en ru
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιη΄, 35–43)
3 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Ὁ Χρι­στός, ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, ὄχι μόνο ἐπει­δὴ φω­τί­ζει τὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλλὰ καὶ ἐπει­δὴ χα­ρί­ζει καὶ τὸ αἰ­σθη­τὸ φῶς τῶν ὀφθαλ­μῶν. Αὐτὸ βε­βαι­ώ­νε­ται ἀπὸ τὴν ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή.

Ὁ τυ­φλὸς τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς ἦταν πο­νε­μέ­νος καὶ μᾶλ­λον πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος ἄν­θρω­πος ἀπ’ τοὺς πολ­λούς. Περ­νοῦ­σε τὴν ἡμέ­ρα του ὡς τα­πει­νὸς ζη­τι­ά­νος στὴν ἄκρη τοῦ δρό­μου, μὲ συν­τρο­φιὰ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Πί­στευ­ε ­ὅ­μως, ὅπως φαί­νε­ται, ὅτι ὁ Χρι­στὸς μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σει. Γι’ αὐτό, μό­λις ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅτι δι­έρ­χε­ται ἀπὸ τὸ ση­μεῖο τοῦ δρό­μου στὸ ὁποῖο στε­κό­ταν, ὑψώ­νει φωνὴ ἱκε­σί­ας «Ἰη­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με». Ὅμως ἀντὶ νὰ ἐνι­σχυ­θεῖ στὴν προ­σπά­θειά του νὰ βρεῑ τὸ φῶς, δέχε­ται ἀπροσ­δό­κη­τα τὴν ἐπί­θε­ση ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­νό­δευ­αν τὸν Δι­δά­σκα­λο.

Σώπα, τοῦ ἔλε­γαν, δι­ό­τι μὲ τὶς φω­νές σου κου­ρά­ζεις τὸν Δι­δά­σκα­λο. «Ὁ δὲ πολ­λῷ μᾶλ­λον ἔκρα­ζεν· Ἰη­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με».

Εἶ­ναι ἀλή­θεια, ἀγα­πη­τοί μου ἀδελ­φοί, ὅτι τό­σους αἰ­ῶ­νες μετά, στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ φτά­σου­με κον­τὰ στὸν Χρι­στό, συ­ναν­τοῦ­με κι ἐμεῖς ἐμ­πό­δια ἀκό­μη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πε­ρι­μέ­νου­με νὰ μᾶς στη­ρίξουν.

 Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν προ­σπά­θεια καὶ ζωὴ μᾶς βά­ζει πρῶ­τος ὁ δι­ά­βο­λος, ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι μι­σάν­θρω­πος καὶ ἀν­θρω­πο­κτό­νος. Γνω­ρί­ζει πόσο ὠφε­λού­με­θα, ὅταν συν­δε­ό­μα­στε μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σία Του, καὶ κά­νει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς χω­ρί­σει ἀπὸ τὴν ἀγά­πη Του, νὰ μᾶς ὠθή­σει στὴν ἁμαρ­τία, νὰ ψυ­χρά­νει τὸ ζῆλο μας, νὰ μα­ρά­νει τὸν ἐν­θου­σι­α­σμό μας. Ὅπως ἀκρι­βῶς πέ­τυ­χε νὰ βγά­λει τοὺς Πρω­το­πλά­στους ἀπ' τὸν Παράδει­σο, ἔτσι ἐπι­χει­ρεῖ νὰ βγά­λει κι ἐμᾶς ἀπὸ τὴν Ἐκ­κλη­σία καὶ νὰ μᾶς ὁδη­γή­σει στὴν ἀπώ­λεια, δη­λα­δὴ στὴν αἰ­ώ­νια Κό­λα­ση.

Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ κό­σμου, οἱ ὁποῖ­οι εἴτε ἐν γνώ­σει τους εἴτε καὶ ἐν ἀγνοίᾳ γί­νον­ται ὄρ­γα­να τοῦ σα­τα­νᾶ καὶ μᾶς ἐπι­τι­μοῦν νὰ σι­ω­πή­σου­με. Ὁ κό­σμος τῆς ἁμαρ­τί­ας ἄλ­λο­τε προ­σπα­θεῖ σὰν μα­γνή­της νὰ μᾶς ἑλ­κύ­σει κον­τά του κι ἄλ­λο­τε γί­νε­ται ἀπει­λη­τι­κός. Ἀρ­χί­ζει τὶς εἰ­ρω­νεῖ­ες, τὰ πι­κρόλογα, τὶς προ­κλή­σεις, τὰ κάθε εἴ­δους σκό­πι­μα τε­χνά­σμα­τα καὶ τὶς πά­σης φύ­σε­ως ἀπει­λές.

 Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας, ὅταν δὲν ἔχουν «νοῦν Χρι­στοῦ». Πάλι στὴν ἐκ­κλη­σία θὰ πᾶς; Κι ἄλλο παι­δὶ θὰ κά­νεις; Δὲν σοῦ φτά­νουν αὐτὰ ποὺ ἔχεις; Χρη­σι­μο­ποι­οῦν τέ­τοια δῆ­θεν λο­γι­κὰ ἐπι­χει­ρή­μα­τα ἀνα­φε­ρό­με­νοι σὲ πρα­γμα­τι­κὲς δυ­σκο­λί­ες, γιὰ νὰ κου­ρά­σουν τὴν πί­στη μας καὶ νὰ ἀπο­θαρ­ρυν­θοῦ­με στοὺς στό­χους μας. Ὑπάρ­χουν βέ­βαια πε­ρι­πτώ­σεις, ποὺ οἱ ἴδι­οι οἱ συγ­γε­νεῖς μας γί­νον­ται οἱ με­γα­λύ­τε­ροι ἐχθροί μας, ἐπα­ληθεύ­ον­τας τὸν λόγο τῆς Γρα­φῆς ὅτι «ἐχθροὶ τοῦ ἀν­θρώ­που οἱ οἰ­κι­α­κοὶ αὐ­τοῦ».

 Ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τοὺς οἰ­κεί­ους τῆς πί­στε­ως, ὅσο κι ἂν αὐτὸ ἀκού­γε­ται πα­ρά­ξε­να. Στὴν Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ «οἱ προ­ά­γον­τες» δὲν ἦταν ἄπι­στοι. Ἦταν πι­στοὶ καὶ ἀκο­λου­θοῦσαν μὲ καλὴ δι­ά­θε­ση τὸν Χρι­στό. Ἀλλὰ δυ­στυ­χῶς με­σο­λα­βοῦν ἀν­θρώ­πινες μι­κρό­τη­τες. Ζη­λο­τυ­πί­ες, ἀρ­χο­μα­νί­ες, κα­κί­ες κι ἀντὶ νὰ βο­η­θοῦ­με νά με­τα­φέ­ρε­ται ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δο­ξά­ζε­ται μέσῳ τῶν ἄλ­λων, στο­χεύ­ου­με ἐναν­τί­ον τῶν ἐρ­γα­τῶν τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μὲ σκο­πὸ νὰ σι­ω­πήσουν.

