en ru
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. στ΄, 31–36)
1 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Στὴ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ ὁ Κύ­ρι­ος ὁμι­λεῖ γιὰ τὴν ἐν­το­λὴ τῆς ἀγά­πης, προ­τρέ­πον­τάς μας νὰ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε στοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας ὅπως ἀκρι­βῶς ἐπι­θυ­μοῦ­με νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται κι αὐ­τοὶ σὲ μᾶς. Εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση, μᾶς λέει, ἂν θέ­λου­με οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ μᾶς ἀγα­ποῦν, νὰ μᾶς σέ­βον­ται καὶ νὰ μᾶς συγ­χω­ροῦν, τότε κι ἐμεῖς πρῶ­τοι νὰ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε ἔτσι.

Ἄν ἀγα­πᾶ­τε, δι­ευ­κρι­νί­ζει, αὐ­τοὺς ποὺ σᾶς ἀγα­ποῦν, ὅπως κά­νουν οἱ ἁμαρ­τω­λοί, καὶ κά­νε­τε καλὸ μόνο σὲ ἐκεί­νους ποὺ σᾶς φέ­ρον­ται καλά, τότε μέσα σας δὲν ὑπάρ­χει ἡ χά­ρις τοῦ Θεοῦ. Ἂν δα­νεί­ζε­τε σ’ ἐκεί­νους ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ ἔχε­τε ἀπο­λα­βές, ὅπως κά­νουν οἱ ἁμαρ­τω­λοί, τότε ἡ ἀγά­πη γί­νε­ται δο­σο­λη­ψία καὶ ἡ φι­λαν­θρω­πία ἰδι­ο­τέ­λεια. Γι’ αὐτό, πάλι μᾶς προ­τρέ­πει, νὰ ἀγα­πᾶ­τε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ πράτ­τε­τε τὸ ἀγα­θὸ καὶ νὰ δα­νεί­ζε­τε χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε ἀν­τα­πό­δο­ση, καὶ τότε ὁ μι­σθός σας θὰ εἶ­ναι πο­λὺς καὶ θὰ εἶ­σθε γνή­σια παι­διὰ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἴδι­ος εὐ­ερ­γε­τεῖ ἀκό­μα καὶ τοὺς ἀχά­ρι­στους καὶ πο­νη­ροὺς ἀν­θρώ­πους.

Μὲ τοὺς λό­γους αὐ­τοὺς ὁ Κύ­ρι­ος ἀνα­λύ­ει πρα­κτι­κὰ τὶ ση­μαί­νει ἡ ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον, καὶ τὴν δι­α­στέλ­λει ἀπὸ κάθε ἐνέρ­γεια ποὺ ἀπο­βλέ­πει στὸ συμ­φέ­ρον μας. Ἡ ἀγά­πη δὲν εἶ­ναι γιὰ τὸν Χρι­στὸ μία κί­νη­ση ποὺ ἐξαρ­τᾶ­ται ἀπὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν ἄλ­λων γύρω μας, ἀλλὰ ἀν­τλεῖ τὴν κα­τα­γω­γή της καὶ τὴ δύ­να­μή της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ νέα ἐν­το­λή, ἡ μο­να­δι­κὴ ἐν­το­λὴ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, εἶ­ναι τὸ «Ἀγα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους», κα­θὼς σ’ αὐτὴ στη­ρί­ζον­ται καὶ ὁ Νό­μος καὶ οἱ Προ­φῆ­τες, καὶ κάθε ἔκ­φρα­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύ­ρι­ος δί­νει σαφῆ ἐν­το­λὴ θέ­λον­τας νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν ψυχή μας πρὸς τὴν πρα­γμά­τω­ση τῆς ἀλη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μὲ τὸν πλη­σί­ον, μᾶς λέει πὼς ση­μά­δι ὅτι εἴ­μα­στε γνή­σι­οι μα­θη­τές του εἶ­ναι ὄχι ἡ θαυ­μα­τουρ­γία ἀλλὰ ἡ ἀγά­πη. Δὲν ζή­τη­σε ὁ Χρι­στὸς ἀπὸ τοὺς Ἀπο­στό­λους νὰ κά­νουν ση­μεῖα καὶ θαύ­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ ὁ ἴδι­ος τοὺς ἔδω­σε αὐτὴ τὴν δω­ρεὰ καὶ χάρη, ἀλλὰ ταυ­τί­ζει τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον μὲ τὴν ἀγά­πη πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἐπεί­να­σα, μᾶς λέει, καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ φάω. Καὶ τοῦ­το, ἐπει­δὴ συν­δέ­ε­ται ἡ ἀγά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον καὶ ἡ ἀγά­πη πρὸς τὸν Θεό.

Δὲν εἶ­ναι σπά­νιο φαι­νό­με­νο, μέσα στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀτέ­λεια καὶ ἀδυ­να­μία μας, καὶ ἔχον­τας ἀνάγ­κη νὰ εἰ­σπρά­ξου­με τὴν ἀγά­πη τῶν συ­ναν­θρώ­πων μας, νὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὴν ἀγά­πη ὡς μιὰ κί­νη­ση συ­ναι­σθη­μα­τι­κή, ποὺ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ στε­νὸ κύ­κλο ἀν­θρώ­πων γύρω μας, καὶ συ­χνά με­τα­βάλ­λε­ται ἀνά­λο­γα μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά τους. Ὅμως γιὰ τὸν Χρι­στὸ ἡ ἀγά­πη εἶ­ναι κοι­νω­νία προ­σώ­πων καί, ἐπει­δὴ ὡς κοι­νω­νία προ­σώ­πων καὶ ὡς σχέ­ση ἑνό­τη­τας μὲ τὸν συ­νάν­θρω­πο καὶ μὲ τὸν Θεὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑπάρ­ξει μὲ ὅρους ἰδι­ο­τε­λεῖς, τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της γνώ­ρι­σμα δὲν εἶ­ναι ἡ ἀν­τι­προ­σφο­ρὰ ἀλλὰ ἡ προ­σφο­ρὰ δί­χως ἀν­ταλ­λά­γμα­τα. Πιὸ ἁπλᾶ, ἂν πε­ρι­μέ­νου­με ὅλοι μας πρῶ­τα οἱ ἄλ­λοι νὰ μᾶς φερ­θοῦν μὲ ἀγά­πη, ὥστε κι ἐμεῖς νὰ πρά­ξου­με ἀνά­λο­γα, τότε μοι­ραῖα οἱ ἄν­θρω­ποι ἀπο­ξε­νω­νό­μα­στε με­τα­ξύ μας, κλει­νό­μα­στε στὴ φυ­λα­κὴ τοῦ ἐγώ μας καὶ ζοῦ­με ἀπὸ τώρα τὴν ἀπο­μό­νω­ση, ποὺ εἶ­ναι ἡ Κό­λα­ση.

