστορία, ἂς προσπαθοῦμε νὰ μεταβάλλουμε καὶ νὰ μεταμορφώνουμε συνεχῶς τὸ ἀνθρώπινο ἁμαρτωλὸ περιβάλλον μας, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπειλούμενο μὲ καταστροφὴ φυσικὸ περιβάλλον, μέχρι νὰ ἔρθει ὁ Κύριος  καὶ νὰ ἀκουσθεῖ ἡ φωνή Του: «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα».

Ἀμήν.

 


Κηρύγματα Ἰουνίου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωαν. ε΄1-15 )
7 Μαΐου 2017

Τριανταοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια ὁ παράλυτος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἐταλαιπωρεῖτο μὲ τὴν δική του δοκιμασία. Ἴσως νὰ πέρασε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του στὴ στοὰ τῆς θαυματουργικῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ. Μάταια ὅμως περίμενε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θὰ τὸν συμπονοῦσε καὶ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ μπεῖ στὴν κολυμβήθρα μόλις θὰ ταρασσόταν τὸ ὕδωρ.

Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε χάσει κάθε ἐλπίδα ὁ παραλυτικὸς τῆς περικοπῆς μας, συνάντησε τὸν Χριστό. Ὁ μόνος Φιλάνθρωπος, ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, ποὺ κάθε χρόνο ἔστελνε ἐκεῖ τὸν ἄγγελό του γιὰ νὰ ταράσσει τὸ νερὸ καί νά σώζεται ὁ πρῶτος ποὺ ριχνόταν σὲ αὐτό, ἦλθε τώρα ὁ ἴδιος. Ἀπευθύνεται στὸν παράλυτο καὶ τοῦ λέει: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε δὲν ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ ἔχοντας ἀμφιβολία, ἀλλὰ διότι θέλησε νὰ παρακινήσει τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὴν πραγματικότητα τῆς σωτηρίας του. Ὁ παραλυτικὸς δὲν ἀπήντησε εὐθέως στὴν ἐρώτηση, ἀλλὰ ἐμμέσως ἐξέφρασε τὸ παράπονο ποὺ τὸν πλημμύριζε: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν, ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει». Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ Κύριος ἔδωσε ἀμέσως τὴν ὑγεία στὸν παραλυτικὸ καὶ τοῦ συνέστησε νὰ σηκώσει στὸν ὦμο τὸ κρεβάτι του καὶ νὰ περπατήσει. «Ἔγειρε, ἄρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει». Ὁ μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ παράλυτος γίνεται ὑγιὴς καὶ μὲ συνέπεια στὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου, τὸ διαπιστώνει ὄχι μόνον ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ τόσοι ἄλλοι ποὺ παρευρίσκονταν κοντά του. Πῆρε στὸν ὦμο του τὸ κρεβάτι πάνω στὸ ὁποῖο τόσα χρόνια ἦταν κατάκοιτος.

Τὸ βαθὺ παράπονο τοῦ Παραλυτικοῦ, ἀδελφοί μου, «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», ἀντηχεῖ μέχρι καὶ σήμερα στὴ σύγχρονη κολυμβήθρα τῆς κοινωνίας μας. Αὐτὸ δημιουργεῖ τὸ δικό μας χρέος νὰ συμπαραστεκόμαστε μὲ κάθε τρόπο καὶ νὰ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη μας σὲ κάθε πονεμένο συνάνθρωπό μας. Ἡ ἀδιαφορία τῶν συνανθρώπων τοῦ Παραλυτικοῦ, εἶχε παραλύσει τὴν ψυχή του καὶ τὶς ἀντοχές της βαθύτερα ἀπὸ τὸ σῶμα του. Ὅπως ἀκριβῶς κάνει καὶ σὲ μᾶς ὁ πόνος, ἡ θλίψη καὶ κάθε ἄλλου εἴδους δοκιμασία ποὺ παρουσιάζονται στὴ ζωή μας καὶ μᾶς ἀφήνουν πιὸ μόνους. Σήμερα οἱ «παραλυτικοὶ» αὐξήθηκαν ὅσο ποτέ. Καὶ εἶναι ὀδυνηρὴ ἀλήθεια, ἐπειδὴ δὲν χρειάζονται τόσο τὴν ὑλικὴ βοήθειά μας, ὅσο τὸ οὐσιαστικὸ νοιάξιμό μας. Ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ θεραπεία ποὺ πρόσφερε ὁ Χριστὸς δὲν ἀφοροῦσε μόνο τὸ σῶμα, ἀλλὰ πάντοτε καὶ κυρίως τὴν ψυχή. Δηλαδὴ τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειες ποὺ αὐτὲς ἔφερναν καὶ στὸ σῶμα.

Στὴν ἐποχή μας ποὺ ἰδιαίτερα ὑπάρχει πνευματικὴ ἐρημιά, στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ χρεωκόπησε σὲ ἀρετὲς καὶ ἀξίες, ἀνοίγει μπροστά μας ὁ δρόμος γιὰ νὰ βοηθήσουμε συναθρώπους μας ποὺ βρίσκονται βυθισμένοι στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ βροῦν τὸν δρόμο τους καὶ νὰ φθάσουν στὸν Χριστό. Τὸν Μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ κάθε ἀσθένεια ἀποκαθιστῶντας τὴν ψυχοσωματική μας ὑγεία. Νὰ τοὺς βοηθήσουμε νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ γίνουν ζωντανὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε μέσα ἀπὸ τὰ Μυστήρια νὰ βιώνουν τὴ Χάρη Του.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», ἀποτυπώνει τὴν συνεχιζόμενη πραγματικότητα καὶ στὴ δική μας ἐποχή. Περιδιαβαίνοντας τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς μας, ἂς πλησιάσουμε κάθε συνάνθρωπο, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου πρέπει νά ἀντικρύζουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία ἀγάπης μποροῦμε νὰ διαφυλάξουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας, προκειμένου νὰ παύσει νὰ ἐπιβεβαιώνεται ἡ μοναξιά μας. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἰωαν. δ΄ 5-42)
14 Μαΐου 2017

Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀναφέρεται στήν συνάντηση ποὺ εἶχε ὁ Κύριος μὲ μιὰ Σαμαρείτιδα γυναῖκα, ἡ ὁποία παρὰ τὴν ἁμαρτωλή της βιωτή, ἦταν ὅπως ἀποδεικνύεται ἄνθρωπος πίστεως καὶ ποιότητας. Ἡ συνομιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Κύριο ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτή, ἐνῶ ἦταν ἁμαρτωλὴ καὶ ἀσχολεῖτο μὲ τὰ καθημερινά, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ ἄντληση καὶ μεταφορὰ ὕδατος, ἐντούτοις μελετοῦσε, καὶ ἄρα γνώριζε, τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ἐπαγγελίες τῶν προφητῶν γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Τὸ ὅτι νικήθηκε ἀπὸ τὴ σαρκικὴ ἡδονή, καθὼς λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, αὐτὸ δὲν τὴν κατέστησε ἀκάθαρτη καὶ ἀπόβλητη στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐπιβεβαίωσε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιὰ αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἁμαρτωλούς. «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες».

Ἡ Σαμαρείτιδα ἀποδείχθηκε κρυμμένος μαργαρίτης, ἕνα πολύτιμο πετράδι, ποὺ ἂν καὶ ἀναμεμιγμένο μὲ τὴν ἁμαρτία δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς τοῦ Δεσπότη. Εἶχε εὐγένεια ψυχῆς καὶ μεγάλη δεκτικότητα καὶ προσφερόταν γιὰ σπορὰ καὶ καρποφορία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἂν καὶ γυναῖκα χωρὶς ὅρια ἠθικῆς δὲν χαρακτηριζόταν ἀπὸ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν ἀπιστία, ἀλλὰ εἶχε συναίσθηση τοῦ ποιὰ ἦταν καὶ πῶς ζοῦσε. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐπιλέγει νὰ μεταβεῖ στὸ πηγάδι. Ἡ Σαμαρείτιδα πηγαίνει γιὰ νερὸ τὴν ὥρα τοῦ μεγάλου καύσωνος, ὅταν δηλαδὴ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν βρισκόταν κανεὶς ἄλλος ἐκεῖ, ἐχοντας τὴν διάθεση νὰ ἀποφύγει τὰ σκωπτικὰ καὶ προσβλητικὰ σχόλια γιὰ τὴν ἄστατη καὶ ἁμαρτωλὴ ζωή της. Φαίνεται ἀπὸ τὸν διάλογό της μὲ τὸν Χριστό, νὰ εἶχε πίστη καὶ νὰ μελετοῦσε τοὺς προφῆτες. Γι’ αὐτὸ καὶ τελικά, ὅταν συνάντησε τὸν Κύριο καὶ γνώρισε τὴν ἀποκάλυψή Του στὴν ψυχή της, πίστεψε εἰλικρινά.

Αὐτὸς εἶναι ἄλλωστε καὶ ὁ λόγος ποὺ ὁ Χριστός, γνωρίζοντας ποιὰ ἦταν ἡ Σαμαρείτιδα καὶ τὴ δεκτικότητα ποὺ εἶχε, πάει στὸ φρέαρ τὴ συγκεκριμένη ὥρα τῆς ἡμέρας καὶ ἀπομακρύνει καὶ τοὺς μαθητές του, ὥστε ἀπερίσπαστα νὰ συνομιλήσει μαζί της, στοχεύοντας νὰ τὴν ἀγρεύσει στὴ σωτηρία. Μάλιστα ἡ Σαμαρείτιδα ἁλιεύτηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ καὶ ὁ Παῦλος ἐπιλέγηκε γιὰ τὴ διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἁμαρτωλὸς ὁ Παῦλος καὶ διώκτης τοῦ Χριστοῦ, ἁμαρτωλὴ καὶ ἡ Σαμαρείτιδα, ποὺ διὰ τῶν ἁμαρτιῶν της ἔβλαπτε ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους. Παρόλα αὐτὰ οὔτε ὁ Παῦλος οὔτε ἡ Σαμαρείτιδα ἀπορρίφθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐπιλέγηκαν καὶ ἐν τέλει πιάστηκαν στὰ δίκτυα τῆς ἀγάπης Του καὶ καταστάθηκαν κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ εἰδικότερα ἡ Σαμαρείτιδα γίνεται μέτοχος μεγαλύτερων ἀποκαλύψεων ἀπὸ ὅ,τι οἱ Ἀπόστολοι. Ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου ἀποκαλύφθηκε σὲ αὐτοὺς καὶ ἔγινε πιστευτὴ μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁπότε καὶ στερεώθηκε καὶ ἡ πίστη τους. Στὴ Σαμαρείτιδα, ὅμως, τὴν ἁμαρτωλὸ γυναῖκα, ἡ ὁποία οὔτε θαύματα εἶδε, οὔτε ἦταν παροῦσα σὲ θαύματα ἀναστάσεως ἢ θεραπεῖες, τῆς ἀποκαλύπτεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ μεσσιανικότητά του καὶ τὸν κηρύσσει Προφήτη.

Εἶναι ὄντως θαυμαστὴ ἡ μεταβολὴ ποὺ ἐπῆλθε στὴ Σαμαρείτιδα. Προϋπόθεση, ὅμως, τῆς ριζικῆς μεταστροφῆς της δὲν ἦταν μόνο ἡ ἐσωτερική της δίψα γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ ἡ διάκριση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς τῆς ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο ζωῆς της καὶ τοὺς ἄνομους δεσμούς της, χωρὶς νὰ τὴν κατακρίνει ἢ νὰ τὴν ἐξουδενώσει ἢ νὰ δείξει φθόνο καὶ ἀποστροφὴ πρὸς αὐτή. Γι’ αὐτὸ καὶ μίλησε κατευθείαν στὴν καρδία της, συγκινῶντας την καὶ ἑλκύοντάς την στὴν πίστη καὶ τὴ σωτηρία. Τὸ ζῶν ὕδωρ ποὺ τῆς προσέφερε, τὸ ζωογόνο, τὸ ἄφθονο, τὸ ἀνεξάντλητο, δὲν τὸ ἔλαβε ὡς ἄντλημα ἀπὸ τὸ παρακείμενο φρέαρ, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι ἡ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια κοινωνεῖ τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἐγκαταλείπει τὸ παρελθόν της καὶ γίνεται ἔκτοτε καὶ ἡ ἴδια «πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» γιὰ τοὺς ἄλλους.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ιωάν. θ΄ 1-38)
21 Μαΐου 2017

Ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι μεγάλα, ὅλα φανερώνουν τὴν θεότητα τοῦ Κυρίου· οἱ θεραπεῖες τῶν ἀσθενῶν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν του, οἱ ἰάσεις τῶν παραλύτων μὲ ἕνα μόνο λόγο Του «σήκω ἐπάνω καὶ περπάτα», οἱ ἀναστάσεις τῶν νεκρῶν. Κάθε θαῦμα ἔχει καὶ ἕνα ξεχωριστὸ σημεῖο, ποὺ τὸ διακρίνει ἀπὸ τὰ ἄλλα. Τὸ ἀναφερόμενο σήμερα διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα θαύματα σὲ τοῦτο: βλέπουμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ παίρνει ἀπὸ τὴ γῆ χῶμα καὶ μὲ πτύσμα νὰ φτιάχνει μάτια στὸν ἀόμματο τυφλό. Ὁ τυφλὸς αὐτὸς ὄχι ἁπλῶς δὲν ἔβλεπε, ἀλλὰ εἶχε γεννηθεῖ χωρὶς μάτια, καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ θαυμαστὸ ἐδῶ τοῦ Κυρίου: ὅτι φτιάχνει μάτια ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς.

Τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου μᾶς παραπέμπει στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου: «….καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν». Ἐδῶ πάλι «ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ». Δὲν τoῦ ἔδωσε ξένα μάτια, ἀλλὰ ἔφτιαξε δικά του μάτια ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς, ὅπως ἔπλασε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Καὶ ἀκόμη δὲν ἔφτιαξε τὸν πηλὸ μὲ νερό, ἀλλὰ μὲ τὸ πτύσμα του, «ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος».

Στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἔλαβε τὸ χῶμα ὁ Θεός καὶ ἔφτιαξε ἄνθρωπο καὶ ἐμφύσησε στὸ πρόσωπό του χορηγῶν πνοὴν ζωῆς. Ἐδῶ «ἔπτυσε χαμαὶ», καὶ τὸ πτύσμα αὐτὸ ἔχει μέσα καὶ τὴ θεία πνοή, τὸ θεῖο φύσημα. Βεβαίως τὸν προτρέπει νὰ πλυθεῖ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ˙ πηγαίνει νίβεται καὶ βλέπει τὸ φῶς. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι τὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας εἶχε τὴν θαυματουργικὴ δύναμη ποὺ τὸν θεράπευσε, ἀλλὰ ἡ συνέπειά του στὴν Θεϊκὴ προτροπὴ ἔφερε τὸ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ νερὸ δὲν ἔδωσε τὴ ζωὴ στὸ χῶμα, ἀλλὰ φανέρωσε τὴ νέα ζωή, τὰ νέα μάτια τοῦ τυφλοῦ ποὺ βλέπουν τὸ φῶς: «ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων».