Τέ­λος, ἐμ­πό­δια στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωὴ συ­ναν­τοῦ­με καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυ­τό μας, ποὺ ἔχει ροπὴ καὶ κλί­ση πρὸς τὸ κακό. Ὑπο­κύ­πτου­με στὴ ρα­θυ­μία καὶ στὴ νω­θρό­τη­τα. Ἐφη­συ­χά­ζου­με στὸν νυ­στα­γμὸ τῆς ψυ­χῆς. Μα­γνη­τι­ζό­μα­στε ἀπὸ τὴν ἐξω­στρέ­φεια, ἀπὸ τὶς μέ­ρι­μνες τοῦ βίου καὶ ἀνα­λω­νό­μα­στε στὶς σύγ­χρο­νες ἐπι­κοι­νω­νί­ες, ποὺ δὲν μᾶς ἀφή­νουν χρό­νο γιὰ βα­θύ­τε­ρο καὶ οὐ­σι­α­στι­κὸ σύν­δε­σμο μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σία Του.

Πολ­λὰ τὰ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑπάρ­χουν, λοι­πόν, στὴν κατὰ Χρι­στὸν ζωή. Ἀλλὰ κι ἐμεῖς κα­λού­μα­στε νὰ τὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με καὶ νὰ τὰ ὑπερ­νι­κοῦ­με.

Ὁ Χρι­στι­α­νι­κὸς ἀγώ­νας, ποὺ δι­ε­ξά­γου­με, εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νος ἀγώ­νας, γι­α­τὶ ἔχει ὡς πε­δίο μά­χης τὴν καρ­διὰ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀγώ­νας δύ­σκο­λος, ἀλλὰ καὶ πο­θη­τός. Ἀγώ­νας ἀπαι­τεῑ νὰ πα­λαί­ψει ὁ ἄν­θρω­πος μὲ αὐτοθυ­σία, νὰ ἱδρώ­σει, νὰ μα­τώ­σει, νὰ δώ­σει τὰ πάν­τα γιὰ τὴ νίκη. Ἀλλ’ εἶ­ναι ἀγώ­νας ποὺ ἐνι­σχύ­ε­ται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ στε­φα­νώ­νε­ται κατὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως.

Στὸν ἀγώ­να αὐτὸ μᾶς συ­νι­στᾷ ὁ ἅγι­ος Ἰω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ὡς ὅπλο τὴν παν­το­δύ­να­μη καὶ ἀπο­τε­λε­σμα­τι­κὴ προσευχὴ «’Ι­η­σοῦ ὀνό­μα­τι μά­στι­ζε πο­λε­μί­ους». Μὲ τό μαςτί­γιο τῆς προ­σευ­χῆς χτυ­ποῦ­με ἀλύ­πη­τα τοὺς δαί­μο­νες. Ὅπως ὁ τυ­φλὸς φώ­να­ζε λέ­γον­τας· «’Ι­η­σοῦ, υἱὲ Δαυ­ΐδ, ἐλέ­η­σόν με», ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ ἐπι­μέ­νου­με προ­σευ­χόμε­νοι· νὰ κτυ­ποῦ­με ἀκού­ρα­στα τὴν πόρ­τα τοῦ θεί­ου ἐλέ­ους.

 Ἀδελ­φοί, τὰ λε­γό­με­να ἐμ­πό­δια τῆς κατὰ Χρι­στὸν ζωῆς μπο­ροῦ­με νὰ τὰ δοῦ­με ὡς σκα­λο­πά­τια, ποὺ μᾶς ἀνε­βά­ζουν μὲ κόπο, ἀλλὰ μᾶς ὁδη­γοῦν ἐκεῖ ποὺ θέ­λου­με. Τὰ θε­ω­ρού­με­να ἐμ­πό­δια τῆς κατὰ Χρι­στὸν ζωῆς «καθ’ ὑπερ­βο­λὴν εἰς ὑπερ­βο­λὴν αἰ­ώ­νι­ον βά­ρος δό­ξης κα­τερ­γάζον­ται» γιὰ τὸν κα­θέ­να μας. Δι­ό­τι, ὅπως λέει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, «πό­νοι γεν­νῶ­σι δό­ξαν, κά­μα­τοι δὲ προ­ξε­νοῦ­σι στε­φά­νους». Ὅσο πε­ρισ­σό­τε­ρο, δη­λα­δή, κο­πι­ά­ζει ὁ ἀγω­νι­στὴς τοῦ κα­λοῦ ἀγῶ­νος, τόσο με­γα­λύ­τε­ρο στε­φά­νι θὰ πά­ρει.
Γέ­νοι­το.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιγ΄, 10-17)
10 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Ἡ ὑπό­μνη­ση τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου πρὸς τὸ λαό, ἀδελ­φοί μου, τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του φαί­νε­ται ἐν πρώ­της ὄψε­ως «νό­μι­μη», ἀλλὰ στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὑπο­κρι­τι­κή, γι­α­τὶ ὁ τρό­πος καὶ ὁ χρό­νος τῆς δι­δα­σκα­λί­ας δεί­χνουν ὅτι ὑπῆρ­χε ἐμ­πά­θεια, ζή­λεια, ἔλ­λει­ψη ἀγά­πης καὶ τε­λι­κὰ ἄγνοια τοῦ σκο­ποῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του. Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ αἰ­τία ποὺ ὁ Χρι­στός, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐνυ­πό­στα­τη Ἀλή­θεια, δη­λα­δὴ ὁ Λό­γος καὶ ἡ πρά­ξη μαζί, ξε­σκέ­πα­σε τὴν ὑπο­κρι­σία του.

          Στὴν Πα­λαιὰ Δι­α­θή­κη, ὁ ἄσαρ­κος Λό­γος «νό­μον ἔδω­σε εἰς βο­ή­θει­αν» τῶν ἀν­θρώ­πων, ὥστε νὰ μπο­ροῦν νὰ δι­α­κρί­νουν με­τα­ξὺ τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων νό­μων ἔδω­σε καὶ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του «μνή­σθη­τι τὴν ἡμέ­ραν τοῦ Σαβ­βά­του ἁγι­ά­ζειν αὐ­τήν· ἓξ ἡμέ­ρας ἐργᾶ καὶ ποι­ή­σεις πάν­τα τὰ ἔργα σου τῇ δὲ ἑβδό­μῃ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἐξ. 20-8). Ἡ ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του, ποὺ ση­μαί­νει ἀνά­παυ­ση, εἶ­ναι μί­μη­ση τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἑβδό­μη ἡμέ­ρα «κα­τέ­παυ­σε ἀπὸ πάν­των τῶν ἔρ­γων Αὐ­τοῦ… καὶ εὐ­λό­γη­σεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέ­ραν τὴν ἑβδό­μην» (Γέν. 2, 3). Ὁ Ἰου­δαῖ­ος ἔπρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δω­ρεὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ νὰ Τὸν δο­ξο­λο­γή­σει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του πή­γαι­νε στὸν ναὸ ἢ τὴν συ­να­γω­γὴ καὶ ἀφι­έ­ρω­νε τὸν χρό­νο του στήν με­λέ­τη τοῦ νό­μου καὶ τὴν προ­σευ­χή.