Ἡ κοι­νω­νία σή­με­ρα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, ὅσο ποτέ, ἀπρό­σω­πη, οἱ ἄν­θρω­ποι ὡς μο­νά­δες, ζοῦ­με ἀπο­μο­νω­μέ­νοι, σκυ­θρω­ποί, δί­χως ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸν πλη­σί­ον, δί­χως πρα­γμα­τι­κὴ ἀγά­πη καὶ χαρὰ μέσα μας.

Ἔξο­δο φυ­γῆς ἀπὸ τὴν κό­λα­ση τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀπο­τε­λεῖ ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ Χρι­στοῦ, σή­με­ρα, νὰ πε­ρά­σου­με ἀπὸ τὴν πα­θη­τι­κὴ ἐγω­ι­στι­κὴ στά­ση στὴν ἐνερ­γη­τι­κὴ καὶ πρα­γμα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση τῆς ἀγά­πης, ποὺ προ­σφέ­ρει καὶ προ­σφέ­ρε­ται καὶ θυ­σι­ά­ζε­ται χω­ρὶς ὅρους, ὅπως ἔκα­νε ὁ Ἴδι­ος, φω­τί­ζον­τας τὴν προ­ο­πτι­κὴ τῆς ὄν­τως Ζωῆς καὶ τῆς ἀνά­στα­σης ποὺ χρει­α­ζό­μα­στε. Ἀμήν.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ζ΄ 11-16)
8 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς μᾶς δι­η­γή­θη­κε σή­με­ρα μὲ σύν­το­μο καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο τὸ θαῦ­μα τῆς ἀνα­στά­σε­ως τοῦ μο­να­δι­κοῦ παι­δι­οῦ μιᾶς γυ­ναί­κας χή­ρας ποὺ ζοῦ­σε στὴν κω­μό­πο­λη τῆς Ναΐν. Ἡ κω­μό­πο­λη αὐτὴ βρί­σκε­ται στὰ νό­τια τοῦ ὄρους Θα­βώρ, στὴν Γα­λι­λαία.

Ἐκεῖ πή­γαι­νε ὁ Κύ­ρι­ος συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀπὸ τοὺς μα­θη­τές του καὶ ἀπὸ πολὺ κό­σμο. Μό­λις πλη­σί­α­σε τὴν πύλη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμ­παι­ναν στὴν πόλη, βρέ­θη­κε μπρο­στὰ στὴν νε­κρι­κὴ πομ­πή. Ἡ θλί­ψη ὅλων καὶ ἰδι­αί­τε­ρα τῆς μη­τέ­ρας, ἀβά­στα­κτη.

Τὰ πρά­γμα­τα ὅμως μὲ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ ἀλ­λά­ζουν τρο­πή. Ὁ Ἀρ­χη­γὸς τῆς ζωῆς συ­ναν­τι­έ­ται μὲ τὸν θά­να­το. Ἐκεῖ­νος ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ κό­σμου, ἔρ­χε­ται ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ ἕνα γε­γο­νὸς ποὺ ἔσβη­νε κάθε ἀν­θρώ­πι­νη ἐλ­πί­δα. Εἶ­ναι ὅμως Ἐκεῖ­νος ποὺ ἀφα­νί­ζει τὴν θλί­ψη καὶ τὸν πόνο καὶ φέρ­νει στὸν κό­σμο τὴν χαρά. Εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ ἔχει ἐξου­σία νὰ λέει: «Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέγω ἐγέρ­θη­τι» καὶ ἡ ἐν­το­λὴ τῆς ζωῆς νὰ ἐνερ­γο­ποι­εῖ­ται αὐ­το­στι­γμεί. Τὸ νε­κρὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται καὶ πα­ρα­δί­δε­ται ζων­τα­νὸ στὴν ἀπελ­πι­σμέ­νη μη­τέ­ρα.

Μὲ αὐ­τὸν τὸν θαυ­μα­τουρ­γι­κὸ τρό­πο ὁ Θεὸς ἐπι­σκέ­φθη­κε τὸν λαό του. Δὲν ἦταν κα­θό­λου μι­κρὸ γε­γο­νὸς αὐτὸ ποὺ εἶ­δαν ὅλοι. Ἕνας νε­κρὸς ἀνα­στή­θη­κε μὲ τὸ πρό­στα­γμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ λύπη ποὺ εἶχε κυ­ρι­εύ­σει τὴν ψυχή τους ἔφυ­γε καὶ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε ἀπὸ τὴν χαρά.