Οἱ Φαρισαῖοι τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό τους δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ κυρίως νὰ δεχτοῦν τὸ ὁλοφάνερο θαῦμα τοῦ Χριστοῦ· ἔλεγαν καὶ ξαναρωτοῦσαν αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν τὸν πρώην τυφλὸ «πῶς ἀνέβλεψεν;». Καὶ ἐνῶ αὐτὸς φώναζε μὲ ὅση δύναμη εἶχε: «ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα», δὲν ἔβλεπαν καὶ δὲν ἄκουγαν τὴν ἀλήθεια, ἐπιμένοντας νὰ λέγουν μὲ ὑπερηφάνεια καὶ ἐγωϊσμό: «ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν». Καὶ ἀκόμη ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀναμάρτητο Χριστό: «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστίν», στηρίζοντας τὴν ἁμαρτωλότητα τοῦ Κυρίου στὴν ἐκ μέρους Του κατάλυση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου «ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ», «ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς».

Μεγάλο κακὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἐμπόδιό του στὸ ἀντίκρυσμα τῆς ἀλήθειας ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ ὑπερηφάνεια. Ὁδηγεῖ στὴν πλάνη καὶ στηρίζει τὴν ἀπιστία, ὅπως στὴν περίπτωση τῶν φαρισαίων. Ἑνῶ ἕνας ἀπελευθερωμένος ἀπὸ τὴν φυλακὴ τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, ἄν καὶ σωματικὰ τυφλός, μπορεῖ καὶ βλέπει τὴν ἀλήθεια: «δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ αὐτὸς ποὺ μὲ θεράπευσε, γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς, οὔτε ποτὲ ἀκούστηκε στὸν κόσμο πὼς ἄνοιξε κανεὶς τὰ μάτια κάποιου ἀνθρώπου ποὺ γεννήθηκε τυφλὸς». Καὶ ἡ ἀλήθεια ὁδηγεῖ πάντοτε στὴν ἀποδοχή της καὶ στὴ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ «πιστεύω Κύριε» καὶ «προσεκύνησεν αὐτῷ».

Ἀδελφοί μου, ἂς κρατήσουμε ἀνοιχτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, ἐκριζώνοντας τὸν ἐγωϊσμὸ ποὺ μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε μόνο τὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ ἀντικρύσουμε καὶ μεῖς τὸ φῶς ποὺ εἶδε ὁ τυφλός, ὅταν οἱ ἄλλοι πεισματικὰ παραμένουν στὸ σκοτάδι. Αὐτὸ τό Φῶς τὸ ἀληθινὸ ποὺ ζωογονεῖ καὶ νοηματίζει τὴ ζωή μας, ἐπειδὴ μᾶς συνδέει μὲ τὸν ἀδελφό μας. Αὐτὸ τὸ Φῶς ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει  αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία  «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή» καὶ τὸ ὁποῖο ἀντικρύζοντας ἀναφωνοῦμε καὶ ἐμεῖς «πιστεύω Κύριε» καὶ δοξολογοῦμε τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν «ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». 

 Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ἰωάν. ιζ΄1-13 )
28 Μαΐου 2017

Ἡ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, ποὺ ὁ Χριστὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα λίγο πρὸ τοῦ Πάθους του. Σὲ αὐτὴ διευκρινίζει ὁ Κύριος, ὅτι ἡ αἰώνιος ζωὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ζωὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ὡς γνώση καὶ σχέση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ὡς μετοχὴ στὴ ζωή, στὸ πάθος καὶ στὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ στὴ ζωὴ καὶ στὴν ἀνάστασή Tου.

Ἡ ἰδέα γιὰ τὴν αἰώνιο ζωὴ εἶναι ἔμφυτη στὸν ἄνθρωπο καὶ γι’ αὐτὸ ὅλοι σὲ ὅλο τὸν κόσμο πιστεύουν σὲ αὐτή. Εἴτε εἶναι πιστοὶ κάποιας θρησκείας εἴτε ἄπιστοι, ὅλοι ἔχουν ἀντίληψη μιᾶς μετὰ θάνατον συνέχειας τῆς ζωῆς καὶ ἐπιβίωσης τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου.

Στὸν Χριστιανισμό, σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ Κύριος ἀναφέρει στὰ Εὐαγγέλια καὶ ὅπως ἡ παράδοση τῶν Πατέρων τὰ ἑρμήνευσε, ἡ αἰώνιος ζωὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο σὲ μία μετὰ θάνατον συνέχιση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ σὲ κάτι πιὸ βαθὺ καὶ πιὸ οὐσιαστικό. Πρῶτα πρῶτα στὸν Χριστιανισμὸ δὲν ὑπάρχει πλέον θάνατος. Αὐτὸς νικήθηκε διὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἔπειτα, αὐτὸ ποὺ λέμε αἰώνιος ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ὅμως ἀρχίζει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ συνεχίζεται, ὡς τέλεια, καὶ ὡς μακαρία καὶ ἀληθινὴ ζωὴ κοντὰ στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό. Ἀφορᾶ στὴ γνώση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὡς συμμετοχὴ στὴ ζωὴ καὶ τὴ δόξα Του. Ἡ αἰώνιος ζωὴ εἶναι τελικὰ ἡ κοινωνία ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, εἶναι ἡ δωρεὰ τῆς δόξας Του στὸν ἄνθρωπο.

Οἱ ἄνθρωποι στὴ μακαριότητα τῆς αἰωνότητας θὰ συμμετέχουν στὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἀνεκλάλητη χαρὰ τοῦ Παραδείσου, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Ἐκεῖ, στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, δὲν θὰ ὑπάρχει θλίψη καὶ πόνος καὶ ταλαιπωρία καὶ ἀσθένεια καὶ θάνατος καὶ πένθος καὶ δάκρυα. Στὴν κατάσταση τῆς αἰωνίου ζωῆς τὰ πάντα θὰ εἶναι καινά. Θὰ βασιλεύει ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀρετή, ἡ ὁμόνοια, ἡ εἰρήνη, ἡ ἀγάπη: «τὰ πάντα ἐν εἰρήνῃ καὶ εὐφροσύνῃ καὶ χαρᾷ ἔσται. Πάντα εὔδια καὶ γαληνά, πάντα ἡμέρα καὶ λαμπρότης καὶ φῶς», ὅπως γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.

Ὅταν ὁ Χριστὸς ἀποκάλυπτε τὴν πραγματικότητα τῆς αἰωνίου ζωῆς ὅδευε πρὸς τὸ Πάθος καὶ πρὸς τὸν τὸν θάνατο. Παρόλα αὐτὰ ὁμιλεῖ γιὰ χαρά, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἔχει καὶ μπορεῖ νὰ μεταδώσει καὶ στοὺς μαθητές του. Ἡ χαρὰ αὐτὴ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ψεύτικη καὶ ἐπιφανειακὴ χαρὰ τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία οὐδέποτε διαρκεῖ γιὰ πολὺ καὶ εἶναι πάντοτε συνυφασμένη μὲ τὸν πόνο. Ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ περνᾶ μὲν ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ Σταυροῦ, ὅμως, ἐγκαθίσταται ἀδιατάρακτη πλέον στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε γνήσιου μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ προσφέρεται ὡς ἀτελεύτητη στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

 Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ εἶναι καρπὸς ἀγῶνα καὶ δωρίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς ἐσωτερικὴ εἰρηνικὴ καὶ εὐφρόσυνη κατάσταση. Ὁ προαπαιτούμενος ἀγῶνας χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ κατ’ ἐπέκταση ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἐντολές του, τὴν τήρηση τῆς συνείδησης, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ τὴ φιλανθρωπία πρὸς τοὺς δυστυχοῦντας. Ὁ κόσμος οὐδεμία σταθερὴ χαρὰ  προσφέρει, διότι ὅλες οἱ τέρψεις μεταβάλλονται σὲ λύπες καὶ στεναγμούς. Τὸ μόνο σταθερὸ στοιχεῖο αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶναι ὁ Σωτῆρας Χριστὸς καὶ ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι παραμονή του στὸν κόσμο. Ζῶντας κανεὶς σὲ κοινωνία μαζί του μπορεῖ νὰ χαρεῖ πραγματικά, νὰ χαρεῖ δηλαδὴ «ἐν Κυρίῳ» κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο.

 Οἱ Χριστιανοί πρέπει νὰ ζοῦμε καθὼς ἁρμόζει στὴν κλήση μας, δὲν ἐπηρεαζόμαστε ἀρνητικὰ ἀπὸ τὰ δυσάρεστα τοῦ κόσμου καὶ δὲν πασχίζουμε νὰ βροῦμε παρηγοριὰ στὰ ἐφήμερα τῆς καθημερινότητας, τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἡδονῆς. Ἡ προσοχὴ καὶ ἡ ἐλπίδα μας βρίσκονται στὸν ἀγῶνα μίμησης τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι χαιρόμαστε καὶ ταυτόχρονα ἀναμένουμε τὴ συνέχεια τῆς ζωῆς μας στὴν αἰωνιότητα τῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν Θεό. 

Ἀμήν.

 


Κηρύγματα Μαΐου 2017 pdf 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ AΠΡΙΛΙΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ  Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μρκ. ι΄ 32-45)
2 Ἀπριλίου 2017

Τελευταῖα Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καὶ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὸν βίο μιᾶς μεγάλης Ἁγίας, τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἐπειδὴ πλησιάζει τὸ τέλος τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ πρέπει οἱ χριστιανοὶ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἔχοντας σὰν παράδειγμα τὸ πρότυπό της. Παράλληλα ὅμως, προετοιμάζει  καὶ  τὴν εἴσοδο μας στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, μὲ σκοπὸ νὰ ζήσουμε, ὅσο γίνεται μυστηριακά, τὶς ἅγιες ἡμέρες καὶ νὰ βιώσουμε τὰ σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ θὰ ἐξελιχθοῦν.

Σήμερα ἀκούσαμε νὰ ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του «τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν». Μὲ αὐτὴ τὴν προαναγγελία τοῦ πάθους Του, ἐξηγεῖ ὅτι θὰ παραδοθεῖ στοὺς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ Τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο.

Ὁ Κύριος πορεύεται πρὸς τὸ ἑκούσιο πάθος. Γνωρίζει ὅτι ἀντιμετωπίζει τό πικρὸ ποτήριο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου μέσα στὸ Αἷμά Του. Στὸ δρόμο, ποὺ βαδίζουν, προσπαθεῖ νὰ προετοιμάσει καὶ νὰ ἐμψυχώσει γιὰ ὅλα αὐτὰ τοὺς μαθητές. Ἡ πορεία διαρκεῖ, ὁ Χριστὸς διδάσκει καὶ οἱ μαθητές ἀκοῦνε, χωρὶς ὅμως νὰ κατανοοῦν. Τοὺς προλέγει τὸ σταυρικό Του θάνατο, μὰ ἐκεῖνοι χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀποκάλυψη, ποθοῦν καὶ ἀναμένουν τιμητικὲς διακρίσεις. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλῆ καὶ αὐστηρή: «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε, καὶ ἡ διευκρίνιση σαφὴς· «ὅστις θέλει εἶναι πρῶτος, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος», δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ προηγεῖται στὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θυσίας, ἐκεῖνος θὰ ἀποδειχθεῖ μεγάλος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἀδελφοί μου· μήπως κι ἐμεῖς κάποιες στιγμὲς στὴ ζωή μας, δὲν ζοῦμε τὴν ἴδια κατάσταση καὶ σύγχυση ποὺ εἶχαν καὶ οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου; Σκεφθήκαμε ποτὲ πόσο κατανοοῦμε καὶ πόσο συμμετέχουμε σὲ ὅσα τελεσιουργοῦνται καθημερινὰ στὴν Ἐκκλησία μας; Ποιά εἶναι ἡ δική μας πορεία θυσίας καὶ ταπείνωσης στὴ διακονία τοῦ ἄλλου; Διότι θυσία γιὰ τὸν χριστιανὸ εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἁμαρτία γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀγαπήσει τοὺς ἀδελφούς.

Πρὶν ἔλθει ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, τὸ μεγαλεῖο μετριόταν μὲ τὸ πόσους κανεὶς μποροῦσε νὰ ἐξουσιάζει. Κατόπιν ὅμως μὲ τὸ πόσους μπορεῖ νὰ διακονεῖ. Δηλαδὴ, κριτήριο τῆς ἀγάπης πλέον δὲν εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ δύναμη ποὺ ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση θυσίας καὶ διακονίας, τῆς ὁποίας ὁ καρπὸς εἶναι πολύς.

Ὁ Χριστὸς καὶ πάλι σήμερα «ἐπείγεται τοῦ παθεῖν». Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐμεῖς ὡς χριστιανοὶ νὰ βαδίζουμε τὸν δρόμο τοῦ συμβιβασμοῦ μὲ κάθε τι ἀντίθεο καὶ ἀπάνθρωπο; Πορεία μας πρὸς τὸ Πάθος καὶ συμπόρευση μὲ τὸν Χριστό σημαίνει μόνον προσωπικὴ θυσία, ἀλλιῶς δὲν ὑπάρχει χριστιανικὴ ζωή. Καὶ θυσία εἶναι ἡ καταπολέμηση τῶν ἀδυναμιῶν μας.

Καλούμαστε νὰ νικήσουμε τὰ πάθη μας, νὰ ἀποβάλλουμε τὸν ἐγωϊσμό μας καὶ νὰ ὑποτάξουμε τὸ θέλημά μας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόνον τότε θὰ ἔχει ἀντίκρυσμα πάνω μας ὁ λόγος τοῦ Κύριου: «Ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν ἔσται ὑμῶν διάκονος». Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ αὐτὴ τὴ βιοτὴ ζωογόνησαν τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες, ὁμολογῶντας ἔμπρακτα τὸ ὄνομά Του καὶ τὴν ταυτότητά τους.

Ἀδελφοί, φθάσαμε στὶς ἡμέρες τοῦ θείου Πάθους.