Ὅπως μᾶς δι­η­γή­θη­κε ὁ ἱε­ρὸς Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς σή­με­ρα, σὲ μιὰ συ­να­γω­γὴ τῆς Πα­λαι­στί­νης, ἕνα Σάβ­βα­το, ὁ Χρι­στὸς δι­δά­σκει. Τὰ λό­για Του μα­γνη­τί­ζουν. Τὰ ρή­μα­τά Του εὐ­ερ­γε­τοῦν «ὡς δρό­σος Ἀερ­μών». Μύρο καὶ εὐ­ω­δία στα­λά­ζουν τὰ χεί­λη Του καὶ σκορ­πί­ζουν ἀνέκ­φρα­στη χαρά. Ἔχει συγ­κεν­τρω­θεῖ στὴν συ­να­γω­γὴ κό­σμος πο­λύς, γιὰ νὰ ἀκού­σει «ρή­μα­τα ζωῆς αἰ­ω­νί­ου» ἀπὸ Ἐκεῖ­νον ποὺ ὁμι­λεῖ, ὅπως ποτὲ ἄλ­λο­τε δὲν μί­λη­σε ἄν­θρω­πος στὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἄν­δρες, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, ἐπί­ση­μοι τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ μή, πι­στοὶ στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Δε­κα­λό­γου «τὰ σάβ­βα­τα Κυ­ρίῳ τῷ Θεῷ σου» ἔχουν ἔλ­θει, γιὰ νὰ λά­βουν μέ­ρος στὴν κοι­νὴ προ­σευ­χή.

Τὴν ἡμέ­ρα αὐτὴ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς συ­να­γω­γῆς ἕνα δύ­σμορ­φο πλά­σμα κι­νεῖ­ται μέσα στὴ συ­­να­γω­γή. Μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἦταν ἄρ­ρω­στη. Ἡ ἀρ­ρώ­στια της προ­έρ­χε­ται ἀπὸ ἐνέρ­γεια τοῦ σα­τα­νᾶ. Τὸ κε­φά­λι της ἦταν στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ κάτω «μὴ δυ­να­μέ­νη ἀνα­κῦ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές». Μιὰ ἀξι­ο­θρή­νη­τη καὶ ἀξι­ο­λύ­πη­τη ὕπαρ­ξη, ποὺ δε­κα­ο­κτὼ ὁλό­κλη­ρα χρό­νια ὑπέ­με­νε τὴν δο­κι­μα­σία της χω­ρὶς νὰ βα­ρυγ­κο­μή­σει, χω­ρὶς νὰ δει­λι­ά­σει, χω­ρὶς νὰ ἀπο­γο­η­τευ­θεῖ. Ὅμως παρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς ἀσθέ­νει­άς της, με­τέ­βαι­νε στὸν τόπο τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Θεοῦ, γι­α­τὶ ἐπι­θυ­μοῦ­σε νὰ θρέ­ψει τὴν ψυχή της μὲ τὴ δι­δα­χὴ τοῦ λό­γου Του. Μιὰ τέ­τοια σα­κα­τε­μέ­νη γυ­ναί­κα θὰ ἦταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἂν δὲν πή­γαι­νε στὴ συ­να­γω­γή, γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεὶ. Ἔτρε­φε ὅμως μέσα της ἀκτῖ­να πί­στε­ως καὶ ἐλ­πί­δας γιὰ τὴν ἀπο­κα­τά­στα­ση τῆς ὑγεί­ας της ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ Σάβ­βα­το τὴν βλέ­πει ὁ Χρι­στός. Ἔρ­ρι­ξε πάνω της ἕνα βλέμ­μα γε­μᾶ­το στορ­γὴ καὶ συμ­πά­θεια. Εἶδε τὴν εὐ­λά­βειά της, εἶδε τὴν ὑπο­μο­νή της, μέ­τρη­σε τὴν δο­κι­μα­σία της, τὴν σπλαγ­χνί­στη­κε καὶ ὡς παν­το­δύ­να­μος προ­στά­ζει «Γῦ­ναι ἀπο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀσθε­νεί­ας σου». Ἕνας ξε­ρὸς τρι­γμὸς ἀκού­στη­κε μέσα ἀπὸ τὰ κόκ­κα­λά της καὶ τὸ κυρ­τω­μέ­νο κορ­μί της, ποὺ ἔγι­νε ἴσιο σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, καὶ τὸ κε­φά­λι τώρα πιὰ κοί­τα­ξε ψηλὰ καὶ ἐδό­ξα­σε τὸν Θεό.

Τὴν εὐ­ερ­γε­σία αὐτὴ ὅμως, γιὰ τὴν ὁποία ὅλος ὁ λαὸς χά­ρη­κε, δι­α­βάλ­λει καὶ συ­κο­φαν­τεῖ καὶ βρί­ζει μία ὑπο­κρι­τι­κὴ ψυχή, μιὰ καρ­διὰ ποὺ κρύ­βει μέσα της δόλο καὶ φθό­νο. Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος. Ἐπει­δὴ φθό­νη­σε τό με­γά­λο αὐτὸ θαῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ποὺ μὲ ἕνα μόνο λόγο θε­ρά­πευ­σε τὴ γυ­ναῖ­κα ἀπὸ τὴν πο­λυ­χρό­νια ἀρ­ρώ­στια, ὑπο­κρί­νε­ται πὼς βε­βη­λώ­θη­κε τὸ Σάβ­βα­το. Μὲ μά­τια ἀγρι­ε­μέ­να, μὲ χεί­λη ποὺ τρέ­μουν ἀπὸ κα­κία, ὑψώ­νει τὰ χέ­ρια ποὺ κρα­τοῦ­σαν τὸν Νόμο, τὴν Γρα­φὴ καὶ ἐπι­τί­θε­ται κατὰ τοῦ λαοῦ. «Δὲν πρέ­πει νὰ ἔρ­χε­σθε τὸ Σάβ­βα­το νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, ἀλλὰ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες». Δὲν τολ­μᾶ, ἀδελ­φοί μου, νὰ ἐπι­τε­θεῖ κατὰ πρό­σω­πο στὸν Χρι­στό. Τὰ βά­ζει μὲ τὸν λαὸ ποὺ ἀπο­λαμ­βά­νει τὶς θε­ρα­πεῖ­ες τὴν ἡμέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του, ὑπο­κρι­νό­με­νος ὅτι ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, γιὰ νὰ μὴ κα­τα­λυ­θεῖ ἡ κα­θο­ρι­σμέ­νη ἀρ­γία.