Ὁ θά­να­τος, ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι ἀδι­αμ­φι­σβή­τη­τα φο­βε­ρὸς γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Εἶ­ναι ἕνα ἀφύ­σι­κο γε­γο­νὸς ποὺ δὲν ἐπι­νο­ή­θη­κε ἀπὸ τὸν Δη­μι­ουρ­γό, ἀλλὰ προ­έ­κυ­ψε ὡς συ­νέ­πεια τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ εἶ­ναι ὁ Ἴδι­ος. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλα­σε γιὰ νὰ ζοῦ­με, ὄχι νὰ πε­θαί­νου­με. Μᾶς ἔδω­σε τὴν ζωή, γιὰ νὰ τὴν ἀπο­λαμ­βά­νου­με καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὴν ἀκυ­ρώ­νου­με.

Ὁ θά­να­τος ἔρ­χε­ται στὴ ζωή μας, ὅταν ἡ ψυχὴ χω­ρί­ζε­ται ἀπὸ τὸ σῶμα. Μό­λις ἡ ἀθά­να­τη ψυχὴ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ φθαρ­τό μας σῶμα, αὐτὸ δι­α­λύ­ε­ται, μαρ­τυ­ρῶν­τας ὅτι ἡ ζωὴ εἶχε ἀξία συ­ζευ­γμέ­νη μόνο μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶ­ναι ἡ ψυχή μέσα μας. Ἡ ἀθά­να­τη ψυχὴ ὅμως ἐξα­κο­λου­θεῖ νὰ ζεῖ πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν κοι­νὴ ἀνά­στα­ση. Τὸ σῶμα μετὰ τὴν ἀνά­στα­ση δὲν εἶ­ναι πλέ­ον φθαρ­τό, ἀλλὰ ἀφθαρ­το­ποι­η­μέ­νο χω­ρὶς ὑλι­κὲς ἀνάγ­κες. Μὲ τὸ σῶμα αὐτὸ ἡ ψυχὴ θὰ ζή­σει αἰ­ώ­νια, χω­ρὶς τὸν φόβο νὰ τὸ ἀπο­χω­ρι­στεῖ ξανά.

Ἡ ἐπα­να­σύ­στα­ση αὐτὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὀν­τό­τη­τας καὶ ἡ ἐκ νέου ἑνο­ποί­η­σή της εἶ­ναι τὸ με­γά­λο δῶρο τοῦ Νι­κη­τοῦ τοῦ θα­νά­του, Χρι­στοῦ, καὶ τὸ ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς Ἀνα­στά­σε­ώς του.

Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ πι­στέ­ψουν στὴν Ἀνά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἑπο­μέ­νως στὴν ἀνά­στα­ση καὶ τῶν δι­κῶν μας σω­μά­των, ἐπει­δὴ πα­ρα­μέ­νουν δοῦ­λοι τῆς φθο­ρᾶς καὶ τῶν πα­θῶν. Ἔτσι χά­νε­ται ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας, καὶ ἡ ζωή μας κυ­ρι­εύ­ε­ται ἀπὸ τὴν ἀγω­νία καὶ τὸν τρό­μο τοῦ θα­νά­του.

Τὴν πί­στη μας ὅμως στη­ρί­ζει ὁ ἄδει­ος τά­φος τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σία μας ὀνο­μά­ζε­ται καὶ εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἀνα­στά­σε­ως. Ἡ λει­τουρ­γι­κή μας ζωὴ ἔχει ὡς ἐπί­κεν­τρό της τὸ γε­γο­νὸς αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀν­τλεῖ­ται ἡ ἐλ­πί­δα καὶ προ­σφέ­ρε­ται ἡ ζωή.

Οἱ ἅγι­οι εἶ­ναι οἱ φί­λοι τοῦ Θεοῦ ποὺ γί­νον­ται τὰ πρό­τυ­πά μας, ἐπει­δὴ ἀπέ­κτη­σαν αὐ­τὴν τὴν πεῖ­ρα τῆς ἀνα­στά­σε­ως, ἀψη­φῶν­τας τὰ πάν­τα καὶ θυ­σι­α­ζό­με­νοι γιὰ τὸν Χρι­στὸ μὲ φρι­κτὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Δὲν ὑπο­λό­γι­σαν πλού­τη, νει­ᾶ­τα οὔτε κι αὐτὴ τὴν ζωή τους, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σουν τὴν χαρὰ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἔζη­σαν τὴν χαρὰ τῆς ἀνα­στά­σε­ως ἀπὸ τὸν πα­ρόν­τα κό­σμο, ἐπει­δὴ πί­στε­ψαν ὅτι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ὕπνος ποὺ θὰ μᾶς ξη­με­ρώ­σει στὴν πο­θη­τὴ ἡμέ­ρα τῆς ὄν­τως ζωῆς.

«Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέγω, ἐγέρ­θη­τι». Ὁ παν­το­δύ­να­μος λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου ποὺ ἀνέ­στη­σε τὸ νε­κρὸ γιὸ τῆς χή­ρας τῆς Ναῒν ἀν­τη­χεῖ σὲ κάθε χρό­νο καὶ ἐπο­χὴ καὶ δι­α­λα­λεῖ τὸ μή­νυ­μα ὅτι πλέ­ον ὁ θά­να­τος ἔχει νι­κη­θεῖ. Μέσα στὴν Ἐκ­κλη­σία δὲν ὑπάρ­χουν νε­κροί. Ὅλοι εἴ­μα­στε ζων­τα­νοί. Ἄλ­λοι στὴ γῆ κι ἄλ­λοι στὸν οὐ­ρα­νό.

Ἂς μὴ λυ­πό­μα­στε λοι­πὸν ὑπερ­βο­λι­κὰ γιὰ τοὺς ἀγα­πη­μέ­νους μας κε­κοι­μη­μέ­νους. Πρέ­πει νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρεῖ ἡ βε­βαι­ό­τη­τα ὅτι ζοῦν στὴν φι­λάν­θρω­πη ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἄς προ­σευ­χό­μα­στε γι’ αὐ­τοὺς καὶ ἂς ἀγω­νι­ζό­μα­στε νὰ τοὺς συ­ναν­τή­σου­με, γιὰ νὰ ζή­σου­με μαζί τους και­νὴ καὶ ἀνα­στη­μέ­νη ζωή. Ἀμήν.