«Δεῦτε οὖν καὶ ὑμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», μὲ τὴν συνείδηση ὅτι ἡ πορεία πρὸς τὴν ἀληθινὴ δόξα καὶ τὴν Ἀνάσταση ποὺ ποθοῦμε, περνᾶ ἀποκλειστικὰ μέσα ἀπὸ τὸ μονοπάτι τοῦ πόνου τοῦ Σταυροῦ.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (Ιωαν. ιβ΄1-18 )
9 Ἀπριλίου 2017

Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι ἡ μεγαλειώδης εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀποτελεῖ προανάκρουσμα τῆς θριαμβευτικῆς νίκης τῆς Ἀνάστασής Του. Προαναγγελία τοῦ θριάμβου τῆς ζωῆς πάνω στὸν θάνατο. Στὴν σημερινὴ γιορτὴ καλούμαστε νὰ ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς λυτρωτικῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὰ εὐαγγέλια τονίζουν τὴν μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ. Πρώτη φορὰ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα μ’ αὐτόν τρόπο. Πρώτη φορὰ ἀποδέχθηκε τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὶς ἐπευφημίες τοῦ λαοῦ, τὴ δημόσια ἐπιδοκιμασία καὶ ἀναγνώριση. Καὶ αὐτὸ γιατί γνώριζε πόσο θολὰ καὶ ἐπιφανειακὰ εἶναι συνήθως τὰ αἰσθήματα τοῦ κόσμου. Πόσο ἀσταθὴς καὶ εὐμετάβλητη εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Πόσο εὔκολα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσωπική μας ζωὴ τὸ «ὡσαννὰ εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» ἐξελίσσεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ἆρον ἆρον σταύρωσον αὐτόν». Μιὰ χαρακτηριστικὴ καὶ ἀντιπροσωπευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς συνετίζει. Μέσα στὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας  κάθε χρόνο θυμόμαστε καὶ γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ γεγονός. Καθὼς ψάλλουμε τὸ «σήμερον ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν», συνδέουμε τὸ χθὲς τῆς ἱστορίας ποὺ πέρασε μὲ τὸ σήμερα τῆς καθημερινότητας ποὺ ζοῦμε. Ἐπαναλαμβάνουμε  τὰ ἴδια τροπάρια καὶ ἀναγνώσματα, τὶς ἴδιες ἀκολουθίες καὶ τελετές. Καὶ ὅμως τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ πνευματικό τους μήνυμα μᾶς ἀγγίζει καὶ μᾶς συγκινεῖ πάντοτε. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε μάρτυρες τῆς ὀδύνης τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ μέτοχοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τὸ ἅγιο καὶ βαθὺ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε τόπο καὶ χρόνο.

Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς «ἐπείγεται τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι». Σ’ αὐτὴν τὴν πορεία μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ βασιλεία Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε πολίτες της. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ ἐνίσχυση καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, γιὰ εἰρήνη καὶ ἐλπίδα. Μᾶς λέει γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἁγιότητας  μὲ τιμιότητα καὶ ταπείνωση, μέ κόπο καὶ θυσία.

«…Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου…» Καθὼς ψάλλουμε τὸ τροπάριο, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν ὁμολογία τῆς πίστης μας ὅτι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔστω καὶ ἂν πεθάνουμε, δὲν θὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ ζήσουμε στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Σωτῆρας Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀποδεχόμαστε ὅτι ὁ θάνατός Του εἶναι ἀπόδειξη καὶ φανέρωση τῆς κυριότητάς Του.

Ζοῦμε σ’ ἕνα κόσμο ποὺ γκρεμίζει τὰ χριστιανικὰ θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ. Μιὰ ἐποχὴ ποὺ προδίδει τὶς χριστιανικὲς ῥίζες καὶ ἀρχές. Κυβερνήσεις, πολιτικοοικονομικά συστήματα καί μέσα ἐνημέρωσης, στὴ θρησκευτική τους ἀδιαφορία καὶ οὐδετερότητα θέλουν τὴν ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἀγωνίζονται, γιὰ νὰ διατηρήσουν  τὴν ἐξουσία τους.  Ἀνταγωνίζονται, γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν ἐπιρροή τους. Συγκρούονται σφοδρὰ γιὰ νὰ προωθήσουν τὰ συμφέροντά τους. Ἡ πίστη ἀμφισβητεῖται, ἐμπαίζεται καί παραμερίζεται. Αὐτὸ δὲν εἶναι σημεῖο τῶν καιρῶν μας, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς φοβίζει καὶ νὰ μᾶς ἀπογοητεύει. Εἶναι βαθιὰ κατανόηση τῆς φύσης τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σὲ σχέση μὲ τὸν διαχρονικὸ ἀγῶνα τῆς πίστης. Οἱ πανίσχυρες καὶ διαπλεκόμενες «βασιλεῖες τοῦ κόσμου» δὲν ἄφηναν ποτὲ καὶ δὲν ἀφήνουν καὶ σήμερα τόπο γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ Θεός ἔχει τόν δικό Του παράδοξο καί μυστηριώδη τρόπο νὰ ἐνεργεῖ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀνυποψίαστος ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν καταλαβαίνει τοὺς πιστοὺς ποὺ καὶ σήμερα διακηρύττουν στὶς κάθε εἴδους βασιλεῖες τῆς ἐποχῆς μας «ὡσαννά, ζεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας». Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ιωαν. κ´ 19-31)
23 Ἀπριλίου 2017

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, τοῦ ὁποίου τὴν σωτήρια ὁμολογία ἑορτάζουμε σήμερα, ἀδυνατοῦσε νὰ πιστεύσει αὐτὸ ποὺ οἱ ἄλλοι μαθητὲς τοῦ ἔλεγαν ὅτι συνέβη κατὰ τὴν ἀπουσία του. Ὅτι δηλαδὴ ὁ Κύριος εἶχε ἀναστηθεῖ, ἦταν ζωντανὸς καὶ ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ, «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων», εἰσῆλθε στὸν χῶρο ποὺ ἦσαν συνηγμένοι «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», καὶ τοὺς ἔδειξε τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιὰ στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια του. Ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Θωμᾶς, ζητοῦσε νὰ δεῖ γιὰ νὰ πιστεύσει. Ἤθελε πρῶτα νὰ ψηλαφίσει τὰ μέρη τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου ποὺ ἔπαθαν, τὴν πλευρά του, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ποὺ τρυπήθηκαν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι πράγματι αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγαν ἦταν ἀληθινά. Ὁ Χριστὸς τότε, συγκαταβαίνοντας στὴν ἀδυναμία τοῦ Θωμᾶ, ἐπανέρχεται μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες καὶ μὲ τὸν ἴδιο θαυμαστὸ τρόπο, παρουσίᾳ ὅλων τῶν μαθητῶν του, ἐπιδεικνύει τὰ χέρια, τὰ πόδια καὶ τὴν πλευρά του. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ὁ μὲν Θωμᾶς νὰ τὸν ὁμολογήσει ὡς Κύριο καὶ Θεό, ὁ δὲ Ἰησοῦς νὰ πεῖ τό «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Ὁ Θωμᾶς πάντως δὲν ἦταν ἄπιστος. Ἦταν ἁπλῶς δύσπιστος, ἴσως ἐξαιτίας καὶ τῶν ὅσων εἶχαν προηγηθεῖ καὶ ἀφοροῦσαν τὴν ταπείνωση καὶ τὸν ἐξευτελισμὸ τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους καὶ τοὺς Ἰουδαίους. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὴν ἴδια δυσπιστία μὲ τὸν Θωμᾶ ἐπέδειξαν καὶ οἱ ἄλλοι δέκα μαθητὲς ἐνώπιον τῆς ἀναγγελίας τῶν Μυροφόρων γυναικῶν ὅτι εἶδαν τὸν Κύριο. Αὐτοὶ θεώρησαν τὰ λόγια τῶν γυναικῶν ὡς παραλήρημα καὶ ἀποκύημα τῆς φαντασίας τους. Ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε «ἐν μέσῳ αὐτῶν» καὶ τοὺς ἔδειξε τὰ σημάδια τοῦ Πάθους του, αὐτοὶ πάλι δὲν πίστευαν. Μόνο ὅταν ὁ Χριστὸς ἔφαγε ἐνώπιόν τους πίστεψαν στὴν πραγματικότητα τῆς Ἀνάστασης. Βέβαια οἱ μαθητὲς δὲν ἦσαν κακοπροαίρετοι ἄνθρωποι. Ἤθελαν μὲν νὰ πιστεύσουν, ἀλλὰ πρῶτα ἐπιθυμοῦσαν νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὸ ὑπερφυὲς μυστήριο ποὺ εἶχαν μπροστά τους.

Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, καὶ δὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ὅταν ἔλαβαν τὴ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ κατ’ ἐπέκταση τὴν πιστοποίηση ποὺ ζητοῦσαν σὲ σχέση μὲ τὸν Χριστό, οἱ μαθητὲς καὶ Ἀπόστολοι μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ζῆλο καὶ ἀξιοπιστία, κήρυξαν τὴν πραγματικότητα τῆς Ἀνάστασης καὶ τῆς καινῆς βιωτῆς. Μὲ θάρρος καὶ παρρησία πλέον ἀντιμετώπιζαν τὴν ἄρνηση τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν Ἐθνικῶν καὶ διακήρυσσαν τὸ «οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν».

Ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερα, ἡ δική τους μαρτυρία προσφέρεται σὲ ἐμᾶς, μέσα ἀπὸ τὴν παρακαταθήκη τους, τὰ γραπτὰ τῶν Εὐαγγελίων καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὥστε καὶ ἐμεῖς νὰ πιστεύσουμε στὸν Κύριο καὶ νὰ καταξιωθοῦμε τοῦ μακαρισμοῦ του: «Μακάριοι, οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς ἀφορᾶ σὲ ὅλους, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ δοῦν τὸν Κύριο, νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του, νὰ δοῦν τὰ θαύματά του, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ψηλαφίσουν, πιστεύουν εἰς αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη, τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἑρμηνεύει ὡς «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων».

Εἰδικότερα, γιὰ ἐμᾶς σήμερα ἡ πίστη μας δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ δοῦμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ἢ θὰ παραστοῦμε μάρτυρες κάποιου θαύματος. Τὸ πρώτιστο πρέπει νὰ εἶναι ἡ φιλοτιμία τοῦ καθενός μας, ἡ ἀγαθή του διάθεση, ἡ φύλαξη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁ πόθος τῆς οὐρανίας βασιλείας καὶ ἡ ἁπλότητα. Οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἦσαν μάρτυρες θαυμάτων, ἀκροατὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ συνδαιτήμονές του σὲ τράπεζες. Ἐπειδή, ὅμως, τοὺς ἔλειπε ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ ἀγαθότητα δὲν πίστευσαν στὸν Κύριο καὶ συνεπῶς δὲν τὸν ἀκολούθησαν, μένοντας ἔτσι ἐκτὸς τῆς βασιλείας του. Ἐμεῖς, ὅμως, ἂς προσέξουμε μὲ ἀγαθὴ διάθεση στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ τὸ ἐφαρμόσουμε μὲ προθυμία. Ἔτσι θὰ ἐπιδεικνύουμε ἔμπρακτα τὴν πίστη μας καὶ δίχως ἄλλο θὰ λάβουμε ὡς καρπό της τὴ σωτηρία μας. Διότι δὲν ψεύδεται ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε νὰ σώζει τοὺς ἀνθρώπους μὲ μόνη προϋπόθεση τὴν πίστη τους πρὸς αὐτόν. (Ἰωάν. 3, 15)

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Μαρκ. ιε΄ 43- ις΄8)
30 Ἀπριλίου 2017

Τὸ θάρρος ποὺ πηγάζει καὶ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὑπερνικᾶ φόβους καὶ δισταγμούς, ἐμπόδια καὶ κινδύνους. Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει μὲ τὸν πιὸ εὔγλωττο τρόπο τὸ περιστατικὸ τῶν τολμηρῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Ἀψηφώντας φόβους καὶ κινδύνους «ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν». Ξεκινοῦν νύχτα, γιὰ νὰ προσφέρουν τὶς ἐντάφιες τιμὲς στὸ νεκρὸ διδάσκαλό τους.

Μᾶς συγκινεῖ καὶ μᾶς ἐκπλήσσει τὸ φρόνημα καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν ἐπειδὴ ξεπερνοῦν τὶς φοβίες καὶ τὶς δειλίες τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ τοῦ φύλου τους. Καὶ ὅμως αὐτές οἱ ἡρωίδες τῆς πίστης γίνονται ταυτόχρονα τύπος καὶ εἰκόνα τῆς ἁπλῆς ἀνθρώπινης εὐαισθησίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσίωσης καὶ ἀκλόνητης ἀγάπης. Ἡ διακριτική τους παρουσία εἶναι χαρακτηριστική. Βρίσκονται ἀθόρυβα στὴ σκιὰ τοῦ Χριστοῦ. Στέκονται πλάι του στὶς τραγικὲς ὧρες τοῦ σταυρικοῦ πάθους «εἰστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφή τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ» (Ἰω. 19,25). Τότε ποὺ οἱ μαθητὲς Του Τὸν ἐγκατέλειψαν. Τότε ποὺ τράπηκαν σὲ φυγὴ καὶ Τὸν ἄφησαν μόνο. Ὅταν στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ ἀποκοιμήθηκαν, ἐνῶ ὁ ἱδρώτας τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ γινόταν «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος» λίγο πρὶν τὸ ἐπερχόμενο μαρτύριο. Ὅταν ὁ ἐνθουσιώδης καὶ παρορμητικὸς Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε καὶ ὁ ἀπογοητευμένος Ἰούδας Τὸν πρόδωσε.

Καὶ ὅμως ἡ γενναιότητα καὶ ἡ ἀφοσίωση τῶν Μυροφόρων γυναικῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι συγκλονιστική, ἔστω καὶ ἂν τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρει ἐλάχιστες μόνο φράσεις γιὰ αὐτές. Ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ἀγάπη τους στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ δυναμισμοῦ τους. Ἀγαποῦν καὶ ἐμπιστεύονται. Ἀνοίγουν τὴν καρδιά τους καὶ μέσα στὴν ἁπλότητά τους παραδίδουν τὸν ἑαυτό τους στὸν Χριστό. Πιστεύουν, τολμοῦν καὶ προχωροῦν. Ἄλλωστε ὅποιος πιστεύει γνωρίζει ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει καὶ αὐτὰ ποὺ φαίνονται ἀκατόρθωτα. Ὑπερνικοῦν ἐμπόδια καὶ δυσκολίες καὶ ζοῦν τὸ θαῦμα τῆς ὑπέρβασης. Αὐτὲς ποὺ πόνεσαν τόσο πολὺ γιὰ τὸ σταυρὸ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ, γίνονται πρῶτες μάρτυρες καὶ διάκονοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀνάστασής Του. Τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι εἶναι λίγο πρὶν ξημερώσει. Ἔτσι λοιπὸν στὸ σκοτάδι τῆς ὀδύνης τοῦ θανάτου, ἀνατέλλει τὸ φῶς τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς ζωῆς. Οἱ Μυροφόρες ζοῦν τὴ νύχτα τοῦ θανάτου, ἀλλὰ πορεύονται μὲ πίστη καὶ θάρρος καὶ βλέπουν νὰ ξημερώνει ἡ μυστικὴ ἡμέρα τῆς ζωῆς.