Μὰ ἡ ἀγα­θο­ερ­γία, τοῦ λέει ὁ Κύ­ρι­ος, δὲν εἶ­ναι κα­τά­λυ­ση τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του οὔτε βε­βή­λω­σή του ἀλλὰ καλὴ χρη­σι­μο­ποί­η­ση τῆς ἡμέ­ρας. «Τὸ Σάβ­βα­τον διὰ τὸν ἄν­θρω­πον ἐγέ­νε­το καὶ οὐχ ὁ ἄν­θρω­πος διὰ τὸ Σάβ­βα­τον (Μάρ. 2, 27). Μή­πως τάχα, ὑπο­κρι­τὴ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γε, δὲν λύ­νεις τὸ βόδι σου ἢ τὰ ἄλλα ζῶα τῆς ἰδι­ο­κτη­σί­ας σου καὶ τὰ βγά­ζεις ἀπὸ τὸ πα­χνί τους, γιὰ νὰ τὰ πο­τί­ζεις τὸ Σάβ­βα­το; Ὅταν ὁ Θεὸς λύει ὄχι ὑπο­ζύ­γιο ἀλλὰ «θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀβρα­άμ», εἰ­κό­να Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ σα­τα­νᾶς γιὰ δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια τὴν εἶχε κλεί­σει στὸ σταῦ­λο τῆς θλί­ψε­ως, τοῦ μα­ρα­σμοῦ, τῆς πα­ρα­μορ­φώ­σε­ως, τῆς δί­νει χαρά, τὴν ὁδη­γεῖ στὴν ἐλευ­θε­ρία καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ χαρά, τότε βε­βη­λώ­νε­ται καὶ πα­ρα­βι­ά­ζε­ται ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του; Ὑπο­κρι­τή· ὁ φθό­νος καὶ ἡ ὑπο­κρι­σία σου δὲν ἔχουν ὅρια. Βόδι καὶ ὄνος μπο­ροῦν νὰ ἀπο­λαμ­βά­νουν φα­γη­τό, νερό, ἔξο­δο ἀπὸ τὸν σταῦ­λο τὸ Σάβ­βα­το, ὁ ἄν­θρω­πος ὅμως, ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ, τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θεοῦ ὄχι;

Ἀδελ­φοί μου, ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος προ­σευ­χό­ταν καὶ λά­τρευε τὸν Θεό. Τὰ χεί­λη του, τὸ στό­μα του χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν λό­για τῆς Γρα­φῆς. Στὴν καρ­διά του ὅμως φώ­λι­α­ζε μῖ­σος, κα­κία καὶ ὑπο­κρι­σία. Ἦταν εὐ­σε­βο­φα­νὴς ἀλλὰ ὄχι εὐ­σε­βής. Τέ­τοι ἄν­θρω­ποι ὅμως «Θεὸν ὁμο­λο­γοῦ­σιν εἰ­δέ­ναι, τοῖς δὲ ἔρ­γοις ἀρ­νοῦν­ται». (Τίτ. 1-16). Βδε­λύ­σσε­ται αὐτὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ὁ Θεὸς καὶ λέει «ἐν τοῖς χεί­λε­σιν αὐ­τῶν τι­μῶ­σί με, ἡ δὲ καρ­δία αὐ­τῶν πόρ­ρω ἀπέ­χει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἠσα­ΐ­ας 29, 13). Οὐαὶ ὑμῖν, ὑπο­κρι­ταί.

Ἀγα­πη­τοί μου, ἐνῷ «πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαι­ρεν» οἱ μορ­φω­μέ­νοι ὁδη­γοὶ τοῦ λαοῦ, οἱ ὑπεύ­θυ­νοι, γιὰ νὰ τὸν δι­α­φω­τί­ζουν, κλεί­νουν τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴν ἀν­τι­κρύ­σουν τὴν ἀλή­θεια τοῦ προ­σώ­που καὶ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ ἁπλὸς λαὸς χαί­ρε­ται, εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται, κα­τα­λα­βαί­νει, πα­νη­γυ­ρί­ζει, ἐνῷ οἱ ὑπο­κρι­τὲς θὰ προ­βάλ­λουν πάν­τα μιὰ ἀν­τί­στοι­χη ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του.

Ἀδελ­φοί, ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἔν­νοια τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του εἶ­ναι ἡ ἐπι­στρο­φὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρ­δι­ᾶς στὸν οὐ­ρα­νό. Εἶ­ναι ἡ ἀνά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀπὸ αἰ­σχροὺς καὶ ρυ­πα­ροὺς λο­γι­σμοὺς καὶ ἀπὸ σκο­τει­νὰ ἔργα. Γιὰ μᾶς τοὺς χρι­στι­α­νοὺς ἡ ἀρ­γία τῆς Κυ­ρι­α­κῆς ποὺ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαβ­βά­του ἔχει νό­η­μα καὶ σκο­πὸ σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό. Ἡ Κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἀρ­γία δὲν προ­σφέ­ρε­ται γιὰ ἐξω­τε­ρι­κὴ ἀνά­παυ­ση καὶ φυγὴ ἀπὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ἀλλὰ γιὰ ἐσω­τε­ρι­κὴ κα­τά­παυ­ση μὲ προ­σφο­ρὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄν­θρω­πο. Προ­σφέ­ρε­ται γιὰ «λόγῳ καὶ ἔργῳ» με­το­χή μας στὴν κοι­νω­νία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων. Γέ­νοι­το.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιδ΄ 16-24 Μτθ. κβ΄ 14)
17 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα, ἀδελ­φοί μου, ἀκού­σα­με τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ με­γά­λου δεί­πνου ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μία τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ καὶ ἀπο­κα­λύ­πτει «τὴν ἀνέκ­φρα­στον ἀπό­λαυ­σιν τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ».

Εὑ­ρι­σκό­με­νος ὁ Κύ­ρι­ος σὲ κά­ποιο δεῖ­πνο, ἕνας ἐκ τῶν συν­δαι­τυ­μό­νων τοῦ εἶπε· «Μα­κά­ρι­ος ὃς φά­γε­ται ἄρ­τον ἐν τῇ Βα­σι­λείᾳ τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 14-15), δη­λα­δὴ εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς ἐκεῖ­νος ποὺ θὰ ἀξι­ω­θεῖ νὰ κα­θί­σει μαζὶ μὲ τόν μεσ­σία, τοὺς Πα­τρι­άρ­χες καὶ τοὺς προ­φῆ­τες στὴν τρά­πε­ζα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ θὰ ἔχει οὐ­ρά­νια χαρὰ καὶ εὐ­φρο­σύ­νη. Ποι­οὶ ὅμως θὰ ἀπο­λαύ­σουν αὐτὴ τὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τα καὶ εὐ­τυ­χία; Μή­πως, ἐνῷ ὅλοι προ­σκα­λοῦν­ται, ὑπάρ­χουν με­ρι­κοὶ οἱ ὁποῖ­οι ἀρ­νοῦν­ται τὴν συμ­με­το­χή τους καὶ χά­νουν τὸν οὐ­ρά­νιο θη­σαυ­ρό; Μή­πως ὁ οὐ­ρά­νι­ος οἰ­κο­δε­σπό­της γνω­στο­ποι­εῖ σὲ ὅλους τὴν πρό­σκλη­ση, ἀλλὰ οἱ προ­σκα­λού­με­νοι στρέ­φουν τὰ νῶτα καὶ παίρ­νουν ἄλ­λες κα­τευ­θύν­σεις;

Ὁ Θεὸς ἀδελ­φοί μου, προ­σκα­λεῖ τὸν ἄν­θρω­πο συ­νε­χῶς, ἀλλὰ ἐμεῖς εἴ­μα­στε ἀρ­νη­τὲς τῆς με­γά­λης κλή­σε­ως. Δὲν ἐπι­λέ­γου­με τὴν ἐπι­στρο­φὴ στὴν προ­πτω­τι­κὴ κα­τά­στα­ση, τὴν συμ­με­το­χή μας στὴν ζω­ο­ποιὸ χάρη, δὲν θέ­λου­με νὰ χορ­τά­σου­με ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, γι’᾿αὐτὸ καὶ μέ­νου­με νη­στι­κοὶ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ πει­να­σμέ­νοι.