 




ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 5-15)
15 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Κατὰ τὴ ση­με­ρι­νὴ ἡμέ­ρα, ἑορ­τὴ τῶν ἁγί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Ζ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ἔχει κα­θο­ρι­σθεῖ ὡς Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀνά­γνω­σμα ἡ πολὺ γνω­στὴ ἀλλὰ καὶ δι­δα­κτι­κὴ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ κα­λοῦ σπο­ρέ­ως. Ἡ πα­ρα­βο­λὴ ὅπου ὁ Κύ­ρι­ος Ἰη­σοῦς πα­ρο­μοι­ά­ζει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ σπό­ρο. Σὰν τὸ σπό­ρο καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ σπεί­ρε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Δὲν καρ­πο­φο­ρεῖ ὅμως παν­τοῦ καὶ πάν­τα. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­βο­λή, μόνο ὁ σπό­ρος ὁ ὁποῖ­ος ἔπε­σε σὲ καλὴ γῆ καρ­πο­φό­ρη­σε.

Γι’ αὐτὴ τὴν καλὴ γῆ θὰ κά­νου­με λόγο σή­με­ρα. Γιὰ τὴν ψυχὴ δη­λα­δὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ ὁποῖ­ος ἀκού­ει μὲ προ­σο­χὴ καὶ συ­ναί­σθη­ση τὰ θεῖα λό­για καὶ ἀγω­νί­ζε­ται νὰ τὰ ἐφαρ­μό­σει στὴ ζωή του.

Εἶ­ναι πάρα πολ­λὲς οἱ εὐ­και­ρί­ες μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖ­ες ὁ Οὐ­ρά­νι­ος Γε­ωρ­γὸς ρί­χνει τὸ σπό­ρο τοῦ θεί­ου λό­γου στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων. Πολ­λοὶ δὲν τὸν δέ­χον­ται. Ἄλ­λοι ὅμως ἀν­τί­θε­τα ἀπο­λαμ­βά­νουν πλού­σι­ους καρ­πούς, δι­ό­τι ἀκοῦν μὲ προ­σο­χὴ καὶ ἱερὴ συ­ναί­σθη­ση τὰ θεῖα λό­για. Γι’ αὐ­τοὺς ὁ Κύ­ρι­ος εἶπε «οὗ­τοι εἰ­σὶν οἵ­τι­νες... ἀκού­σαν­τες τὸν λό­γον κα­τέ­χου­σι».

Ἡ λέξη «κα­τέ­χου­σι» δη­λώ­νει συ­νει­δη­τὸ ἀκρο­α­τὴ ὁ ὁποῖ­ος, ὅταν ἀκού­ει καί με­λε­τᾶ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, συ­ναι­σθά­νε­ται ὅτι πρό­κει­ται γιὰ θεῖα καὶ ἱερὰ λό­για καὶ ἡ συ­ναί­σθη­ση αὐτὴ τοῦ προ­κα­λεῖ δέος. Αἰ­σθά­νε­ται ὅτι τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ μι­λά­ει ὁ Θεός. Καὶ ἡ σκέ­ψη αὐτὴ δη­μι­ουρ­γεῖ μέσα του ἕνα κλῖ­μα ἱε­ρο­πρέ­πει­ας καὶ σο­βα­ρό­τη­τας. Αὐτὴ ἡ συ­ναί­σθη­ση τὸν κά­νει νὰ προ­σεύ­χε­ται, πρὶν ἀκού­σει ἢ με­λε­τή­σει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πα­ρα­κα­λεῖ τὸν Φω­το­δό­τη Κύ­ριο νὰ τὸν φω­τί­σει νὰ ἐν­νο­ή­σει τὴ θεία δι­δα­σκα­λία.

Ἡ ἴδια συ­ναί­σθη­ση τὸν πα­ρα­κι­νεῖ κατὰ τὴν ὥρα τῆς θεί­ας δι­δα­χῆς νὰ ἐν­τεί­νει τὴν προ­σο­χή του, γιὰ νὰ μὴ χά­σει τί­πο­τα ἀπὸ τὴν οὐ­ρά­νια δι­δα­σκα­λία. Ἀκο­λου­θεῖ δη­λα­δὴ τὴ συμ­βου­λὴ τῶν ἁγί­ων Πα­τέ­ρων, οἱ ὁποῖ­οι ση­μει­ώ­νουν: Ὅπως πλη­σι­ά­ζεις μὲ εὐ­λά­βεια νὰ κοι­νω­νή­σεις τὰ Ἄχραν­τα Μυ­στή­ρια προ­σέ­χον­τας νὰ μὴν ἐκ­πέ­σει θεῖ­ος μαρ­γα­ρί­της, μὲ τὸν ἴδιο ἀκρι­βῶς τρό­πο νὰ προ­σέ­χεις στὴν ἀκρό­α­ση τοῦ θεί­ου λό­γου καὶ στή με­λέ­τη τῆς Ἁγί­ας Γρα­φῆς, ὥστε νὰ μὴ σοῦ ξε­φύ­γει κα­νέ­να ἀπὸ τὰ θεῖα νο­ή­μα­τά της.

Ὑπάρ­χει ὅμως κι ἕνα δεύ­τε­ρο βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν καλ­λι­ερ­γη­μέ­νων καὶ δε­κτι­κῶν ψυ­χῶν. Εἶ­ναι ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς ἀγώ­νας γιὰ τὴν ἐφαρ­μο­γὴ τοῦ θεί­ου λό­γου. Ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ τότε μόνο καρ­πο­φο­ρεῖ, ὅταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀγω­νί­ζε­ται «ἐν ὑπο­μο­νῇ» νὰ τὸν ἐφαρ­μό­ζει στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγι­ος ἀδελ­φό­θε­ος Ἰά­κω­βος μᾶς προ­τρέ­πει: «Γί­νε­σθε ποι­η­ταὶ λό­γου καὶ μὴ μό­νον ἀκρο­α­ταὶ» (Ἰακ. α΄ 22).

Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ λοι­πὸν μετὰ τὴ με­λέ­τη ἢ τὴν ἀκρό­α­ση τοῦ θεί­ου λό­γου νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ ἐπα­να­φέ­ρου­με στὴ μνή­μη μας ἐκεῖ­νο ποὺ δι­α­βά­σα­με ἢ ὅ,τι ἀκού­σα­με καὶ νὰ σκε­πτό­μα­στε πὼς αὐτὸ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐφαρ­μό­σου­με στὴ ζωή μας. Ἔχου­με καὶ τώρα θέμα προ­σευ­χῆς. Ὅπως πρὶν ἀπὸ τή με­λέ­τη ἢ τὴν ἀκρό­α­ση τοῦ θεί­ου λό­γου προ­σευ­χό­μα­στε, γιὰ νὰ φω­τι­στεῖ ὁ νοῦς μας καὶ νὰ ἐν­νο­ή­σου­με τὸ βά­θος τῶν θεί­ων νο­η­μά­των, ἔτσι καί μετὰ ἀπὸ αὐ­τὴν προ­σευ­χό­μα­στε στὸν Θεὸ νὰ ἐνι­σχύ­σει Ἐκεῖ­νος τὴ θέ­λη­σή μας στὸν ἀγῶ­να γιὰ τὴν ἐφαρ­μο­γὴ τοῦ θε­λή­μα­τός του.

Ἀδελ­φοί μου, εἶ­ναι πολὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ ζη­τοῦ­με τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θεοῦ, δι­ό­τι ὑπάρ­χει τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ συ­ναν­τή­σου­με θλί­ψεις καὶ δο­κι­μα­σί­ες, δυ­σκο­λί­ες καὶ ἐμ­πό­δια, τὰ ὁποῖα μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κλο­νί­σουν, ἂν δὲν μᾶς ἐνι­σχύ­σει Ἐκεῖ­νος νὰ θέ­σου­με ὡς γερὴ βάση καὶ στή­ρι­γμά μας τὸ θέ­λη­μά του.

«Καλὴ γῆ». Ἔτσι μᾶς θέ­λει καὶ αὐ­τὴν ψά­χνει ὁ Οὐ­ρά­νι­ος Γε­ωρ­γός. Νὰ ἔχου­με ψυ­χὲς δε­κτι­κὲς ποὺ θὰ ἀκοῦν μὲ προ­σο­χὴ τὰ θεῖα λό­για καὶ θὰ προ­σπα­θοῦν νὰ τὰ ἐφαρ­μό­ζουν στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζωή.

Ἂς Τὸν πα­ρα­κα­λέ­σου­με θερ­μὰ νὰ μᾶς χα­ρί­σει καὶ κατὰ τὴ νέα ἱε­ρα­πο­στο­λι­κὴ χρο­νιὰ πλού­σια τὴ σπο­ρὰ τοῦ θεί­ου λό­γου καὶ ἀκό­μη πλου­σι­ό­τε­ρη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ καρ­πο­φο­ρία στὶς ψυ­χὲς ὅλων μας. Ἀμήν.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 27-39)
22 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Τὴν τρα­γι­κὴ πραγ­µα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐπιρ­ρο­ῆς τοῦ σα­τα­νᾶ στὴ ζωὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀλλὰ καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα ἀπε­λευ­θέ­ρω­σης ἀπὸ τὸ κακὸ, ποὺ πα­ρέ­χει πάν­τα ἡ πα­ρου­σία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή µας, ἀπο­κα­λύ­πτει ἡ ση­µε­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ.