Ἡ τόλμη καὶ τὸ θάρρος τῶν Μυροφόρων ἐλέγχει τὴ δειλία καὶ τὴν ἀτολμία μας στὴν πραγμάτωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἀπαιτεῖται ψυχικὴ δύναμη καὶ θάρρος γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς πίστης στὴν ἐπικίνδυνη ἐποχή μας. Χρειάζεται θάρρος στὰ δύσκολα διλήμματα καὶ στὶς κρίσιμες ἐπιλογὲς τῆς ζωῆς μας ποὺ ἀποδεικνύουν τὴ γνησιότητα τῶν χριστιανικῶν μας ἀξιῶν. Χρειάζεται τόλμη ποὺ κοστίζει πολλὰ γιὰ μία στάση ζωῆς ποὺ ἀντιστέκεται στὶς ποικίλες προκλήσεις τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν ὑποκύπτει στὸν τυραννικὸ ὀρθολογισμὸ καὶ δὲν παρασύρεται στὴν παραζάλη τοῦ παραλογισμοῦ καὶ τοῦ μηδενισμοῦ τοῦ καιροῦ μας. Χρειάζεται θάρρος, γιὰ νὰ ὑπερνικοῦμε τὴν ἡττοπάθεια κάθε πνευματικῆς προσπάθειας. Γιὰ νὰ μποροῦμε, ἀκόμη, νὰ πιστεύουμε, νὰ ἐλπίζουμε καὶ νὰ ἀγαπᾶμε σὲ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν πιστεύει ὀρθά, δὲν ἀγαπάει οὐσιαστικὰ καὶ ἔπαυσε πλέον νὰ ἐλπίζει πραγματικά.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι αὐτονόητο ὅτι τὸ θάρρος ἀποτελεῖ τὸ ἀπαραίτητο ὅπλο τοῦ ἀνθρώπου στὸ δύσκολο ἀγώνα τῆς ζωῆς. Ἡ λογικὴ τοῦ κόσμου ἰσχυρίζεται ὅτι, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴν ἀρετή, χρειάζεται νὰ ἐνισχύσουμε τὴν αὐτοπεποίθησή μας. Νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς δυνατότητές του. Νὰ ἔχουμε ψύχραιμη καὶ θετικὴ σκέψη. Νὰ ἰσχυροποιήσουμε τὴ θέληση καὶ τὸ χαρακτήρα μας, ὥστε νὰ μὴ δειλιάζουμε, νὰ μὴ πανικοβαλλόμαστε καὶ νὰ μὴ μεμψιμοιροῦμε μπροστὰ στοὺς κινδύνους καὶ τὰ προβλήματα. Ἡ πίστη καὶ ἡ στάση ζωῆς τῶν μυροφόρων μας λέει κάτι ἀκατανόητο γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ἀγάπη ποὺ θυσιάζεται, ἡ ἀφοσίωση ποὺ προσφέρει εἶναι ἡ δύναμη τοῦ θάρρους, ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὴ σκιὰ καὶ τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ ὁδηγεῖ στὴ νίκη καὶ τὸ θρίαμβο τῆς ζωῆς.

Ἀμήν.

 


Κυριακή Ε΄Νηστειών pdf 
Κυριακή των Βαΐων pdf 
Κυριακή του Θωμά pdf 
Κυριακή των Μυροφόρων pdf
Kηρύγματα Απριλίου (όλα) pdf


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΡΤΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Ιωαν. α’ 44-52)
5 Μαρτίου 2017

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ἀλήθειας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ζωή. Θυμᾶται τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς ἀναστήλωσης τῶν εἰκόνων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διακηρύσσει τὴν συνείδησή της, δηλαδὴ φανερώνει τὸ πρόσωπό Της, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκφράζουμε τὸ βαθύτερο εἶναι μας, τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στὴν προτροπὴ τοῦ Φιλίππου στὸ φίλο του Ναθαναὴλ νὰ γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος στοὺς αἰῶνες καὶ ὀρθόδοξη πίστη εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Στὴν ἱστορία πολλοὶ ἀναζήτησαν καὶ ἀνακάλυψαν ἀποσπασματικὲς ἀλήθειες γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο. Κάποιοι ἄλλοι ἰσχυρίσθηκαν ὅτι ἦταν ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι ἐπινόησαν θρησκεῖες. Δημιούργησαν τὸ «εἴδωλο τοῦ θεοῦ», ὄχι ὅμως τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Χριστὸς φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους γιατὶ εἶναι ὁ Ἴδιος Θεός. Δὲν μιλάει ἁπλῶς γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι Αὐτὸς ἡ ἀλήθεια. Ἡ πίστη στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ μόνη της ἕνα θαῦμα. Μία τέτοια πίστη εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν ἄνθρωπο, μία προσωπικὴ ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τονίζει ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ θεϊκὴ καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν χωρὶς νὰ συγχέονται καὶ χωρὶς νὰ διαιροῦνται. Ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μποροῦμε κατανοήσουμε, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε, ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν χωράει στὴ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν μπαίνει στὸ μικροσκόπιο τῆς ἔρευνας καὶ τοῦ πειράματος. Τὰ δόγματα ποὺ μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς καλούμαστε νὰ διαφυλάξουμε, χαράζουν τὰ ὅρια τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, ἀλλὰ δὲν ἐξηγοῦν τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς προτρέπουν νὰ ἐμπιστευθοῦμε καὶ νὰ ζήσουμε μὲ τὴν καρδιὰ μας αὐτὸ ποῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε, ὄχι ὅμως νὰ ἀναλύσουμε μὲ τὸ μυαλὸ αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέδωσε.

Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ συνίσταται μεταξὺ ἄλλων στὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «κρύβεται» πάντοτε πίσω ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ βρίσκεται τὸ σημεῖο ποὺ σκοντάφτει ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ τότε καὶ σήμερα. Ἐδῶ ἀρχίζει ἡ τραγικὴ ἱστορία τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων αἱρέσεων οἱ ὁποῖες νοθεύουν τὴν πίστη καὶ ἀκυρώνουν τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ αἵρεση εἶναι ὁ πειρασμὸς τῆς λογικῆς πάνω στὴν ἀποκάλυψη τῆς πίστεως. Ὅσα στοιχεῖα τῆς πίστεως τὰ κατανοεῖ, τὰ ἀποδέχεται καὶ τὰ ὑπερτονίζει. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ προσπερνᾶ καὶ τὰ ὑποτιμᾶ. Διαχωρίζει τὸν Ἰησοῦ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι, τὸν Χριστὸ τὸν συνάντησαν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι στὴν ἐπίγεια διαδρομή του. Τὸν γνώρισαν ὡς «υἱὸ τῆς Μαρίας», ὡς προφήτη, ὡς χαρισματικὸ διδάσκαλο τῆς Ναζαρέτ. Δὲν μπόρεσαν ὅμως ὅλοι νὰ διακρίνουν πίσω ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, τὸν θεάνθρωπο Χριστὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸν κόσμο. Ψηλαφίζει τὰ τεκμήρια τῆς παρουσίας Του. Ἀναγνωρίζει τὸ μεγαλεῖο καὶ ἄλλοτε ἀμφισβητεῖ τὴν ὑπεροχή Του. Δὲν μπορεῖ ὅμως μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη νὰ ἀποδείξει τὴν θεότητά Του. Τὸ μυστήριο τοῦ θεανθρώπινου προσώπου τοῦ Χριστοῦ τὸ βιώνουμε «ἐν πίστει» μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀσυδοσία ἢ στὴν χυδαιότητα τῆς τέχνης, στὴν τόλμη ἢ στὴν βλασφημία τῆς διανόησης, στὰ πολύκροτα βιβλία ἤ στὶς κινηματογραφικὲς ὑπερπαραγωγές.

Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὰ ἀχαλίνωτα στοιχεῖα τοῦ κόσμου νὰ γίνονται κήρυκες τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Ἂν «κόσμος» εἶναι καθετὶ ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τότε «τὰ τοῦ κόσμου» θὰ συγκρούονται πάντοτε μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι «αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Ἰωαν. Α΄ 5,4), ἀφοῦ τὸν τελευταῖο λόγο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα τὸν ἔχει ὁ Θεός.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρκ. β΄ 1-12)
12 Μαρτίου 2017

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση στὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ Περικοπὴ κάνει, ὅτι ὁ Χριστὸς θεραπεύοντας τὸν παραλυτικὸ δὲν ἀναφέρεται στὴν πίστη τοῦ ἀρρώστου, ποὺ τελικὰ γίνεται καλά, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ τὸν μεταφέρουν. Στὸ θαῦμα ποὺ περιγράφεται στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ὑπαρκτὴ μιὰ πίστη συλλογική, ποὺ προϋποθέτει συνεργασία, κοινὸ προγραμματισμό, κοινὴ ἐνέργεια.

Στὸ σπίτι ποὺ βρέθηκε ὁ Χριστὸς νὰ μιλᾶ στὰ πλήθη τῶν συγκεντρωμένων, ἡ ἀδιαφορία τῶν πολλῶν ἔφραξε σὰν τεῖχος τὴν πόρτα στὴν ἀνάγκη τοῦ παραλύτου νὰ περάσει γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Λυτρωτή. Ὁ πόθος ὅμως καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῶν ὁλίγων ποὺ τὸν μετέφεραν τοὺς ἔκανε νὰ καταφέρουν νὰ ἀνοίξουν πέρασμα ἀπὸ τὸ πιὸ ἀπίθανο μέρος. Ἀνεβαίνουν στὴ στέγη, δημιουργοῦν ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα στὴν ὀροφὴ καὶ κατεβάζουν τὸν παραλυτικὸ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μπροστὰ στὸν Διδάσκαλο.

Ὅταν μὲ κίνητρο τὴν ἀγάπη ἡ προσωπικὴ πίστη τοῦ ἑνὸς συνταιριάζει μὲ ἐκείνη τῶν ἄλλων, ἡ ἔντασή της πολλαπλασιάζεται. Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δὲν ἔμειναν μονάδες, ἀλλὰ συγκεντρώθηκαν γύρω Του καὶ ἀποτέλεσαν ἕναν ἱερὸ σύλλογο. Στὴ συνέχεια, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου συνέστησαν τὴν Ἐκκλησία. Στὴ μεγάλη αὐτὴ ὀργανικὴ ἑνότητα ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ ἐνισχύονται ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν ἄλλων.

Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ Χριστοῦ στὴ συλλογικὴ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι ἄμεση, θεραπεύει τὸν ἀσθενή, ἀλλὰ τὰ λόγια Του δημιουργοῦν ἔκπληξη. Ἀπευθυνόμενος στὸν παραλυτικὸ τοῦ λέγει: «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ὁ Χριστὸς δὲν στέκει στὴν ἐπιφάνεια. Ὁ λόγος Του εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ προβλήματος. Πηγαίνει σ’ ἕνα βαθύτερο ἐπίπεδο, πηγαίνει κατ’ εὐθεῖαν στὴν οὐσία.

Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ, ἡ συνάφεια ἀσθενείας καὶ ἁμαρτίας, καὶ συνεπῶς ἡ σχέση συγχωρήσεως καὶ θεραπείας ἦταν ἄμεση. Ἀπὸ κεῖ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσει ἡ θεραπεία, ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνση τῆς νοσογόνου αἰτίας, μὲ τὴ συγχώρηση.

Ἡ πρώτη λέξη, «τέκνον», ἀποκαθιστᾶ τὴ διαταραγμένη σχέση τοῦ παραλυτικοῦ μὲ τὸ Θεάνθρωπο καὶ ἀποτελεῖ τὸν πρόλογο τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῆς ὁριστικῆς θεραπείας.

Οἱ θεραπεῖες αὐτὲς ἀποτελοῦν «σημεῖα» ποὺ δείχνουν ὅτι «νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι» καὶ προμηνύματα τῆς γενικότερης ὑπέρβασης τῆς ἀνθρώπινης ὀδύνης, καὶ ἀντιφεγγίζουν τὴν τελικὴ καὶ παγκόσμια νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴν ἁμαρτία καὶ στὴν κάθε λογῆς ἀρρώστια.

Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν φανερώνει ἐπίσης τὴν δυνατότητα τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου νὰ ζήσει τὴν ζωὴ τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀφετηριακὸ καὶ θεμελιῶδες θαῦμα τοῦ Κυρίου. Ἐνῶ ἡ Θεϊκὴ προτροπὴ «Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου» ἀποκαλύπτει τὴν βοήθεια ποὺ προσφέρει ὁ Κύριος στὸν ἄνθρωπο, νὰ ἀνακαλύψει τὴν ἔμπρακτη πατρική Του ἀγάπη.

Ὁ ἑορταζόμενος σήμερα μεγάλος ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στηρίζει, μὲ τὸ ἐκκλησιαστικό του φρόνημα καὶ τὴν θεολογική του συνεισφορὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπιτυγχάνεται μόνον μὲ τὴν ἠθική του τελείωση, ἀλλὰ μὲ τὴν μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης προσωπική του κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.

Αὐτὴ τὴ βάση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως προσφέρει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ καὶ βεβαιώνει τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς βασιλείας τῆς ἀγάπης, πού ἄρχισε μέσα στήν ἱστορία μὲ τὴν ἐπὶ γῆς ἔλευσή Του, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ στὴν Δευτέρα ἔνδοξη Παρουσία Του. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ (Μρκ. η’ 34-θ΄1)
19 Μαρτίου 2017

Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα, ἀδελφοί μου, ὑψώνει καὶ ἑορτάζει τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ὑπενθυμίζοντάς μας τὴν ἀναγκαιότητά του γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ Σταυρὸς τὸν ὁποῖο καλούμεθα νὰ προσκυνήσουμε δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύμβολο, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸ μυστήριο διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ ἁμαρτία καὶ σώζεται ὁ κόσμος. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ φύση τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο, ὁ τρόπος τοῦ ἀγῶνα τοῦ πιστοῦ κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν, τῶν ἐπιθυμιῶν, τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς ὑπερηφανείας, τῆς κενοδοξίας, τῆς φιλοδοξίας καὶ κάθε ἄλλης καταστάσεως ποὺ εἶναι ἐνάντια στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν αἰώνια προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο νά ἀνακαλύψει τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι», δηλαδὴ ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του. Ἡ πρόσκληση νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστὸ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῆς συνέπειάς μας μὲ τὶς ἐντολὲς Του. Αὐτὸ ὅμως σημαίνει ὄχι μόνον τὴ ἄρση τοῦ σταυροῦ μας, ἀλλὰ κυρίως τὴν προϋπόθεση ἀρνήσεως τοῦ ἑαυτοῦ μας. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ προσπάθειά μας ἀφορᾶ στὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, διὰ τῆς ἀποβολῆς τῶν παθῶν καὶ τῆς νέκρωσης τῶν φθοροποιῶν λογισμῶν ποὺ ὁδηγοῦν στὴν διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Παράλληλα ἀφορᾶ καὶ στὸν ἐσωτερικὸ ἀγῶνα οὐσιαστικῆς μας μετανοίας, μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς μας στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἔμπρακτη καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἐπίμονη καὶ ἐπίπονη προσπάθεια, ποὺ ὅμως εἶναι ἀναγκαῖα προϋπόθεση γιὰ τὴ μετοχή μας στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ διευκρίνιση τοῦ Κυρίου στὴν συνέχεια «...ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν...» ἀφορᾶ στὴν προσπάθεια ποὺ ὀφείλουμε νά καταβάλουμε στὸν πόθο καὶ στὸν στόχο νὰ κερδίσουμε τὴν ψυχή μας. Ὅποιος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια ποὺ παρέχουν στὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο τὰ σχήματα καὶ τὰ πρόσκαιρα πράγματα τοῦ κόσμου, τελικὰ ζημιώνει τὴν ἴδια του τὴν ψυχή, ἀφοῦ τὴν ἀποστερεῖ ἀπὸ τὴν ὄντως ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἀσύμβατη μὲ τὴ φθαρτότητά τους. Ἀντιθέτως, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐντολῶν του, ἀπομακρύνεται ἀπὸ κάθε τὶ ἁμαρτωλό,  νεκρώνεται γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ ταυτόχρονα ἀγωνίζεται νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἑαυτό του, ἐνδυναμούμενος ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας σώζει τὴν ψυχή του.

Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἄπειρη ἀξία. «...τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν εἶναι ἀντάξιός της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τόσο σημαντικὸ πρᾶγμα, γιὰ τὸ ὁποῖο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε.

Ἀδελφοί μου,
ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ὑψώνεται σήμερα στὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ τῆς εὐλογημένης αὐτῆς ἐκκλησιαστικῆς περιόδου καὶ προσπαθείας μας, γιὰ νὰ προβληθεῖ ὡς ὁ ἰδανικὸς τρόπος ποὺ μποροῦμε νὰ ἐπιλέξουμε γιὰ νὰ ἐξυψώσουμε καὶ νὰ διαφυλάξουμε τὴν ψυχή μας. Ἔτσι θὰ καταδείξουμε τὴν μοναδική της ἀξία, γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ νὰ θυσιάσουμε τὰ πάντα, αἴροντας πρόθυμα τὸν σταυρὸ τῶν δυσκολιῶν μας σ’αὐτὴ τὴν προσπάθεια, μὲ σκοπὸ νὰ ἀξιωθοῦμε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ πετύχουμε τὴν αἰωνιότητά της, ποὺ εἶναι ἡ ὄντως ζωή μας. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρκ. θ΄ 17-31)
26 Μαρτίου 2017

Τὸ Εὐαγγέλιο σήμερα μᾶς παρουσιάζει ἕνα ταλαίπωρο πατέρα ποὺ ζητᾶ βοήθεια ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ τὸ παιδί του ἦταν δαιμονισμένο. Στὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου ὁ δαίμονας ρίχνει κάτω τὸν νέο σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ κάνει ὅσο περισσότερο κακὸ ἀκόμη μπορεῖ, ἐπειδὴ καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἐξουσία του τελειώνει.

Ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίνεται στὸ αἴτημα τοῦ πατέρα, ἀλλὰ ζητᾶ πρῶτα τὴν πίστη του. Ὅλα μποροῦν νὰ γίνουν τοῦ λέει, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ πίστη. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη, ὅμως τὸ ἐὰν θὰ ἐνεργοποιηθεῖ ἢ ὄχι ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα λοιπὸν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἐξαρτᾶται ἐὰν θὰ λάβει ἢ ὄχι αὐτὸ ποὺ ζητᾶ. Τὸ διαπιστώνουμε στὴ στάση τοῦ πατέρα ὁ ὁποῖος τότε φωνάζει δυνατὰ  «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Βοήθησέ με νὰ πιστέψω ὅπως πρέπει καὶ ὁ Χριστὸς μὲ δεδομένη τὴν ἀνάγκη τῆς πίστεως προστάζει τὸν δαίμονα: «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Τὸ δαιμόνιο ἐξέρχεται καὶ τὸ παιδὶ ἀπελευθερώνεται ἀπὸ τὴν τυραννία του. Ὅταν ἀργότερα οἱ μαθητὲς ζήτησαν νὰ μάθουν τὴν αἰτία ποὺ οἱ ἴδιοι δὲν μπόρεσαν νὰ ἐκδιώξουν τὸν δαίμονα, ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε ὅτι τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ ἐλευθερωθεῖ χωρὶς προσευχὴ καὶ νηστεία.

Κατ’ ἀναλογία μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση πρέπει νὰ ἐνεργήσουμε καὶ ἐμεῖς, ἐφόσον βέβαια ἐπιθυμοῦμε νὰ νικήσουμε τὰ πάθη μας ποὺ σὰν δαίμονες μᾶς ταλαιπωροῦν καὶ μᾶς βασανίζουν. Καὶ αὐτὸ θὰ γίνει μόνο μὲ τὴν προσευχὴ στὸν Θεὸ καὶ τὴ νηστεία. Εἶναι σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι τυπικὴ ὑποχρέωση. Ἀντιθέτως, ἡ προσευχὴ εἶναι ἀνάγκη ἔκφρασης τῆς ψυχῆς. Ὅπως τὸ λουλούδι μαραίνεται ὅταν τὸ ποτίζουμε ἀραιά, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ στεγνώνει καὶ μαραίνεται ὅταν δὲν ζητᾶμε ἀκατάπαυστα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν προσευχή. Οἱ Πατέρες λένε συνιστοῦν «μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον». Δηλαδὴ πιὸ πολὺ χρειάζεται νὰ θυμᾶται κανεὶς τὸν Θεὸ κάθε ὥρα καὶ στιγμή, παρὰ νὰ ἀναπνέει. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν προσευχή, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.

Καὶ βέβαια ἡ προσευχὴ εἶναι χρέος καὶ ὑποχρέωση  ὅλων τῶν πιστῶν οἱ ὁποῖοι στὴν καθημερινότητά τους ὀφείλουν νὰ προσεύχονται ἀδιάκοπα γιὰ νὰ χαριτώνονται καὶ νὰ ἰσορροποῦν. Ἐὰν ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἦταν κάτι ποὺ δὲν θὰ μποροῦσαν ὅλοι νὰ ἐφαρμόσουν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν θὰ μᾶς ζητοῦσε τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Καὶ γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ δὲν ἀπαιτοῦνται ἰδιαίτερες συνθῆκες, παρὰ μόνο ζῆλος, πίστη καὶ προσοχή. Ἔτσι μπορεῖ κάποιος νὰ ζεῖ μέσα στὶς μέριμνες καὶ στὶς φροντίδες τῆς καθημερινότητας, νὰ δουλεύει καὶ νὰ ἀσχολεῖται μὲ διάφορα πράγματα καὶ νὰ διαπιστώνει ὅτι ἡ προσευχὴ προσκομίζει περισσότερα ὀφέλη καὶ καρποὺς ἀπὸ τὴν προσπάθεια.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν προσευχή, ἀναγκαῖο στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ ὅπλο κατὰ τοῦ διαβόλου, ὅπως διευκρίνισε ὁ Κύριος στοὺς ἀποροῦντες Ἀποστόλους, εἶναι καὶ ἡ νηστεία. Αὐτὴ μᾶς βοηθᾶ στὴν ἄσκηση, στὴν ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ στὴ συγκέντρωση τοῦ νοῦ κατὰ τὴν προσευχή. Διδάσκοντας τὰ πολὺ μεγάλα ὀφέλη τῆς νηστείας ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβὸς ἀναφέρει ὅτι: «ὅταν ἕνας βασιλιὰς θελήσει νὰ καταλάβει μία ἐχθρικὴ πόλη αὐτὸ ποὺ κάνει πρῶτα εἶναι νὰ δεσμεύσει τὸ νερὸ καὶ τὸ φαγητό. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλης, δηλαδὴ οἱ ἐχθροί, γιὰ νὰ μὴν τὰ στερηθοῦν καὶ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, παραδίδονται καὶ ὑποτάσσονται στὸν βασιλιά. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ ποικίλα πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ζήσει μὲ νηστεία καὶ στέρηση καὶ ἐγκράτεια, τὰ πάθη του ἐξασθενίζουν καὶ εὔκολα καταβάλλονται καὶ δὲν ἀποτελοῦν πλέον κίνδυνο γι’ αὐτόν».

Ἀδελφοί μου,
ἄς ἐμπιστευθοῦμε ἐπιτέλους τὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία, ὡς τὰ ὅπλα καὶ τὶς προϋποθέσεις ποὺ συνιστᾶ σήμερα ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς, γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῶν καταστάσεων τῆς ζωῆς μας, ἀφοῦ μέχρι τώρα ἔχοντας ἀγνοήσει ἤ ὑποτιμήσει τὴν μεταμορφωτικὴ δύναμή τους, συνεχίζουμε τρομοκρατημένοι νὰ ἀντιμετωπίζουμε καθημερινὰ τὴν δαιμονισμένη πραγματικότητα τῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνίας μας.

 


pdf


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ IΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ) (Λουκ. ιη΄ 10-14)
5 Φεβρουαρίου 2017

Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου εἶναι ἰδιαίτερα διδακτικὴ γιὰ ὅλους μας, διότι δείχνει ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος συναισθανθεῖ τὰ σφάλματά του καὶ μετανοήσει, δικαιώνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῷ ὅταν θεωρήσει τὸν ἑαυτό του δίκαιο, ἀναμάρτητο καὶ κριτὴ ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, κατακρίνεται.

Οἱ Τελῶνες, ὡς φοροεισπράκτορες  ἦταν πρόσωπα ἰδιαίτερα μισητὰ γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Κατὰ τὴν εἴσπραξη τῶν φόρων προέβαιναν σὲ αὐθαιρεσίες, ἐκμεταλλευόμενοι τὸν ἁπλὸ λαό. Γι' αυτὸ καὶ ὁ χαρακτηρισμός τους ὡς μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὁ Τελώνης, ὅμως, τῆς σημερινῆς παραβολῆς φαίνεται ὅτι εἶχε συναίσθηση τῶν ἀδικιῶν του, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀνέβηκε στὸν Ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ μετανοημένος ἐπικαλέστηκε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Στὸν Ναό, ὅμως, ἀνέβηκε καὶ ὁ Φαρισαῖος, ὁ εὐυπόληπτος στὰ μάτια τοῦ λαοῦ, ὁ δίκαιος, ὁ ἄμεμπτος καὶ ἀναντίρρητα πιστὸς τηρητὴς τοῦ Νόμου. Φτάνοντας στὸν Ναὸ δὲν προσευχήθηκε στὸν Θεό, ζητῶντας τὸ ἔλεός του. Ἀντιθέτως, ἀφοῦ στάθηκε ἐπιδεικτικὰ σὲ μία περίοπτη καὶ διακεκριμένη θέση τοῦ Ναοῦ, ἄρχισε μεγαλοφώνως νὰ αὐτοεγκωμιάζεται, νὰ ἐπαινεῖ τὸν ἑαυτό του, νὰ τὸν δικαιώνει, νὰ ἀπαριθμεῖ τὶς καλές του πράξεις: «νηστεύω», ἔλεγε, «δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι», καὶ νὰ κατακρίνει ὅλους τοὺς ἄλλους. Εὐχαριστοῦσε μάλιστα τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀναμαρτησία του καί ξεχωρίζοντας αὐτάρεσκα τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ βέβαια καὶ ἀπὸ τὸν Τελώνη, ἔλεγε: «οὔκ εἰμι ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων... ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης».

Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Φαρισαῖος ἀνέβηκε στὸν Ναὸ γιὰ νὰ αὐτοδικαιωθεῖ καὶ νὰ προβληθεῖ στοὺς ἀνθρώπους, ὡς ὁ τέλειος καὶ ἀναμάρτητος, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἁμαρτωλοί, φαῦλοι, διεφθαρμένοι, «ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί». Διαφημίζοντας τὴν ἐκ μέρους του τήρηση τοῦ Νόμου, δηλαδὴ τῆς δικαιοσύνης, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐλεημοσύνης, ἀποδεικνύεται ἕνας ἐπιφανειακὸς ἄνθρωπος, γεμάτος ἐγωισμὸ καὶ φιλαρέσκεια. Στὴν προκειμένη περίπτωση, ἡ τήρηση τοῦ Νόμου, ἂν καὶ ἀναγκαία ὡς ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις ἀποδεικνύεται ἀνώφελη καὶ καταλήγει νὰ εἶναι μία ἁπλὴ ἐφαρμογὴ κάποιων ἐξωτερικῶν τύπων. Ἡ οὐσία, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλο καὶ στὴ συναίσθηση τῆς ἀνεπάρκειάς μας, πρᾶγμα βέβαια ποὺ ὁδηγεῖ καὶ στὴν ἐπίκληση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ἀπουσίαζε ἀπὸ τὸν Φαρισαῖο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐν τέλει κατακρίθηκε ἀπὸ τὸν Θεό.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν αὐτοδικαίωση τοῦ Φαρισαίου, ὁ Τελώνης ἐπιδεικνύει οὐσιαστικὴ μετάνοια. Συναισθανόμενος τὰ μεγάλα σφάλματά του, καθὼς καὶ τὶς πάμπολλες ἀδικίες ποὺ ἔκανε, ἐλεεινολογεῖ τὸν ἑαυτό του. Στέκεται κάπου ἀπόμερα καὶ μὲ τὸ βλέμμα κάτω λυπᾶται, μετανοεῖ πραγματικὰ καὶ ζητεῖ μὲ συντριβὴ καὶ αὐτοεξουδένωση τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», λέει. Καὶ ἐπιτυγχάνει τὸ ζητούμενο. Ἡ προσευχή του εἰσακούεται καὶ λαμβάνει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, τὴ δικαίωση καὶ τὴν υἱοθεσία τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὸ ποὺ οὐσιαστικὰ μετράει στὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἡ μικρὴ ἢ ἡ μεγάλη ἁμαρτία, ἀλλὰ ἡ μετάνοια. Αὐτὴ εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς ξεκινῶντας τὸ κήρυγμά του δὲν ζήτησε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἀναμαρτησία, ἀλλὰ τὴ μετάνοιά τους καὶ τὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας.

Βαδίζοντας καὶ ἐμεῖς πρὸς τὴ νοητὴ Ἱερουσαλὴμ τοῦ ἐφετινοῦ Πάσχα, ἂς ἐλέγξουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ὥστε νὰ δοῦμε σὲ ποιὸν μοιάζουμε περισσότερο, στὸν Τελώνη ἢ στὸν Φαρισαῖο καὶ ἂς ἔχουμε μόνιμα στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ τὸν ὕμνο ποὺ σήμερα ψάλλαμε: «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν, καὶ Τελώνου μάθωμεν, τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς, πρὸς τὸν Σωτῆρα κραυγάζοντες· Ἵλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε». Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ IΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ)  (Λουκ. ιεʹ 11 ‐ 32)
12 Φεβρουαρίου 2017

Ἀκούσαμε, ἀδελφοί μου, τὴν περασμένη Κυριακὴ γιὰ τὴν ταπεινὴ προσευχή, ἡ ὁποία σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας, θέτει τὸν ἄνθρωπο στὴ διαδικασία τῆς μετάνοιας καὶ στὸ νὰ ἐμπιστεύεται τὴν ζωή του στὸ Θεό.

Σήμερα ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ μᾶς βοηθᾶ νὰ συνειδητοποιήσουμε συνειδητοποιοῦμε αὐτὴ τὴν μεγάλη ἀλήθεια.

Ἡ κακοπάθεια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ ἡ νοσταλγία τῆς πατρικῆς ἑστίας, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ βέβαιη πίστη, ὅτι ὁ πατέρας ἐπειδὴ ἀκόμη τὸν ἀγαπᾶ, θὰ τὸν συγχωρήσει καὶ θὰ τὸν δεχθεῖ, ἀνοίγουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ αἰσθάνεται, πὼς ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς εἶναι πλέον ὁ μόνος δρόμος τῆς ζωῆς του. Ἡ ἀπόφαση λοιπὸν καὶ ἡ πραγμάτωση τῆς ἐπιστροφῆς του ὀνομάζεται μετάνοια.