Σὲ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες κα­τέ­τα­ξε ὁ Κύ­ρι­ος ὅσους ἀρ­νοῦν­ται νὰ γευ­θοῦν τὰ ἀγα­θὰ τοῦ δεί­πνου Του. Στὴν πρώ­τη ὁμά­δα εἶ­ναι οἱ δοῦ­λοι τῶν αἰ­σθη­τῶν. «Ἀγρὸν ἠγό­ρα­σα καὶ ἔχω ἀνάγ­κην ἐξελ­θεῖν καὶ ἰδεῖν αὐ­τόν». Ἐδῶ ἀνή­κουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐκεῖ­νοι ποὺ ἀρ­νοῦν­ται νὰ ἐκ­κλη­σι­α­σθοῦν καὶ νὰ ἐκ­κλη­σι­ο­ποι­η­θοῦν, γι­α­τὶ εἶ­ναι ὑπο­δου­λω­μέ­νοι στὴν ὕλη. Δὲν τὴν βλέ­πουν ὡς δῶρο Θεοῦ καὶ δὲν τὴν ἀνα­φέ­ρουν σὲ Αὐ­τόν. Τί κά­νου­με στὴν Θεία Λει­τουρ­γία; Προ­σφέ­ρου­με τοὺς καρ­πούς μας στὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἁγι­ά­ζει καὶ στὴν συ­νέ­χεια ἁγι­α­ζό­μα­στε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ αὐ­τούς. Ὅταν δὲν ζοῦ­με εὐ­χα­ρι­στι­α­κά, ὅταν δὲν θε­ω­ροῦ­με τὰ ἀγα­θά μας ὡς δῶρο Θεοῦ, τότε ὑπη­ρε­τοῦ­με δου­λι­κὰ τὴ γῆ, ἀφή­νον­τας ἔρη­μη τὴν καρ­διά μας, πει­να­σμέ­νη τὴν ψυχή μας.

Δεύ­τε­ρη ὁμά­δα ἀρ­νη­τῶν καὶ πνευ­μα­τι­κὰ πει­να­σμέ­νων εἶ­ναι οἱ δοῦ­λοι τῆς ἐρ­γα­σί­ας. «Ζεύ­γη βοῶν ἠγό­ρα­σα πέν­τε καὶ πο­ρεύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐτά». Ὁμά­δα ἀν­θρώ­πων μὲ νοῦ καὶ καρ­διὰ προ­ση­λω­μέ­να στὰ γή­ι­να, στὴ δου­λειὰ ποὺ γί­νε­ται ἔτσι δου­λεία, γι­α­τὶ ὑπο­χρε­ώ­νει αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ εἶ­ναι ὑπο­τα­γμέ­νοι στὸν χρό­νο, νά με­τρᾶ­νε τὴ ζωή τους μὲ ὀχ­τά­ω­ρα καὶ ἐρ­γά­σι­μες μέ­ρες, νὰ δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ κα­τα­λά­βουν ὅτι ἐρ­γά­ζον­ται γιὰ νὰ ζοῦν καὶ ὄχι ὅτι ζοῦν γιὰ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται. Ἡ Ἐκ­κλη­σία ὅμως δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν ἐρ­γα­σία, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀπο­λυ­το­ποι­εῖ. Τὴν θε­ω­ρεῖ σὰν ἐρ­γό­χει­ρο στὴ ζωή μας. Ἔτσι κέν­τρο καὶ στό­χος τῶν ἐπι­δι­ώ­ξε­ών μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ ἐν Χρι­στῷ ζωή, ἡ ἀπο­δε­σμευ­μέ­νη ἀπὸ τὴν δου­λεία τοῦ χρό­νου, ἀπὸ τὴν τυ­ραν­νία τοῦ κέρ­δους.

Κατὰ ἕνα πε­ρί­ερ­γο τρό­πο ἡ τρί­τη ὁμά­δα ἀρ­νη­τῶν καὶ πει­να­σμέ­νων προ­βάλ­λει ὡς δι­και­ο­λο­γία τῆς ἀρ­νή­σε­ώς τους τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωή. «Γυ­ναῖ­κα ἔγη­μα καὶ διὰ τοῦ­το οὐ δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν». Ὁ γά­μος ἔγι­νε ἐμ­πό­διο καὶ δὲν ἔλα­βαν μέ­ρος στό με­γά­λο δεῖ­πνο. Συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα αὐτό. Ἀρ­κε­τοὶ θε­ω­ροῦν τὸν γάμο καὶ τὰ οἰ­κο­γε­νει­α­κὰ βάρη ἐμ­πό­διο. Ὅμως ἡ Ἐκ­κλη­σία εὐ­λο­γεῖ τὴ συ­ζυ­γία καὶ τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωή, ἡ ὁποία μὲ τή με­το­χή της στὴ λα­τρεία ἐλα­φρώ­νει τὸ βά­ρος της, ἀνα­νεώνε­ται καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἑνό­τη­τά της.

Ἡ πρώ­τη ὁμά­δα, ποὺ ἀρ­νοῦν­ται τὴ συμ­με­το­χή τους στό με­γά­λο Δεῖ­πνο δε­μέ­νοι μὲ τὸν ἀγρὸ καὶ τὴν γῆ, ἀπο­κη­ρύσ­σουν τὴν πρό­σκλη­ση γιὰ σω­τη­ρία. Ἄρ­νη­ση ὅμως τῆς σω­τη­ρί­ας ση­μαί­νει ἐπι­λο­γὴ τοῦ θα­νά­του. Ἡ δεύ­τε­ρη ὁμά­δα εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νη ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν φρον­τί­δα γιὰ τὰ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κά, γι’ αὐτὸ μὲ πεῖ­σμα φρον­τί­ζουν ὑπερ­βο­λι­κὰ τὶς ἐρ­γα­σί­ες τους καὶ ὄχι τὴ σω­τη­ρία τους. Ἀδι­α­φο­ρία ὅμως γιὰ τὴ σω­τη­ρία ση­μαί­νει θά­να­το. Ἡ τρί­τη ὁμά­δα ἀνό­η­τα ὑπο­στη­ρί­ζει πὼς δὲν συμ­βι­βά­ζε­ται οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ ζωὴ καὶ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ἐνῷ οὐ­σι­α­στι­κὰ αὐ­το­στερεῖ­ται τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀνε­φο­δι­α­σμό.