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς ἀνα­φε­ρό­µε­νος στὸ γε­γο­νὸς τῆς µετάβα­σης τοῦ Κυ­ρί­ου στὴ χώρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν καὶ τῆς συ­νάν­τη­σε­ώς του µὲ ἄν­δρα «ὃς εἶχε δαι­µό­νια ἐκ χρό­νων ἱκα­νῶν», δι­α­πι­στώ­νει τὸ δι­α­βρω­τι­κὸ καὶ κα­τα­στρε­πτι­κὸ ρόλο τῶν δαι­µο­νι­κῶν δυ­νά­µε­ων στὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος µέσα στοὺς αἰ­ῶ­νες, ἀλλὰ πα­ράλ­λη­λα φα­νε­ρώ­νει τὴν κα­τα­λυ­τι­κὴ ἐξου­σία ποὺ ἔχει ὁ Χρι­στὸς κατὰ τοῦ δι­α­βό­λου. Εἶ­ναι ἀνάγ­κη νὰ ὑπο­γραµ­µί­σου­µε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἀλή­θεια ὅτι ἡ Ἐκ­κλη­σία, ὅταν κά­νει λόγο στὸν σύγ­χρο­νο κόσ­µο γιὰ τὸν δαί­µο­να καὶ τὶς δυ­νά­µεις του, δὲν πα­ρα­πέµ­πει τὸν ὀρ­θο­λο­γι­στὴ ἄν­θρω­πο νὰ ψά­ξει στὶς τε­ρα­τό­µορ­φες πα­ρα­στά­σεις ἄλ­λων ἐπο­χῶν, γιὰ νὰ τὸν ἐκ­φο­βί­σει, ἀλλὰ ἀπευ­θύ­νε­ται µὲ σκο­πὸ νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἀνι­χνεύ­σει µέσα ἀπὸ τὰ γε­γο­νὸ­τα τῆς ζωῆς του τὴν κρυ­πτό­µε­νη πα­ρου­σία καὶ ἐπέµ­βα­σή του, το­νί­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὴν πα­ρή­γο­ρη ἀλή­θεια ὅτι ὁ Κύ­ρι­ος ἦλθε «ἵνα κα­ταρ­γή­σῃ τὸν τὸ κρά­τος ἔχον­τα τοῦ θα­νά­του, τοῦτ’ ἔστι τὸν δι­ά­βο­λον». Εἶ­ναι ἀδι­αµ­φι­σβή­τη­τη πραγ­µα­τι­κό­τη­τα πὼς ζοῦ­µε σὲ µιὰ ἐπο­χή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄν­θρω­πος κοµ­πά­ζει γιὰ τὸ ἐπί­πε­δο τοῦ πο­λι­τισ­µοῦ του, γιὰ τὴν πο­λύ­πλευ­ρη ἐπι­στη­µο­σύ­νη του, γιὰ τὰ ἐπι­τεύγ­µα­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας του, γιὰ τὰ κα­το­χυ­ρω­µέ­να δι­και­ώ­µα­τά του, καὶ ὁπωσ­δή­πο­τε γιὰ τὴν ἀσύ­δο­τη ἐλευ­θε­ρία του καὶ τὴν ἀσύλ­λη­πτη δυ­να­τό­τη­τά του σὲ κάθε το­µέα τῆς ζωῆς. Στὸν κόσ­µο αὐτὸ ὁ λό­γος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σή­µε­ρα περὶ δαι­µο­νί­ων ξε­νί­ζει, προ­κα­λεῖ, ἀµ­φι­σβη­τεῖ­ται, πα­ρα­πέµ­πον­τας σὲ σκο­τα­διστι­κὸ πα­ρελ­θόν.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, τὰ σκλη­ρὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ κα­θη­µε­ρι­νοῦ ἀβί­ω­του πλέ­ον βίου µας, δη­λα­δὴ ἡ ἀπου­σία τῆς ἀν­θρω­πι­ᾶς, ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς ἀγά­πης, ἡ ἀπο­κα­θή­λω­ση τῶν ἰδε­ω­δῶν, τὸ ἀνα­πο­δο­γύ­ρισ­µα τῶν ἀξι­ῶν, τὸ γκρέ­µισ­µα τῶν θεσ­µῶν, ἡ ἀπο­τυ­χία τῶν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κῶν µας συ­στη­µά­των, ἡ δι­ά­λυ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας, ἡ ἐπί­µο­νη ἄρ­νη­ση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν νο­μι­μο­ποί­η­ση καὶ θε­ώ­ρη­ση κάθε ἁμαρ­τί­ας καί δι­α­στρο­φῆς ὡς ἀν­θρω­πί­νου δι­και­ώ­μα­τος, µᾶς βο­η­θοῦν νὰ ἐν­το­πί­σου­µε τὴ δι­α­βρω­τι­κὴ πα­ρέµ­βα­ση τοῦ προ­αι­ώ­νι­ου ἐχθροῦ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τῆς ζωῆς, δη­λα­δὴ τοῦ δι­α­βό­λου. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ἡ ἀνα­φο­ρὰ τῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς στὸ ἀλ­λοι­ω­µέ­νο ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο τοῦ δαι­µο­νισ­µέ­νου μὲ τὴν δι­ά­θε­ση ἐπίδει­ξης τῆς γυµ­νό­τη­τας, τὴν ἔλ­λει­ψη µέ­τρου, τὴν ἀπρο­θυ­µία κοι­νω­νι­κότη­τας, τὸν πόθο πα­ρα­µο­νῆς σὲ σκο­τει­νοὺς καὶ δυ­σώ­δεις τό­πους, τὴν ἀφη­νι­ασ­µέ­νη δύ­να­µη, ὥστε νὰ σπά­ζει ἀκό­µη καὶ ἁλυ­σί­δες, τὴν θο­ρυ­βώ­δη ἐµ­φά­νι­ση, τὴν µα­νι­ώ­δη ἐπί­θε­ση καὶ τέ­λος τὸν φόβο τοῦ δαί­µο­να νὰ ἀν­τι­κρύ­σει τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ.

Σή­µε­ρα ποὺ μὲ σκο­πι­μό­τη­τα πο­λε­μεῖται καί γε­λι­ο­ποι­εῖ­ται ἡ πί­στη στὴν ὕπαρ­ξη τοῦ σα­τα­νᾶ ἀπὸ τοὺς δῆ­θεν προ­ο­δευ­τι­κοὺς ποὺ ἀπο­κλεί­ουν ἐπι­στη­µο­νι­κῶς (!!!) τὴν µε­θο­δεία τοῦ δι­α­βό­λου, ποι­ὸς ἀμ­φι­σβη­τεῖ ὅτι δὲν ὑφί­σταν­ται στὴν πο­λι­τισ­µέ­νη, κατὰ τὰ ἄλλα, κοι­νω­νία µας τὰ ἴχνη τῶν ἔρ­γων του µὲ κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς συµ­πε­ρι­φο­ρὲς ἀναρ­χικῶν, τρο­µο­κρα­τῶν, δο­λο­φό­νων, ἀπα­τε­ώ­νων, βι­α­στῶν, ἐµ­πό­ρων ναρ­κω­τικῶν καὶ ὅλων ὅσοι ἐρ­γά­ζον­ται γιὰ τὴν ἐπι­κρά­τη­ση τοῦ κα­κοῦ καὶ τὴν δι­ά­σπα­ση κάθε δυ­να­τῆς κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων;