Ἡ Μετάνοια πάντοτε ὁριοθετεῖ τὴ σχέση τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς μετανοίας ἀποτελεῖ πάντοτε τὸν σκοπὸ τοῦ κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ τρόπος γιὰ νὰ ἀνακαινίζει ὁ Χριστιανὸς τὴν ψυχή του καὶ νὰ τὴν καθαρίζει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ποὺ διαπράχθηκαν μετὰ τὸ βάπτισμα γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ «δεύτερο βάπτισμα». Ἡ μετάνοια διαφυλάσσει καὶ διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερο ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως ἀξιωμάτων ἢ θέσεων, ἐκκλησιαστικῶν ἢ κοινωνικῶν.

Ἡ μετάνοια, στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι μιὰ ψυχαναγκαστικὴ λειτουργία. Δὲν εἶναι ἕνα σύνολο κανόνων ἠθικῆς καὶ τιμωρίας. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ δικαίωμα στὴν ἀληθινὴ ζωή, ὅπως τὸ προσφέρει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, καθὼς τὸν καλεῖ νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ Τὸν συναντήσει μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας.

Τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα μυστήρια διενεργεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, διὰ τῆς Ἱερωσύνης, ποὺ ἐμπιστεύεται στοὺς Ἐπισκόπους καὶ δι’ ἐκείνων στοὺς Ἱερεῖς. Ἀπο κοινοῦ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεωροῦν ὅτι ἡ ἀπελευθέρωση τῶν ψυχῶν ἀπὸ τὸ δεσμωτήριο τοῦ διαβόλου διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας εἶναι ἀπὸ τὰ κυριώτερα ἔργα τοῦ Ἱερέως.

Ἐκεῖ ὁ πιστὸς ἀνοίγει τὴν καρδιά του, ὄχι στὸν ἐξομολόγο, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀοράτως Παρών. Ὁ Χριστὸς ἀναδέχεται τὴν ἐξομολόγηση τοῦ πιστοῦ, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε κι ὅταν κάθε ἁμαρτωλὸς Τὸν συναντοῦσε.  Ἡ εὐχή, ποὺ διαβάζεται στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸν Ἐξομολόγο, ποὺ ἔχει τὸ χέρι του πάνω στὸ κεφάλι τοῦ ἐξομολογουμένου ἀποτελεῖ τὸ ἁπτὸ σημεῖο τῆς παρουσίας τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο συνεπάγεται τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ ἐπιβεβαιώνεται πανηγυρικὰ μὲ τὴ θεία Κοινωνία, καθὼς ὅταν μεταλαμβάνουμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀκοῦμε τὸν Ἱερέα νὰ λέει: «...εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον».

Ἡ ἀληθὴς μετάνοια ὅμως γιὰ νὰ καρποφορήσει χρειάζεται τὴν συνέργεια τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς καὶ γενικῶς τῆς προσπάθειας νὰ ζεῖ ὁ Χριστιανὸς σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ πιστὸς Χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ στηρίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἀναβάλλει τὴν μετάνοιά του, οὔτε νὰ περιμένει νὰ ἀρρωστήσει ἢ νὰ γηράσει γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ὅπως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀπελπίζεται ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του!

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει χαρακτηριστικά, ὅτι ὅσο μεγάλη κι ἂν εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, πάντως εἶναι μικρότερη ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ χάνεται μέσα σ’αὐτήν, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὴ σπίθα τῆς φωτιᾶς, ποὺ χάνεται μέσα στὸ πέλαγος τῆς θάλασσας. Καὶ σκεφθεῖτε συνεχίζει, πὼς τὸ πέλαγος ὅσο μεγάλο κι ἂν εἶναι μετριέται, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη. Γι’ αὐτό, ὅσο ζοῦμε πάνω στὴ γῆ ἔχουμε τὴν δυνατότητα τῆς μετανοίας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πέρα ἀπὸ τοὺς λόγους καὶ τὶς συμβουλὲς χειραγωγεῖ τὶς ψυχὲς στὴν μετάνοια μέσα καὶ ἀπὸ τὴν λατρευτική της ζωή. Ἡ Κυριακὴ προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν...» ζητεῖ τὴν ἄφεση καὶ τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν, ἀνάλογα μὲ τὸ κατὰ πόσο συγχωροῦμε κι ἐμεῖς τοὺς ἄλλους. Ὁ Πεντηκοστὸς ψαλμὸς τοῦ Δαϋὶδ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός...» δὲν ἀπουσιάζει σχεδὸν ἀπὸ καμμία μικρότερη ἢ μεγαλύτερη ἀκολουθία. Οἱ πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων εὑρίσκονται συνεχῶς στὰ χείλη τῶν πιστῶν, μὲ σκοπὸ νὰ γίνουν καὶ τῆς καρδιᾶς τους ἡ φωνή, ἡ ἀπαραίτητη συνοδεία τῆς ἱκετήριας κραυγῆς «Κύριε ἐλέησον», μὲ τὴν ὁποίαν κατὰ συρροὴν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐκλιπαρεῖ γιὰ τὸ μέγα καὶ θεῖο ἔλεος.

Ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σταυρική του θυσία μᾶς ξεχρέωσε μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ ἄνοιξε τὸν Παράδεισο στὸν ὁποῖον πρῶτος εἰσῆλθε ἕνας Ληστής, ὁ ὁποῖος  ἐξομολογήθηκε πάνω στὸ σταυρό του, ζήτησε καὶ ἔλαβε τὸ θεῖο ἔλεος.

Ἂς προβληματισθοῦμε λοιπόν, ποιὸς εἶναι ἀλήθεια αὐτός, ποὺ ἂν τοῦ χάριζαν τὸ χρέος ἢ τὴν ὀφειλή του, δὲν θὰ ἔτρεχε νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν δωρεὰ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν δωρητή.

Ἂς σκεφθοῦμε τέλος ὅτι ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς χρησιμοποίησε τὴν ἔκφραση «ἀναστὰς πορεύσομαι», γιὰ νὰ δείξει πὼς ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ πορεία ἐπιστροφῆς, ἀλλὰ ἀνάσταση, νίκη τῆς ἀληθινῆς ζωῆς πάνω στὴν ἁμαρτία καὶ στὸν θάνατο. Εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Χριστοῦ πρὸς ὅλους μας τὸ πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. κεʹ 31 ‐ 46)
19 Φεβρουαρίου 2017

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα σήμερα κάνει λόγο οὐσιαστικὰ γιὰ τήν φιλανθρωπία. Δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀρετὴ τοῦ νὰ ἀγαπᾶ κανείς, νὰ νοιάζεται καὶ νὰ φροντίζει τὸν συνάνθρωπό του. Συνάνθρωπός μας εἶναι βέβαια ὁ κάθε ἄνθρωπος, συγγενής ἢ  ξένος, ὁ πάσχων, ὁ καταφρονημένος τῆς κοινωνίας, ὁ περιθωριακός, καὶ γενικὰ ὁ κάθε ἕνας ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Ἡ ἀγάπη ποὺ ἐπιδεικνύουμε ἢ ποὺ ἀρνιόμαστε στοὺς συνανθρώπους μας, ἀποτελεῖ τὸ κριτήριο τῆς  αἰωνιότητας μας στὸν Παράδεισο ἤ στὴν Κόλαση.

Κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὅταν ὁ Κύριος ἔλθει ξανὰ ὄχι ὡς ἄσημος καὶ ταπεινός, ἀλλὰ ἔνδοξος ἐπὶ θρόνου καὶ ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ κρίνει τὸν κάθε ἕνα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του, θὰ χωρίσει τοὺς δίκαιους καὶ φιλάνθρωπους ἀπὸ ὅσους ἀρνήθηκαν νὰ βοηθήσουν τοὺς πάσχοντες. Τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης τῶν δικαίων πρὸς τοὺς ἀδυνάτους καὶ πτωχοὺς θὰ τὰ θεωρήσει ὅτι ἔγιναν στὸν Ἴδιο «πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω», μᾶς λέει στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός, «δίψασα καὶ μοῦ φέρατε νερὸ νὰ πιῶ, ἤμουν ξένος καὶ μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ  μοῦ δώσατε ροῦχα νὰ φορέσω. Ὅταν ἀρρώστησα ἤρθατε καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε. Ἤμουν στὴ φυλακὴ καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε».

Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ φροντίδα πρὸς ὅλους ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, εἶναι ἡ αἰτία μετοχῆς μας στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου. Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸ συγκερασμὸ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς αὐτὴ καμία πράξη τῶν ἀνθρώπων καὶ κανένα ἀσκητικὸ ἀγώνισμα δὲν ἔχει νόημα ἀπὸ μόνο του. Αὐτὴ νοηματοδοτεῖ τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νὰ μὴν γίνονται φαρισαϊκά. Ὅπου αὐτὴ ὑπάρχει, ὑπάρχουν παράλληλα ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ πραότητα, ἡ μακροθυμία, ἡ σεμνότητα, ὁ ἀλληλοσεβασμὸς καὶ ἡ θυσία ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῶν  μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε», μᾶς λέει ὁ Κύριος, «ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις».

Βέβαια τὰ ἔργα ἀγάπης εἶναι δύσκολα καὶ ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερη προσπάθεια. Ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, ὁ Ἰωάννης ὁ θεολόγος, γράφει ἀπευθυνόμενος σὲ ὅλους μας: «τεκνία μου, μὴ ἀγαπῶμεν λόγῳ, μηδὲ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ᾽ ἐν ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ». Ὁ δὲ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος παρατηρεῖ: «ἐὰν σὲ ἕνα γυμνὸ καὶ πεινασμένο πεῖ κάποιος: “Ὁ Θεὸς μαζί σου. Εὔχομαι νὰ βρεῖς ροῦχα νὰ φορέσεις καὶ φαγητὸ γιὰ νὰ χορτάσεις”, τότε ποιὸ τὸ ὄφελος ἐφόσον δὲν τοῦ δώσει τὰ ἀπαραίτητα ποὺ χρειάζεται;». Ἄρα ἐὰν μείνουμε Χριστιανοὶ τῶν λόγων, χωρὶς ἔμπρακτη ἀγάπη, δὲν θὰ ἀξιωθοῦμε τοῦ Παραδείσου. Ἐπιπλέον, τὸ νὰ δοῦμε μὲ ἀγάπη, συγκατάβαση καὶ φιλανθρωπία τὸν πλησίον μας, καλύπτοντας τὶς πολὺ ἁπλὲς καθημερινές του ἀνάγκες, εἶναι δύσκολο. Ὅμως δὲν ἀπαιτοῦνται ἰδιαίτερες συνθῆκες ἢ δυνατότητες, οὔτε ὑλικὸς πλοῦτος, γιὰ νὰ βοηθήσει κάποιος τὸν ἀδελφό του. Τὸ σημαντικὸ εἶναι κυρίως τὸ περίσσευμα τῆς καρδιᾶς μας. Αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ ἐξαντλήσουμε γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε, ὅπως ὁ Θεὸς θέλει.

Τὰ ἔργα πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ καταφρονεμένους, τὰ ὁποῖα ἀπαριθμεῖ ὁ Χριστός, εἶναι πολὺ ἁπλὰ καὶ δὲν ἀπαιτοῦν παρὰ μόνο τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης μας. Ἡ πτωχὴ χήρα ἐπαινέθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιὰ τὴ μεγάλη της καρδιά, διότι ἐνῷ εἶχε ἡ ἴδια ἀνάγκη,  προσέφερε τὰ πάντα της, δηλαδὴ τὸ δίλεπτο, γιὰ νὰ ἀνακουφίσει ἄλλους.

Ἀδελφοί μου, ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀναλογιστοῦμε ἔμπρακτα τὶς ἀνάγκες τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν μας καὶ ἀνοίγοντας τὴν καρδιά μας νὰ τοὺς συνδράμουμε καὶ νὰ τοὺς ἀνακουφίσουμε ἀπὸ τὴν πεῖνα, τὴ δίψα, τὴ γυμνότητα καὶ τὴ μοναξιά τους. Ἡ προσφορά μας αὐτὴ νὰ θυμόμαστε πὼς δὲν ἔχει συνάρτηση μὲ τὴν δυνατότητά μας, ἀλλὰ ἐξάρτηση ἀπὸ τὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς μας.

Αὐτὴ ἡ καρδιακὴ συμπαράσταση καὶ προσφορά μας, ὅπως  γίνεται σαφὲς σήμερα, θὰ ἀναστήσει τὴ χαρὰ ποὺ θὰ μᾶς ζωοποιήσει καὶ θὰ θερμάνει τὴν ψυχραμένη ἀγάπη τῶν ἀποδεκτῶν της, ὥστε νὰ καταλήξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ στὴν κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (Μτθ. στ΄14-21)
26 Φεβρουαρίου 2017

Μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ βρισκόμαστε ξανὰ ἐμπρὸς στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Σὲ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ περίοδο, τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀφιερώσουμε στὸ Θεό μὲ προσοχή, προσευχή καὶ νηστεία γιὰ τὴν ψυχική μας ἀναγέννηση.

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον ἀποχὴ ἀπὸ τὰ φαγητά, ἀλλὰ κυρίως ἄσκηση χαρισμάτων ποὺ τροφοδοτοῦν τὴν ψυχή.

Ἡ νηστεία ἀφορᾶ τὸν ὅλον ἄνθρωπο. Νηστεία θὰ πεῖ ἐγκράτεια τοῦ στομάχου, ἀλλὰ καὶ τῶν κακιῶν, καθαρμὸς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς.

Ἡ νηστεία εἶναι κυρίως ἡ πνευματική προσπάθεια, ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάθεση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀφορᾶ στὶς ἐπιθυμίες καὶ στὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Νηστεύω πνευματικὰ θὰ πεῖ ἀγωνίζομαι νὰ κόψω τὰ πάθη μου, προσπαθῶ νὰ καθαρίσω τὴν ψυχή μου. «Ἀληθὴς νηστεία ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωση, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, καταλαλιᾶς, ψεύδους καὶ ἐπιορκίας» ψάλλουμε σήμερα στὴν Ἐκκλησία μας. Τί ἀξία μπορεῖ νὰ ἔχει μιὰ νηστεία τροφική, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἐξαντλητική, ἂν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὸν ἀγώνα ἀπαλλαγῆς μας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες;

Γιὰ νὰ εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ νηστεία πρέπει νὰ συνδέεται μὲ ἀρετές, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὶς ἀρετὲς τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐλεημοσύνης. Ὅπως τὸ πτηνό, ἐὰν δὲν ἔχει φτερά, δὲν μπορεῖ νὰ πετάξει, ἔτσι καὶ ἡ νηστεία, ἂν δὲν ἔχει προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀνυψώσει στὸ Θεό.

Στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς μᾶς δίνει ὁ Κύριος πολύτιμες ὁδηγίες γιὰ νὰ πετύχουμε ψυχικὴ καλλιέργεια καὶ καρποφορία, μᾶς συνιστᾶ νὰ μὴ θησαυρίζουμε «θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς». Ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος νὰ θησαυρίσει. Βασανίζεται ἀπὸ τὸν πυρετὸ τῆς πλεονεξίας. Θέτει ὡς σκοπὸ τῆς ζωῆς του νὰ κερδίσει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα γιὰ νὰ θησαυρίσει. Ἐργάζεται, κοπιάζει, ἀγωνίζεται γιὰ πολλά, ὅλο καὶ πιὸ πολλά. Βλέπει τὸ χρῆμα καὶ τὸ λατρεύει. Ἀλλὰ τελικὰ ὑποδουλώνει τὴν ψυχὴ του στὸ χρῆμα. Μιὰ τέτοια ὑποδουλωμένη ψυχὴ δὲν ἔχει βαθύτερο περιεχόμενο. Δὲν γνωρίζει Θεό. Καταδικάζει ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό της σὲ μαρασμὸ καὶ θάνατο. Γι’ αὐτό, λέγει ὁ Κύριος «θησαυρίζετε μέσα στὴν ψυχή σας τὴν πίστη. Τὴν ταπείνωση, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ὑπομονή, τὴν ἀγάπη. Θησαυρίζετε θησαυροὺς καλῶν ἔργων».

Μᾶς συνιστᾶ ἀκόμη μὲ ποιὸ τρόπο θρησκεύουμε παρουσιάζοντας τὴν ὑποκριτικὴ θρησκευτικότητα τῶν Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι νήστευαν, ὄχι γιὰ νὰ γυμνασθοῦν στὴν ἐγκράτεια, ὄχι γιὰ νὰ ὠφελήσουν στὴν ψυχή τους, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιδειχθοῦν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὅταν νήστευαν, ἔμειναν ἀπεριποίητοι καὶ ἀκάθαρτοι, γιὰ νὰ φαίνονται ἀδύνατοι στὸ πρόσωπο καὶ καταβεβλημένοι ἀπὸ τὴν νηστεία. Ὄχι τέτοια θρησκευτικότητα. Ὁ Θεὸς ζητᾶ εἰλικρίνεια στὶς διαθέσεις μας καὶ πολὺ περισσότερο στὰ θέματα τῆς πίστεώς μας. Σκοπὸς τῆς νηστείας, τὴν ὁποία θέτει, ὑποδεικνύει ἡ Ἐκκλησία μας, εἶναι ἡ ψυχική μας ὠφέλεια. Δὲν εἶναι ἡ ἐπίδειξη γιὰ καύχηση. Κατ’ ἀναλογίαν πρέπει νὰ προσέχουμε κάθε ἐκδήλωσή μας.

Ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐξευγενίζουν τὸν ἄνθρωπο, καθαρίζουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ κάθε πάθος καὶ ἐλευθερώνουν τὸν ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν κακῶν συνηθειῶν μας. Ἀκόμη συντελοῦν στὴν καλὴ ὑγεία τοῦ σώματος. Κανεὶς ποτὲ δὲν ἀρρώστησε ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια. Ἀπεναντίας ἡ ἀκράτεια γίνεται πρόξενος πολλῶν ψυχοσωματικῶν ἀσθενειῶν, ποὺ σήμερα ἰδιαίτερα βασανίζουν πολλούς.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δεμένος στὸ ὄχημα τῆς καταναλωτικῆς καὶ ὑλιστικῆς κοινωνίας ἔχει μεταβάλει τὴν καρδιά του σὲ κέντρο χαμηλῶν ἐπιθυμιῶν μέσα στὶς ὁποῖες καθημερινὰ κυλιέται, μὲ τὴν λαιμαργία πάχυνε τὸν λογισμό του καὶ ἄναψε στὴν σάρκα του τὴν πύρωση τῶν ἐπιθυμιῶν.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει σήμερα νὰ ἀναλάβουμε τὸν καλό τῆς νηστείας ἀγώνα. Ἄς ἀποφύγουμε, λοιπόν, τὸν χορτασμὸ γιὰ νὰ μὴν ἀνάψουμε περισσότερο τὴ φωτιὰ τῆς σάρκας. Ἃς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεό μας φωτισμὸ καὶ δύναμη γιὰ χριστιανικὴ ζωή. «Ἰδοὺ καιρὸς εὐπρόσδεκτος. Ἰδοὺ καιρὸς μετανοίας. Ἀποθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός», ὅπως ἀξίως «εἰς τὴν τριήμερον ἀνάστασιν καταντήσωμεν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ σώζοντος τᾶς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀμήν.

 


pdf


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ IANOYAΡΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Μτθ. δ΄12-17)
8 Ἰανουαρίου 2017

Ὁ Ἰησοῦς ἀρχίζει τὸ κήρυγμά του προτρέποντας σὲ μετάνοια, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «μετανοεῖτε˙ ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ὄντως, ἡ μετάνοια καὶ ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, ἀποτελεῖ τὴ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ κατ' ἐπέκταση τῆς σωτηρίας.

Στὸν δρόμο τῆς ζωῆς προβάλλουν μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους δύο ἐπιλογές. Ἡ πλατεῖα ὁδός, ἡ γεμάτη ἀνέσεις καὶ εὐκολίες καὶ ἡ στενή, τῆς ὁποίας τὸ πέρασμα συνοδεύεται ἀπὸ θλίψεις. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς μίας ἢ τῆς ἄλλης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ αὐτεξούσιό μας, δηλ. ἀπὸ τὴν ἐλευθερία μας. Συμβουλὲς καὶ προτροπὲς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθοῦμε ἀπὸ πολλούς, ὅμως, στὴν ἐξουσία καὶ στὴ θέλησή μας ἔγκειται τελικὰ νὰ ἀποφασίσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ θὰ ἀκολουθήσουμε.

Ἡ ἐπιλογὴ τῆς στενῆς ὁδοῦ σημαίνει τὴ ζωὴ τῆς μετανοίας. Ὅσο μεγάλες καὶ φοβερὲς καὶ νὰ εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, ἐκμηδενίζονται μπρὸς στὸ πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον βέβαια ἐμεῖς προσπαθήσουμε νὰ παύσουμε νὰ ἐπιτελοῦμε τὸ κακὸ καὶ καταφύγουμε, μὲ ταπείνωση καὶ συντετριμμένη καρδία, στὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Ἡ δική μας εἰλικρίνεια, συντριβὴ καὶ ταπείνωση, κάμπτει τὸν ἀγαθό, φιλάνθρωπο καὶ εὐδιάλλακτο Θεό, ὥστε νὰ μᾶς σπλαχνιστεῖ καὶ νὰ μᾶς συγχωρέσει. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ βασιλιὰς Δαβὶδ. Ἡ καταφυγὴ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἔδωσε τὴν ἄφεση στὸν ταπεινὸ ἁμαρτωλό. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν ληστή, ὅπου ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καὶ ἡ συνεπακόλουθη ταπείνωση, προκάλεσαν τὸν οἶκτο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὸν εἰσαγάγει πρῶτον στὸν Παράδεισο. Ἔργα ἀγαθὰ δὲν εἶχε ὁ ληστής, παρὰ μόνο ἁμαρτίες καὶ κακότητα. Ὅμως διακρινόταν ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας του, ἀλλὰ καὶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ κέρδισε τὴ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου.

Ἀντιθέτως, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ ἐπιμένουμε στή χωρὶς ντροπή ἁμαρτία, μοιάζουμε μὲ τοὺς χοίρους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ σηκώσουν τὸ κεφάλι τους ἀπὸ τὸ βόρβορο καὶ τὴ δυσωδία, διότι οἱ ἀκαθαρσίες, μέσα στὶς ὁποῖες ζοῦν, τοὺς προσφέρουν ἡδονὴ καὶ εὐχαρίστηση. Τὸν οὐρανὸ τὸν βλέπουν μόνο ὅταν φτάσει ἡ ὥρα τῆς μάχαιρας, ὅταν δηλαδὴ τοὺς γυρίσουν ἀνάποδα γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι παραμένουμε ἀμετανόητοι, μέσα στὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας, μὴ θέλοντες νὰ ἀναβλέψουμε στὸν οὐρανό. Παραμένουμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ χαιρόμαστε μὲ κάθε τὶ τὸ ἁμαρτωλό, μίση, φθόνους, ἡδονές, πορνεῖες, φαγοπότια καὶ ἀσέβειες. Χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ χορτάσουμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀναλώνουμε τὴ ζωὴ ἀναζητῶντας τρόπους ἡδονῆς καὶ παροδικῆς εὐτυχίας.

Ἡ τραγικότητα ὅμως μᾶς ἀποκαλύπτεται ὅταν ψάχνοντας ἡδονὲς παραμένουμε ἐσωτερικὰ ἄδειοι. Τὶς ἁμαρτωλές συνήθειές μας, τὶς διακόπτουμε μόνο ὅταν μᾶς συναντᾶ ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ φυσικὴ ἀδυναμία. Τότε μπορεῖ  νὰ θυμηθοῦμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ μετανοήσουμε. Ἐὰν ὅμως μᾶς προφτάσει ὁ θάνατος, ἡ πλατεῖα ὁδός, ἡ γεμάτη χαρὰ καὶ ἡδονή, δὲν θὰ καταλήξει στὴν αἰωνιότητα τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ στὴν αἰώνια τιμωρία. Ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς δὲν θὰ ὑπάρχει ἡ δυνατότητα μετάνοιας.

Ἀδελφοί μου, ὁ παρὼν καιρὸς προσφέρεται γιὰ ἀλλαγὴ τρόπου ζωῆς. Ὁ χρόνος ποὺ ξεκινᾶ γίνεται χρῆμα στά χέρια μας γιὰ νὰ ἐξαγοράσουμε τὴν ζωή μας. Μόνο τὸ τώρα μᾶς προσφέρεται ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ μετανοήσουμε, νὰ ἐξομολογηθοῦμε καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός Του γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ὁ καθένας μας  ἂς ἀναλογιστεῖ τὴν παροῦσα καὶ τὴν μέλλουσα πραγματικότητα, ὥστε διακρίνοντας τὸ βαθύτερο καὶ οὐσιαστικὸ συμφέρον του, νὰ ἐπικαλεστεῖ τὴ Χάρη καὶ τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ γίνει μέτοχος τῆς Βασιλείας Του, δηλαδὴ κοινωνὸς τῆς ὄντως ζωῆς.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ IB΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιζʹ 12 ‐ 19)
15 Ἰανουαρίου 2017

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀδελφοί μου, μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀνήκει σὲ κανένα ἀποκλειστικά. Εἶναι Θεὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξάρτητα ἐὰν αὐτοὶ τὸν γνωρίζουν ἢ τὸν ἀγνοῦν. Πολλὲς φορὲς αὐτοὶ ἐπιδεικνύουν τέτοια πίστη,  ἀγάπη, ζῆλο καὶ τέτοια εὐγνωμοσύνη, ποὺ ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὴν ἠθικὴ ποιότητα καὶ τὴν ἀρετὴ αὐτῶν ποὺ θεωρητικὰ μόνο γνωρίζουν τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο Του. Αὐτὸ ἔκανε καὶ ὁ θεραπευθεὶς λεπρός, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἀλλογενής, ὡς Σαμαρείτης, ἐπιστρέφει γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο. Οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα, Ἑβραῖοι στὴν καταγωγή, ἀποδεικνύονται ἀγνώμονες στὸν εὐεργέτη τους.

Εἶναι πολύ σημαντικὸ νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζει τὴ φροντίδα καὶ τὸ ἔλεός Του μόνο στοὺς Ἰουδαίους. Οἱ ἴδιοι ὅμως, ὅπως καὶ ἐμεῖς πάντα, δὲν μποροῦσαν νά κατανοήσουν ἐπ’ οὐδενὶ καὶ νὰ ἀποδεχτοῦν ὅτι καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτούς. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη τοὺς ὁδηγοῦσε στὸ νὰ βλέπουν μὲ ὑπεροψία κάθε ἀλλογενῆ, θεωρώντας ὅτι πλησίον τους καὶ ἄρα ἀποδέκτης τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φροντίδας τους, ἦταν μόνο οἱ ὁμοεθνεῖς τους καὶ κυρίως οἱ ἐνάρετοι.

Ὅμως ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του βεβαιώνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὅρια στὴν ἔννοια τοῦ πλησίον, οὔτε περιορισμοὶ στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Τοῦτο πολὺ ἁπλὰ σημαίνει ὅτι ἐὰν ὁ κάθε ἄνθρωπος κατανοήσει ὅτι ὀφείλει πρωτίστως νὰ προσφέρει ἀγάπη καὶ ὄχι μόνο νὰ τὴν ἀπαιτεῖ, τότε ἡ ἀγάπη του θὰ εἶναι ἀπεριόριστη καὶ θὰ ἐκτείνεται πρὸς ὅλους.

Ὅποιος ἀγαπᾶ μόνο τοὺς οἰκείους του καὶ τοὺς ὁμοεθνεῖς του καὶ ὅλους ὅσους διακρίνονται γιὰ τὴν ἠθική τους τελειότητα, τότε αὐτὸς συμπεριφέρεται ἀνθρώπινα. Ὅποιος, ὅμως, δὲν διακρίνει συγγένεια καὶ φιλία καὶ ἁμαρτωλότητα καὶ ἀντ' αὐτοῦ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες, συμπεριφέρεται θεϊκά. Ἀποδεικνύει  ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλο προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ διάθεση καὶ τὴν ὀρθὴ τήρηση τοῦ νόμου τοῦ θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ συναισθηματισμοὺς καὶ συμφέροντα. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ χωρὶς προϋποθέσεις μιμεῖται τελικὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεό, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του ὑπέδειξε στοὺς ἀνθρώπους τὴν καινὴ ἐντολὴ  «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι «προσωπολήπτης», κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος μετὰ τὸ ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα στὴν Ἰόππη κατανόησε τὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἴση ἀξία ὅλων τῶν ἀνθρώπων μπροστὰ στὸ Θεό. Δὲν ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς πιὸ πολὺ κάποιον ἐπειδὴ ἀνήκει σὲ συγκεκριμένη ἐθνότητα, ἀπορρίπτοντας ἄλλον ἐπειδὴ ἀνήκει σὲ διαφορετικὸ ἔθνος. Τὸ κριτήριο ἀποδοχῆς τῶν ἀνθρώπων εἶναι πάντοτε ἡ ποιότητα τῆς πίστεως στόν Θεὸ καὶ ἡ χρηστότητα, ἡ συμπάθεια καὶ ἡ φιλανθρωπία πρὸς τὸν συν-άνθρωπο, ἀκόμα καὶ ὅταν αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός, ἢ ἀνήκει σὲ ἄλλη θρησκεία ἢ εἶναι ἐχθρός.

Ἡ γνώση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀνώφελη ὅταν δὲν ἐκφράζεται μὲ ἔργα ἀγάπης καὶ ἀφοῦ δὲν βοηθᾶ τὴ σωτηρία τοῦ πλησίον, δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα οὔτε τὴν δική μας.