Ὅλοι, ἀδελ­φοί μου, κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅτι ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ τοῦ Με­γά­λου Δεί­πνου καὶ τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων ἀφο­ρᾷ στό με­γά­λο Δεῖ­πνο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὅπου προ­σφέ­ρε­ται «ὁ Ἄρ­τος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βὰς» (Ἰωάν. 6-51), ποὺ μᾶς με­ταγ­γί­ζει τὴ Ζωὴ καὶ τὴν Ἀνά­στα­ση. Αὐτὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, αὐτὴ τὴ δι­ά­στα­ση τὴ ζοῦ­με μόνο στὴ Θεία Εὐ­χα­ρι­στία, γι­α­τὶ ἐκεῖ ὅλα καὶ ὅλοι με­τα­μορ­φώ­νον­ται, ὅλα ἀλ­λά­ζουν. Τότε τὸ πα­ρὸν γί­νε­ται αἰ­ώ­νιο καὶ τὸ αἰ­ώ­νιο ἔρ­χε­ται τόσο κον­τά μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κα­θι­στᾶ συν­δαι­τυ­μό­νες στὸ οὐ­ρά­νιο δεῖ­πνο Του, δη­λα­δὴ κλη­ρο­νό­μους τῆς οὐ­ρά­νι­ας Βα­σι­λεί­ας Του. Ἀμήν.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ (Μτθ. α΄ 1-25)
24 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Βρι­σκό­μα­στε στὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς με­γά­λης καὶ οἰ­κου­με­νι­κῆς ἑορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Αὔ­ριο ἑορ­τά­ζου­με τὴν ἐγ­κό­σμια πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ μὲ τὴ γέν­νη­σή του στὴ Βη­θλε­ὲμ, καὶ εἴ­μα­στε μάρ­τυ­ρες τῆς ἐπι­φα­νεί­ας τοῦ Θεοῦ. Ὁλό­κλη­ρη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἄμε­σα ἢ ἔμ­με­σα, ἑορ­τά­ζει τὰ Χρι­στού­γεν­να.

Ἀνα­τρέ­χον­τας στὸ ἱερὸ κεί­με­νο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαί­ου στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, στε­κό­μα­στε ἀκρι­βῶς στὸ ση­μεῖο ποὺ ὁ ἱε­ρὸς συγγρα­φέ­ας μᾶς πε­ρι­γρά­φει τὸ γε­γο­νὸς τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ.

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ματ­θαῖ­ος ξε­κι­νά­ει νὰ κα­τα­γρά­φει τὸ γε­γο­νὸς μὲ ἕνα λιτὸ καὶ ἁπλὸ τρό­πο. Τόσο λιτὸ καὶ τόσο ἁπλό, λὲς καὶ πε­ρι­γρά­φει κάτι συ­νη­θι­σμέ­νο καὶ κα­θη­με­ρι­νό, ἀν­θρώ­πι­νο. Λὲς καὶ τέ­τοια γε­γο­νό­τα συμβαί­νουν πολ­λὲς φο­ρές.

Αὐ­τὸς ὅμως ὁ λι­τὸς καὶ ἁπλὸς τρό­πος ἐκ­φρά­ζει τὸ γνή­σιο καὶ τὸ αὐ­θεν­τι­κό, τὸ δί­χως ἀν­θρώ­πι­νη ἐπέμ­βα­ση γε­γο­νός, ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται δί­χως προ­σπά­θεια ἀλ­λοι­ώ­σε­ως τῆς ἀλή­θει­ας. Δὲν ἔχει ἀν­θρώ­πι­νες ἐπεμ­βά­σεις οὔτε πα­χιὰ καὶ ἀνού­σια λό­για. Γι­α­τὶ ὅλα αὐτὰ εἶ­ναι ψεύ­τι­κα καὶ ἀπα­τη­λά.

Ἀνε­πι­τή­δευ­τος ἡ πε­ρι­γρα­φή,· γνή­σια καὶ αὐ­θεν­τι­κὴ ἡ πα­ρου­σί­α­ση, δί­χως ὄχλη­ση καὶ ἀλ­λοί­ω­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τῶν γε­γο­νό­των.

        Ἄς πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαί­ου ποὺ γρά­φει: «ὅταν ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Μα­ρία, μνη­στεύ­τη­κε τὸν Ἰω­σήφ, προ­τοῦ συγ­κα­τοι­κή­σουν, βρέ­θη­κε ἡ Μα­ρία ἔγ­κυ­ος μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐπε­νέρ­γεια τοῦ ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος». Στὸν προ­βλη­μα­τι­σμὸ δὲ τοῦ δι­καί­ου Ἰω­σὴφ μπρο­στὰ στὸ γε­γο­νὸς τῆς κυ­ή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, πα­ρεμ­βαί­νει ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ τὸν πλη­ρο­φο­ρεῖ γιὰ τὴν ἐπέμ­βα­ση τοῦ ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἔτσι ἀπο­δέ­χθη­κε τὸ Θεῖο θέ­λη­μα ὁ δί­και­ος Ἰω­σήφ καὶ πα­ρέ­λα­βε στὸ σπί­τι του τὴ Θε­ο­τό­κο Μα­ρία. Αὐτὴ δὲ ἐγέν­νη­σε τὸν μο­νά­κρι­βο υἱό της καὶ τοῦ δό­θη­κε τὸ ὄνο­μα Ἰη­σοῦς.

Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἴσως πιὸ λιτὰ καὶ πιὸ ἁπλᾶ νὰ πε­ρι­γρα­φεῖ ἕνα τόσο ση­μαν­τι­κὸ γε­γο­νός, δη­λα­δὴ ἡ Θε­ϊ­κὴ πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κό­σμο.

Ὁ ἱε­ρὸς Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς το­νί­ζει μὲ σα­φή­νεια ὅτι ἡ κύ­η­ση τῆς Θε­ο­τόκου Μα­ρί­ας ἦταν ἀπὸ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐπε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Δὲν χω­ρεῖ λοι­πὸν καμ­μία ἀμ­φι­βο­λία πὼς ὁ Χρι­στὸς γεν­νι­έ­ται ἀπὸ τὴ Θε­ο­τό­κο ὡς ἄν­θρω­πος καὶ μὲ τὴν ἐπέμ­βα­ση τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος ἀπο­κα­λύ­πτε­ται ἡ Θε­ό­τη­τά Του.

Ἀνα­λο­γι­ζό­με­νοι τὸ μέ­γι­στο καὶ ἀνε­πα­νά­λη­πτο γε­γο­νὸς τῆς Γεννή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, αἰ­σθα­νό­μα­στε πὼς εἶ­ναι ἀν­θρω­πί­νως ἀδύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φεῖ τὸ φαι­νό­με­νο. Πόσο λίγα καὶ πόσο ἀδύ­να­μα εἶ­ναι τὰ ἀν­θρώπινα λό­για, ὅταν ἀνα­φέ­ρον­ται σὲ θε­ϊ­κὰ γε­γο­νό­τα. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, πόσο με­γά­λη συγ­κα­τά­βα­ση θε­ϊ­κὴ νὰ χω­ρέ­σει τὸ μέ­γε­θός της στὰ ἀν­θρώ­πι­να μέ­τρα. Ἀδει­ά­ζει ὁ Χρι­στὸς τό με­γα­λεῖο Του καὶ κα­τε­βά­ζει τὴν οὐ­ρά­νια δόξα Του, γιὰ νὰ συγ­κα­τοι­κή­σει μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη μι­κρό­τη­τα, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας μὲ τὴ δική Του κά­θο­δο τὴ δική μας ἄνο­δο καὶ τὴ συμ­με­το­χὴ στὴν οὐ­ρά­νια Βα­σι­λεία Του.