 Ἡ Θε­ο­λο­γία τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας µας, θε­µε­λι­ω­µέ­νη στὴν ἁγι­ο­γρα­φι­κὴ µαρ­τυ­ρία καὶ στὴν Πα­τε­ρι­κὴ σο­φία, δί­νει πει­στι­κὲς ἐρ­µη­νεῖ­ες γιὰ ὅσα συµ­βαί­νουν, γνω­ρί­ζον­τάς µας πὼς τὰ δαι­µό­νια εἶ­ναι προ­σω­πι­κὲς ὑπάρ­ξεις τοῦ πνευ­µα­τι­κοῦ κόσ­µου µὲ συ­νεί­δη­ση καὶ ἐλευ­θε­ρία. Μᾶς δι­δά­σκει ἐπί­σης ὅτι τὸ κακὸ προ­ϋ­πο­θέ­τει ὑπευ­θυ­νό­τη­τα, ἐπει­δὴ δὲν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτο, δὲν εἶ­ναι δη­λα­δὴ ἀφη­ρη­µέ­νη πραγ­µα­τι­κό­τη­τα ἀλλὰ καρ­πὸς ἐλεύ­θε­ρης πρά­ξης καὶ ἀπο­τέ­λεσ­µα συ­νει­δη­τοῦ σκο­ποῦ. Γι­’αὐ­τὸ καὶ σκο­πός του ἔκτο­τε ἔγι­νε ἡ κυ­ρι­αρ­χία τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ ἔργο του ἡ δι­ά­σπα­ση τῆς κοι­νω­νί­ας του µὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο.

Τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας µας ἀνα­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, κατὰ τὶς ὁποῖ­ες ὁ δι­ά­βο­λος ἐπι­δι­ώ­κει τὴν προ­σω­ρι­νὴ ἢ καὶ τὴν αἰ­ώ­νια ἐξόν­τω­ση τοῦ πλάσ­µα­τος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέ­λα­βε, ἐπί­σης, τόν ρόλο τοῦ ὑπο­βο­λέα τοῦ κα­κοῦ στὴν ἐλεύ­θε­ρη συ­νεί­δη­ση καὶ δι­ά­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, µι­σῶν­τας τὴν ἁρ­µο­νία, τὴν ὀµορ­φιὰ καὶ τὴν τάξη τοῦ φυ­σι­κοῦ κόσ­µου. Ὅµως οἱ ἐνέρ­γει­ές του, οἱ σκο­ποί του καὶ οἱ δυ­νά­µεις του κα­τα­λύ­ον­ται ἀπὸ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῶν ἁγί­ων του. Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Χρι­στοῦ κατὰ τῶν δαι­µο­νι­κῶν δυ­νά­µε­ων συ­νε­χί­ζει στὸν κόσ­µο ἡ Ἐκ­κλη­σία, ὡς τὸ πα­ρα­τει­νό­µε­νο στὴν ἱστο­ρία ἀνα­στη­µέ­νο σῶµα του. Μέσα στὸ πνευ­µα­τι­κὸ αὐτὸ ἐρ­γα­στή­ριο ὁ Θεὸς ἐπι­στρα­τεύ­ει τοὺς ἁγί­ους του, οἱ ὁποῖ­οι δι­ε­ξά­γουν ἀό­ρα­το πό­λε­µο κατὰ τοῦ δι­α­βό­λου.

Ἀδελ­φοί µου, ὁ πι­στὸς ἄν­θρω­πος µπο­ρεῖ νὰ δι­α­σώ­σει καὶ νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὴν ὕπαρ­ξή του συ­νει­δη­τὰ καὶ ἐλεύ­θε­ρα μόνο μέσα στὸ Σῶµα τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπου ὑπερ­νι­κᾶ­ται ἡ δι­ά­σπα­ση καὶ βι­ώ­νε­ται ἡ ἑνό­τη­τα μέσα στὴν Θεία Λει­τουρ­γία μὲ πα­ράλ­λη­λη ἄσκη­ση ἔρ­γων εὐ­ποι­ΐ­ας καὶ τὴν δι­α­κο­νία τῆς ἀγά­πης. Γέ­νοι­το.

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 41-56)
29 Ὀκτω­βρί­ου 2017

Σύμ­φω­να μὲ τὴ δι­δα­σκα­λία τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου, ἀγα­πη­τοί μου ἀδελ­φοί, ἡ ζωὴ τοῦ χρι­στι­α­νοῦ ἀπο­τε­λεῖ πρᾶ­γμα πα­ρά­δο­ξο. Προ­κα­λεῖ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κὴ σή­με­ρα ἡ ἐμ­πει­ρία καὶ ὁμο­λο­γία του, ὅταν γρά­φει «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι, ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χρι­στός». Ἐσω­τε­ρι­κὸ ὅμως χα­ρα­κτηρι­στι­κὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ζωῆς τοῦ χρι­στι­α­νοῦ εἶ­ναι ἡ διὰ τοῦ βα­πτί­σμα­τος πνευ­μα­τι­κὴ ἀνα­γέν­νη­ση καὶ ἐξω­τε­ρι­κὸ χα­ρα­κτηρι­στι­κό της ἡ ἀγά­πη καὶ ἡ τα­πεί­νω­ση.

Αὐτὰ ἀκρι­βῶς τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δι­α­πι­στώ­νου­με στὰ ἀνα­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς. Ὁ ἴδι­ος ὁ Χρι­στός, ὡς ἀρ­χέ­τυ­πη εἰ­κό­να καὶ πα­ρά­δει­γμα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, προ­σφέ­ρει τὸ μέ­τρο ποὺ ὀφεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με, ὥστε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καὶ ἡ προ­σω­νυ­μία τοῦ χρι­στι­α­νοῦ στὸ πρό­σω­πό μας. Ὁ Χρι­στός, μετὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου στὴ χώρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πο­ρευ­ό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου Ἰα­εί­ρου, γιὰ νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὴ δω­δε­κά­χρο­νη ἑτοι­μο­θά­να­τη θυ­γα­τέ­ρα του. Ἐνῷ βρι­σκό­ταν καθ᾽ ὁδὸν ἀκο­λου­θού­με­νος ἀπὸ πλή­θη ἀν­θρώ­πων, τὰ ὁποῖα «συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν», κά­ποια γυ­ναί­κα, ἡ ὁποία ὑπέ­φε­ρε ἀπὸ αἱ­μορ­ρα­γία ἐπὶ δώ­δε­κα χρό­νια, κα­τά­φε­ρε νὰ Τὸν πλη­σι­ά­σει καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ νὰ ἀγ­γί­ξει τὴν ἄκρη τῶν ἐν­δυ­μά­των του. «Καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔστη ἡ ρύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς», ὅμως, ἡ ἐνέρ­γειά της δὲν δι­έ­λα­θε τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁποῖ­ος ἐρώ­τη­σε ποι­ὸς Τὸν εἶχε ἀγ­γί­ξει.