Ἀντίθετα ὅταν μὲ ταπείνωση καταφέρουμε νὰ ὑπερβοῦμε τὸν ἀτομοκεντρισμό μας, τότε ἀπελευθερωνόμαστε ἀπὸ τὴν φυλακὴ τοῦ ἑαυτοῦ μας, συναντοῦμε τὸν κάθε ἀδελφὸ ποὺ μᾶς ἔχει ἀνάγκη καὶ γινόμαστε μὲ ἔργα χρήσιμοι γιὰ αὐτόν. 

Ἡ παραβολὴ τῶν δέκα λεπρῶν ἀποτελεῖ ἠχηρὸ μήνυμα πρόσληψης καὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου, ἀνεξαρτήτως ἠθικῆς ποιότητας ἢ ἐθνικῆς ἑτερότητας. Ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπό του σὲ μία κοινωνία ἀγάπης, ἀλληλοβοήθειας καὶ προσφορᾶς, μπορεῖ νὰ βιώσει τὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ στόχος καί τὸ ζητούμενο τῆς ζωῆς.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ IE΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιθ΄ 1-10)
22 Ἰανουαρίου 2017

Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀναφέρεται στὴ συνάντηση τοῦ Ζακχαίου μὲ τὸ Χριστό. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀρχιτελώνης. Οἱ τελῶνες ἐκείνη τὴν ἐποχὴ προπλήρωναν τοὺς φόρους στοὺς Ρωμαίους κατακτητὲς καὶ στὴ συνέχεια ἀνελάμβαναν νὰ τοὺς εἰσπράξουν οἱ ἴδιοι ἀπὸ τὸ λαό, ἐπιβαρύνοντας ὅμως τοὺς φορολογούμενους μὲ ἐπιπλέον ποσὰ ἀποσκοπῶντας στὸν δικό τους πλουτισμό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ τελῶνες θεωροῦνταν ἐξ ὁρισμοῦ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἦταν ἀποκλεισμένοι ἀπὸ τὴν κοινότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ζακχαῖος, ὡστόσο, ἂν καὶ τελώνης, εἶχε τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία νὰ δεῖ τὸν Κύριο. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν κοντός, τὸ πλῆθος ποὺ συνόδευε τὸ Χριστὸ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ Τὸν ἀντικρύσει. Γιὰ νὰ μπορέσει λοιπὸν νὰ Τὸν δεῖ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο.

Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Ζακχαίου ἦταν πράξη ταπεινωτική. Πρῶτον, διότι ἕνας πλούσιος ἀξιωματοῦχος τῆς ἐποχῆς σκαρφάλωνε σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω σ’ ἕνα δέντρο. Δεύτερον, διότι, ἀνεβαίνοντας στὸ δέντρο, ἐξέθετε ἀκόμη περισσότερο τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ μικροῦ του ἀναστήματος, πρᾶγμα ποὺ τὸν ἐξέθετε ἀκόμα πιὸ πολὺ στὰ εἰρωνικὰ σχόλια τοῦ πλήθους. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως ταπεινώνεται ἑκουσίως, ἐπειδὴ θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πρόκειται σὲ λίγο νὰ ταπεινωθεῖ, ἀνεβαίνοντας κι Ἐκεῖνος σ’ ἕνα ξύλο, στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ. Ἡ ταπείνωση τοῦ Ζακχαίου συγκροτεῖ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὸ Χριστό, ποὺ βαδίζει τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ  δρόμο δηλαδὴ τῆς ταπείνωσης καὶ τοῦ μαρτυρίου.

Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ὁ Ζακχαῖος βλέπει τὸ Χριστό, δέχεται τὴν πρόσκληση νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ δέντρο, γιὰ νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Ὁ Ζακχαῖος κατεβαίνει καὶ Τὸν ὑποδέχεται μὲ χαρά, ἐνῷ τὸ πλῆθος, ἀνίκανο νὰ κατανοήσει τὸ μήνυμα καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ, γογγύζει καὶ ἐναντίον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει, Ζακχαίου, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπέλεξε νὰ καταλύσει στὸ σπίτι του.

Ἀντίθετα ὁ Ζακχαῖος, ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὴν ἀπρόσμενη ἀποδοχὴ καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δηλώνει ἑκουσίως καὶ αὐτοβούλως ὅτι θὰ δώσει τὴ μισή του περιουσία στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι, ἐὰν ἀδίκησε κάποιον, θὰ τοῦ ἐπιστρέψει τὰ τετραπλάσια. Ἔχοντας ταπεινωθεῖ καὶ διαπιστώσει πόσο πολὺ ἀποδέχεται καὶ ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ Χριστός, ἐμφανίζεται πρόθυμος νὰ ἀνταποκριθεῖ ἔμπρακτα στὴν ἀγάπη Του, υἱοθετώντας μία ἀντίστοιχη στάση ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Μετὰ τὴ γνωστοποίηση τῆς ἀπόφασης τοῦ Ζακχαίου νὰ διανείμει τὴν περιουσία του, ὁ Χριστὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἡ σωτηρία ἦρθε σ’ ἐκεῖνο τὸ σπίτι. διότι καὶ ὁ Ζακχαῖος εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Εἶναι, καὶ ἐκεῖνος, τὸ χαμένο πρόβατο ποὺ ἦλθε νὰ ζητήσει καὶ νὰ σώσει ὁ καλὸς ποιμένας. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦρθε νὰ ζητήσει τὴ σωτηρία τοῦ Ζακχαίου ἤδη πρὶν ὁ ἴδιος ὁ Ζακχαῖος ζητήσει νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ σωτηρία αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν ἀποκατάσταση τῆς σχέσης τοῦ Ζακχαίου τόσο μὲ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ὅσο καὶ μὲ τὴν κοινότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία τὸν εἶχε ἀποκλείσει ἡ προγενέστερη ἁμαρτωλὴ ζωή του.

Ἡ σημερινή περικοπὴ μᾶς φανερώνει, μεταξὺ ἄλλων, τὰ στάδια μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα συχνὰ διέρχεται ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄδικος. Ὁ Χριστὸς ὅμως στοχεύει στὴ σωτηρία του. Πολλὲς φορὲς ἡ σωτηρία αὐτή, ἡ συνάντηση δηλαδὴ μὲ τὸ Χριστό, παρεμποδίζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ πλήθη ποὺ περιστοιχίζουν τὸ Χριστό, χωρὶς στὴν πραγματικότητα νὰ κατανοοῦν ἤ νὰ ἀποδέχονται τὸ μήνυμα καὶ τὴν ἀποστολή Του.

Γιὰ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸ Χριστό, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ τὸ θέλει καὶ μετὰ νὰ τὸ προσπαθήσει. Στὴ συνέχεια θὰ πρέπει νὰ ταπεινωθεῖ, ὥστε νὰ ὁμοιάσει ἐσωτερικὰ πρὸς ἐκεῖνον ποὺ ταπεινώθηκε πάνω στὸ Σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μὲ τὴν ταπείνωση ἀνοίγει ὁ δρόμος τῆς συνάντησης μὲ τὸν Χριστό. Ἡ συνάντηση ὅμως αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἐσωτερικὰ βιώματα καὶ εὐσεβεῖς σκέψεις. Ἐὰν εἶναι γνήσια, μετουσιώνεται σὲ πράξεις. Ὁδηγεῖ στὴν ἀλλαγὴ τῆς στάσης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τοὺς συνανθρώπους του καὶ καταλήγει  στὴν οὐσιαστικὴ καὶ πλήρη ἔνταξή του στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὴν Ἐκκλησία. Δηλαδὴ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγωνίζονται καθημερινὰ μὲ θυσία, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴ χαρὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ συνανθρώπου στὴ ζωή τους.

Γένοιτο.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ IΖ΄ ΜΑΤΘ. (Μτθ. ιεʹ 21 ‐ 28)
29 Ἰανουαρίου 2017

Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ διήγηση, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περιγράφει τὴν ἀποκαλυπτικὴ συνάντηση τοῦ Κυρίου μὲ μιὰ ἄγνωστη Χαναναία γυναῖκα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος στὴν περικοπὴ αὐτὴ ἀναφέρεται σ’ ἕνα ἔργο τοῦ Ἰησοῦ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Παλαιστίνης, θέλοντας νὰ τονίσει μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς βρίσκονται στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία.

Ἡ γυναῖκα αὐτὴ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἔσπευσε νὰ Τὸν συναντήσει ἐκμεταλλευόμενη τὴ ἐπίσκεψή Του στὰ μέρη της. Δοκίμαζε μεγάλη συμφορὰ καὶ ὁ πόνος συνέτριβε τὴν καρδιὰ της, γιατὶ ἡ θυγατέρα της ἦταν σὲ πολὺ ἄσχημη κατάσταση ὑποφέροντας ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις. Θὰ ἦταν πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ ὠφέλιμο νὰ παρακολουθήσουμε τὸν διάλογο τοῦ Κυρίου μὲ τὴν Χαναναία, γιὰ νὰ περιγράψουμε τὰ στάδια ἀπὸ τὰ ὁποῖα πέρασε ἡ προσωπικὴ σχέση της μαζὶ Του, ὥσπου νὰ λάβει ὅτι ζήτησε, δηλαδὴ τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ της.

Ἀρχικὰ ἀκούγεται ἡ θερμὴ ἱκεσία της «Ἐλέησόν με Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ, ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Πρόκειται γιὰ ὁμολογία ποὺ μόνο τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μποροῦσε νὰ ἀποκαλύψει στὴ καρδιά της. Ὁμολογεῑ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ζητεῖ τὸ ἔλεός Του γιὰ τὴν ἴδια καὶ ὄχι γιὰ τὴν κόρη της.

Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἀρχίζει ἡ σκληρὴ δοκιμασία της. Τὸ πρῶτο σκαλοπάτι ποὺ καλεῖται νὰ ἀνεβεῖ εἶναι αὐτὸ τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ. «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Μερικὲς φορὲς μοιάζει ὁ οὐρανὸς νὰ εἶναι κλειστός. Μερικὲς φορὲς εὔσπλαγχνος Θεὸς μοιάζει νὰ μὴν ἀκούει, σὰν νὰ μὴν Τὸν ἀγγίζουν τὰ προβλήματά μας, σὰν νὰ μὴν βλέπει ὅτι πονάει ἡ ψυχή, ὅτι ὑποφέρει, ὅτι ἔχει μεγάλη ἀνάγκη.

Ἀκολουθεῖ ἕνα δεύτερο στάδιο. Μετὰ τὴν παρέμβαση τῶν μαθητῶν καὶ τὴν παράκλησή τους νὰ τὴν ἀπολύσει, ὁ Κύριος λύει τὴν σιωπή Του. «Ἐγὼ δὲν ἦλθα στὸν κόσμο παρὰ μόνο γιὰ τοὺς Ἑβραίους καὶ αὐτὴ εἶναι ξένη καὶ ἀλλόθρησκη». Ἐδῶ πλέον καλεῖται ἡ Χαναναία νὰ ἀνέβει ἕνα ἀκόμα σκαλοπάτι πιὸ δύσκολο ἀπὸ τὸ πρῶτο, αὐτὸ τῆς ἀπορρίψεως. Ἔρχονται στιγμὲς ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς βαθιὰ μέσα του τὴν στιγμὴ ποὺ προσεύχεται ἐνῶ παρακαλεῖ, σὰν νὰ ἀπορρίπτεται, σὰν νὰ μὴν εἶναι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶ ὁ Θεός.

Μεγάλος πειρασμὸς καὶ μεγάλη δυσκολία. Τί κάνει ὅμως ἡ Χαναναία; Ἐπιμένει στὴν προσωπικὴ κοινωνία της μὲ τὸν Χριστό. Δηλαδὴ ἐνῶ μέχρι τώρα πήγαινε πίσω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, τώρα ἔρχεται μπροστά Του, πέφτει στὰ πόδια Του καὶ τοῦ λέγει «Κύριε, βοήθει μοι». Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ποὺ φαίνεται καθοριστικὴ γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὴν ὑπερύψωση τῆς Χαναναίας, τὴν ἀνεβάζει στὸ τρίτο σκαλοπάτι τῆς δοκιμασίας της. Ὁ Κύριος κάνει μιὰ φοβερὴ διάκριση. Μιλεῖ γιὰ «τέκνα» καὶ γιὰ «κυνάρια». «Τέκνα» εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ καὶ «κυνάρια» ὁ κόσμος τῶν Ἐθνικῶν. Ἄρτος, οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ Χαναναία οὔτε θίγεται οὔτε ἀποθαρρύνεται, ἀλλά ἀντιστρέφει τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπαντᾶ μὲ τρόπο ποὺ φανερώνει τὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς πορείας καὶ ζωῆς της.

«Ναί, Κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Καὶ μόλις ὁ Κύριος ἄκουσε αὐτὸν τὸν λόγον ἀνεφώνησε μὲ θαυμασμό: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Καὶ ἡ δαιμονισμένη θυγατέρα τῆς Χαναναίας θεραπεύθηκε ἀμέσως.

Καθὼς σταματᾶ ἐδῶ ἡ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ἐμεῖς μένουμε κατάπληκτοι μὲ τὴν ἀπόλυτη καὶ ἰσχυρὴ πίστη τῆς γυναίκας ποὺ ξέρει καὶ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ταπεινώνεται, νὰ παρακαλεῖ τὸν Θεό, νὰ ἐπιμένει καὶ νὰ ὑπομένει, μέχρις ὅτου λάβει τὸ ζητούμενο.

Παρουσιάζεται μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ ταπεινὰ χωρὶς θράσος καὶ ἀπαιτητικότητα, χωρὶς ἐγωϊστικὸ θέλημα. Αἰσθανόταν ἀσήμαντη μπροστὰ στὴν ἁγιότητα τοῦ Κυρίου, ἄξια ἀπόρριψης καὶ περιφρόνησης μὰ μὲ ἀκλόνητη τὴν πίστη ὅτι ὁ λόγος Του, ὅποιος καὶ νὰ ἦταν, ἦταν γι’ αὐτὴν λόγος ζωοποιός. Ἔτσι γίνεται ἄξια νὰ ζήσει τὸ θαῦμα στὴ ζωὴ τὴ δική της καὶ τῆς πάσχουσας θυγατέρας της.

Ἀδελφοί μου, ἄν θέλουμε καὶ ἐμεῖς νὰ βροῦμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἔχουμε λυτρωτικὴ συνάντηση μαζί Του, νὰ εἴμαστε ἀποφασισμένοι ὅτι ἡ ψυχή μας  θὰ περάσει τὰ στάδια τῆς σιωπῆς, τῆς περιφρονήσεως καὶ τῆς προσβολῆς τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὰ εἰσέπραξε ἡ Χαναναία.

Στὴ δύσκολη αὐτὴ ὥρα πρέπει νὰ ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ πνευματικὰ ἐφόδια αὐτῆς τῆς γυναίκας, τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ τὴ βαθειὰ ταπείνωση. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχουμε νὰ συναντήσουμε τὸν Κύριο, νὰ ἔχουμε αἴσθηση τῆς Χάριτός Του στὴ ζωή μας καὶ ἡ καρδιά μας νὰ ἀρχίσει νὰ γίνεται τόπος Θεοφανείας.

Ἀμήν.


pdf