Ὁ ἱε­ρὸς ὑμνω­δὸς τῆς ἑορ­τῆς τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­φρά­ζεται ποι­η­τι­κὰ γιὰ τὸ γε­γο­νὸς καὶ δι­α­τυ­πώ­νει τὰ ἐρω­τή­μα­τά του, ποὺ δὲν μπο­ροῦν ἀν­θρω­πί­νως νὰ ἀπαν­τη­θοῦν. Λέει λοι­πόν: «Ἐκεῖ­νος ποὺ δὲν χω­ρά­ει που­θε­νά, πῶς χώ­ρε­σε στὴ γα­στέ­ρα; Ἐκεῖ­νος ποὺ βρί­σκε­ται στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Πα­τέ­ρα, τώρα πῶς θὰ χω­ρέ­σει στοὺς κόλ­πους τῆς Μη­τέ­ρας; Αὐ­τὸς ὁ ἄσαρ­κος πῆρε τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα καὶ ἔγι­νε γιὰ μᾶς ὁρα­τός, ἔχον­τας ἐπά­νω Του καὶ τὴ θε­ϊ­κὴ καὶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύση».

Ἀγα­πη­τοὶ ἀδελ­φοί, ἀκού­σα­με ὅλοι τὸν Εὐ­αγ­γε­λι­στὴ Ματ­θαῖο νὰ μᾶς ἀνα­φέ­ρει πὼς «ἡ γέν­νη­ση τοῦ Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ ἔγι­νε κατὰ τὸν ἀκό­λουθο τρό­πο». Καὶ στὴ συ­νέ­χεια μᾶς πε­ρι­γρά­φει μὲ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο λόγο τὸ κο­σμο­σω­τή­ριο γε­γο­νὸς τῆς Γεν­νή­σε­ως. Τώρα εἶ­ναι ἀναγ­καῖο νὰ συ­νει­δητο­ποι­ή­σου­με πὼς ὁ Χρι­στὸς ποὺ γεν­νᾶ­ται δὲν εἶ­ναι κοι­νὸς ἄν­θρω­πος, δὲν εἶναι ἕνας φι­λό­σο­φος, οὔτε ἕνας σπου­δαῖ­ος δι­δά­σκα­λος μόνο. Δὲν εἶ­ναι πο­λι­τι­κὸς ἡγέ­της οὔτε κοι­νω­νι­κὸς ἐπα­να­στά­της ἢ ἀνα­μορ­φω­τής, ὅπως τὸν χα­ρα­κτη­ρί­ζουν πολ­λοί. Τί­πο­τε δὲν ἦταν ἀπ’ ὅλα᾿ αὐτά. Γεν­νή­θη­κε καὶ εἶ­ναι ἀσυγ­κρί­τως κάτι πολὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρ­χει μέ­τρο σύγ­κρι­σης. Εἶ­ναι ὁ Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὁ Θεὸς μαζί μας. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶ­ναι μαζί μας, τότε ὅλοι ἐμεῖς με­τέ­χου­με στὴ δική Του δόξα καὶ τιμή. Αὐτὴ ἡ δυ­να­τό­τη­τά μας δι­και­ο­λο­γεῖ τὸν ἑορ­τα­σμό μας καὶ κά­νει τὴν αὐ­ρι­α­νὴ ἡμέ­ρα ἀλη­θι­νὸ πα­νη­γύ­ρι. ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ.

 

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Μρκ. α΄ 1-8)
31 Δε­κεμ­βρί­ου 2017

Γιὰ τὸ λι­ον­τά­ρι τῆς ἐρή­μου, ὅπως ἔχει χα­ρα­κτη­ρι­σθεῖ ὁ ἅγι­ος ᾽Ιω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος, κά­νει λόγο σή­με­ρα ἀδελ­φοί μου τὸ Εὐαγγε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα. Λίγο πρὸ τῆς ἀρ­χῆς τοῦ νέου ἔτους πα­ρου­σι­ά­ζει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του ἡ Ἐκ­κλη­σία μας, ἐπει­δὴ αὐ­τὸς ἀπο­τε­λεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τοῦ ᾽Ιη­σοῦ Χρι­στοῦ, δι­ό­τι ὁ ᾽Ιω­άν­νης ἐστά­λη ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὸν δρό­μο τοῦ Μεσ­σία μὲ τὸ κή­ρυ­γμα καὶ τὸ βά­πτι­σμα τῆς με­τα­νοί­ας. Κι ἦταν ὅλη του ἡ ζωὴ ἀν­τί­στοι­χη πρὸς τὴν ἀπο­στο­λή του, τὴν ὁποία ἔφε­ρε σὲ πέ­ρας μὲ ζῆλο, ντυ­μέ­νος μὲ τρί­χες κα­μή­λου καὶ τρε­φό­με­νος μὲ ἀκρί­δες καὶ ἄγριο μέλι. ῾Η ἀδι­ά­κο­πη κραυ­γὴ τοῦ Ἰω­άν­νου καὶ ἡ προ­τρο­πή του πρὸς πάν­τας, ἦταν «ἑτοι­μά­σα­τε τὴν ὁδὸν Κυ­ρί­ου», γι­’αυ­τὸ εὔ­στο­χα ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε, ἀρ­γό­τε­ρα, Πρό­δρο­μο.

Ποιὰ εἶ­ναι ὅμως αὐτὴ ἡ ὁδὸς τοῦ Κυ­ρί­ου τὴν ὁποία ἑτοί­μα­ζε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ὁ Ἰω­άν­νης; Ὀπωσ­δή­πο­τε δὲν ἀνα­φε­ρό­ταν σὲ ἐπί­γεια ὁδό, οὔτε σὲ «δρό­μους» ποὺ κα­θο­ρί­ζον­ται ὡς τρό­πος ζωῆς ἀπὸ τὰ ποι­κί­λα φι­λο­σο­φι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ ρεύ­μα­τα. ῞Ολα αὐτὰ εἶ­ναι ἀνθρώ­πι­να κα­τα­σκευ­ά­σμα­τα, ποὺ ση­μαί­νει ὅτι ἐμ­πε­ρι­έ­χουν τὸ στοιχεῖο τῆς ἀτέ­λει­ας ἢ καὶ τῆς πλά­νης, ὅπως κάθε τι τὸ ἀν­θρώ­πι­νο. ῾Οδὸς Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ὁ τρό­πος ζωῆς ποὺ ὑπο­δει­κνύ­ει ὁ ἴδι­ος ὁ Θεὸς στὸν ἄν­θρω­πο, μὲ τὴν κλή­ση νὰ Τὸν ἀκο­λου­θή­σει γιὰ νὰ ζή­σει. Εἶ­ναι ἀκρι­βῶς ὁ ἴδι­ος δρό­μος ζωῆς, τὸν ὁποῖο ἐξήγ­γελ­λαν οἱ προ­φῆτες καὶ ἀπο­κά­λυ­ψε ὁ σαρ­κω­θεὶς Θεός, ὁ ᾽Ιη­σοῦς Χρι­στός. Ὁδὸς Κυ­ρί­ου, ὅμως σα­φέ­στε­ρα, εἶ­ναι ὁ ἴδι­ος ὁ Χρι­στός, ὅπως ὁ Ἴδι­ος τὸ ἀπο­κά­λυ­ψε καὶ τὸ δι­α­βε­βαί­ω­σε «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός, ἡ ἀλή­θεια καὶ ἡ ζωή». ῎Ετσι, ἡ συ­νέ­πεια στὸν κάθε λόγο καὶ θέ­λη­μά Του συ­νι­στᾷ τὸν δρό­μο ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸν τρό­πο τῆς ζωῆς καὶ μᾶς ὁδη­γεῖ σὲ ἄμε­ση σχέ­ση μαζί Του.