Τὸ ἐρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ αὐ­θόρ­μη­τα προ­κά­λε­σε τὴν λο­γι­κὴ τῶν γύρω του καὶ τὴν ἀπο­ρία τῶν μα­θη­τῶν του. «Τό­σος κό­σμος Σὲ πε­ρι­βάλ­λει, Κύ­ριε, ἀσφυ­κτι­κά. Ὁ ἕνας σπρώ­χνει τὸν ἄλλο καὶ Σὲ πι­έ­ζουν. Σὲ ἀγ­γί­ζουν ἀπὸ παν­τοῦ καὶ Σὺ ρω­τᾶς ποι­ὸς Σὲ ἄγ­γι­ξε;»
Στ’ ἀλή­θεια πα­ρά­ξε­νο τὸ ἐρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν τὴν ἄφη­σε νὰ δι­α­φύ­γει τῆς προ­σο­χῆς κα­νε­νός, ὅπως ἡ ἴδια ἤθε­λε, ἀλλὰ τὴ φέρ­νει στὸ κέν­τρο καὶ τὴ φα­νε­ρώ­νει γιὰ πολ­λὲς αἰ­τί­ες. Ὁ ἱε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος δί­νει τὴν δική του ἐρ­μη­νεία γι­αυ­τό. Πρῶ­τα, λέει, δι­α­λύ­ει τὸν φόβο τῆς γυ­ναί­κας, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἐνο­χλεῖ ἡ συ­νεί­δη­σή της, σὰν νὰ ἔχει κλέ­ψει τὴ χάρη καὶ ζεῖ σὲ ἀγω­νία. Δεύ­τε­ρον τὴν βγά­ζει ἀπὸ τὴν πλά­νη της, ποὺ νο­μί­ζει ὅτι πέ­ρα­σε ἀπα­ραί­τη­τη καὶ τρί­τον πα­ρου­σι­ά­ζει σ’ ὅλους τὴν πί­στη της, ὁμο­λο­γῶν­τας τὴν θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ ἐπέμ­βα­ση τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὴν μι­μη­θοῦν καὶ οἱ ἄλ­λοι.

Αὐ­τὴν ἀκρι­βῶς τὴν τα­πεί­νω­σή της ἐπαι­νεῖ καὶ προ­βάλ­λει. Δέ­χε­ται ἡ γυ­ναί­κα ἀδι­α­μαρ­τύ­ρη­τα ὅτι τῆς συμ­βαί­νει, χω­ρὶς νά με­τρᾶ τὸν ἑαυ­τό της, τὸ θέ­λη­μά της, ὑπο­μέ­νου­σα ἀκό­μη σχό­λια καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὺς ἀλλὰ καὶ ἀμ­φι­σβη­τή­σεις τῆς στά­σης της.

Δυ­στυ­χῶς ἡ ση­με­ρι­νὴ ἐπο­χὴ δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ ἀκρι­βῶς ἀν­τί­θε­το. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν δέ­χον­ται κου­βέν­τα ἀπὸ κα­νέ­να, δὲν ἀνέ­χον­ται οὔτε τὴν κα­λό­πι­στη κρι­τι­κὴ σὲ ὅ,τι κά­νουν καὶ λένε. Ἡ αὐ­το­προ­βο­λὴ καὶ ἡ ἀνά­δει­ξη τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ἀλά­θη­του ἔχουν κα­θι­ε­ρω­θεῖ ὡς τὰ ἰδε­ώ­δη τῆς ἐπο­χῆς. Ὁ κα­θέ­νας αἰ­σθά­νε­ται ἀλάν­θα­στος καὶ ἀλ­λοί­μο­νο σὲ αὐ­τὸν ποὺ θὰ τὸν ἐλέγ­ξει. Καὶ ἔτσι πο­ρεύ­ον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ ζωή τους, μὲ ἐγω­ι­σμὸ καὶ αὐ­τάρ­κεια, χω­ρὶς νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅτι χρει­ά­ζον­ται τὴ συμ­βου­λὴ τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἡ ζωὴ τοῦ χρι­στι­α­νοῦ ὅμως δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τέ­τοια. Ἡ θε­ά­ρε­στη τα­πεί­νω­ση γί­νε­ται σὲ κάθε ἐπο­χὴ ὁ μα­γνή­της ποὺ μα­γνη­τί­ζει τὸ ἔλε­ος καὶ τὴν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «τα­πεινοῖς δί­δω­σι χά­ριν».

Αὐτὴ ἡ ἀρε­τὴ θὰ γί­νε­ται πάν­το­τε ἀπὸ μέ­ρους μας τὸ δυ­να­τό­τε­ρο καὶ σω­τή­ριο ἄγ­γι­γμα τοῦ ἱμα­τί­ου τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ μᾶς κά­νει ἀπο­δέ­κτες τῶν θε­ρα­πευ­τι­κῶν του ἐνερ­γει­ῶν. Ἀμήν.


 


Κηρύγματα Ὀκτωβρίου 2017 pdf