῾Ο Κύ­ρι­ος, ὅμως, ἦλθε ὄχι ἁπλῶς νὰ μᾶς ὑπο­δεί­ξει τὸν δρό­μο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ μᾶς ἐν­σω­μα­τώ­σει στὸν ἑαυ­τό Του καὶ ἑπο­μέ­νως γε­νό­με­νοι ἕνα μ᾽ ᾽Εκεῖ­νον, νὰ γι­νό­μα­στε κι ἐμεῖς ὁδὸς Κυ­ρί­ου. Μὲ ἄλλα λό­για ὁ κάθε σω­στὸς χρι­στι­α­νὸς εἶ­ναι «ἐν ἑτέ­ρᾳ μορ­φῇ» ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κό­σμο. Στὸ πρό­σω­πο τοῦ πι­στοῦ βλέ­πει ὁ κό­σμος τὸν ῎Ιδιο τὸν Κύ­ριο. Ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος ὁμο­λο­γοῦ­σε τὴν ἐμ­πει­ρία αὐτή, ὅταν δι­ε­κή­ρυτ­τε «Ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χρι­στός», ἐνῶ ἤδη ἀπὸ τὴν Πα­λαιὰ Δι­α­θή­κη εἶχε ἐξαγ­γελ­θεῖ αὐτὴ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ πρα­γμα­τι­κό­τη­τα «᾽Ενοι­κή­σω ἐν αὐ­τοῖς καὶ ἐμ­πε­ριπα­τή­σω...».

Ἡ ἀσύλ­λη­πτη γιὰ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο νοῦ ἐμ­πει­ρία, τὴν ὁποία χα­ρί­ζει στὸν πι­στὸ ὁ Χρι­στός, προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅμως τὴν καρ­δι­α­κὴ ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Δὲν ἀρ­κεῖ μό­νον ἡ δω­ρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ Κυ­ρί­ου «῾Ετοι­μά­σα­τε τὴν ὁδὸν...» ἀπο­κα­λύ­πτει ὅτι ἀπαι­τεῖ­ται καὶ ἡ ἑτοι­μό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, δη­λα­δὴ ἡ ἔμ­πρα­κτη ἐκ­δή­λω­ση τῆς δι­α­θέ­σε­ώς του γιὰ ἀπο­δο­χὴ τῆς προ­σφο­ρᾶς αὐ­τῆς, μὲ ἑτοι­μό­τη­τα ποὺ δὲν πα­ρου­σι­ά­ζει κενά, δε­δο­μέ­νου ὅτι ἡ ὁδὸς Κυ­ρί­ου εἶ­ναι μο­νί­μως ἀνοι­κτὴ πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἡ προ­σφο­ρά του ἀδι­ά­κο­πη σ᾽ αὐ­τόν. Χρι­στι­α­νὸς ἔτσι, ση­μαί­νει ἄν­θρω­πος ποὺ ζεῖ μὲ ἐγρή­γορ­ση, γιὰ νὰ βι­ώ­νει τὴν πα­ρου­σία τοῦ Κυ­ρί­ου μέσα του, «Γί­νε­σθε ἕτοι­μοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δο­κεῖ­τε, ὁ Κύ­ρι­ος ἔρ­χε­ται».

῾Ο Προ­φη­τι­κὸς λό­γος προ­βλέ­πον­τας τὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα ἑρ­μη­νεύ­ει τὴν κλή­ση ποὺ ἀπευ­θύ­νει ὁ Ἰω­άν­νης, γιὰ ἑτοι­μα­σία τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς ὑπο­δο­χὴ καὶ ἀπο­δο­χὴ τοῦ Μεσ­σία, ὡς «Φωνὴ βο­ῶν­τος ἐν τῇ ἐρή­μῳ». Ἡ κλή­ση δη­λα­δὴ αὐτὴ μέσα στοὺς αἰ­ῶ­νες βρί­σκει συ­νή­θως κλει­στὰ ὦτα, δι­ό­τι οἱ πολ­λοὶ εἶ­ναι ἀπρό­θυ­μοι νὰ ἀκού­σουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπει­δὴ εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νες οἱ καρ­δι­ές τους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ φα­νε­ρώ­νουν τὴν ἐρη­μιὰ ποὺ κυ­ρι­αρ­χεῖ μέσα τους. Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ αὺτὴ ξη­ρα­σία, ἔτσι, γί­νε­ται ἀφι­λό­ξε­νος χῶ­ρος γιὰ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ λι­μο­κτο­νία γί­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ζωῆς.

Τὴν ἐλ­πί­δα ὅμως γεν­νᾶ καὶ πα­ρέ­χει πάν­τα ἡ ᾽Εκ­κλη­σία, ποὺ συ­νε­χί­ζει τὴν προ­φη­τι­κὴ πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κό­σμο, ἐξα­κο­λου­θών­τας νὰ μᾶς προ­τρέ­πει «῾Ετοι­μά­σα­τε τὴν ὁδὸν Κυ­ρί­ου». Αὐτὴ καλ­λι­ερ­γεῖ συ­νει­δή­σεις ποὺ μὲ τὰ ἔργα τους βε­βαι­ώ­νουν γιὰ τὴν πα­ρή­γο­ρη καὶ ἀδι­ά­κο­πη πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ στὴν σύγ­χρο­νη ἐρη­μία τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἀδελ­φοί μου, ἂς φο­βη­θοῦ­με τὴν ἐρη­μία καὶ τὴν ξη­ρα­σία τῆς καρ­δι­ᾶς. ῎Ας συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τό με­γα­λεῖο τῆς κλή­σε­ώς μας καὶ ἂς θε­λή­σου­με τὴ σω­τη­ρία μας, ἡ ὁποία κερ­δί­ζε­ται μὲ τή με­τά­νοια. Ἄς ἀφή­σου­με τὸν Χρι­στὸ νὰ περ­πα­τή­σει μέσα μας καὶ τότε θὰ γί­νου­με κι ἐμεῖς ἡ ὁδὸς Κυ­ρί­ου, ποὺ θὰ θε­λή­σουν νὰ περ­πα­τή­σουν καὶ ἄλ­λοι ἀδελ­φοί μας. Ἀμήν.

 

Κηρύγματα Δεκεμβρίου 2017 pdf